Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Advertisements