Μέρος συστάδας κολλιτσίδων στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Είναι κοινότατο, και πολύ συχνά ενοχλητικότατο λόγω κολλητικότητας, αγριόχορτο σχεδόν όλων των περιοχών με χόρτα. Η κολλιτσίδα, ή Galium aparine, πήρε το όνομά της εξαιτίας των αγγιστρωτών σκληρών τριχών που φέρει, οι οποίες τη βοηθούν να πιάνεται με τα διπλανά φυτά για στήριξη ή μετά το θάνατό της στα ζώα και στους ανθρώπους για τη μεταφορά των σπόρων της αλλού. Είναι φυτό ενδημικό της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, κι αν και σήμερα το θεωρούμε απλώς ένα ασήμαντο αγριόχορτο, ιστορικά είχε πολλές και διάφορες χρήσεις.

Η κολιτσίδα μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει το ένα μέτρο σε ύψος, αν και συνήθως δε στέκεται όρθια, παρά έρπει στο έδαφος, πιάνεται με άλλα φυτά, ή, συχνότερα, δημιουργεί πυκνές συστάδες με ομοειδή της που φυτρώνουν κοντά μεταξύ τους. Αυτές οι συστάδες μοιάζουν με βουναλάκια από σκληρά αλληλοπιασμένα χόρτα, που όταν ξεραθούν γίνονται μια μάζα σκληρών, εύθραυστων χόρτων που κολλούν παντού. Όπως τα περισσότερα των μονοετών ποωδών φυτών, που δε χρειάζεται ν’αυξήσουν κατά πάχος το βλαστό τους, η κολλιτσίδα παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα να’ναι πολύ λεπτότερη στη βάση και πιο χοντρή ψηλότερα.Οι βλαστοί της είναι τετραγωνικοί, με τέσσερις έντονες ακμές, ενώ τα αντιλογχωοειδή (λογχοειδή, αλά με το στενότερο μέρος προς τη βάση του φύλλου, όχι στο τέλος) φύλλα της βγαίνουν κατά σπονδύλους των 6-8. Όταν το φυτό φτάσει σε μεγάλο μέγεθος, μπορεί να κάνει λεπτότερες διακλαδώσεις απ’τις μασχάλες μερικών φύλλων. Τα μικροσκοπικά άνθη εμφανίζονται νωρίς ως στα μέσα της άνοιξης στις μασχάλες των φύλλων κοντά στις κορυφές, πάνω σε λεπτούς ποδίσκους, σε ομάδες των 2-3, αστεροειδή και λευκά ή ανοιχτοπράσινα. Οι εξίσου μικροσκοπικοί καρποί είναι σφαιρικοί και περιέχουν 3 σπόρους, ενώ εξωτερικά καλύπτονται με σκληρές κι αγγιστρωτές τρίχες, που συχνά τους δένουν μεταξύ τους πάνω στο φυτό, ώστε να προσκολλώνται στο τρίχωμα των ζώων για να μεταφέρονται μακριά, διασπείροντας το είδος. Οι χαρακτηριστικές για το είδος τρίχες βρίσκονται στις ακμές του βλαστού και στις δύο πλευρές των φύλλων. Μετά την καρποφορία, γύρω στα τέλη της άνοιξης-αρχές καλοκαιριού, τω φυτό ξεραίνεται, με συνολική διάρκεια ζωής κοντά 4 μήνες. Η αντοχή του στο σπάσιμο επίσης αλλάζει με την ηλικία, όπως έχω παρατηρήσει. Όταν είναι μικρό, γύρω στα 10 εκατοστά και οι τρίχες του είναι ακόμα αρκετά μαλακές, κόβεται εύκολα. Αργότερα κόβεται δυσκολότερα, αλλά πάλι δεν είναι δύσκολο το σπάσιμο, και η εντεριόνη (έντερο = ενδότερο, ο κεντρικός παρεγχυματικός σωλήνας του βλαστού πολλών φυτών χωρίζεται εύκολα από τους αγωγούς ιστούς των ακμών εάν ο βλαστος τραβηχτεί ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις. Αργότερα, όταν το φυτό έχει μεγαλώσει αρκετά κι αρχίσει ν’ανθοφορεί, ο βλαστός γίνεται ινώδεις κι αρκετά ανθεκτικός. Όταν όμω ςξεραθεί, σπάει εύκολα και προσκολλάται παντού.

Το φυτό αυτό θεωρείται εδώδιμο, αν και η τραχιά του υφή δεν το κκάνει ελκυστικό σχεδόν σε κανέναν. Θεωρητικά ωστόσο μπορεί να καταναλωθεί ωμό ή βρασμένο πριν ανθίσει, γιατί μετά, όπως είπα, γίνεται πιο ινώδες και σκληρότερο. Ούτε όλα τα ζώα το τρώνε εξίσου. Οι χήνες για παράδειγμα το τρώνε πολύ, ενώ τα κουνέλια, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, συνήθως δεν το θέλουν εξαιτίας των ενοχλητικών τριχών του. Όταν είναι ακόμα νεαρό και τρυφερό, το τρώνε εύκολα, αν και πάλι μερικά μέρη του μπορεί να τα’απορρίψουν. Μεγαλύτερο θα το φάνε μόνο αν δεν υπάρχει κάτι άλλο, και πάλι όχι όλο, ενώ αν υπάρχουν κι άλλα χόρτα, θα το αφήσουν άθικτο. Το άχυρό του δεν το αγγίζουν καθόλου, αν και μπορεί να προσπαθήσουν να δοκιμάσουν αν δεν το’χουν ξανασυναντήσει. Όσον αφορά τα έντομα, το φυτό αυτό παράγει διάφορες αμυντικές ουσίες για να τα’απορρίψει, όχι όμως σε μεγάλη ποσότητα όπως είπα για να βλάψει τα ζώα που το βόσκουν ή για νά’χει κάποια σημαντική φαρμακευτική χρήση. Ως μέλος της οικογένειας του καφέ (rubiaceae), παράγει μικρές ποσότητες του αλκαλοειδούς της καφεΐνης, και περιέχει κι άλλες ενώσεις: από γλυκοζίδες ασπερουλοζιδικό οξύ, 10-δεακετυλοασπερουλοζιδικό οξύ, ασπερουλοζίδη, μονοτροπίνη και αουκουμπίνη, από φαινολικά οξέα παράγωγα ανθρακινών όπως την αλδεΰδη νορδαμνακανθάλη, φλαβονοειδή και κουμαρίνες, κι επίσης κιτρικό οξύ. Η νορδαμνακανθάλη έχει αντισιτιστική (δεν το σκοτώνει, αλλά το εμποδίζει να φάει) δράση στην κάμπια της ανατολικής πεταλούδας των φύλλων (Spodoptera litura), η οποία επιτίθεται σε καλλιεργούμενα φυτά και θεωρητικά η ύπαρξη αυτού του χόρτου ως άγριου δίπλα στις καλλιέργειες την απωθεί.

Άλλες χρήσεις του φυτού είναι φαρμακευτικά ως διουρητικό (μήπως όλα τα βότανα τελικά είναι διουρητικά επειδή είναι διαλυμένα στο νερό), κατά του πρηξίματος των λεμφαδένων, π.χ. στην αμυγδαλίτιδα, ως επουλωτικό σε πληγές, εγκαύματα, τσιμπήματα και δαγκώματα ζώων σαν κατάπλασμα κι ως γενικό αποτοξινωτικό (τι σημαίνει τώρα αυτό;) για ρευματισμούς και λοιπές παθήσεις. Δεν έλειψαν κι αυτοί που το πρότειναν ως αντικαρκινικό, ιδίως για καρκίνους του λεμφικού συστήματος. Η ρίζα του επίσης δίνει με εκχύλιση ερυθρή βαφή, ενώ οι σπόροι του, αν και πολύ πιο αδύναμοι απ’τον καφέ, έχουν συλλεχθεί και χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο του καφέ. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι οι Αρχαίοι Έλληνες βοσκοί χρησιμοποιούσαν τα πλεγμένα φυτά ως πρόχυρο φίλτρο για το γάλα, ενώ το ίδιο αναφέρει κι ο Σουηδός πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινομικής Κάρολος Λινναίος για τη Σουηδία της εποχής του. Στην Ευρώπη ακόμα παλαιότερα, τα φυτά ξερά και συμπιεσμένα χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα των στρωμάτων, εξού και η κοινή του αγγλική ονομασία (bedstraw = άχυρο των κρεβατιών).

Σήμερα το φυτό αυτό αντιμετωπίζεται συνήθως ως ζιζάνιο, γιατί μπορεί κι αναπτύσσεται σχεδόν παντού, ενώ σε μεγάλες συστάδες μπορεί να πνίξει μικρότερα φυτά ή να κάνει το πέρασμα από μια περιοχή δύσκολο. Είναι απ’τα ζιζάνια που αντιμετωπίζονται εύκολα όμως, γιατί έχει πολύ αδύναμη ρίζα, και μια μάζα φυτών μπορεί να χτυπηθεί και να κοπεί αρκετά εύκολα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κολλιτσίδα
φαρμακευτικές ιδιότητες κολλιτσίδας 1
φαρμακευτικές ιδιότητες κολλιτσίδας 2

Advertisements