Παλαιότερα είχα κάνει μια δημοσίευση για το
Μεσογειακό ή κοινό κυπαρίσσι
(Cupressus sempervirens), το πλέον αναγνωρίσιμο και κοινό κυπαρίσσι στη χώρα μας, ως αυτοφυές κιόλας. Τώρα θα γράψω για τρία άλλα πασίγνωστα είδη ευρείας καλλιέργειας στη χώωρα μας κι αλλού, ας τα πούμε εξωτικά, αν και στην πραγματικότητα έχουν δεκαετίες καλλιέργειας στις περιοχές μας και πλέον θεωρούνται κοινότατα, ενώ κάποια απ’αυτά έχουν προσαρμοστεί και στη φύση. Και τα τρία είδη είναι βορειοαμερικανικής προέλευσης.

Για τα κυπαρίσσια, τη μορφολογία, την εξέλιξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είχα αναφέρει εκτενώς στο άρθρο του μεσογειακού κυπαρισσιού, αν κι εδώ θα κάνω μια μικρή ανακεφαλαίωση. Όλα τα κυπαρίσσια ανήκουν στην οικογένεια των κυπαρισσιδών (cupressaceae), η οποία μπορεί να θεωρηθεί η πιο εξελιγμένη ομάδα κωνοφόρων, εννοώντας η πιο διαφοροποιημένη απ’τους αρχικούς προγόνους, βλ. δέντρα όμοια με
Αραουκάριες.
Η οικογένεια περιλαμβάνει είδη από δέντρα άνω των 100 μέτρων όπως κάποιες σεκόγιες ως μικρούς θάμνους σαν τις
Αρκεύθους.
Όπως σ’όλα τα κωνοφόρα, ο θηλυκός κώνος αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, σπειροειδώς γύρω απ’τον οποίον εκφύονται
συμπλέγματα ενός βρακτίου στη μασχάλη του οποίου βρίσκεται ο ωοθηκοφόρος βλαστός (λέπι). Η προγονική αυτή μορφή παραμένει σε πολλά μέλη της οικογένειας των πεύκων (πευκίδες), αλλά στις περισσότερες άλλες έχει τροποποιηθεί. Στα κυπαρισσοειδή τα λέπια του κώνου είναι συνήθως ασπιδόμορφα, με στενό ποδίσκο δηλαδή και πλατιά κορυφή, σαν ασπίδες με λαβή ή πλατιές ομπρέλες, ενώ το βράκτιο είναι πλήρως συνενωμένο με το λέπι, με μόνο μακροσκοπικά ορατό υπόλειμμά του μια προεξοχή στο κέντρο του λεπιού. Σε πολλά γένη ο κώνος έχει τροποποιηθεί ακόμα περισσότερο, με αντίθετα κι όχι σπειροειδή λέπια ή κι ανά σπονδύλους των τριών (άρκευθοι) ή των τεσσάρων. Το γένος των κυπαρισσιών (Cupressus) είναι λοιπόν απ’τα πιο εξελιγμένα της οικογένειας, με σφαιρικούς συμπαγείς κώνους, που αποκλείνουν αρκετά απ’τους κώνους των κωνοφόρων ώστε λέγονται κυπαρισσόμηλα, αποτελούμενους από αντίθετα ζεύγη λεπιών σε ορθή γωνία το ένα με το επόμενο, με τα τελευταία και μερικές φορές τα πρώτα μικρότερα και στείρα, που έχουν μόνο σκοπό τη διατήρηση του σχήματος του κώνου. Ο αριθμός σπόρων ανά λέπι ποικίλει ανά είδος. Οι κώνοι βρίσκονται στα λεπτά φυλλοφόρα συμπλέγματα κλαδιών, χαρακτηριστικά για τα είδη αυτά, κι ωριμάζουν συνήθως σε περίοδο άνω του ενός χρόνου. Το περισσότερο φωτοσυνθετικό φύλωμα βρίσκεται σ’αυτά τα πολύπλοκα διακλαδιζόμενα συμπλέγματα στις άκρες των κεντρικότερων κλαδιών, με φύλλα κυρίως λεπιοειδή κατά αντίθετα ζεύγη. Μεγαλύτερα φύλλα φέρουν οι κεντρικότεροι βλαστοί. Οι περισσότεροι απ’αυτούς τους μικρούς βλαστούς δεν αναπτύσονται σε μεγάλα κλαδιά, αλλ’όσο μεγαλώνει το φυτό, αναπτύσσονται τα κεντρικά τους κυρίως μέρη, και τα υπόλοιπα, εφόσον βρίσκονται στο σκιερό εσωτερικό του φυτού και δε χρειάζονται πλέον, ξεραίνονται και πέφτουν (κλαδόπτωση). Πολλά κυπαρισοειδή χρησιμοποιούν την κλαδόπτωση αντί για τη φυλλόπτωση όταν ένα μέρος τους ξεραίνεται. Εξαίτίας αυτής της πολύκλαδής ανάπτυξης, τα κυπαρίσσια έχουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα ακόμα κι αν μεγάλο μέρος τους καταστραφεί. Ο φλοιός είναι κοκκινωπός, ινώδης και σχίζεται σε κάθετες λωρίδες και το ξύλο είναι κόκκινο και πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα, γι’αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική. Όπως όλα τα σημερινά κωνοφόρα, τα φυτά είναι ρητινώδη, γι’αυτό και σχεδόν κανένας οργανισμός δεν εισβάλει στο ξύλο τους. Το μέσο ύψος των δέντρων του γένους είναι τα 20 μέτρα. Στη νεαρή τους φάση, για τον πρώτο χρόνο ή και περισσότερο, τα κυπαρισσάκια έχουν μακριά, βελονοειδή φύλλα όπως οι πρόγονοί τους ως αταβιστικό στοιχείο (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση κατά Ερνστ Χέκελ). Επομένος όταν βλέπετε μικροσκοπικά κυπαρισσάκια με κανονικό φύλλωμα ή και κώνους, είναι σχεδόν σίγουρο πως έχουν αναπαραχθεί με μοσχεύματα (κλαδιά). Τέτοια αναπαραγωγή είναι πιο δύσκολη στα κωνοφόρα σε σχέση μ’αυτήν ανθοφόρων φυτών, αλλά εφαρμόζεται εκτεταμένα για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτω δέντρων. Μπορεί να παίρνει αρκετό χρόνο μέχρι τη ριζοβολία, αλλά το αρχικό μέγεθος του φυτού έπειτα είναι μεγαλύτερο, ενώ αυτός είναι ο μόνος τρόπος διαιώνισης ποικιλιών ή υβριδίων. Τέλος να κάνω μια σημείωση: έχει προταθεί από πολλούς ταξινομιστές τα κυπαρίσσια της Αμερικής να μετακινηθούν σε άλλο γένος, στο γένος Callitropsis, επειδή γενετικά απέχουν περισσότερο απ’τα φυτά του γένους Cupressus. Θα χρησιμοποιώ το ευρύτερο γένος Cupressus για ευκολία, μιας κι αυτό παραμένει ακόμα το περισσότερο χρησιμοποιούμενο στη βιβλιογραφία.

Μεγάλο κυπαρίσσι Αριζόνας στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Μέρος του κορμού του ίδιου δέντρου. Στη γωνία που κάνει ο κορμός κάποτε θα υπήρχε ένα άλλο κλαδί που κόπηκε παλιά. Παρά τη μεγάλη ανθεκτικότητα του ξύλου τω κυπαρισσιών, μία βαθιά τρύπα που δημιουργήθηκε εκεί έχει γίνει η φωλιά μυρμηγκιών από όσο θυμάμαι.

Νεαρό δέντρο του είδους φυτεμένο πριν λίγα χρόνια σ’άλλο μέρος της Σχολής Τυφλών, φτάνει τα 3 μέτρα.

Κλαδί φορτωμένο με κώνους του ίδιου φυτού.

Το πρώτο είδος της ομάδας είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας (επιστημονική ονομασία Cupressus arizonica), που όπως λέει το όνομά του, κατάγεται από την Αριζόνα, αλλά κι από πολλές άλλες πολιτείες των δυτικών ακτών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές, συχνά με έντονους ανέμους και ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές και είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και το κρύο. Το δέντρο έχει γεμάτη κωνική προς στηλοειδή μορφή, με ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των 10 και 20 μέτρων, αν και συνηθέστερο είναι 12-15 μέτρα, με διάμετρο κορμού έως και τα 50 εκατοστά. Τα λεπτά κλαδιά που φέρουν το γαλαζοπράσινο φύλλωμα είναι κυλινδρικά (σε πολλά είδη είναι πεπλατυσμένα) και διακλαδίζονται τρισδιάστατα, όχι δισδιάστατα όπως το μεσογειακό είδος, με φύλλα μήκους 2-5 χιλιοστών. Οι γκριζοπράσινοι κώνοι έχουν μήκος 15-33 χιλιοστά, με 4-10 λέπια, συνήθως όμως 6-8, και παραμένουν ξηροί και κλειστοί πάνω στο δέντρο αφού έχουν ωριμάσει για χρόνια, μέχρι να πέσουν με κάποιον τρόπο ή θερμανθούν από κάποια πυρκαγιά που θα κάψει το γονέα, συχνό φαινόμενο στις περιοχές καταγωγής του είδους. Οι αφανείς αρσενικοί κώνοι έχουν μήκος 3-5 χιλιοστά κι απελευθερώνουν τη γύρη τους αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Αναγνωρίζονται 5 φυσικές ποικιλίες: Cupressus arizonica var. arizonica (νότια Αριζόνα, νοτιοδυτικό Νέο Μεξικό, νότια ως τα όροι Τσίσος του δυτικού Τέξας και τις πολιτείες Ντουράγγο και Ταμάουλιπας του Μεξικού), C. a. var. glabra (κεντρική Αριζόνα), C. A. var. Montana (δάση βελανιδιάς και πεύκου της Σιέρα Χουαρέζ και του Αγίου Πέτρου του Μάρτυρος της βόρειας Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, απειλούμενη ποικιλία), C. a. var. nivadensis (νότια Καλιφόρνια στις κωμητίείεςΚερν και Τουλάρ), και C. A. var. stephensoni (κωμητεία Σαντιέγκο της νότιας Καλιφόρνιας, απειλούμενη ποικιλία). Η γνωστότερη καλλιεργούμενη ποικιλία είναι η έντονα γλαυκίζουσα var. glabra της Αριζόνας.

Λεμονοκυπάρισσο ποικιλίας γκόλντκρεστ φυτεμένο στο δρόμο, περίπου 3 μέτρα. Το φωτογράφησα βράδυ, χωρίς κίνηση, για να μη νομίζει κανείς ότι στοχεύω κακόβουλα κάτι στο δρόμο. Ευτυχώς απ’τα δέντρα δε χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για φωτογράφιση. Βρίσκεται πάντως λίγα μέτρα ανεβαίνοντας στην Καλιδοπούλου μετά τη Βασιλίσσης Όλγας κι αυτό το σπαστικό κίτρινο αυτοκίνητο κανενός παλιοκουμουνιστή δίπλα είναι ό,τι πρέπει για μπουρλότο!

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά του ίδιου δέντρου.

Το δεύτερο είδος είναι το εξίσου γνωστό λεμονοκυπάρισσο ή κυπαρίσσι του ΜόντερεΪ (ε. ο. Cupressus macrocarpa). Στον τόπο αρχικής του εξάπλωσης ο πληθυσμός του δέντρου έχει μμειωθεί, από ένα τεράστιο δάσος που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις των ορεινών περιοχών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ, σε δύο μόνο σημεία της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας, στο σημείο των κυπαρισσιών στην Παραλία των Βοτσάλων και στο σημείο Λόμπος κοντά στην πόλη Καρμέλ. Τα εναπομείναντα κυπαρίσσια μπορεί να’χουν ηλικία πάνω από 2000 χρόνια, συχνά με ύψος που ξεπερνά τα 40 μέτρα και διάμετρο κορμού τα 2,5 μέτρα. Ευδοκιμούν καλύτερα στις ορεινές παραθαλάσσιες περιοχές, όπου το κλίμα είναι ήπιο και υγρό όλο το χρόνο, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και δροσερά υγρά καλοκαίρια εξαιτίας της θαλάσσιας ομίχλης. Παρά όμως τις ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιοχή του είδους είναι τόπος εκδήλωσης σοβαρών ανεμοθυελλών, οι οποίες συχνά σπάζουν κλαδιά με αποτέλεσμα τα μεγάλα δέντρα νά’χουν ακανόνιστο σχήμα. Με την καλλιέργεια το είδος σήμερα έχει προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου με υγρό κλίμα, όπως στη Νέα Ζηλανδία, όπου μαζί μ’άλλα κωνοφόρα που καλλιεργούνται για ξυλεία, έχει ξεφύγει στη φύση και συμπεριφέρεται ως επεκτατικό είδος. Το φύλλωμά του είναι έντονο ανοιχτοπράσινο, και βρίσκεται σε φουντωτά τρισδιάστατα συμπλέγματα κυλινδρικών κλαδιών, με φύλλα λεπιοειδή μήκους 2-5 χιλιοστών. Τα νεαρά φυτά για τον πρώτο χρόνο φέρουν το βελονοειδές φύλωμα, μήκους 4-8 χιλιοστών. Οι κώνοι έχουν μήκος 2-4 εκατοστών, με 6-14 λέπια, αρχικά πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφέ. Οι αφανείς αρσενικοί κόνοι είναι μικροσκοπικοί, μήκους 3-5 χιλ. κι απελευθερώνουν γύρη αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Το πλέον αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους είναι ωστόσο η κιτρώδεις μυρωδιά του φυλλώματος, αν αυτό τριφτεί έντονα ή κοπεί. Δεν έχει καμία σχέση με το λεμόνι, απλώς ανεξάρτητα εξέλιξε την παραγωγή παρόμοιων ουσιών, όπως και πολλά άλα φυτά, για την απώθηση των εχθρών. Μια πολύ γνωστή, ίσως και η περισσότερο καλλιεργούμενη ως καλλωπιστικό ποικιλία είναι η ‘goldcrest’, με χαρακτηριστικό το φουντωτό της σχήμα με το έντονο κιτρινοπράσινο ημιενήλικο φύλλωμα, που έχει λεπιοειδή βάση αλλά βελονοειδή άκρη, μαλακό και συγχρόνως σκληρό στην υφή όταν είναι φρέσκο, αλλά τραχύ και εύθραυστο όταν ξεραθεί.

Τέλος το τρίτο είδος δεν είναι γνήσιο είδος, αλλά υβρίδιο. Το γνωστό κυπαρίσσι λέιλαντ (ε. ο. Cupressus x leylandii) προήλθε από τη διασταύρωση του λεμονοκυπάρισσου με το κυπαρίσσι Νούτκα (Cupressus nootkatensis) του παγωμένου νησιού Βανκούβερ και της Αλάσκας. Η διασταύρωση ήταν εντελώς τυχαία στη Βρετανία. Το 1845, ο τραπεζίτης του Λίβερπουλ Κρίστοφερ Λέιλαντ αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα, το Λέιτον Χολ του Πάουις στην Ουαλία από την οικογένια των Κόρμπερτ απ’το Σρόπσάιαρ. Το 1847, το πούλησε στον ανιψιό του (μάλλον δεν είχε δικά του παιδιά) Τζον Νέιλορ, ως δώρο για το γάμο του, ο οποίος έπειτα το αναδιαμόρφωσε. Κάλεσε τον κηποτέχνη Έντουαρτ Κεμπ για να σχεδιάσει τους κήπους, μέσα στους οποίους φύτεψε πολλά κωνοφόρα, όπως σεκόγιες, αραουκάριες και τα δύο αυτά είδη κυπαρισσιών αρκετά κοντά μεταξύ τους. Το υβρίδιο πρωτοδημιουργήθηκε το 1888, με γονιμοποίηση των θηλυκών κώνων του νούτκα από γύρη του λεμονοκυπάρισσου. Τον επόμενο χρόνο όμως ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος πέθανε, κληροδοτώντας το στον πρωτότοκο γιο του Κρίστοφερ Τζον Νέιλορ, πλοίαρχο εμπορικού πλοίου. Το 1891 ο Τζον κληρονόμησε όλη τη γη του λέιλαντ από ένα θείο μακρινό πρόγονό του, τα οποία δόθηκαν σ’αυτόν μετά το θάνατο του θείου του Τόμας Λέιλαντ. Μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, άλλαξε το επώνυμό του σε Λέιλαντ και μετακινήθηκε στο Κάστρο Χάγκερστοουν της Νορθουμβρίας (πολύ πλούσια οικογένεια, τυπικοί αριστοκράτες Βρετανοί), όπου συνέχιζε να βελτιώνει το υβρίδιο του δέντρου, κι ονόμασε την πρώτη ποικιλία ‘Haggerstone grey’. Το αγρόκτημα του λέιτον έπειτα έλαβε ο νεότερος αδερφός του Τζον Νέιλορ, ο οποίος, το 1911 δημιούργησε το αντίστροφο υβρίδιο με γύρη κυπαρισσιού νούτκα σε θηλυκούς κώνους λεμονοκυπάρισσου, ονομάζοντάς το ‘Leighton green’. Από τότε το δέντρο έχει δημιουγηθεί πάνω από 20 φορές, αν και σήμερα οι παραγωγοί του προτιμούν να το αναπαράγουν με μοσχεύματα, αφού είναι στείρο. Οι περισσότεροι των πρώτων γεννητόρων του υβριδίου ζουν ακόμα.

Το φυτό παρουσιάζει το φαινόμενο της
Υβριδικής ευρωστίας,
Δηλαδή συνδυάζει τα θετικά στοιχεία των προγόνω του δημιουργώντας μια ανθεκτικότερη μορφή. Συνδυάζει την ανθεκτικότητα στο κρύο του κυπαρισσιού νούτκα με τη γρήγορη ανάπτυξη του λεμονοκυπάρισσου, αν και το υβρίδιο αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, βάζοντας περίπου ένα μέτρο το χρόνο. Μέσα σε 15 χρόνια το δέντρο αυτό μπορεί να φτάσει τα 16 μέτρα. Ευδοκιμεί στα περισσότερα εδάφη χωρίς πρόβλημα. Το φύλλωμά του μοιάζει πολύ με του λεμονοκυπάρισσου, αν και είναι σκουρότερο, δε μυρίζει λεμόνι, και είναι δισδιάστατο όπως του μεσογειακού είδους, ενώ από μικρή ηλικία είναι φορτωμένο με κώνους περίπου ενάμισι εκατοστού, αλλ’όπως είπα στείρους. Εάν το φυτό ήταν γόνιμο, θα είχε καταλάβει γρήγορα το φυσικό περιβάλλον, όπου κι αν βρισκόταν. Σπανιότατα ίσως εμφανίζεται κάποιος γόνιμος σπόρος όπως και σ’άλλα υβρίδια, αλά αυτό δε θα πρέπει να γίνει αιτία ανησυχίας για την ασφάλεια του οικοσυστήματος. Παρά την ανθεκτικότητά του πάντως, έχει ρηχό ριζικό σύστημα που το κάνει επιρρεπές σε πτώσει απ’τον άνεμο και στα προβλήματα της ξηρασίας. Σε πολύ θερμά και ξηρά κλίματα δυσκολεύεται να ευδοκιμήσει και υποκύπτει σε διάφορες ασθένειες.

Και τα τρία παραπάνω είδη καλλιεργούνται ευρέως στη χώρα μας σε διάφορες συνθήκες. Το κυπαρίσσι της Αριζόνας είναι ίσως το πιο ανθεκτικό των τριών, μιας και ευδοκιμεί σε υψόμετρα άνω των 800 μέτρων, αλλά και σε ξηρότατα μέρη, και μπορεί ν’αναπαραχθεί, αν και δύσκολα εξαιτίας της ιδιαίτερης αναπαραγωγικής του βιολογίας (το έχω συναντήσει σ’όλα αυτά τα περιβάλλοντα σε μεγάλους αριθμούς, μερικές φορές με μικρά δίπλα στα μεγαλύτερα δέντρα). Το λεμονοκυπάρισσο προτιμα ήπιο κλίμα, επομένως δεν αντέχει ούτε το υπερβολικό κρύο ούτε την υπερβολική ηγρασία, γι’αυτό και δε θα το συναντήσουμε σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Το λέιλαντ αντέχει σχεδόν παντού, εκτός ίσως από την υπερβολική ξηρασία. Καλλιεργούνται όπως κάθε εύκρατο μεγάλο δέντρο, προτιμώντας έδαφος καλής αποστράγγισης και ηλιόλουστη θέση, αλλά κι ανοιχτό χώρο ώστε να ψηλώσουν. Σε γλάστρες επιβιώνουν και κωνοφορούν κανονικά. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, εκτός απ’τα δύο τεράστια μεσογειακά κυπαρίσσια που έχει, έχει κι ένα λεμονοκυπάρισσο άγριου τύπου κι ένα κυπαρίσσι Αριζόνας που έχουν ξεπεράσει κι αυτά τα 2 μέτρα σε γλάστρες. Το κυπαρίσσι Αριζόνας κωνοφορεί συνεχώς. Λεμονοκυπάρισσο δεν έχω συναντήσει ποτέ με κώνους. Τα λέιλαντ χρησιμοποιούνται συχνά στη δημιουγία φυσικών φρακτών, όπου φυτεύονται αρκετά κοντά μεταξύ τους και κλαδεύονται σε όμοιο ύψος για να δημιουργήσουν με το χρόνο ένα πυκνό και αδιαπέραστο τείχος, απ’όπου δε φαίνεται τίποτα. Αν κι εντελώς αφύσικη κατάσταση για κωνοφόρα, τα οποία στη φύση ψηλώνουν ακάθεκτα, το συγκεκριμένο είδος την ανέχεται αρκετά και φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα γρήγορα εξαιτίας της ταχείας αύξησής του.

Η ανθεκτικότητα στις ασθένειες ποικίλει ανά είδος. Γενικά τα κωνοφόρα είναι ανθεκτικά στις περισσότερες εντομολογικές και μυκητολογικές παθήσεις, μερικές ωστόσο παραμένουν σοβαρές. Τα κυπαρίσσια για παράδειγμα προσβάλλονται από το μύκητας Seiridium cardinale, προκαλώντας την ξήρανση των κυπαρισσιών, που συχνά είναι θανατηφόρα. Ο μύκητας επιτίθεται σε ζεστό και ξηρό καιρό, όταν το κωνοφόρο βρίσκεται υπό στρες, κι αρχικά νεκρώνει κάποια μέρη του φυλλώματος, οδηγώντας γρήγορα σε νέκρωση μεγάλων περιοχών και τελικά στο θάνατο όλου του δέντρου. Το μεσογειακό κυπαρίσσι θεωρείται μέτρια ανθεκτικό στη νόσο. Το πιο ανθεκτικό απ’τα παραπάνω είδη είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας, που είναι προσαρμοσμένο για ζεστά και ξηρά κλίματα. Το λέιλαντ έχει αρκετά χαμηλή ανθεκτικότητα, ενώ το λεμονοκυπάρισσο έχει τη χαμηλότερη απ’τα παραπάνω είδη. Πολλά λεμονοκυπάρισσα στην Ελλάδα υποκύπτουν στην ασθένεια το καλοκαίρι και ξεραίνονται γρήγορα, και αν οι συνθήκες τους είναι καλές. Γι’αυτό το λόγο θα βρούμε λίγα τέτοια δέντρα μεγάλα είτε στο έδαφος είτε σε γλάστρες. Απ’όσα δέντρα του είδους ξέρω, τα περισσότερα ξεράθηκαν το καλοκαίρι. Ο πατέρας μου είχε παλαιότερα δύο λεμονοκυπάρισσα γκόλντκρεστ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, και τα δύο εκ των οποίων καταστράφηκαν. Το ένα είχε θυμάμαι ξεραθεί στο εσωτερικό, αλλά έπειτα ανέκαμψε, για να ξεραθεί το μεθεπόμενο καλοκαίρι. Παρόλα αυτά η φυσική μορφή του δέντρου ζει ακόμα. Ένα μεγάλο γκόλντκρεστ επίσης είναι φυτεμέννο στο δρόμο κοντά στην περιοχή μου (αυτό των φωτογραφιών παραπάνω), εδώ και μερικά χρόνια, και δε δείχνει κανένα σημάδι ασθένειας. Προφανώς δεν επηρεάζονται όλα τα δέντρα απ’το σειρίδιο. Όταν όμως επηρεαστούν, η πάθηση είναι ανίατη και δε μπορεί να γίνει τίποτα για την ατιμετώπισή της. Άλλοι παθογόνοι που μπορεί να προκαλέσουν ξήρανση είναι μύκητες του γένους Fusarium σε θερμό καιρό και μύκητες του γένους Verticillium σε δροσερό καιρό, αμφότεροι των οποίων μπορούν να επιτεθούν στα κυπαρίσσια, κυρίως στο λέιλαντ και στο λεμονοκυπάρισσο, προκαλώντας ξήρανση εξαιτίας της ανάπτυξής τους μέσα στα αγγεία που τα κλείνει. Η ξήρανση αυτή εμφανίζεται στις κορυφές ή μονόπλευρα σε μερικά μόνο κλαδιά, και παραμένει ως χρόναι ασθένεια σ’αυτά τα δέντρα. Σπάνια θεραπεύεται εντελώς με την απομάκρυνση των ξερών μερών του φυτού, ενώ μεταδίδεται εύκολα στα υγιή με τα αποβληθέντα μέρη, τον άνεμο, ακόμα και το πέρασμα ανάμεσα στα φυτά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι της Αριζόνας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λεμονοκυπάρισσο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι λέιλαντ
αδρομυκώσεις σε καλλιεργούμενα φυτά

Advertisements