Αφήνω λίγο κατά μέρος τις δημοσιεύσεις για το ξεσκέπασμα της Εκκλησίας κι ασχολούμαι για λίγο με τα φυτά, τα οποία έχω παραμελήσει. Όπως λοιπόν και με το τελευταίο μου άρθρο για τα φυτά, εκείνο για την αναγνώριση
Μιας φτέρης,
Όπου σημειωτέον ότι κανείς δε μου αναγνώρισε το είδος ως τώρα, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα άγνωστό μου είδος που χρειάζεται αναγνώριση. Το συγκεκριμένο είναι ένα κρινοειδές κονδυλώδες μονοκοτυλήδονο που καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Το συγκεκριμένο φυτό της φωτογραφίας είναι του πατέρα μου, το οποίο ήταν πριν κάποια χρόνια στην κατοχή μου, προερχόμενο από έναν κονδυλίσκο μιας συστάδας τέτοιων φυτών στο έκτο γυμνάσιο Θεσσαλονίκης οπου φοιτούσα τότε, κλεμμένο όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου το 2006, δηλαδή ηλικίας περίπου 7 ετών. Σήμερα η συστάδα αυτή δεν υπάρχει. Ο κονδυλίσκος, μολονότι είχε λιγοστές ρίζες και μήκος περίπου ενάμισι εκατοστού με τρία λεπτά φύλλα, τα οποία θυμάμαι πως είχα κόψει για να περιοριστεί η διαπνοή, αλλά παρόλα αυτά επιβίωσε και μεγάλωσε. Αφού είχα το φυτό σε μια βαθιά γλάστρα για 2 χρόνια περίπου, τό’δωσα στον πατέρα μου διότι ήθελα να διαθέσω το χώρο σ’άλλα είδη. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε ηλικία ανθοφορίας, γιατί τότε σίγουρα δε θα του το έδινα ολόκληρο. Άνθισε μετά από μια χρονιά στον πατέρα μου, δηλαδή στα 4 του χρόνια. Εκεί ήταν για τα υπόλοιπα χρόνια σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου είχε κατεβάσει ρίζες κι αποκτήσει το φυσικό του ύψος. Πέρσι το κυπαρισσάκι που βρισκόταν στην ίδια ζαρντινιέρα μεταφυτεύθηκε σε κανονική κυλινδρική γλάστρα, και μαζί μετακινήθηκε κι αυτό σε μια σχετικά πλατιά και ρηχή, όπου έγινε κοντότερο, αλλά όπως φάνηκε φέτος ανθοφορεί κανονικά. Το φυτό αυτό τό’χω συναντήσει πολλές φορές, κυρίως στο έδαφος. Δε γνωρίζω αν υπάρχουν ποικιλίες του είδους, γνωρίζω μόνο για το συγκεκριμένο πως ανθίζει με λευκά άνθη.

Είναι κονδυλώδες φυτό, όχι
Βολβώδες.
Το υπόγειιο τμήμα του βλαστού είναι κυλινδρικός και συμ[παγής σκούρος καφέ κόνδυλος (μήπως πρωτοβολβός;), στα 10 εκατοστά το πολύ, απ’όπου προέρχονται μακριές και σκληρές ρίζες – μερικές απ’αυτές φτάνουν και τα 40 εκατοστά όπως είδα απ’το δικό μου φυτό που μεταφύτευσα. Ο κόνδυλος είναι σχεδόν παράλληλος με το έδαφος, όχι κάθετος, κι έτσι το υπέργειο μέρος εκφύεται με μια γωνία. Οι κόνδυλοι με στολώνια παράγουν νέους δίπλα τους, οδηγώντας στο τέλος στη δημιουργία συστάδας αυτού του φυτού. Πάνω απ’τον κόνδυλο ο βλαστός είναι πεπλατυσμένος, στο υπόγειο μέρος που δεν εκτίθεται στο φως λευκός, στο υπέργειο ανοιχτοπράσινος, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα, που με κοντινή εξέταση είναι εναλλάξ όπως στα περισσότερα μονοκοτυλήδονα, αλλά φαίνονται στην ίδια ευθεία γιατί προσανατολίζονται στο ίδιο επίπεδο, σαν μια μεγάλη παλάμη. Κι άλλα παρόμοιας οικολογίας μονοκοτυλήδονα έχουν αυτήν ή παρόμοια διάταξη, π.χ. ο νάρκισσος. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται μικροσκοπικά στο κέντρο αυτής της παλάμης, κι επιμηκύνονται έπειτα γρήγορα. Τα φύλλα είναι μακριά, ινώδη, ανοιχτοπράσινα, αν και σκουρότερα απ’το υπέργειο τμήμα του βλαστού, δερματώδη και σκληρά, λεία με έντονες παράλληλες γραμμώσεις, λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, και στη βάση τους είναι σκληρότερα και κοίλα αν κάποιος τα κόψει και τα’ανοίξει, πολύ λιγότερο απ’αυτά του
Κρεμμυδιού
όμως. Υπολογίζω το ύψος του φυτού στα 20-60 εκατοστά. Όπως είπα και παραπάνω, δε γνωρίζω για άλλες ποικιλίες, αλλά η συγκεκριμένη μορφή βγάζει τέτοια εποχή κάθε άνοιξη έναν ισχυρό βλαστό απ’τη μέση της παλάμης με τρία ωοειδή μπουμπούκια αρκετά πάνω απ’τα φύλλα, που ανοίγουν για περίπου δυο μέρες το καθένα. Τα άνθη είναι κρινοειδή όπως σ’όλα τα κρίνα και τους μονοκοτυλήδονους βολβούς, με 6 τέπαλα (μη διακριτά σέπαλα από πέταλα), λευκά, τριγωνικά, και στα ανοιχτά άνθη γυρισμένα προς τα πίσω, 6 στήμονες κι έναν τριπλό στύλο στη μέση. Κατά τα’άλλα το άνθος έχει μικρό κάλυκα, απ’όπου τα τέπαλα βγαίνουν συνενωμένα σ’ένα σωλήνα κι ανοίγουν λίγο πιο πάνω. Συνήθως κόβουμε τον ανθοφόρο βλαστό μετά τη μάρανσή των ανθέων, γι’αυτό δεν ξέρω για τις κάψες και τους σπόρους. Το χειμώνα, στο κλίμα της Θεσσαλονίκης, μερικά φύλλα ξεραίνονται, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα ξεραίνεται όλο το υπέργειο μέρος. Φύλλα μπορεί επίσης να ξεραθούν κατά την ανάπτυξη του φυτού. Αποξηραμένα τα φύλλα μένουν αρκετό καιρό στο φυτό, μιας και είναι ινώδη και ισχυρά. Όσον αφορά την καλλιέργεια, έχω συναντήσει το φυτό σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε αργιλώδες κοκκινόχωμα ή συμπιεσμένο χώμα, στον ήλιο και στη σκιά, αν και στη σκιά τα φύλλα γίνονται πιο λεπτά και γυρίζουν προς το φως. Πολαπλασιάζεται με διαίρεση της συστάδας όπως θά’χεται καταλάβει. Παραμελημένο αναπτύσσεται κανονικότατα, μιας και τό’χω συναντήσει και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια για χρόνια. Στον πατέρα μου το φυτό είχε προσβληθεί μια άνοιξη από αφίδες του γειτονικού κυπαρισσιού, αλλ’ήταν λίγες και αντιμετωπίστηκαν εύκολα.

Τι φυτό θα μπορούσε να’ναι αυτό; Κρίνος δεν είναι, γιατί έχει τη συγκεκριμένη διάταξη φύλλων. Ημεροκαλλίς (γένος hemerocallis) δεν είναι όπως νόμιζα, γιατί εκεί η διάταξη των φύλλων περιγράφεται ως δύο αντίθετες παλάμες, κι επίσης έως τώρα δεν έχει δημιουργηθεί εντελώς λευκή ποικιλία. Ασφόδελος δεν είναι, γιατί τότε θά’πρεπε να είχε ταξιανθία διακλαδιστή. Τι μπορεί να’ναι; Όποιος γνωρίζει παρακαλώ να κάνει σχόλιο.

Advertisements