Αναφέρομαι και πάλι στο βιβλίο με το οποίο είχα ασχοληθεί και
Παλαιότερα,
Που είναι το Ιερόν Πηδάλιον. Το Πηδάλιον γράφτηκε στα τέλη του 18ου αι. κυρίος από το λόγιο του Αγίου Όρους Νικόδημο τον Αγιορίτη, που αγιοποιήθηκε αργότερα, με μικρότερη συνεργασία του ιερομονάχου Αγαπίου. Ανατρέχοντας σε παλαιότερες συλλογές κανόνων, και προσθέτοντας και δικά του σχόλια, ο Νικόδημος (πώς και είχε αρχαιοελληνικό όνομα;) συνέθεσε ένα απ’τα πληρέστερα κείμενα εκκλησιαστικών κανόνων, αποτελούμενο απ’τους κανονισμούς των αποστόλων, των οικουμενικών και των τοπικών ορθόδοξων συνόδων και των εκκλησιαστικών πατέρων, το οποίο τυπώθηκε στη Λειψία της Γερμανίας το 1800. Οι πολυάριθμοι και σκληρότατοι κανόνες του ρυθμίζουν με κάθε λεπτομέρεια την ιδιοτική και τη δημόσια ζωή του χριστιανού, λαΪκού και κληρικού, με σκοπό υποτίθεται την κατεύθυνσή του στο σωστό δρόμο. Ποιος είναι όμως αυτός ο σωστός δρόμος; Σύμφωνα με το Πηδάλιο και με τα περισσότερα χριστιανικά ρεύματα, ο σωστός δρόμος είναι μια ζωή στέρησης, ενοχής και συνεχούς αυτοϋποτίμησης, χαρακτηριστικά δηλαδή σύμφωνα με τη διάγνωση της μαζοχιστικής διαταραχής προσωπικότητας, εφόσον άλλωστε τα επίγεια δεν έχουν σημασία, μόνο η τελική υπεράνω κάθε γήινης απόλαυσης Βασιλεία του Θεού. Μ’αυτήν την καταπίεση στην πραγματικότητα, και σε συνδυασμό με το φόβο της Κολάσεως εάν ο χριστιανός δεν ακολουθήσει τα προστάγματα της Εκκλησίας, επιτυγχάνεται ο πλήρης πνευματικός έλεγχος του πιστού λαού, ο οποίος έπειτα, για να μη χάσει τη θέση του από τα δεξιά του Θεού, μπορεί να προβεί σε οτιδήποτε για να περιφρουρήσει την πίστητ ου, ακόμα και σε ιερό πόλεμο, ενώ θα προσφέρει με αίσθηση βαθύτατης υποχρέωσης στην Εκκλησία χρήματα και απ’τα υπάρχοντά του. Γιατί η Εκκλησία είναι πάνω απ’όλα ένας μηχανισμός εξουσίας. Μην γελιέστε απ’τα της αγάπης του Ιησού Χριστού κι άλλα φαιδρά, η Εκκλησία είναι εξουσία. Μπορεί ο ίδιος ο Χριστός και οι πρώτοι ακόλουθοί του να τόνιζαν, μαζί με τη μαζοχιστική συμπεριφορά, τη συμμόρφωση με την κοσμική εξουσία, όταν όμως στους επόμενους αιώνες η Εκκλησία συνειδητοποίησε τη δύναμη της οργάνωσής της έθεσε ως σκοπό την κατάκτηση των υψηλών θέσεων του κράτους, αφήνοντας το λαό να την θεωρεί ακόμα ως αγαθό πνευματικό οδηγό του. Αυτό το κατάφερε σε μεγάλο βαθμό στο Βυζάντιο και στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, αν και σχεδόν ποτέ η Εκκλησία δεν ταυτίστηκε πλήρως με το κράτος όπως στις ισλαμικές θεοκρατίες. Στα σημερινά δυτικά κράτη η εκλησία υποτάσσεται στο μηχανισμό του κοσμικού κράτους, αλλ’αυτό δε σημαίνει πως αν της δοθεί η ευκαιρία για κυβέρνηση δε θα την εκμεταλλευτεί. Η εξουσία
είναι γλυκιά,
κι όπως φαίνεται από την ιστορία και τη σύγχρονη εποχή, τα υψηλά στελέχη της Εκκλησίας απολαμβάνουν πολυτελή βίο, και δε φαίνεται πως θ’αρνούνταν τη δυνατότητα να τον επαυξήσουν ακόμα περισσότερο. Και βέβαια η λαΪκιστική προπαγάνδα ότι μόνο ολίγοι της εκκλησιαστικής ηγεσίας είναι διεφθαρμένοι δεν ισχύει, γιατί αποδεδειγμένα όλοι οι ανώτεροι ιεράρχες ζουν μέσα στα πλούτη, π.χ. φορώντας χρυσά άμφια και οδηγώντας λιμουζίνες, ενώ σίγουρο είναι ότι πολλοί κληρικοί χαμηλότερων βαθμίδων ονειρεύονται τις θέσεις των υψηλών, όπως όλα τα μέλη κατώτερων θέσεων σε ιεραρχικά επαγγέλματα. Τέλος, εάν δεν αποσκοπεί στην κατάληψη της εξουσίας η Εκκλησία, τότε γιατί είναι οργανωμένη με τόσο ισχυρή ιεραρχία σαν κράτος εν κράτει;

Με τους καταπιεστικούς κανόνες λοιπόν, η Εκκλησία προσπαθούσε να κρατήσει τους πιστούς γύρω της, ώστε να την υποστηρίζουν, ενώ σήμερα, μολονότι γενικώς αυτοί οι αυστηροί κανόνες δεν ακολουθούνται από τους περισσότερους ψυχικά υγιείς ανθρώπους, πάλι της είναι κέρδος όσο είναι δυνατόν ν’ακολουθούνται σε γενικές γραμμές από όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μερίδα πιστών. Από την άλλη, δεν τη συμφέρει να τους προωθεί δημοσίως, διότι λόγω της σκληρότητάς τους θ’απωθούσαν πολλούς πιστούς απ’αυτήν. Το προηγούμενο άρθρο μου πάνω στο Πηδάλιο είχε να κάνει με τις σεξουαλικές απαγορεύσεις, οι οποίες, όπως θα περιμένατε, είναι αυστηρότατες και παραλογότατες. Η σεξουαλικότητα ήταν ανέκαθεν σημαντική δύναμη στους ανθρώπινους πολιτισμούς, και διάφορες θρησκείες την έχουν καταπιέσει ποικιλοτρόπος για να επιτύχουν τους Κυριαρχικούς σκοπούς τους. Γιατί ως γνωστόν από την ψυχολογία, γίνεται η σεξουαλική ορμή του ανθρώπου να διοχετευθεί σ’άλλες διεξόδους όταν δεν της επιτρέπεται να εκφραστεί με τον κανονικό τρόπο, όπως στην υποστήριξη της Εκκλησίας και σε ακραίες εκφράσεις φανατισμού, γιατί όχι και στον επεκτατικό πόλεμο με θρησκευτικό κάλυμμα, εις το όνομα δηλαδή του Ιησού Χριστού και της μεγάλης αγάπης αυτού, όπως γινόταν στο Μεσαίωνα. Σ’αυτό το άρθρο θα παραθέσω κι άλλους παράλογους κανόνες του Πηδαλίου, που όχι μόνο την αγάπη δεν προωθούν, αλλά προωθούν το μίσος, την καταπίεση και το φόβο. Πώς αλλιώς θα σταθεί μια τυραννική εξουσία που βασίζεται στο μεταφυσικό φόβο του απλού κοσμάκη; Παρακάτω ενδεικτικοί κανόνες:

Περί σχέσεως των δύο φύλων
Από
εδώ.

«… αλλά εις την γυναίκα οπού τον άφηκε (τον άνδρα της) επειδή αύτη δεν έχει την άδειαν να αφήνει τον άνδρα της αλλά καν δέρνη αυτήν εκείνος, πρέπει να υπομένει κι όχι να χωρίζεται, καν την προίκαν της εξοδεύει, καν εις άλλας γυναίκας πορνεύει, αυτή πρέπει να καρτερεί… Ώστε η μεν γυναίκα, αφήσασα τον άνδρα της, μοιχαλίς είναι, αν πάρει άλλον, ο δε αφεθείς αυτός άνδρας, αν πάρει άλλην συγχωρείται…».

Ο καν΄όνας αυτός είναι ο κανών θ του Μεγάλου Βασιλείου, που έχει να κάνει με το γάμο. Η απαξίωση, η κακοποίηση και η εκμετάλλευση της γυναίκας από το σύζυγό της είναι επομένως επιτρεπτή κατά τους κανόνες της Εκκλησίας. Γενικώς η θέση της γυναίκας στο χριστιανισμό είναι μεγάλο θέμα, με την άποψη του Χριστού και κάποιων αποστόλων πως θα πρέπει να θεωρείται ισότιμη με τον άντρα, και την άλλη κι επικρατέστερη, με πρώτο εκφραστή τον Απόστολο Παύλο, ότι εφόσον αυτή ήταν που αρχικώς οδήγησε τον Αδάμ στην πτώση του, θα πρέπει να ελέγχεται. Τίμια γυναίκα έτσι κατά το χριστιανισμό είναι το στερεότυπο της γυναίκας της Εκκλησίας που λέμε, με τη μακριά φούστα και τον κότσο, παρθένα αν είναι άγαμη κι αν είναι παντρεμένη με πολλά παιδιά, συνεσταλμένη, λιγομίλιτη και μοιρολάτρης. Το μοντέλο αυτό επικράτησε διότι βασίστηκε σε πρότερες αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας. Στην πραγματικότητα η θέση της γυναίκας έχει εξελικτική βάση – η γυναίκα δεν προτιμούταν για τις χειρωνακτικές εργασίες έξω, έτσι περιορίστηκε στα οικιακά, και σιγά-σιγά ο ρόλος της αυτός παγιώθηκε θεσμικά, ενώ ο άντρας από την άλλη, επειδή δεν την έβλεπε να προσφέρει στη φανερή οικονομία (στην πραγματικότητα η προσφορά της ήταν ίσως και μεγαλύτερη απ’αυτήν του άντρα), τη θεωρούσε βάρος. Άρα ο μόνος τρόπος καταξίωσής της ήταν νά’ναι καλή νοικοκυρά και να κάνει όσα περισσότερα παιδιά μπορούσε (διαιώνιση του είδους). Άλλοι ωστόσο κανόνες του Πηδαλίου ορίζουν τιμωρία και για τον άντρα που θ’αφήσει τη γυναίκα του, αν και ελαφρότερη. Αυτή η ασυμφωνία υπάρχει επειδή οι κανόνες αυτοί γράφτηκαν από διάφορους ιεράρχες σε διάφορες εποχές. Αυτός είναι λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος τον οποίο θεωρούμε έναν απ’τους τρεις ιεράρχες προστάτες των γραμμάτων. Στην πραγματικότητα ούτε προαγωγός της γνώσης ήταν με τα σημερινά κριτήρια, μιας και χρησιμοποιούσε την αρχαιοελληνική γραμματεία, και μόνο όσα μέρη της θεωρούσε πως ωφελούν, ωφελιμιστικά, για να καλλιεργήσει δεξιότητες που θα βοηθούσαν στην επιβίωση του χριστιανισμού, π.χ. κριτική μέσω των κειμένω για χρήση κατά αιρετικών κειμένων, ή ρητορικές τεχνικές για ευκολότερη κατάρριψη των επιχειρημάτων των εθνικών ή των αιρετικών.

Κατά της εληνικής θρησκείας και των ελληνικών έορτών, από
εδώ.

ΚΑΝΩΝ ΞΒ΄
«Καλάνδαι ονομάζονται αι πρώται ημέραι του κάθε μηνός, εις τας οποίας οι Έλληνες εσυνήθιζον να εορτάζουν, δια να περνούν τάχα όλον τον μήνα με ευθυμίαν (2) και τα Βοτά δε, και Βρουμάλια, ελληνικαί ήταν εορταί, τα μεν Βοτά, ήτοι βοσκήματα και πρόβατα, εις τιμήν του θεού Πανός, ός τις ενομήζετο από τους Έλληνας ότι είναι έφορος των προβάτων και των λοιπών ζώων, τα δε Βρουμάλια, εις τιμήν του Διονύσου. Βρόμος γαρ ήτο του Διονύσου επίθετον κοντά εις τους ΄Ελληνας από τον βρομόν, οπού σημαιν τον ήχον και την βροντήν, ονομαζόμενος. Τούτο δε οι Ρωμάνοι (οι Ρωμαίοι, όχι οι Έλληνες) βρουμάλιον ονόμαζον, ήγουν τον βρόμον, και την εορτήν Βρουμάλια, πληθυντικώς, οπού είναι το ίδιον, ωσάν τα Διονύσια, καθώς τα έλεγαν οι Έλληνες. Προστάζει λοιπόν ο παρών Κανών, ότι τα τοιαύτα Ελληνικά, αλλά δη και η κατά την πρώτην Μαρτίου τελούμενη πανήγυρις δια την ευκρασίαν τάχα του έαρος, να ασηκωθούν ολοτελώς από την πολιτείαν των Χριστιανών. Μήτε χοροί απλώς δημόσιοι γυναικών να γίνωνται, ούτε εορταί, και χοροί από άνδρας ή γυναίκας εις όνομα των Ελλήνων ψευδοθεών. Ορίζει δε προς τούτοις, ότι μήτε άνδρας να φορή ρούχα γυναικεία, ούτε γυναίκα ρούχα ανδρίκια. Αλλά μήτε να μουρόνωνται με μουτσούνας και προσωπίδας (μάσκες θεάτρου) Κωμικάς, ήτοι παρακινούσας εις γέλωτας ή Τραγικάς, ήτοι παρακινούσας εις θρήνους και δάκρυα, ή Σατυρικάς, ήτοι ιδίας των Σατύρων και Βάκχων, οίτινες εις τιμήν του Διονύσου, ως εκστατικοί και δαιμονισμένοι, εχόρευον (1) και ότι τινάς να μην επικαλήται το όνομα του συχαμερού Διονύσου (ος τις ενομίζετο πως ήτο δοτήρ του οίνου και έφορος), (και ο Ιησούς είναι δοτήρ οίνου: Το πρώτο του θαύμα ήταν να κάνει κρασί, για χάρι ευτυχίας γάμου) όταν πατώνται τα σταφύλια εις τους ληνούς, μήτε να γελά και να καγχάζη, όταν βάλλεται ο νεός οίνος εις τα πιθάρια. Λοιπόν όποιος από του νυν και εις το εξής, αφ’;ού έμαθε περί τούτων, εν γνώσει επιχειρήσει να κάμη κανένα από τα προρρηθέντα ταύτα δαιμονιώδη και Ελληνικά, ει μεν είναι κληρικός, ας καθαίρεται, ει δε λαϊκός άς αφορίζεται.»

«Οι των Ελλήνων συνήθειαις πρέπει να μισούνται από τους Χριστιανούς, δια τούτο ο παρών Κανών αφορίζει εκείνους τους Χριστιανούς οπού κατά την συνήθειαν των Ελλήνων ομνύουν, ή εις τους ψευδωνύμους θεούς εκείνων, λέγοντες μά τον Δία, ή εις τα στοιχεία , οίον μα τον ΄Ηλιον, μα τον Ουρανόν, και άλλα παρόμοια, καθώς και ο ΠΑ΄ του Βασιλείου Κανών εις επιτίμια (επιτίμια=ποινές) υποβάλλει αυτούς. Πλήν ο μεν Βασίλειος ένδεκα χρόνους κανονίζει εκείνους οπού χωρίς μεγάλη ανάγκην βασάνων αρνηθούν την πίστιν, και φάγουν ειδωλόθυτα, και ομόσουν όρκους των Ελλήνων, καθώς αυτοί δηλ. τους πιστεύουν. Ο δε παρών Κανών της Συνόδου αφορίζει, ως λέγει ο Βαλσαμών, όχι μόνον τούτους αλλά και τους μη αρνηθέντας την πίστιν Χριστιανούς, ομνύοντας δε όρκους κατά την συνήθειαν των Ελλήνων. Δι’; ό και ο τοιούτος όρκος, αλλά δε και πας ο κατά αδοκίμου θρησκείας ομοθείς, ου φυλάττεται, κατά το ιθ΄ κεφ. του ιγ΄ τιτλ. Φωτίου».

Ένα μικρό απλώς δείγμα του θρησκευτικού ζήλου και της μισαλλοδοξίας που διακατείχε τους χριστιανούς κατά τους πρώτους αιώνες εγκαθίδρυσης της θρησκείας τους. Κάθε τι το ελληνικό καταστρέφεται, η ελληνική θρησκεία, σκέψη και τρόπος ζωής θα εξαλειφθούν, ώστε στο τέλος οι ελληνόφωνοι Βυζαντινοί ν’αποκαλούνται «Ρωμαίοι», και η λέξη «Έλλην» να γίνει συνώνυμη του αμαρτωλού ειδωλολάτρη. Γιατί το Διάταγμα των Μεδιολάνων δεν ήταν το βήμα προς την ανεξιθρησκία όπως θέλουν να πιστεύουν πολλοί, αλλά το βήμα προς την επάνοδο του χριστιανισμού σε επίσημη κρατική θρησκεία, πράγμα που θ’αποσκοπούσε στην ιδεολογική ομογενοποίηση του λαού της ΡωμαΪκής Αυτοκρατορίας – κάθε ηγεμόνας θέλει νά’χει ένα λαό με όμοια σκέψη κι απόψεις για να τον κατευθύνει καλύτερα. Κι επειδή ήταν η επίσημη θρησκεία σένα απολιταρχικό αυτοκρατορικό κράτος όπου ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπήρχαν, θά’πρεπε να εδραιωθεί με κάθε τρόπο, όπως με την καταστροφή των ελληνικώ ναών, με το διωγμό των εθνικών Ελλήνων κλπ (βλ. αυτοκράτορες Θεοδόσιο, Ιουστινιανό, κλπ). Φυσικά μεγάλο μέρος του λαού ασπάστηκε χωρίς βίαιες προστριβές τη θρησκεία του ισχυρού, για νά’χει μεγαλύτερη πρόσβαση στα πλεονεκτήματα που προσέφερε αυτό, π.χ. στη δυνατότητα αναρρίχησης σε θέσεις διοίκησης. Παρόμοια τάση σημειώθηκε και κατά
τους εξισλαμισμούς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Πρόσεξα επίσης και κάτι άλλο, διάχυτο στο Πηδάλιο. Η Εκκλησία προσπαθεί ν’απαγορεύσει τους ανθρώπους να γιορτάζουν και να χαίρονται. Όπως προσέξατε, μεγάλη έμφαση δίνει στην ανάγκη παύσεις των μεγάλων αρχαιοελληνικών εορτών, ιδίως των διονυσιακών, ενώ στο προηγούμενό μου δημοσίευμα για το εν λόγω βιβλίο, είχα παραθέσει κανόνα που απαγόρευε τις μεταμφιέσεις στα καρναβάλια, κι έναν άλλον παράλογο που απαγόρευε τα χριστουγενιάτικα κουλούρια για τα επιλόχια της θεοτόκου, ως ατίμωση σ’αυτήν! Οι γιορτές δεν είχαν θεσπιστεί τυχαία, είχαν το σκοπό της ένωσης των ανθρώπων έπειτα από πολύ καιρό σκληρής δουλειάς και στερήσεων, γι’αυτό γίνονταν σε χαρούμενα γεγονότα, π.χ. την άνοιξη, στην παρασκευή του κρασιού, στους γάμους κλπ. Η Εκκλησία ήθελε να τις απαγορεύσει διότι έκαναν τους ανθρώπους να στρέφονται στις επίγειες απολαύσεις, αλλά επειδή είδαν οι «σοφοί» κανονιστές ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, τελικά της ανέχθηκε. Παρά λοιπόν την καταπίεση, γιορτές, πανηγύρια και καρναβάλια συνέχιζαν να γίνονται, ενώ σε απομονωμένες περιοχές της Ελλάδας επιβίωσαν και καθαρά ειδωλολατρικά έθιμα όπως τα
αναστενάρια.
Ομοίως απαγορεύθηκε και το σεξ και κάθε άλλη μορφή απόλαυσης. Μόνο προσευχή, νηστεία και θλίψη για την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνεχή αυτοΫποτίμηση του ταπεινού αμαρτωλού θέλει η Εκκλησία.

Όλοι οι υπόλοιποι κανόνες προέρχονται απ’την ίδια σελίδα με τους παραπάνω. Υπάρχει λοιπόν κανόνας κατά της σωματικής υγιεινής!

– Στον Κανόνα ΟΖ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το 691 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, συνιστάται στους πιστούς να μην πλένωνται : «Είναι ανδρείον και σωφρονέστατον πράγμα το να απέχη τινας από λουτρά …; Η ηδονική εκείνη υγρασία του λουτρού χαυνώνει και εκθηλύνει το σώμα, και η εν τω λουτρώ γύμνωσις φέρει εις ενθύμησιν την άδοξον εκείνη γύμνωσιν, οπού έπαθεν ο Αδάμ μετά την παρακοήν. Και απλώς ειπείν, τα λουτρά άλλο καλόν δεν προξενούσι, πάρεξ ηδονάς σαρκικάς και φαντασίας ατόπους, έξω μόνον αν λούεται τινάς δι’; ανάγκην ασθενείας».

Επομένως ακόμα και το μπάνιο είναι κακό γιατί προσφέρει μόνο σωματικές ηδονές! Τι άλλο θα θεσπίσουν αυτά τα ψυχοπαθή όντα που λέγονται ιεράρχες; Όχι, όχι, εδώ άρχισα ν’αγανακτώ. Μετά βίας συγκρατούμαι από τον να βρίσω όλη τη θρησκεία και τους λειτουργούς της! Θέλουν εδώ λιπόν να μας πούνε ότι το μπάνιο έχει μόνο το σκοπό της σωματικής ηδονής κι όχι της καθαριότητας του σώματος; Γι’αυτό μάλλον οι περισσότεροι μοναχοί ήταν άπλητοι. Στη Δύση μάλιστα, η απλησιά θεωρούταν ακόμα περισσότερο αρετή, κι όλες οι πόλεις τους ήταν παμβρώμικες, γεμάτες με σκατά και σκουπίδια, που διευκόλυναν, μαζί με τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού, την εξάπλωση των επιδημιών. Αλλά και κατά τις επιδημίες συνέχιζαν να μην πλένονται, διότι, όπως πίστευαν, το νερό ανοίγοντας τους πόρους του δέρματος διευκιολύνει την είσοδο της ασθένειας! Σήμερα αντίθετα, όταν οι χριστιανοί θέλουν να επιχειρηματολογήσουν κατά του καπνίσματος, των ναρκωτικών, της σωματικής τροποποίησης κλπ, επικαλούνται την ιδέα ότι το σώμα μας είναι ναός του Αγιου Πνεύματος, κι άρα δε θα πρέπει να κακοποιείται με τέτοιον τρόπο. Παραπέμψετε στον παραπάνω κανόνα όποιον υποστηρίζει κάτι τέτοιο.

Κατά της υψηλότερης ίσως μορφής ελληνικής τέχνης, του θεάτρου, αλλά κι άλλω παρόμοιων εκφράσεων

– «Να μην πλησιάζει κανείς εις τα θέατρα, ότι ταύτα κάμνουσι τους ανθρώπους μοιχούς τελείους.» Πρόκειται για απόφαση της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου Κανών ΚΔ΄ Στην ερμηνεία των αποφάσεων του Νικοδήμου (ο Αγιορείτης που συνέγραψε με την βοήθεια του Αγαπίου του ιερομονάχου, το «Πηδάλιον») αναφέρονται οι σχετικές διδαχές του Ιωάννη του Χρυσόστομου : «Πομπή του σατανά τα θέατρα. Η εν τοις θεάτροις διατριβή πορνείας, ακολασίας, ασελγείας απάσας έτεκε». Ο Κανόνας ΟΕ εναντιώνεται και στην μουσική : «Σφοδρότατα μεν ελέγχει εκείνους, όπου ανακατόνουσι με τα πνευματικά άσματα τα εξωτερικά των θεάτρων σχήματα, και θέσεις, και ασήμους φωνάς (οποία είναι και τώρα τα τερερίσματα, και νενανίσματα, και τα άλλα άσημα λόγια. Και λέγει ταύτα είναι ίδια, όχι των δοξολογούντων τον Θεόν, αλλά των παιζόντων και ανακατονόντων τα των δαιμόνον παίγνια». Ο Χρυσόστομος που είναι ο συντάκτης του Κανόνα αυτού (ΟΕ΄), έχει ανακηρυχθή προστάτης της Παιδείας μας και η μνήμη του τιμάται στα σχολεία του νεοελληνικού κρατιδίου κατά την επίσημη αργία των Τριών Ιεραρχών στις 30 Ιανουαρίου.

Ο Κανόνας ΝΑ΄ απαγορεύει και τους μίμους : «Καθόλου απαγορεύει η αγία και οικουμενική σύνοδος τους λεγομένους μίμους». Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Κανών ΝΓ΄ της τοπικής συνόδου της Καρθαγένης (418 μ.Χ.) : «Ούτε εκείνους οπού στήνουν σκηνάς και τέντας και μέσα εις αυτάς υποκρίνονται διάφορα πρόσωπα».

Γι’αυτό το λόγο το θέατρο ατόνισε τόσο πολύ κατά το Μεσαίωνα και στην Ανατολή και στη Δύση. Δε χάθηκε ποτέ εντελώς, σποραδικά παίζονταν κάποιες παραστάσεις θρησκευτικού περιεχομένου, πρακτικά όμως είχε χάσει τη σημασία του ως μέσω ψυχαγωγίας και ηθικής διαπαιδαγώγισης. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι από την άλλη, επειδή θεωρούσαν το θέατρο την υψηλότερη μορφή τέχνης, δεν έλεγαν συνήθως ότι παίζεται θέατρο, αλλ’ότι διδάσκεται, γιατί συχνά το έργο εμπεριείχε και ηθικά διδάγματα. Το θέατρο αναβίωσε μετά την αναγέννηση στην Ευρώπη. Είδατε πώς ο χριστιανισμός καταδικάζει και την τέχνη; Καταδικάζει τη σεξουαλικότητα, καταδικάζει τις γιορτές, καταδικάζει την τέχνη, τα πάντα ανθρώπινα είναι απεχθείς αμαρτίες που θα πρέπει ν’απαλειφθούν από τους πιστούς χριστιανούς. Μόνο η αμανέδικη βυζαντινή μουσική είναι επιτρεπτεί, απομεινάρι πρότερων μουσικών θρησκευτικών παραδόσεων. Παρόλα αυτά, κάποια αχνά θεατρικά στοιχεία ενυπάρχουν κατά τη θεία λειτουργία και κατά τις άλλες ακολουθίες. Ο χριστιανισμός όμως απαγορεύει και το θρύνο προς τους νεκρούς:

«Πρέπει να εμποδίζωνται εκείναι αι γυναίκες, ή ανδρες, οπού πηγαίνουν επάνω εις τα μνήματα των συγγενών τους και κλαίουν, ωσάν να μην είχαν ελπίδα, ότι θέλουν αναστηθούν, μη νοούντες οι άγνωστοι, ότι ο θάνατος των ορθοδόξων χριστιανών δεν είναι θάνατος, αλλά είναι ύπνος, από τον οποίον έχουν να εξυπνήσουν εν τη ημέρα της αναστάσεως». Από τον Κανόν ΠΓ΄της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ακόμα και σήμερα αποθαρρύνονται οι χριστιανοί από τον να κλάψουν για τους νεκρούς τους, παρότι γενικά η ψυχολογία υποστηρίζει πως ο άνθρωπος που βίωσε μια απώλεια θα πρέπει να εκτονωθεί, διότι αλιώς ενδέχεται να πάθει χρόνια τραυματικά ψυχικά προβλήματα. Ο σωστός χριστιανός όμως θα πρέπει ν’αποβλέπει στη μελλοντική ανάσταση απάντων των νεκρών ή αλλιώς κεκοιμημένων, άσχετα αν η αποσύ θεση δείχνει ολοφάνερα πως αυτό που έπαθε ο άνθρωπος μόνο ύπνος δεν είναι. Άριστη τεχνική για τη χειραγώγιση ενός εξαθλιωμένου και καταπιεσμένου λαού ώστε ν’ακολουθεί τις βουλές του ηγεμόνα, αλλά επιστημονικώς αστήρικτη.

Θα πρέπει όμως να κλείσω με μια νοτα αισιοδοξίας για τη σημερινή εποχή: Το ισχυρότερο ρεύμα στην ορθοδοξία βλέπει τη θρησκεία ως τρόπο ζωης που θα βγει μέσα απ’την ψυχή του πιστού, κι όχι κάτι ρυθμισμένο με κανόνες και τιμωρίες όπως στο δυτικό καθολικισμό, οπότε το Πηδάλιο έχει και πολλούς επικριτές, συνεπώς δε θα πρέπει ν’ανησυχούμε στην παρούσα μας κατάστασή μήπως αναδειχθούν στην εξουσία χριστιανοί σκληροπυρηνικοί. Ο λόγος φυσικά για τον οποίον υπάρχει αυτή η άποψη είναι αφενός για το διαχωρισμό από τους σχισματικούς Δυτικούς (παπιστές), γιατί η αντιπάθεια μεταξύ των δύο ακόμα υπάρχει, κι αφεταίρου για τη διατήρησ του ήδη υπάρχοντος ποιμνίου ή και για την προσέλκυση νέων μελών, γιατί αλλιώς η Εκκλησία θά’χανε γρήγορα μέλη σ’αυτήν την εποχή της ατόνισης της πίστης. Άλλοι πάλι μετριοπαθείς υπέρμαχοι του Πηδαλίου υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή των επιτιμίων (ποινών) στον πιστό είναι στη διάθεση του εκάστοτε εξομολόγου, ο οποίος μπορεί να του τα επιβάλει αν κρίνει ότι χρειάζονται για την πνευματική του πορεία. Εάν όμως ίσχυε αυτό, γιατί να υπάρχουν επιτίμια εξ’αρχής; Και γιατί πουθενά στο Πηδάλιο δεν αναφέρεται ότι οι κανόνες είναι ενδεικτικοί ή προαιρετικοι; Επειδή κάποτε εφαρμόζονταν, αν και ποτέ δεν εφαρμόστηκε το Πηδάλιο κατά γράμμα, άλλωστε ήταν συλλογή κανόνων από συνόδους διαφόρων εποχών και ιστορικών καταστάσεων. Τέλος υπάρχει και η μικρή σκληροπυρηνική μερίδ απου θεωρεί το Πηδάλιο παθοκτόνο βιβλίο, κι όσους το πολεμούν αντίθεους και δούλους τω παθών τους. Στην πραγματικότητα πάντως, χειρότερη αμαρτία είναι η καταπίεση της ανθρώπινης ζωης από τη θρησκεία. Όλα τ’άλλα είναι αρετές.

Advertisements