Πριν λίγο καιρό, ψάχνοντας σε διάφορες πηγές για να συνθέσω το άρθρο μου για τις σαλαμάνδρες
Αξόλοτλ,
Χρειάστηκε να επισκεφθώ και αρχεία συζητήσεων σε ξένα φόρουμ. Εκεί πρόσεξα πως το αξόλοτλ αποκαλούταν συχνά… «axie”, π.χ. «Axies are very happy,” “Axies don’t like warm temperatures,” κλπ. Η λέξη «αξόλοτλ» δηλαδή μ’όλη την ιστορική της σημασία, καταστράφηκε ώστε να δημιουργηθεί ένα σχήμα που δίνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και ευκολότερα το νόημα. Ομοίως και μ’άλλα είδη ερπετών κι αμφιβίων, όπως “iggy” αντί για ιγκουάνα, «beerdy” αντί για γενειοφόρος δράκος (bearded dragon), και “cresty” αντί για λοφιοφόρο γκέκο
(crested gecko).
Φυσικά η τάση αυτή για συντομεύσεις δεν είναι επινόηση του χόμπι των ερπετών και των αμφιβίων, παρά εισροή του γενικότερου αμερικανικού γλωσσικού φαινομένου και σ’αυτόν το χώρο.

Οι Αμερικάνοι έχουν έφεση στη συντομογραφίες. Συντέμνοντας λέξεις σε βασικές συλλαβές ή στα αρχικά τους, κόβοντας άλλες, αφαιρώντας φωνίεντα και σύμφωνα προσπαθούν να εκφραστούν όσο το δυνατόν ευκολότερα και γρηγορότερα. Η τάση αυτή προς το εύκολο και το γρήγορο αγνοεί όλη τη δομή των λέξεων και των φράσεων, την ορθογραφία και την ετυμολογία τους, δημιουργώντας ένα είδος περίεργου κώδικα που θυμίζει περισσότερο κρυπτογραφία ή τηλεγράφημα, λες κι ο χρόνος πιέζει τόσο πολύ. Έτσι έχουμε λέξεις όπως “tv”, “ok”, “vip”, “t-shirt”, “dj”, “bbq”, “exam”, “pc”, “gp”, “bf/gf”, «bi”, “gym”, «detox”, και πολλές άλλες. Θά’ταν αδιανόητο στη γλώσσα μας να γίνει κάτι αντίστοιχο, δηλαδή ν’αποκαλούσαμε για συντομία την τηλεόραση για παράδειγμα «το», το γυμναστήριο «γυμ», την ψησταριά «ψστ», το φανελάκι «μπλουζάκι-τ» ή τις εξετάσεις «εξέτ». Πράγματι καμία άλλη γλώσσα, με εξαίρεση ίσως τις στενογραφίες και τους κώδικες, ή τα ονόματα μεγάλων οργανισμών ή λέξεω που αναφέρονται συχνά σ’ένα κείμενο (δε γνωρίζω όμως αν τα τελευταία είναι αμερικανικές επιρροές), δε χρησιμοποιεί τέτοιο απλοποιημένο σύστημα επικοινωνίας. Απ’όσα αρχαία ελληνικά κείμενα ξέρω, κανένα δεν περιέχει ούτε μία συντομογραφία, κι απ’ό,τι ξέρω τα αρχαία ελληνικά δεν είχαν καθόλου συντομογραφίες. Ομοίως και τα λατινικά, τα γερμανικά, και σχεδόν σίγουρα κι άλλες ευρωπαϊκές, ασιατικές και μάλλον όλες οι γλώσσες του κόσμου. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις όλες μάλλον οι γλώσσες τείνουν να συντομεύουν μερικές εκφράσεις με το χρόνο, γεγονός που στη γλωσσολογία λέγεται οικονομία, π.χ. η μεταβολή της φράσης «ύδωρ νεαρόν» σε απλό «νερό», αλλ’αυτό είναι διαδικασία αιώνων, παράλληλη με την εξέλιξη μιας γλώσσας κι ενός πολιτισμού. Το αμερικανικό φαινόμενο είναι πρωτοφανές. Στον πολιτισμό αυτόν δημιουργούνται κάθε μέρα και λεπτό συντομογραφίες για τα πάντα, από καθημερινά πράγματα, όχι πλέον μόνο της τεχνολογίας, αλλά για οτιδήποτε, έως εξειδικευμένα κι επιστημονικά, οι οποίες χρησιμοποιούνται παντού και πάντοτε, λες κι οι άνθρωποι βιάζονται απ’τις δουλειές να μιλήσουν και να γράψουν.

Οι Αμερικάνοι επίσης τείνουν να μετατρέπουν ό,τι ουσιαστικό βρίσκουν σε ρήμα (ρηματοποίηση). Αν και η αγγλική γλώσσα, λόγω της απλοποίησής της και συνεπώς της απώλειας καταλήξεω που ξεχωρίζουν τα ρήματα απ’τα ουσιαστικά έχει κάπως χαλαρό διαχωρισμό μεταξύ ουσιαστικών και ρημάτων, στα αμερικάνικα ο διαχωρισμός αυτός γίνεται ακόμα ασαφέστερος. Κάθε ουσιαστικό, ακόμα και νεολογισμός, μπορεί να ρηματοποιηθεί, ενώ αυτό μπορεί να γίνεται κανονικότατα και σε λατινογενή ουσιαστικά παρά την εμφανή τους κατάληξη που δηλώνει ουσιαστικό, ρηματοποιήσεις που θα’καναν ένα λατίνο να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο και να στρυφογύρίζει. Έτσι έχουμε ρηματοποιήσεις ουσιαστικών όπως “focus”, «podium”, “reference”, “evidence”, “conference”, “parent”, “interview”, και οτιδήποτε άλλου νοητού. Η τεχνολογική και ιντερνετική κουλτούρα πρωτοστατεί στις ρηματοποιήσεις, με ρήματα όπως «google”, “twitter”, “text”, ενώ αυτή του facebook χρησιμοποιεί ακόμα πιο ελεύθερα τέτοιους σχηματισμούς, όπως το «friend= κάνω φίλο» και το «unfriend ή defriend = νεολογισμός, αφαιρώ από φίλο». Αν σας φαίνονται γελοία τα παραπάνω, σκεφτείτε πως αυτή είναι η ουσία του κοινού αμερικανικού πολιτισμού (pop culture), το περιβάλλον που βιώνει ο περισσότερος κόσμος σήμερα εκεί. Η κουλτούρα αυτή δεν έχει καμία σχέση με την άλλη, πολιτισμικά υψηλότερη όψη της Αμερικής που εκφράζεται κυρίως με την επιστημονική πρόοδο στα μεγάλα πανεπιστήμια, η οποία απέχει πολύ απ’την κοινή κουλτούρα. Τόσο πολύ, ώστε οι Αμερικανοί να θεωρούνται συχνά βλάκες κι ανίκανοι για πραγματική σκέψη από επισκέπτες άλλων χωρών. Η ρηματοποίηση έχει τον ίδιο σκοπό λοιπόν με τη σύντμηση, την εκφορά ενός νοήματος όσο γίνεται με λιγότερες λέξεις και σε λιγότερο χρόνο, που αλλιώς θά’πρεπε να εκφραστεί με κάποιο λιγότερο χρησιμοποιούμενο ρήμα ή με περιφραστικό τρόπο. Ένα άρθρο για το ανησυχητικό κατά μερικούς φαινόμενο της ρηματοποίησης μπορείτε να διαβάσετε
εδώ.

Ωστόσο δεν ισχύει η ίδια τάση για συντόμευση σ’όλα τα ρήματα. Σε ρήματα που έχουν δύο μορφές, μια περιφραστική αγγλική και μια μονολεκτική αλλά πιο επίσημη ή κι επιστημονική, συνήθως λατινογενή, προτιμάται σχεδόν πάντοτε η πρώτη μορφή, π.χ. «give up” αντί «resign”, “make up” αντί «fabricate” και πολλά άλλα. Τα περιφραστικά αγγλικά κι άλλων γερμανικών γλωσσών ρήματα αντιστοιχούν στα δικά μας και στα λατινικά εμπρόθετα σύνθετα, με τη διαφορά ότι η πρόθεση βρίσκεται ως μετάθεση και ξεχωριστή λέξη στο τέλος, κι έτσι συχνά μπορεί να παρεμβάλλονται άλλα μέρη της πρότασης στη μέση του ρήματος. Αν τα ερμηνεύετε έτσι ακριβώς, θα τα κατανοήσετε καλύτερα. Πιθανόν ο λαός νιώθει απόσταση κι αποξένωση από την υψηλότερη κουλτούρα, και τείνει να μη χρησιμοποιεί τη γλώσα της, άλλωστε η αμερικανική pop culture απαξιώνει τον πνευματικό πολιτισμό και τις επιστήμες, στρέφοντας αντίθετα την προσοχή στο εφήμερο της κατανάλωσης και του ηδονισμού.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στα επίθετα, όπου προτιμώνται τα κοινότερα κι ευκολότερα στην προφορά, ας είναι και περιφραστικά, παρά τα σύνθετα και βαρύτερα, π.χ. “upside down” αντί «inverted = ανεστραμμένος/αναποδογυρισμένος”. Ακόμα, η αγγλική γλώσσα γενικά, αλλά πολύ εντονότερα η αμερικάνικη παραλαγή της, δεν ενώνει τόσο εύκολα λέξεις για να δημιουργήσει νέες σύνθετες, προτιμώντας να κρατά μακρινάρια ενωμένα με παύλες, π.χ. «two-day-trip” αντί για κάποιο μονολεκτικό αντίστοιχο του διήμερου ταξιδιού. Πιθανόν το αντίστοιχο σύνθετο θά’ναι βαρύτερο για τα Αμερικανάκια και δυσκολότερο στην προφορά και δε χρησιμοποιείται ποτέ.

Κατά τα’άλλα τα αμερικάνικα, για να εξοικονομήσουν χρόνο ακόμα και στους προσδιορισμούς των ουσιαστικών, έχουν επιθετοποιήσει οποιονδήποτε προσδιορισμό, βάζοντάς τον μπροστά απ’το ουσιαστικό, αντί να σχηματίζουν για παράδειγμα τον εμπρόθετο προσδιορισμό με το «of», δηλαδή το «από» + ουσιαστικό, το αντίστοιχο της γενικής πτώσεως που τώρα δεν έχουν. Εδώ έχουμε άπειρα παραδείγματα, με ονοματικά σύνολα όπως «city center” αντί «center of the city”, «bus station”, αντί για «station of the bus”, “taxi driver” αντί για “driver of taxi”, “mail box” αντί για «box of mail”, και αμέτρητα άλλα. Σε παλαιότερα κείμενα αυτός ο υπεραπλουστευμένος σχηματισμός σχεδόν δεν υπήρχε. Στα βιβλία του Δαρβίνου του 19ου αι. για παράδειγμα που έχω διαβάσει, δε θυμάμαι να τον βρήκα, αν και μπορεί να εμφανιζόταν σπάνια. Τα βιβλία ωστόσο αυτά είναι γραμμένα σε λογοτεχνική και καλλιεργημένη γλώσσα εκείνης της εποχής, και δε σημαίνει ότι επειδή αυτός ο τρόπος έκφρασης δε γραφόταν στα κείμενα τότε δεν υπήρχε στην καθομιλουμένη.

Ακόμα η αναφορά στους τόπους γίνεται κι αυτή συντετμημένα. Εκτός του ότι οι αγγλόφωνες χώρες αναφέρονται συχνά με τα αρχικά τους, δηλαδ΄πη “USA ή US” η Ηνωμένες Πολιτείες, «UK” η Βρετανία, «NZ” η Νέα Ζηλανδία και… «oz”! η Αυστραλία (ο Καναδάς παραδόξως δεν έχει κάποια ευρέως χρησιμοποιούμενη συντομογραφία), η αναφορά σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία μιας χώρας γίνεται ταχυδρομικά, π.χ. “Thessaloniki, Greece” κι όχι «Thessaloniki of Greece”, «London, UK” κι όχι «London of Uk”, κλπ. Άλλα μέρη ανά τον κόσμο που έχουν συντομευμένα ονόματα είναι «med”, από «Mediterranean”, η Μεσόγειος, «Sa” από «South Africa” η Νότια Αφρική, «PNG” η Παπούα Νέα Γουινέα και πολλά άλλα. Εμείς δε θ’αποκαλούσαμε την Ελλάδα «Ελ» ποτέ, ούτε οι Γερμανοί τη Γερμαnία «De”, και μάλλον κανένας άλλος λαός δε συντομογραφεί΄τη χώρα του ή κάποια άλλη, εκτός ταχυδρομικής διεύθυνσης, κατάληξης ιστοσελίδας του Διαδικτύου ή κωδικοποιημένης ή βιαστικής γραφής. Έχω βρει πάντως μια εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα, τουλάχιστον για τα ελληνικά: Κι εμείς συντέμνουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σε «ΗΠΑ», αλλά καμία άλλη χώρα, και μάλλον όχι επειδή το όνομα είναι μεγάλο, γιατί υπάρχουν κι άλλες χώρες με μεγάλο όνομα που δε συντομεύονται, αλλ’επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι της χώρας αυτής έχουν συνηθίσει κι έχουν διαδώσει στον υπόλοιπο κόσμο το συντομογραφικό όνομα.

Τέλος, τα συντομευμένα ανθρωπωνύμια, αν και δεν έχω ψάξει ακόμα αν είναι μόδα εξ Αμερικής, είναι πολύ κοινότερα στην Αμερική, π.χ. «Mat” ο Ματθέος, “Phil” ο Φίλιππος, κλπ. Στα αρχαία ελληνικά πάντως δεν συντεμνόταν κανένα όνομα, όσο μεγάλο κι αν ήταν, ποτέ.

Όσον αφορά τις κοινές συντομογραφίες κατά τη γραφή, όπως «π.χ.» αντί «παραδείγματος χάρη» ή «αι.» αντί «αιώνας», αυτές δε φαίνεται νά’χουν αμερικανική προέλευση, αλλά μάλλον από τρόπο γραφής σημειώσεων ή επαναλαμβανόμενω προσδιοριστικών φράσεων στα κείμενα, αφού και σε αγγλικά – σίγουρα κι άλλων ευρωπαΪκών γλωσσών – παλιά ή επίσημα κείμενα συχνά αναφέρονται συντομογραφικά, και προφανώς από εκεί θα πήραμε κι εμείς το σύστημα κατά την ίδρυση της γλώσσας μας κατά τον 18ο και τον 19ο αι. (η γλώσσα μας είναι τεχνητή στην πραγματικότητα, ενοποιημένη ελληνική γλώσσα καθαρεύουσα ή δημοτική δεν υπήρχε).

Όπως έχω συμπεράνει, τα αμερικάνικα αγγλικά είναι μια γλώσσα του εύκολου και του γρήγορου στην επικοινωνία και στην προφορά. Τα πάντα μπορούν να συντμηθούν, να γίνουν ρήματα ή επίθετα, να ενωθούν με παύλες για να δώσουν ένα όσο το δυνατόν γρηγορότερο, κάποιες φορές επιφανειακό, νόημα. Καμία άλλη γλώσσα δεν έχει εφεύρει τέτοια επικοινωνία, γιατί απλούστατα δεν ταιριάζει στον πολιτισμό καμίας άλλης χώρας. Σ’έναν πολιτισμό όμως πίεσης χρόνου, θεοποίησης της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας με το μικρότερο δυνατό κόστος, μαζικής παραγωγής φτηνών και ποικίλων εφήμερων αγαθών, ρηχής και απλής διαπροσωπικής επικοινωνίας, βιαστικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας ακόμα και για το παραμικρό κάθε ώρα και στιγμή (βλ. facebook), κενής ιδιαίτερων νοημάτων μουσικής και τέχνης, μια τέτοια γλώσσα είναι το σωστότερο συμπλήρωμα. Φυσικά σήμερα όλες οι παραλλαγές της αγγλικής γλώσσας ανά τον κόσμο, αλλά και οι γλώσσες πολλών άλλων χωρών με επαφή με τις ΗΠΑ, έχουν υιοθετήσει, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, αμερικανικά στοιχεία έκφρασης παράλληλα με την υιοθέτηση στοιχείων του αμερικανικού πολιτισμού, κι αυτό γίνεται όχι επειδή η Αμερική έχει κάποιον υψηλό κι αξιοζήλευτο πολιτισμό, αλλ’εξαιτίας της κατάστασής της ως υπερδύναμης με μεγάλη οικονομική και στρατιωτική, ας μην το
λησμονούμε, δύναμη και συνεπώς δυνατότητα εύκολης προώθησης των προτύπων της στο εξωτερικό. Σε άλλη περίπτωση πιθανότατα κανένας λαός δε θα υιοθετούσε τον πλαστικο και φεΪσμπουκικό πολιτισμό της Αμερικής. Ακόμα και οι υπανάπτυκτοι λαοί που πάσχουν από συμπλέγματα κατωτερότητας και σήμερα πασχίζουν να μιμηθούν τη Δύση ως κατ’αυτούς σύμβολο πλούτου, κύρους και προόδου, δε θα το έκαναν, διότι απλούστατα το σύστημα τότε θά’ταν διαφορετικό, άλλος θά’ταν ο ας πούμε κυρίαρχος πολιτισμός.

Advertisements