Πριν λίγο καιρό, ψάχνοντας σε διάφορες πηγές για να συνθέσω το άρθρο μου για τις σαλαμάνδρες
Αξόλοτλ,
Χρειάστηκε να επισκεφθώ και αρχεία συζητήσεων σε ξένα φόρουμ. Εκεί πρόσεξα πως το αξόλοτλ αποκαλούταν συχνά… «axie. Η λέξη «αξόλοτλ» δηλαδή μ’όλη την ετυμολογική και ιστορική της σημασία, καταστράφηκε ώστε να δημιουργηθεί ένα σχήμα που δίνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και ευκολότερα το νόημα. Ομοίως και μ’άλλα είδη ερπετών κι αμφιβίων, όπως “iggy” αντί για ιγκουάνα, «beerdy” αντί για γενειοφόρος δράκος (bearded dragon), και “cresty” αντί για λοφιοφόρο γκέκο
(crested gecko).
Φυσικά η τάση αυτή για συντομεύσεις δεν είναι σε καμία περίπτωση επινόηση του χόμπι των ερπετών και των αμφιβίων, παρά εισροή του γενικότερου αμερικανικού γλωσσικού φαινομένου και σ’αυτόν το χώρο.

Οι Αμερικάνοι έχουν έφεση στη συντομογραφίες. Συντέμνοντας λέξεις σε βασικές συλλαβές ή στα αρχικά τους, κόβοντας άλλες, αφαιρώντας φωνήεντα και σύμφωνα προσπαθούν να εκφραστούν όσο το δυνατόν ευκολότερα και γρηγορότερα. Η τάση αυτή προς το εύκολο και το γρήγορο αγνοεί όλη τη δομή των λέξεων και των φράσεων, την ορθογραφία και την ετυμολογία τους αλλά και την αισθητική τους, δημιουργώντας ένα είδος περίεργου κώδικα που θυμίζει περισσότερο κρυπτογραφία ή τηλεγράφημα, λες κι ο χρόνος πιέζει τόσο πολύ. Έτσι έχουμε λέξεις όπως “tv”, “ok”, “vip”, “t-shirt”, “dj”, “bbq”, “exam”, “pc”, “gp”, “bf/gf”, «bi”, “bj”, “gym”, «detox”, “idk”, “4u”, “btw”, “tldr”, και πολλές άλλες. Μπείτε σε μια οποιαδήποτε αμερικανική συζήτηση σε ένα φόρουμ ή μέσο κοινωνικής δικτύωσης, και σύντομα θα βρείτε συντομεύσεις και ακρώνυμα που θα δυσκολευτείτε να καταλάβετε εκτός και αν συμβουλεύεστε κάθε πέντε λεπτά το Urban Dictionary. Θά’ταν αδιανόητο στη γλώσσα μας να γίνει κάτι αντίστοιχο, δηλαδή να αποκαλούσαμε για συντομία την τηλεόραση για παράδειγμα «το», το γυμναστήριο «γυμ», την ψησταριά «ψστ», το φανελάκι «μπλουζάκι-τ» ή τις εξετάσεις «εξέτ». Οι Έλληνες αγαπούμε τις μεγάλες, γεμάτες νόημα λέξεις. Πράγματι καμία άλλη γλώσσα, με εξαίρεση ίσως τις στενογραφίες και τους κώδικες που αναπτύχθηκαν για ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. βυζαντινή στενογραφία, λίγες τυποποιημένες εκφράσεις της γραφής που μας κληροδοτήθηκαν από τη στενογραφία όπως το π.χ. παραπάνω ή τα πολυλεκτικά ονόματα οντοτήτων όπως οργανισμών, εταιρειών, χωρών κλπ που είναι συχνά αναγκαίο να αναφέρονται συντομογραφικά (δε γνωρίζω όμως αν τα τελευταία είναι πρόσφατη δυτική επιρροή στη γλώσσα μας), δε χρησιμοποιεί τέτοιο σύστημα συντομεύσεων στην καθημερινή επικοινωνία. Απ’όσα αρχαία ελληνικά κείμενα γνωρίζω, κανένα δεν περιέχει ούτε μία συντομογραφία, κι απ’ό,τι ξέρω τα αρχαία ελληνικά δεν είχαν καθόλου συντομογραφίες. Ομοίως και τα λατινικά, τα γερμανικά, και σχεδόν σίγουρα κι άλλες ευρωπαϊκές, ασιατικές και μάλλον όλες οι ππιο «παραδοσιακές» γλώσσες του κόσμου. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις όλες μάλλον οι γλώσσες τείνουν να συντομεύουν μερικές τυποποιημένες εκφράσεις με το χρόνο, γεγονός που στη γλωσσολογία λέγεται οικονομία, π.χ. η μεταβολή της φράσης «ύδωρ νεαρόν» σε απλό «νερό», αλλά αυτό είναι διαδικασία αιώνων που προέρχεται από τη συχνή χρήση μιας έκφρασης, της οποίας το νόημα είναι γνωστό απ’όλους. Το αμερικανικό φαινόμενο είναι πρωτοφανές. Στον πολιτισμό αυτόν δημιουργούνται κάθε μέρα, ώρα και λεπτό συντομογραφίες για τα πάντα, από καθημερινά πράγματα, όχι πλέον μόνο της τεχνολογίας, αλλά για οτιδήποτε, έως εξειδικευμένα κι επιστημονικά, οι οποίες χρησιμοποιούνται παντού και πάντοτε,

Η τάση συντόμευσης του λόγου δε φαίνεται μόνο στη χρήση συντομογραφιών και ακρωνυμίων, αλλά και στη συντομευτική χρήση των λέξεων γενικότερα. Σκοπός δεν είναι μόνο ο λιγότερος χώρος και χρόνος, αλλά και ο λιγότερος κόπος, ο οποίος μεταφράζεται μακροπρόθεσμα σε λιγότερο χώρο, χρόνο και σκέψη. Έτσι μπορεί μια λέξη να μην κοπεί, αλλά να χρησιμοποιείται με τον ευκολότερο δυνατό τρόπο. Οι Αμερικάνοι για παράδειγμα τείνουν να μετατρέπουν ό,τι ουσιαστικό βρίσκουν σε ρήμα (ρηματοποίηση). Αν και η αγγλική γλώσσα, λόγω της απώλειας σχεδόν όλων των καταλήξεων που ξεχωρίζουν τα ρήματα απ’τα ουσιαστικά κατά την εξέλιξή της έχει κάπως χαλαρό διαχωρισμό μεταξύ ουσιαστικών και ρημάτων, στα σύγχρονα αμερικάνικα ο διαχωρισμός αυτός γίνεται ακόμα ασαφέστερος. Κάθε ουσιαστικό, ακόμα και νεολογισμός, μπορεί να ρηματοποιηθεί, ενώ αυτό μπορεί να γίνεται κανονικότατα και σε λατινογενή ουσιαστικά παρά την εμφανή τους κατάληξη που δηλώνει ουσιαστικό, ρηματοποιήσεις που θά’καναν τον Κικέρωνα να εξανίσταται και να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, αφού η χρήση των σωστών παραγωγικών καταλήξεων ήταν σημείο ευγλωττίας για τους κλασικούς. Έτσι έχουμε ρηματοποιήσεις ουσιαστικών όπως “focus”, «podium”, “reference”, “evidence”, “conference”, “parent”, “interview”, και οτιδήποτε άλλου νοητού. Η τεχνολογική και ιντερνετική κουλτούρα πρωτοστατεί στις ρηματοποιήσεις, με ρήματα όπως «google”, “twitter”, “text”, ενώ αυτή του facebook χρησιμοποιεί ακόμα πιο ελεύθερα τέτοιους σχηματισμούς, όπως το «friend= κάνω φίλο» και το «unfriend ή defriend = νεολογισμός, αφαιρώ από φίλο». Η ρηματοποίηση έχει ακριβώς τον ίδιο σκοπό με τη σύντμηση, την εκφορά δηλαδή ενός νοήματος σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρόνο και με όσο το δυνατόν ευκολότερο τρόπο. Ένα άρθρο για το ανησυχητικό κατά μερικούς φαινόμενο της ρηματοποίησης μπορείτε να διαβάσετε
εδώ.

Όσον αφορά τα ρήματα, συχνά προτιμώνται οι ευκολότεροι τρόποι εκφοράς ενός νοήματος. Για παράδειγμα προτιμώνται τα φραστικά ρήματα (phrasal verbs) αντί για τα μεγαλύτερα, μονολεκτικά ρήματα, π.χ. give up αντί resign, go on αντί continue, κλπ. Εδώ υπάρχει και κάποια κοινωνιολεκτική διάσταση, αφού τα φραστικά ρήματα είναι κυρίως γερμανικής προέλευσης που χρησιμοποιούταν ιστορικά από το λαό, ενώ τα μονολεκτικά ρήματα του ίδιου νοήματος είναι λατινικής προέλευσης και χρησιμοποιούταν κυρίως από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Επίσης η δημιουργία επιθετικών προσδιορισμών είναι πολύ εύκολη, απλώς οποιοδήποτε ουσιαστικό ή ακόμα και ρήμα μπαίνει πριν ένα ουσιαστικό και έτσι γίνεται επίθετο. Για παράδειγμα «city center”, το κέντρο της πόλης, “bus station”, η στάση λεωφορείου, κλπ. Σε άλλες γερμανικές και ευρωπαϊκές γλώσσες αυτές οι καταστάσεις είτε γίνονται σύνθετες λέξεις είτε έχουν περιφραστικό προσδιορισμό με από ή γενική, ανάλογα με το τι έχει ή χρησιμοποιεί η κάθε γλώσσα. Στα αγγλικά το φαινόμενο αυτό εντάθηκε πρόσφατα. Σε παλαιότερα λογοτεχνικά κείμενα του 19 ου αιώνα για παράδειγμα αυτή η εκφορά ήταν σπάνια, αν και μπορεί να ήταν σπάνια επειδή τα κείμενα ήταν λογοτεχνικά.

Η απέχθεια στις σύνθετες λέξεις είναι στοιχείο της αγγλικής γενικότερα, αλλά ακόμα πιο έντονο στην Αμερικάνικη καθομιλουμένη. Οι Αμερικάνοι δύσκολα ενώνουν τόσο εύκολα λέξεις για να δημιουργήσουν νέες σύνθετες, προτιμώντας να κρατούν μακρινάρια ενωμένα με παύλες, π.χ. «two-day-trip” αντί για κάποιο μονολεκτικό αντίστοιχο του διήμερου ταξιδιού. Πιθανόν το αντίστοιχο σύνθετο θά’ναι βαρύτερο για τα Αμερικανάκια και δυσκολότερο στην προφορά και δε χρησιμοποιείται ποτέ. Η αναλυτική αυτή δομή εισχωρεί σε γερμανικές γλώσσες που κανονικά χρησιμοποιούν σύνθετες λέξεις. Πολλοί νέοι στην Ολλανδία γράφουν τις σύνθετες λέξεις χωριστά στο Ίντερνετ, και αυτό έχει αποκληθεί η αγγλική ασθένεια.

Ένα ακόμα εξέχον και αστείο αποτέλεσμα της συντομογράφησης των πάντων είναι ότι ακόμα και η αναφορά στους τόπους γίνεται κι αυτή συντετμημένα. Εκτός του ότι οι αγγλόφωνες χώρες αναφέρονται συχνά με τα αρχικά τους, δηλαδή “USA ή US” η Ηνωμένες Πολιτείες, «UK” η Βρετανία, «NZ” η Νέα Ζηλανδία και… «oz”! η Αυστραλία (ο Καναδάς παραδόξως δεν έχει κάποια ευρέως χρησιμοποιούμενη συντομογραφία), η αναφορά σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία μιας χώρας γίνεται ταχυδρομικά, π.χ. «Madison, Wisconsin”, και όχι «Madison of Wisconsin”, “Thessaloniki, Greece” κι όχι «Thessaloniki of Greece”, «London, UK” κι όχι «London of Uk”, κλπ. Άλλα μέρη ανά τον κόσμο που έχουν συντομευμένα ονόματα είναι «med”, από «Mediterranean”, η Μεσόγειος, «Sa” από «South Africa” η Νότια Αφρική, «PNG” η Παπούα Νέα Γουινέα και πολλά άλλα. Εμείς δε θ’αποκαλούσαμε την Ελλάδα «Ελ» ποτέ, ούτε οι Γερμανοί τη Γερμανία «De”, και μάλλον κανένας άλλος λαός δε συντομεύει το όνομα της χώρας του ή κάποιας άλλης, εκτός κι αν είναι πολυλεκτικό όνομα όπως επισήμανα παραπάνω, π.χ. ΗΠΑ, ταχυδρομική διεύθυνση, κατάληξη ιστοσελίδας του Διαδικτύου ή κωδικοποιημένη ή βιαστική γραφής. Παρόλα αυτά έχω παρατηρήσει ότι και στα ελληνικά πρόσφατα κάποιοι αρχίζουν να χρησιμοποιούν τον ταχυδρομικό τρόπο ονομασίας των περιοχών.

Μετά τα τοπωνύμια σειρά έχουν τα ανθρωπωνύμια. Δε γνωρίζω αν η συντόμευση ελληνικών ονομάτων (Π.χ. Νίκος αντί για Νικόλαος) είναι πρόσφατο φαινόμενο, αλλά μπορεί και να μην είναι. Το σίγουρο είναι ότι σε παλαιότερες εποχές, όπως στην Αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, δε συντεμνόταν κανένα όνομα. Στην Αμερική εκτός από σύντμηση έχουμε και… ακρώνυμα ονομάτων, και όχι μόνο στους καλλιτέχνες του χιπ χοπ. Για παράδειγμα έχουμε τον γνωστό εξελικτικό βιολόγο PZ Myers, του οποίου το αρχικό όνομα ήταν Paul Zachary.

Κάτι είπα στην αρχή του άρθρου ότι μιλάνε έτσι επειδή τους πιέζει ο χρόνος. Δεν αστειευόμουν. Πράγματι η ζωή στη μεγαλούπολη, από όπου προήλθαν άλλωστε αυτοί οι νέοι τρόποι έκφρασης χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα φρενήρης ρυθμούς. Ο καθένας βιάζεται να προλάβει. Έχει βρεθεί ότι οι άνθρωποι των μεγάλων πόλεων μιλούν γρηγορότερα από τους ανθρώπους της υπαίθρου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το μεγαλύτερο λεξικό της αγγλικής αργκό, το Urban Dictionary, ονομάζεται Αστικό Λεξικό. Ούτε επίσης είναι τυχαίο που η αμερικάνικη καθομιλουμένη στερείται σχεδόν εντελώς από παροιμίες, γνωμικά και σχήματα λόγου που αναφέρονται σε πολύ παλιότερες, προβιομηχανικές εποχές, όπως για παράδειγμα ισχύει στα ελληνικά ή σε άλλες γλώσσες. Η ομιλία αυτή είναι καθαρά ομιλία της σύγχρονης μεταβιομηχανικής μεγαλούπολης των τελευταίων 40 περίπου ετών. Αυτός ο τρόπος ζωής είναι σχετικά πρόσφατος για το ανθρώπινο είδος, το οποίο δεν είναι εφοδιασμένο κατάλληλα από την εξέλιξη για να τον αντιμετωπίσει. Ξεκίνησε με τη βιομηχανική επανάσταση, όπου η ταχύτητα και η συνέπεια στην παραγωγή, μαζί με το γενικότερο εξορθολογισμό της κοινωνίας, διασφάλιζε την πρώτη θέση στον ανταγωνισμό. Όσο πιο πολλά προϊόντα έβγαζε μια βιομηχανία σε όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο και με όσο το δυνατό λιγότερο κόστος, τόσο πιο μπροστά θα βρισκόταν σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Όσο πάμε η κατάσταση φαίνεται να χειροτερεύει. Τα προβλήματα υγείας λόγω στρες αυξάνονται. Μέσα σε αυτήν τη βιαστική και ανταγωνιστική σούπα της σύγχρονης μεγαλούπολης, η συντομία στην επικοινωνία είναι ένας ακόμα μηχανισμός επιβίωσης. Η ομορφιά της γλώσσας δεν παίζει πια κανένα ρόλο.

Advertisements