Τελικά, αν και δεν το σχεδίαζα, κατέληξα σε μια μικρή σειρά άρθρων για διάφορα παραισθησιογόνα φυτά της αμερικανικής ειπήρου με μακρά ιστορία χρήσης από τους ιθαγενείς και κάποτε συνέχιση της χρήσης τους ως σήμερα. Το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον, μεγάλο και πολύπλοκο, ώστε να μη μπορώ να το καλύψω σε λίγα άρθρα. Έχουν γραφτεί βιβλία ολόκληρα πάνω σ’αυτό από διάφορους επιστήμονες και οπτικές γωνίες, κάποια απ’τα οποία θα πρέπει να διαβάσω. Προς το παρόν θα παραθέσω τα αποτελέσματα μιας καλής αναζήτησης που έχω κάνει γι’αυτά τα πράγματα αυτό το διάστημα αλλά και παλαιότερα. Στο
Προηγούμενο άρθρο
Λοιπόν είχα καλύψει τα παραισθησιογόνα ψυχανθή (φασολοειδή φυτά) της Νότιας Αμερικής. Στο παρόν άρθρο ολοκληρώνω την παρουσίαση των παραισθησιογόνων αυτής της ειπήρου, προσπαθώντας ν’αναφέρω για όλες τις κυριότερες χρήσεις τους. Δε θα μακρηγορήσω με μεγάλες εισαγωγές για το τι είναι τα παραισθησιογόνα, που έχουν χρησιμοποιηθεί γενικώς, πώς τα αντιμετώπισε ο δυτικός πολιτισμός και πώς είναι σήμερα, γιατί αυτά έχουν αναφερθεί επαρκώς στα προηγούμενα δύο μου άρθρα. Εδώ θα προσπαθήσω να μπω κατευθείαν στο ψητό, δηλαδή στα φυτά, τη βοτανική τους και τις χρήσεις τους, με μια μικρή εισαγωγή. Πρώτα όμως να ξεκαθαρίσω ότι ενοώντας παραισθησιογόνα εννοώ της κλάσης αυτής που λέγονται
Ψυχοδηλωτικά
Ή ψυχεδελικά, ουσίες που επιφέρουν εναλλακτική κατάσταση συνείδησης δύσκολη στην περιγραφή στο χρήστη με μυστικιστικά, πνευματικά στοιχεία, ευρεία κι αφηρημένη σκέψη, οπτικές διαστρεβλώσεις, σπανιότερα ψευδαισθήσεις και οράματα. Ο χρήστης συνήθως διατηρεί καλή επαφή με την πραγματικότητα. Οι δύο άλλες κλάσεις των παραισθησιογόνων είναι τα διασπαστικά, τα οποία διασπούν κατά κάποιον τρόπο τη νοητική λειτουργία από τις αισθητηριακές και κινητικές, προκαλώντας παραισθήσεις, αλλοιώσεις της αντίληψης του περιβάλλοντος και ονειρώδεις καταστάσεις, και τα παραληρηματογόνα, ουσίες που προκαλούν αυτό που λλέει το όνομά τους, παραλήρημα και σχεδόν πλήρη αποσύνδεση απ’την πραγματικότητα με σκέψεις και πράξεις που μπορεί ν’αποβούν επικίνδυνες. Φυτά με τέτοιες ουσίες είναι η
ντατούρα
Και το νοτιοαμερικανικό γένος της
Μπρουγκμάνσιας,
Που είχα καλύψει παλαιότερα. Λόγω της επικινδυνότητάς τους, τα φυτά αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί μόνο από πολύ πεπειραμένους σαμάνους σε ακραιες περιπτώσεις ή από σκοτεινούς μάγους. Τα ψυχοδηλωτικά λοιπόν ή ψυχεδελικά επιδρούν στο σεροτονινεργικό συστημα του εγκεφάλου, συγκεκριμένα στους υποδοχής 5ht2a και 5ht2c, όπου 5ht η 5-υδροξυτρυπταμίνη, δηλαδή η σεροτονίνη, με τα κύρια ψυχοενεργά τους αποτελέσματα ν’αποδίδονται στην επίδρασή τους επί του πρώτου υποδοχέα.

Δεν έχουμε, ούτε μπορούμε να έχουμε σήμερα, ακριβή ιστορικά στοιχεία για την ανακάλυψη των παραισθησιογόνων, αφού αυτή έγινε σε μακρινές, πρωτόγονες, προΐστορικές εποχές, κι όλοι οι λαοί που τα χρησιμοποιούν έχουν ξεχάσει πλέον την προέλευσή τους κι ανταυτού την αποδίδουν σε παρεμβάσεις θεών και πνευμάτων, ή στην καθοδήγηση των ίδιων των φυτών. Ένα ενδεχόμενο της προέλευσής τους είναι η κατά λάθος κατανάλωσή τους από κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι έπειτα θεώρησαν πως μέσω αυτης της τροφής διαφωτίστηκαν και μετέδωσαν τη γνώση της σ’άλλους. Από εκείνο το στάδιο όμως μέχρι την εδραιωμένη θρησκευτική χρήση των παραισθησιογόνων, ή ενθεογόνων κατά τους υποστηρικτές τους για θρησκευτική χρήση, θα έγινε αρκετός πειραματισμός για την καθιέρωση του αποτελεσματικότερου τρόπου χορήγησης και της ακριβούς δόσης και για την εξακρίβωση των αποτελεσμάτων. Πράγματι οι πρακτικές των σαμάνω πολλών φαινομενικά πρωτόγονων φυλών, οι οποίοι συλλέγουν, επεξεργάζονται, αποθηκεύουν, ανακατεύουν και χορηγούν τα συστατικά ώστε να διατηρηθεί όσο γίνεται η ισχύς τους, καταδεικνύουν άριστες πρακτικές χημικές γνώσεις, στο σημείο που αναρωτιόμαστε πώς, ενώ δεν ανακάλυψαν άλλα πρακτικότερα πράγματα, π.χ. τον τροχό, κατόρθωσαν να τελειοποιήσουν τόσο πολύ τη χρήση των παραισθησιογόνων ουσιών. Μια εξήγηση πιστεύω πως είναι η βάση των λαών αυτών περισσότερο στον υπερβατικό και νοητικό κόσμο ως αποτέλεσμα της θεοποίησης των ενθεογόνω εναλακτικών καταστάσεων συνειδήσεως, παρά η ανάγκη βελτίωσης της ζωής τους.

Η χρήση των παραισθησιογόνων λοιπόν ποικίλει όσο και οι φυλές που τα χρησιμοποιούν. Στις πρωτόγονες φυλές των Ινδιάνων, πνευματικος αρχηγός συνήθως είναι ο μάγος με διάφορα ονόματα ανά φυλή, που οι δυτικοί αποκαλούν σαμάνο, από τους αντίστοιχους
Σαμάνους της Σιβηρίας,
Ο οποίος μπορεί να επικοινωνεί με τον κόσμο των πνευμάτων και των θεών, με τον κόσμο τω νεκρών, μπορεί επίσης να διαβλέπει το μέλλον, να μετακινείται πνευματικά σε διάφορα άλλα μέρη κλπ, κι ως εκ τούτου περιβάλλεται με μεγάλο σεβασμό και δέος. Συνήθως οι σαμάνοι είναι περισσότεροι από ένας σε μια ομάδα ανθρώπων με διάφορες ξεχωριστές αρμοδιότητες π.χ. άλλος ο ιερέας κι άλλος ο γιατρός. Στις φυλές αυτές λοιπόν ο σαμάνος συχνά υποβοηθείται από ψυχοενεργές ουσίες ώστε να περιέλθει στην ενθεογόνο έκσταση, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις κι άλλα μέλη της φυλής μπορούν να τις πάρουν. Σε πιο προηγμένους (σχετικά με τους προηγούμενους) και συγκεντρωτικούς πολιτισμούς ωστόσο, παρατηρείται μυστικοποίηση και περιορισμός αυτών των ουσιών κυρίως στην ιερατική τάξη, όπως στους Αζτέκους. Μετά απ’αυτό το στάδιο οι ερευνητές υποθέτουν ότι κάπως και για κάποιον λόγο οι ουσίες αυτές ξεχάστηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άλλες (π.χ. η υπόθεση που υποστηρίζει αντικατάσταση του παραισθησιογόνου μανιταριού
Amanita muscaria
Με το κρασί του Διονύσου κατά την ελληνική προΪστορία), υποθέσεις που ωστόσο δε μπορούν ν’αποδειχθούν. Τελευταία φάση στην ιστορία των παραισθησιογόνων είναι η επιστημονική τους πλέον προσέγγιση, κυρίως από το δυτικό πολιτισμό από των περασμένο αιώνα, η οποία ωστόσο συνάντησε αρκετά εμπόδια στο δρόμο της για περίπλοκους λόγους, που έχουν να κάνουν κυρίως με την προκατάληψη. Η επίσημη ενασχόληση μ’αυτές τις ουσίες σχεδόν εξέλειψε για μερικές δεκαετίες μετά την σχεδόν διεθνή ποινικοποίησή τους με τη Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ το 1971, αλλά δειλά-δειλά άρχισε να ξανακάνει την εμφάνισή της προς τα τέλη του περασμένου και στον παρόντα αιώνα. Οι περισσότερες αναφορές παρακάτω αφορούν τις πρώτες κοινωνίες κατά την υπεραπλουστευμένη σειρά μου, τις σαμανιστικής φάσης.

Προχωρώ λοιπόν στο πλέον γνωστό και γι’αρκετές δεκαετίες μυστηριώδες παραισθησιογόνο ποτό της Νότιας Αμερικής, την αγιαχουάσκα. Η αγιαχουάσκα είναι ένα αφέψημα κυρίως των φυλών της δυτικής λεκάνης του Αμαζονίου και των βασικών παραποτάμων του, το οποίο γνώρισε ωστόσο ευρεία εξάπλωση τα τελευταία χρόνια σε πολλές άλλες περιοχές. Η λέξη αγιαχουάσκα (ayahuasca) είναι η ισπανοποιημένη μορφή της λέξης αγιαουάσκα της γλώσσας κέτσουα (γλώσσα των Ίνκας), όπου σημαίνει κλήμα/αναρριχώμενο φυτό των ψυχών («άγια» = ψυχή «ουάσκα» κλήμα), ή, κατά την μυστικιστικότερη απόδωση του Zyklon b, άμπελος των νεκρών (δεν υπήρχαν αμπέλιαόμως εκεί), κι αναφέρεται στο κύριο συστατικό του μείγματος, το αναρριχητικό φυτό Banisteriopsis caapi. Άλλα ονόματα κατά τόπους είναι καάπι, γιάτζε κλπ. Το ρόφημα αυτό βασικά είναι η μείξη δύο ενεργών φυτών, με την άμπελο τω νεκρών να παίζει στην πραγματικότητα βοηθητικό αλλά πάλι απαραίτητο ρόλο, αφού περιέχει τις β καρβολίνες (β ανθρακολίνες πιο ελληνικά), όπως χαρμίνη, χαρμαλίνη και τετραϋδροχαρμίνη, αλκαλοειδή που αναστέλλουν το ένζυμο της μονοαμινοξειδάσης στο πεπτικό σύστημα (παρόμοια αλκαλοειδή έχει και το γνωστότερο ασιατικό
Πήγανο
ή Peganum harmala), το οποίο αλλιώς θα οξείδωνε τις παραισθησιογόνες τρυπταμίνες όπως τη διμεθυλοτρυπταμίνη του άλλου κύριου συστατικού του ροφήματος, το οποίο είναι συνήθως η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis), αλλά μπορεί νά’ναι και συγγενικά είδη, ή, στο βορειοδυτικό Αμαζόνιο της βορειοδυτικής Βραζιλίας, της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, που δεν ενδημεί η ψυχώτρια, η διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana), αναρηχητικό συγγενικό με την άμπελο των νεκρών. Στην πραγματικότητα δηλαδή ενεργό συστατικό της αγιαχουάσκας είναι η πηγή της διμεθυλοτρυπταμίνης, παρόλα αυτά οι Ινδιάνοι θεωρούν το καάπι κύριο στοιχείο, και τα υπόλοιπα προσμείξεις, ίσως επειδή κατά περιοχές και ανάλογα με το λόγο χρήσεις προστίθενται διάφορα άλλα φυτά εκτός από τα διμεθυλοτρυπταμινούχα, όπως το ελαφρύ ηρεμιστικό κι αντιβηχικό Justicia pectoralis ή τα παραληρηματογόνα τω γενών της ντατούρας, της μπρουγκμάνσιας και της μπρονφέλσιας (Bronfelsia) για σκοτεινή μαγεία, ενώ η άμπελος των νεκρών παραμένει πάντοτε σταθερή. Όλες η προσμείξεις στην αγιαχουάσκα μπαίνουν σε συγκεκριμένες αναλογίες και με συγκεκριμένους τρόπους ώστε να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα, πρακτικές που ακόμα δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά. Το ρόφημα παρασκευάζεται συνήθως με το βράσιμο τμημάτων φλοιού και βλαστών του καάπι μαζί με τα φύλλα της ψυχώτριας σ’ένα καζάνι, αν κι ανάλογα με τα έθιμα ή το αποτέλεσμα που θέλει να φέρει ο σαμάνος μπορεί τα φυτά να μουλιαστούν για πολλή ώρα στο νερό κι όχι να βραστούν, να βραστούν ξεχωριστά και ν’αναμειχθούν αργότερα, ή τα διάφορα άλλα πρόσθετα να τοποθετούνται σε συγκεκριμένο χρόνο κατά την ετοιμασία. Τα αποτελέσματα της αγιαχουάσκας είναι παρόμοια μ’αυτά της διμεθυλοτρυπταμίνης, με οπτικές διαστρεβλώσεις ή παραισθήσεις όπως σχήματα και γραμμές, οράματα με μεταφορές σε άλλες διαστάσεις και επαφής με διάφορα όντα, αίσθηση ενότητας με το σύμπαν κι άλα πολλά δύσκολο να περιγραφούν λόγω της υποκειμενικότητας της εμπειρίας και της διαφοράς της ανάλογα με τη νοητική κατάσταση και το περιβάλλον του κάθε χρήστη (set και setting κατά Timothy Leary). Συχνά το ρόφημα προκαλεί ναυτεία ή και εμετό, αφού ο ανθρώπινος οργανισμός είναι προσαρμοσμένος ν’αποφεύγει τα αλκαλοειδή, αρκετά εκ των οποίων είναι ισχυρά δηλητήρια. Πολλοί ιθαγενείς θεωρούν τον εμετό ωφέλιμο, διότι καθαρίζει την ψυχή όπως λένε.

Η ιστορία της αγιαχουάσκας χάνεται στα βάθη των αιώνων και του μύθου. Τα αρχαιότερα ευρήματα που ίσως έχουν να κάνουν με τη χρήση της είναι πήλινα αγγεια στη λεκάνη του Αμαζονίου που χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ., αν και δε μπορούμε νά’μαστε βέβαιοι αν αυτά χρησίμευαν για την τελετουργική κατανάλωση αγιαχουάσκας. Όταν πάντως οι Ευρωπαίοι άρχισαν να μελετούν τις πρακτικές των ιθαγενών του Αμαζονίου κατά το 19ο αι., η χρήση του παραισθησιογόνου ροφήματος είχε εξαπλωθεί ήδη σ’όλες τις φυλές που είχαν κοντά τους τα απαραίτητα φυτά, επομένως θα είχε ξεκινήσει από αρκετά παλιά. Οι ίδιοι οι Ινδιάνοι πιστεύουν ότι τα πνεύματα των φυτών τους καθοδήγησαν κάποτε να παρασκευάσουν το ρόφημα, κάτι που φυσικά δε μας πείθει. Δεν είναι γνωστό πώς ακριβώς οι πρωτόγονες εκείνες φυλές ανακάλυψαν το συγκεκριμένο συνδυασμό, η επικρατέστερη άποψη πάντως είναι ότι, ανακατεύοντας διάφορες προσμείξεις με το ίσως ελαφρώς ψυχοενεργό αν συμπεράνουμε απ’το πήγανο σε υψηλές δόσεις καάπι, το οποίο θεωρούν βάση επομένως πιθανότατα ήταν και το πρώτο φυτό της όλης ιστορίας, πέτυχαν μια φορά το μαγικό συνδυασμό. Οι Ευρωπαίοι άργησαν αρκετά να μελετήσουν την αγιαχουάσκα σε σχέση μ’άλλα ενθεογόνα των Ινδιάνων, ίσως εξαιτίας της δυσπρόσιτης θέσης των φυλών του Αμαζονίου. Ο πρώτος που περιέγραψε την αγιαχουάσκα ήταν ο Βρετανός βοτανολόγος Richard Spruce, ο οποίος το 1851 ανέφερε τη χρήση ενός παραισθησιογόνου ποτού στη φυλή των Τακάνο του Ρίο Ουάπες της Βραζιλίας, απ’όπου συνέλλεξε επίσης δείγματα του φυτού που ταξινόμησε ως Banisteria caapi, που αργότερα άλλαξε σε Banisteriopsis caapi με την αναθεώρηση της οικογένειας τω μαλπιγκιδών όπου ανήκει το 1930 από τον ταξινομιστή morton. Ο Spruce έπειτα, μετά από 7 χρόνια το 1958 συνάντησε πάλι τη χρήση της αγιαχουάσκας στους Ινδιάνους Γκουαχίμπο του άνω Ορινόκο της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, ενώ αργότερα τον ίδιο χρόνο ανέφερε τη χρήση του ροφήματος από τους Ζαπάνο των Άνδεω του Περού, οι οποίοι το αποκαλούσαν «αγιαχουάσκα». Αν και ο Βρετανός βοτανολόγος ήταν ο πρώτος που περιέγραψε με βεβαιότητα την αγιαχουάσκα, δεν ήταν ο πρώτος που εξέδωσε τις παρατηρήσεις του, το οποίο έκανε το 1873 και το 1908. Ο πρώτος που εξέδωσε αναφορές για τη χρήση της αγιαχουάσκας ήταν ο Ισημερινίτης γεωγράφος Manuel Villavicencio, ο οποίος το 1858 ανέφερε τη χρήση αγιαχουάσκας γιαμαγεία και μαντεία στον άνω Ρίο Νάπο, αν και δεν ερεύνησε τη βοτανική πηγή των συστατικών. Πολλοί άλλοι ερευνητές στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. που επισκέπτονταν τον Αμαζόνιο ανέφεραν την κατανάλωση ενός ναρκωτικού ποτού, αλλά δεν ερευνούσαν περαιτέρω την πηγή των συστατικών του υποθέτωντας διάφορες πηγές όπως ρίζες, φύλλα κλπ. Σήμερα γνωρίζουμε από τις περιγραφές τους για τ’αποτελέσματα, τους λόγους χρήσης και τις φυλές ότι αναφέρονταν στην αγιαχουάσκα, αλλά για τους επόμενους ερευνητές η ερμηνεία εκείνων των ασαφών αναφορών ήταν τουλάχιστον δύσκολη. Εντωμεταξύ το 19ο αι. άρχισε η χημική εκχύλιση φαρμακευτυκών ουσιών, μεπρώτα τα αλκαλοειδή αφού εκχυλίζονται σχετικά εύκολα. Η πρώτη β ανθρακολίνη, η χαρμαλίνη από τους σπόρους του πήγανου, εκχυλίστηκε το 1840 από το Γερμανό χημικό H. Gobel, κι αργότερα ακολούθησε η χαρμίνη, η χαρμαλόλη κι άλλες συγγενικές ουσίες. Η ταυτοποίηση των χαρμαλοαλκαλοειδών του πήγανου μ’αυτά της αγιαχουάσκας άργησε πολύ, έως το 1920, οπότε ως τότε διάφοροι επιστήμονες ανά τον κόσμο απομόνωναν τα αλκαλοειδή του καάπι δίνοντάς τους άλλα ονόματα, π.χ. τηλεπαθίνη τη χαρμαλίνη του καάπι, εξαιτίας φαινομένων τηλεμεταφοράς που υποτίθεται βίωναν οι σαμάνοι ή οι δυτικοί που το κατανάλωναν. Αλλά και η βοτανική ταυτότητα των συστατικών της αγιαχουάσκας, πέρα από τη σχετική βεβαιότητα για το καάπι, άργησε να εξακριβωθεί. Η πρώτη αναφορά για τη μείξη συστατικών στην αγιαχουάσκα είχε γίνει το 1886 από τον Αμερικανό βοτανολόγο Simson, ο οποίος ανέφερε ότι οι ιθαγενείς του Ισημερινού παρασκεύαζαν ένα ναρκωτικό ποτό με γιάτζε και φύλλα διάφορων άλλων φυτών. Παρά την αναφορά της Banisteriopsis kaapi ως βασικού συστατικού από μερικούς επιστήμονες του 19ου αι., οι περισσότεροι, όπως είπα, δεν ασχολήθηκαν με την πηγή των συστατικών, αφήνοντας τους επόμενους ερευνητές σε σύγχυση. Η σημασία της B. caapi πάντως αναγνωρίστηκε νωρίς, με το Safford το 1917 να υποστηρίζει ότι καάπι και γιάτζε είναι στην πραγματικότητα το ίδιο φυτό, η B. caapi. Εντούτοις, λόγω της μεγάλης σύγχυσης, άλλοι επιστήμονες όπως ο Γάλλος ανθρωπολόγος Reinberg το 1921 αναγνώριζαν το γιάτζε ως το δεύτερο φυτό, το οποίο λανθασμένα ταυτοποιούσαν ως το είδος Prestonia amazonica μέχρι περίπου το 1960, οπότε ο Αμερικανός εθνοβοτανολόγς Richard Evance Schultes έκανε εκτενείς μελέτες στην αγιαχουάσκα. Η έρευνα πάνω στα χημικά συστατικά της B. caapi συνεχιζόταν για τις επόμενες δεκαετίες, και πιστευόταν λανθασμένα ότι τα χαρμαλοαλκαλοειδή της ευθύνονταν για τα ψυχοενεργά αποτελέσματα, ώσπου τη δεκαετία του 1950 άρχισε ν’αναγνωρίζετε η σπουδαιότητα των άλλω προσμείξεων στην αγιαχουάσκα, ιδίως των τρυπταμινούχων Diplopterys cabrerana και Psychotria viridis, αν κι ο τρόπος δράσης τους ακόμα συνέχεε τους επιστήμονες, αφού ήταν γνωστό ότι η διμεθυλοτρυπταμίνη διασπάται στο πεπτικό σύστημα απ’τη μονοαμινοξειδάση. Η πρώτη ένδειξη για την πιθανή συνέργεια των χαρμαλοαλκαλοειδών με τη διμεθυλοτρυπταμίνη ήρθε από τονΑμερικανό χημικό Udenfriend το 1958, ο οποίος απέδειξε ότι τα χαρμαλοαλκαλοειδή ήταν ισχυροί αλλά προσωρινοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, ωστόσο για πολλά χρόνια ακόμα οι επιστήμονες θα θεωρούσαν κυρίως τα χαρμαλοαλκαλοειδή υπεύθυνα. Οι εκτενείς πολύπλευρες (βοτανικές, εθνολογικές και χημικές) μελέτες του πατέρα της σύγχρονης εθνοβοτανολογίας Richard Evance Schultes κατά τη δεκαετία του 1960 έφεραν στο φως πολλά στοιχεία για τη χρήση της αγιαχουάσκας και των φυτών προσμειξεών της, αλλά ο τρόπος δράσης της, αν και είχε υποτεθεί, δεν αποδείχθηκε πειραματικά μέχρι το 1984, οπότε ο εθνοβοτανολόγος Terence McKenna απέδειξε πειραματικά τελικά τη συνέργεια τω χαρμαλοαλκαλοειδών με τη διμεθυλοτρυπταμίνη. Από τότε η έρευνα συνεχίζεται, αν κι όχι τόσο ζωηρή όπως τότε. Θά’πρεπε πιστεύω οι επιστήμονες να έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στις υπόλοιπες προσμείξεις της αγιαχουάσκας και στους τρόπους που αυτές αλληλεπιδρούν με τα βασικά συστατικά, μεταξύ τους και με το νευρικό σύστημα του χρήστη. Θ’ανακαλύπτονταν περαιτέρω απροσδόκητες πρακτικές χημικές γνώσεις των σαμάνων των αμαζονιακών φυλών σίγουρα.

Σήμερα η χρήση της αγιαχουάσκας, αντίθετα με τη χρήση άλλων ενθεογόνων που καταπιέστηκε, έχει εξαπλωθεί και σε μέρη και λαούς που δε γινόταν πριν. Σχεδόν όλες οι φυλές του βάθους του Αμαζονίου την χρησιμοποιούν, καθώς και Μαύροι ή μυγάδες περιπλανώμενοι γιατροί και μάγοι. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται ακόμα σε πρωτόγονο νοητικό στάδιο, πιστεύοντας ότι ο κόσμος κυβερνάται από πνεύματα, θεούς και δαίμονες, οπότε αποδίδουν κάθε φυσικό φαινόμενο σε συνειδητές ενέργειες (ανιμισμός) κι ως εκ τούτου αντιμετωπίζουν τον κόσμο με μεγάλο φόβο. Η χρήση της αγιαχουάσκας ίσως ενδυναμώνει την πίστη τους αυτήν. Οι σαμάνοι λοιπόν παίρνουν αγιαχουάσκα για διάφορους λόγους, όπως για επικοινωνία με τον ανώτερο κόσμο των πνευμάτων για καθοδήγηση ή μαντεία μελλοντικών γεγονότων, για την επίσκεψη στον κόσμο των δαιμόνων για μάχη μ’αυτούς, για την επικοινωνία με τον κόσμο τω ψυχών για νεκρομαντεία, μεταφορά ψυχών από την κόλαση σε καλύτερη θέση, για τη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενειών, για την εύρεση χαμένων ή κλεμμένων αντικειμένων, για την εύρεση του ενόχου σ’ένα έγκλημα (φανταστείτε τι γίνεται όταν κατηγορείται λάθος άνθρωπος, κι εκεί για εγκλήματα σκοτεινής μαγείας και παρόμοια μπορεί και να θανατωθεί!), για τη νοερή μεταφορά του σαμάνου σ’άλλα μέρη (κάποιοι σαμάνοι υποστηρίζουν πως ταξίδεψαν υπό την επίρροια της αγιαχουάσκας σε μέρη που δεν είδαν ποτέ, κι έπειτα όταν τα επισκέφθηκαν τα θυμούνταν ακριβώς, τώρα αν θέλετε το πιστεύετε), και για διάφορους άλλους λόγους που απαιτούν την επικοινωνία με το μεταφυσικό. Για παρόμοιους λόγους χρησιμοποιούνται τα ενθεογόνα και στους υπόλοιπους σαμανιστικούς πολιτισμούς. Η χρήση της αγιαχουάσκας έχει επηρεάσει και την τέχνη αυτών τω λαών, οι Τακάνο για παράδειγμα στολίζουν όλα τους τα αντικείμενα με αφηρημένα ψυχεδελικά μοτίβα γεωμετρικών σχημάτω και γραμμών. Από τις παραπάνω πρωτόγονες δοξασίες λοιπόν, σιγά-σιγάμε την επιρροή του χριστιανισμού σχηματίστηκαν νέες συγκρητιστικές θρησκείες με χριστιανικά στοιχεία χριστιανισμού και παραδοσιακού σαμανισμού, στις οποίες η αγιαχουάσκα παίζει κεντρικό ρόλο. Οι θρησκείες αυτές είναι αναγνωρισμένες στη Βραζιλία κι αλλού κι επιζητούν την αναγνώριση παγκοσμίως, ώστε τα μέλη τους να μη διώκονται ως για παράδειγμα χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Συχνά μέλη τους σ’άλλες χώρες έχουν εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες, νικηφόροι συνήθως για τις εκκλησίες. Οι δύο γνωστότερες θρησκείες είναι το Santo Daime και το Uniao do Vegetal.

Το Santo Daime (Σάντο Ντάιμε) ιδρήθηκε το 1931 στην αμαζονιακή επαρχία του Έκρε της Βραζιλίας από ένα Μαύρο μετανάστη από την ανατολική Βραζιλία που δούλευε ως εξαγωγέας κώμμεος (καουτσούκ) ονόματι Raimundo Irineu Serra (ΡαΪμούντο Ιρινέου (Ειρηναίος) Σέρα), ο οποίος, αφού γνώρισε τη χρήση της αγιαχουάσκας από τους Ινδιάνους, κι αφού συγκέντρωσε ομάδα πιστών μυγαδικής κυρίως καταγωγής, που έφεραν ήδη στοιχεία αφρικανικών θρησκευμάτων, χριστιανισμού και ιθαγενών δοξασιών, ίδρυσε θρησκεία κι έκτοτε αποκαλούταν Mestre Irineu. Η θρησκεία αυτή είναι περισσότερο ανιμιστικού παρά χριστιανικού προσανατολισμού, με λατρεία πνευμάτω της φύσης, του ήλιου, της Σελήνης, των άστρων κλπ και την κατανάλωση της αγιαχουάσκας στο κέντρο κάθε λατρείας και τελετής. Υπάρχουν διάφορες τελετές, όπως τελετές διαλογισμού ή τελετές έκστασης, χορού κλπ. Η θρησκεία αυτή απηχεί αρκετά στον πρωτόγονο πληθυσμό τω μυγάδων των υπανάπτυκτων περιοχών της Βραζιλίας, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί, ιδίως με τους μετανάστες, σε διάφορα μέρη του κόσμου. Μετά το θάνατο του Ειρηνεέου το 1971 η εκκλησία άρχισε να διασπάται σε διάφορες σέκτες. Το «Σάντο Ντάιμε» στην πραγματικότητα σημαίνει «Άγιο Δώσε μου», κι αναφέρεται στην αγιαχουάσκα που αποκαλείται συχνά απλώς «Δώσε μου», εξαιτίας των ύμνων που της απευθύνονται με την ευχή «Δώσε μου δύναμη».

Αντίθετα το Uniao do Vegetal (Ούνιαο ντου Βεγκετάλ), δηλαδή η ένωση των φυτών, έχει συγκεντρωτική δομή, με περισσότερα χριστιανικά στοιχεία, και τα μέλη της προέρχονται συχνά από ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Με τη συγκεντρωτική δομή της προσπαθεί να καθιερώσει το δικαίωμα χρήσης αγιαχουάσκας των μελών της σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Η ένωση των φυτών θεωρεί την αγιαχουάσκα ΜΈΣΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉς ΑΝΈΛΙΞΗς ΚΙ ΕΠΙΚοινωΝΊΑς ΜΕ ΤΟ ΘΕΊΟ, ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΝΆΛΩΣΉ Της ΓΊΝΕΤΑΙ ΣΥΧΝΆ στις ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΊΕς. Η αγιαχουάσκα, που παρασκευάζεται από B. caapi και Psychotria viridis, αποκαλείται πορτογαλοποιημένα «hoasca = χοάσκα» ή «vegetal = βεγκετάλ», τα φυτά. Το δόγμα της εκκλησίας υποστηρίζει ότι η γνώση της αγιαχουάσκας δόθηκε στους προγόνους των Ίνκας από το Βασιλιά Σολομώντα κατά το 10ο αιώνα π.Χ (σας θυμίζει αυτό μήπως μορμονους;). Η εκκλησία ιδρύθηκε, ή επανιδρύθηκε όπως υποστηρίζουν τα μέλη της, το 1961 από τον αγράμματο τότε εξαγωγέα κώμμεος Jose Gabriel da Costa (Χοσέ Γκαμπριέλ ντα Κόστα), ο οποίος, αφου γνώρισε τις πρακτικές των Ινδιάνω του Αμαζονίου της βορειοδυτικης Βραζιλίας και Κολομβίας, ίδρυσε μια νέα συγκρητιστική θρησκεία. Ο Mestre Gabriel, όπως αποκαλούταν έπειτα, πέθανε το 1971, αλλ’η θρησκεία του συνέχισε ν’αυξάνεται, με περί τα 15.000 μέλη σήμερα παγκοσμίως. Περισσότερα για τις θρησκείες της αγιαχουάσκας μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
και
εδώ.

Ένα από τα μεγάλα οφέλη πουμας έδωσαν τα μέλη της Ένωσης των Φυτών ήταν η ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης της υγείας τους ώστε ν’αποδειχθεί τελικά αν η χρόνια χρήση παραισθησιογόνων επηρεάζει ή όχι την υγεία. Η έρευνα ξεκίνησε όταν το 1991 η Ένωση των Φυτών σε μια σύσκεψη για τις ιατρικές μελέτες πάνω στη χρήση της αγιαχουάσκας, ψάχνοντας ανεξάρτητους επιστήμονες για να ερευνήσουν τις πραγματικές συνέπειες της χρήσης της αγιαχουάσκας, κάλεσε τον εθνοβοτανολόγο Terence McKenna στη Βραζιλία, ο οποίος ενδιαφερόταν για καιρό να πραγματοποιήσει μια τέτοια μελέτη, αφού είχε εκπλαγεί από την καλή υγεία και μακροζωία των παραδοσιακών σαμάνων της αγιαχουάσκας. Σύντομα, με χορηγίες από ιδιότες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, μιας και δεν εμπιστευόταν τους κυβερνητικούς φορείς των ΗΠΑ που ίσως τον υποστήριζαν μόνο εάν αποδείκνυε αρητικές συνέπειες της χρήσης, ξεκίνησε το πρακτικό κομμάτι της μελέτης, με συμμετοχή επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων από πανεπιστήμια της Βραζιλίας, των ΗΠΑ και της Φινλανδίας. Η έρευνα, γνωστή ως το εγχείρημα χοάσκα (hoasca project), έγινε τελικά το 1993 και διήρκησε 5 εβδομάδες, κατά το οποίο διάστημα έγιναν εξονυχιστικές βιολογικές και ψυχολογικές εξετάσεις σε μέλη της θρησκείας, και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αντίστοιχα άλλων ατόμων. Δε βρέθηκε λοιπόν καμία ανιχνεύσιμη επίπτωση στην υγεία, ακόμα και σε χρόνιους και παλιούς χρήστες, ενώ στον ψυχολογικό τομέα όχι μόνο δεν υπήρχε βλάβη, αλλά βρέθηκε πως η χρήση της αγιαχουάσκας έδινε στους χρήστες της εμπειρίες που επηρέαζαν θετικά τη ζωή τους. Σε παλιά μέλη της οργάνωσης ανιχνεύθηκαν μικρές προσαρμοστικές αλλαγές στο σεροτονινεργικό σύστημα, με αύξηση των υποδοχέων πρόσληψης της σεροτονίνης στα αιμοπετάλια, και προφανώς και στο κεντρικό νευρικό σύστημα, κάτι ανάλογο με την προσαρμογή του οργανισμού σε μεγαλύτερο υψόμετρο και με κανέναν τρόπο βλαπτικό για την υγεία. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη και πολυπλευρότερη μελέτη πάνω στις επιδράσεις ενός ψυχοδηλωτικού στον άνθρωπο. Παλαιότερα είχαν γίνει αρκετές μελέτες με χρήστες lsd με περίπου τα ίδια αποτελέσματα με τα παραπάνω, αλλά με πολύ μικρότερο αριθμό δείγματος. Δεν ξέρω εάν η ίδια η αγιαχουάσκα ή η αλλαγές στη ζωη που επιφέρει η χρήση της ωφελεί την υγεία των χρηστών της, πάντως το σίγουρο είναι ότι η αγιαχουάσκα δεν είναι τοξική. Αυτά θα πρέπει να λέγονται και να δημοσιεύονται για να καταλαβαίνει ο κόσμος τη μεγάλη αδικία του 1971.

Σήμερα στο δυτικό κόσμο η αγιαχουάσκα, όπως κι άλλα ψυχοδηλωτικά, χρησιμοποιείται στην ψυχοναυτική, μια ατομική διαδικασία ανακάλυψης των διεργασιών της ψυχής μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης, που μπορεί να προκληθούν με παραισθησιογόνες ουσίες, διαλογισμό, συνειδητό ονείρεμα ή και την ανάλυση των ονείρων (ονειροναυτική). Ο εθνοβοτανολόγος Terence McKenna για παράδειγμα ήταν γνωστός ψυχοναύτης, γράφοντας αρκετά συγγράμματα των εμπειριών του και της ανάλυσής τους. Επειδή όμως τα γνήσια φυτά της αγιαχουάσκας είναι αρκετά δυσεύρετα, συνήθως χρησιμοποιούνται ανάλογά τους, π.χ. σπόροι πήγανου ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης και φλοιός παραισθησιογόνου μιμόζας (Mimosa tenuiflora), φυτό που κάλυψα στο προηγούμενο άρθρο, με το ίδιο αποτέλεσμα. Αν και τα βότανα της αγιαχουάσκας ή των αναλόγω της δεν απαγορεύονται απ’το νόμο στις περισσότερες χώρες, άτομα που τα πουλούν ή τα χρησιμοποιούν πάλι μπορούν να διωχθούν για διανομή ή κατοχή παρασκευασμάτω που περιέχουν απαγορευμένες ουσίες αν εντοπιστούν, ανάλογα με τη χώρα και την περίπτωση. Περισσότερα για την αγιαχουάσκα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Ανθισμένη B. caapi από Wikipedia.

Όσον αφορά τα φυτά τώρα, το καάπι, η άμπελος τω νεκρών ή των ψυχών ή όπως αλλιώς λέγεται είναι, όπως είπα, το ειδος Banisteriopsis caapi, αν και σπάνια χρησιμοποιούνται συγγενικά είδη, όπως η B. inebriens (μεθυστική). Το όνομά του γένους ουδεμία σχέση με το μπανιστήρι έχει, όπως μου φάνηκε κι εμένα στην αρχή, αλλά μνημονεύει τον Άγγλο κληρικό και φυσιοδίφ John Banister του 17ου αιώνα. Το γένος ανήκει στην οικογένεια τω μαλπιγκιδών (malpighiaceae) και στην τάξη των μαλπιγκιωδών (malpighiales), ονόματα που προέρχονται από το τυπικό γένος της οικογένειας, τη μαλπίγκια (Malpighia), όνομα που δόθηκε προς τιμήν του Ιταλού γιατρού, ανατόμου, φυσιοδίφ κλπ Marcelo Malpighi του 15ου αιώνα. Η οικογένεια των μαλπιγκιδών περιλαμβάνει 75 γένη με 1300 είδη κυρίως τροπικών και υποτροπικών περιοχών, το 80-90% εκ των οποίων απαντούν στο Νέο Κόσμο. Το γένος Banisteriopsis κάποτε περιείχε περί τα 90 είδη, τώρα όμως μειώθηκε σημαντικά. Για κάποιον λόγο δε βρίσκω εκτενείς περιγραφές του B. kaapi στο Διαδίκτυο. Απ’ό,τι έχω καταφέρει να βρω όμως, το φυτό αυτό είναι αρκετά μεγάλο τροπικό αναρριχηητικό (λιάνα) με ξυλώδεις βλαστούς, πυκνή διακλάδωση και ωοειδή, οξύληκτα φύλλα, ύψους 20 μέτρων. Για κάποιον λόγο ανθίζει σπάνια με τετραπέταλα άνθη διαμέτρου 1,5 εκατοστού στο μέγιστο. Στη φύση το φυτό φύεται συνήθως δίπλα σε ποτάμια. Τα αλκαλοειδή περιέχονται στο φλοιό, με τη χαρμίνη στο 0,31-8,43%, τη χαρμαλίνη στο 0,03-0,83%, και την τετραΥδροχαρμίνη στο 0,05-2,94%. Τα δύο πρώτα αλκαλοειδή είναι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, ενώ το τρίτο περισσότερο λειτουργεί ως αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και δε συμμετέχει σημαντικά στη συνέργεια. Το αφέψημα του καάπι χρησιμοποιείται ακόμα κι ως αντιπαρασιτικό και καθαρτικό.

D. cabrerana, από ayahuascainfo.com.

Το άλλλο μαλπιγκιώδες φυτό, η διμεθυλοτρυπταμινούχος διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana), είναι κι αυτή τροπικό αναρριχητικό, όπως πολλά μέλη της οικογένειας, με φύλλα κάπως μεγαλύτερα και πλατύτερα του πρώτου είδους κι άνθη μικροσκοπικά, τετραπέταλα και συνήθως σε ομάδες των 4. Για κάποιον λόγο, ούτε αυτό το φυτό ανθίζει συχνά, κι ανταυτού αναπαράγεται, όπως και το προηγούμενο, με φυσικές καταβολάδες όταν κλαδιά του ακουμπούν το έδαφος. Είναι ιθαγενής στο βορειιοδυτικό μέρος της λεκάνης του Αμαζονίου, περιοχή που καλύπτει μέρος της Βραζιλίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού, όπου άλλωστε χρησιμοποιείται κι αποκαλείται «τσαλιπόγγα». Τα φύλλα της περιέχουν διμεθυλοτρυπταμίνη κατά 0,17-1,5%, ενώ σε ιχνώδεις ποσότητες έχουν ανιχνευθεί 5-μεθοξυτρυπταμίνη, φρυνοτονίνη, μεθυλοτρυπταμίνη, και μεθυλοτετραΥδρο β ανθρακολίνη. Στους βλαστούς έχουν ανιχνευθεί διμεθυλοτρυπταμίνη, 5-μεθοξυτρυπταμίνη και μεθυλοτετραΫδρο β ανθρακολίνη σε ιχνώδεις ποσότητες. Και τα δύο παραπάνω φυτά συχνά καλλιεργούνται στις περιοχές όπου φύονται είτε για την καλλωπιστική τους αξία είτε για χρήση στους κήπους των σαμάνω. Ριζώνουν εύκολα από μοσχεύματα κλαδιών τα οποία μπορούν είτε πρώτα να τοποθετηθούν στο νερό, είτε κατ’ευθείαν στο χώμα. Στα δικά μας κλίματα θα χρειαστούν οπωσδήποτε προστασία από την παγωνιά, αλλά κι από τις ακραίες καιρικές συνθήκες γενικά, καθώς και υψηλή υγρασία για τη βέλτιστη ανάπτυξή τους. Αναπτύσσονται γρήγορα και σύντομα θα καλύψουν μεγάλο χώρο, γι’αυτό απαραίτητη είναι η παροχή στηριγμάτων. Η εύρεση τέτοιων φυτών ωστόσο είναι πολύ δύσκολη. Περισσότερα γι’αυτά τα φυτά μπορειτε να διαβάσετε
Εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
και
εδώ.

P. viridis με καρπούς, από το Biopark.

Η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis) είναι εντελώς διαφορετικό φυτό. Ανήκει στην οικογένεια των ρουμπιδών (rubiaceae), μια οικογένεια με 600 γένη και περί τα 13.000 είδη με εξάπλωση κυρίως σε τροπικές περιοχές, με μέλη όπως ο καφές, η γαρδένια, η κολλητσίδα κλπ, και στην τάξη τω γεντιανωδών (gentianales). Το γένος της ψυχώτριας, που μάλλονπήρε τ’όνομά της εξαιτίας των ψυχικών μεταβολών που προκαλούν λίγα είδη του, είναι τεράστιο με περίπου 1900 είδη παντροπικής εξάπλωσης, κυρίως ως χαμηλά δέντρα και θάμνοι στον κατώτερο όροφο του τροπικού δάσους. Κάποια είδη είναι κοινά, άλλα απειλούνται σοβαρά με εξαφάνιση, και μερικά έχουν εξαφανιστεί ήδη λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Το είδος που μας ενδιαφέρει, η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis), είναι ιθαγενές της βόρειας Νότιας Αμερικής και συγγενική, αν όχι όμοια, με την ψυχώτρια του Ισημερινού (P. carthagensis), ενώ η επίσης συγγενική P. Alba ίσως περιληφθεί στο P. viridis. Το όνομά της στα κέτσουα είναι «τσακρούνα», από το ρήμα «τσακρούι», που σημαίνει ανακατεύω, λόγω της πρόσθεσής της στο μείγμα της αγιαχουάσκας. Είναι θάμνος ή μικρό δέντρο γεμάτης δομής ύψους 5 και πλάτους 2 μέτρων. Όπως όλες οι ψυχώτριες, στα νεότερα μέρη του βλαστού που δεν έχουν ξυλοποιηθεί αρκετά ακόμα, φαίνονται τα διαγνωστικά στοιχεία του γένους, τα ίχνη των δύο αντίθετων φύλλων κι αυτά των παραφύλλων που τα ενώνουν. Τα παράφυλλα, δύο φυλλοειδείς δομές στη βάση του μίσχου του φύλλου πολλών ανθοφόρων φυτών, είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένα σ’αυτό το γένος για να προστατεύουν τα νεαρά φύλλα, αλλά μετά το άνοιγμα του φύλλου πέφτουν. Πάνω από τη ζώνη αυτήν στο βλαστό υπάρχει μια μικρή ζώνη ερυθροπών τριχιδίων, διαγνωστικό στοιχείο για το είδος. Τα φύλλα είναι ωοειδή, μήκους 5-15 και πλάτους 2-6 εκατοστών, σχεδόν λεία, σπάνια με λίγα αραιά τριχίδια και με πεπλατυσμένο μίσχο. Τα άνθη είναι μικρά, με ανοιχτοπράσινα πέταλα και λευκούς στήμονες, και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, ενώ ο καρπός είναι μικρός, σαρκώδεις κι ερυθρός, κι ως τώρα δεν έχω βρει πληροφορίες για το αν τρώγεται, μολονότι οι καρποί ορισμένων αυστραλιανών φυτών τρώγονται, αν κι έχουν στυφή γεύση. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό σ’αυτό και σε αρκετά άλλα συγγενικά είδη είναι η ύπαρξη μικρών χωανοειδών θηλάκων στην κάτω πλευρά των φύλλων ανά ζεύγη στις διακλαδώσεις των βασικών νεύρων από το κεντρικό, των δωματίων, τα οποία στεγάζουν μικρά συμβιωτικά αρθρόποδα όπως ακάρεα που τρώνε τα φυτοφάγα έντομα και τους επιζήμιους μύκητες. Τα φύλλα του φυτου περιέχουν 0,1-0,66% αλκαλοειδή, το 99% των οποίων αποτελεί η διμεθυλοτρυπταμίνη. Η ψυχώτρια, αν και δυσεύρετη στις χώρες μας, εάν βρεθεί καλλιεργείται εύκολα, είτε ως καλλωπιστικό είτε για τα φύλλα της. Το φυτό ευδοκιμεί σε πλούσιο και υγρό έδαφος σε ήλιο ή ημισκιά, κανονικό ποτισμα και λίπανση και χρειάζεται προστασία από την παγωνιά και τις απότομες καιρικές μεταβολές. Η υψηλή υγρασία είναι ωφέλιμη, αν και το φυτό προσαρμόζεται κανονικά και σε ξηρότερες συνθήκες. Οι σπόροι του έχουν εξαιρετικά χαμηλό ποσοστο βλαστικότητας, οπότε ο μόνος βέβαιος τρόπος πολλαπλασιασμού του φυτού είναι με μοσχεύματα. Το φυτό αυτό ριζώνει εύκολα από απλά μοσχεύματα φύλλων. Το φύλλο θα πρέπει να κοπει καλά από τη βάση του με λίγο φλοιό του γονικού βλαστού, όπου θα βρίσκεται ιστός από το μάτι και το κάμβιο (ο μεριστωματικός/αναπτυξιακος ιστός που βρίσκεται μεταξύ του ξυλώματος και του φλοιώματος στα ξυλώδη φυτά και παράγει νέο ξύλο και φοιό κατά την κατά πάχος αύξηση του βλαστού, αλά και ρίζες και μάτια εάν αυτό χρειαστεί, π.χ. αν ο βλαστός κοπεί και βρεθεί σε κατάλληλες συνθήκες), που θα δώσει τη νέα ανάπτυξη. Το μισό έλασμα του φύλλου μπορεί έπειτα να κοπεί για τον περιορισμό της διαπνοής, και το φύλλο μπορεί να φυτευθεί κάθετα σ’ελαφρύ μείγμα άμμου ή περλίτη και φυλλοχώματος μέχρι το έλασμα σε φωτεινό, ζεστο και υγρό μέρος, π.χ. σε κάποιο δοχείο κλειστό με διαφανές πλαστικό για τη διατήρηση της υγρασίας, έως ότου να ριζοβολήσει και να δείξει σημεία ανάπτυξης. Τα περισσότερα μοσχεύματα επιτυγχάνουν. Όταν αρχίζει το φυτό ν’αναπτύσσεται, θα πρέπει σιγά-σιγά να προσαρμόζεται στο ξηρότερο περιβάλλον, και τελικά, όταν φτάσει ένα καλό ύψος, μπορεί να μεταφυτευθεί σε κανονική γλάστρα. Περισσότερα για την ψυχώτρια μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εεδώ,
Και
Εδώ.

V. theiodora με άνθη, από Entheology.

Το δεύτερο αμαζονιακό παραισθησιογόνο παρασκεύασμα παραμελήθηκε από την επιστήμη μέχρι της πρόσφατες δεκαετίες λόγω της επικέντρωσης των ερευνητών στην αγιαχουάσκα. Είναι η τρυπταμινούχος ρητίνη μερικών δέντρων του γένους Virola της τροπικής Αμερικής, κυριως του Αμαζονίου. Το γένος της βιρόλας, που ανήκει στην οικογένεια των μυριστικιδώ (myristicaceae), όπου εντάσσεται και το συγγενικό ινδικό μπαχαρικό και παραληρηματογόνο σε υψηλές δόσεις νουτμέγκ (Myristica fragrans), περιλαμβάνει περίπου 67 είδη σε Κεντρική και τροπική Νότια Αμερική, με τη Virola guatemalensis το βορειότερο είδος στη Γουατεμάλα και στο νότιο Μεξικό. Κάποια απ’τα τοπικά ονόματα για τα δέντρα αυτά είναι «καμάλα», «επένα» και «παρίκα». Η οικογένεια αυτή ανήκει στα μανολιοειδή ανθοφόρα φυτά, ομάδα πρωτόγονων ανθοφόρων φυτών πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυληδόνων και των δικοτυληδόνων, των κύριων σημερινών κλάδων. Τα φυτά αυτά φέρουν προγονικά για τα ανθοφόρα στοιχεία όπως δενδρώδη μορφή, απλά, μεγάλα φύλλα, τριμερή άνθη (με τα διάφορα μέρη τους ανά 3, αυτό το κράτησαν τα μονοκοτυλήδονα ενώ τα δικοτυλήδονα τα έκαναν 4 ή 5), και μονοκολπική γύρη, δηλαδή μ’έναν πόρο, όπως συναντάται στα γυμνόσπερμα και στα μονοκοτυλήδονα (τα δικοτυλήδονα έχουν τρικολπική). Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Virola theiodora (βιρόλα η θείοσμος) στο οποίο εντάσσεται και η μορφή με το πρώην όνομα V. elongata. Το σχετικά μικρό δέντρο αυτό των δασών του δυτικού Αμαζονίου φτάνει σε ύψος τα 8-23 μέτρα με διάμετρο του κυλινδρικού κορμού τα 50 εκατοστά. Ο φλοιός είναι λείος, καφέ με γκρίζες κηλίδες, και στο εσωτερικό του υπάρχει άφθονη κοκκινωπή κολλώδης ρητίνη, όπως και στα περισσότερα μέλη του γένους, το οποίο αποτρέπει την είσοδο των εντόμων, και στο συγκεκριμένο και σε μερικά συγγενικά είδη περιέχει τρυπταμίνες έως και κατά 8% όπως 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και διμεθυλοτρυπταμίνη, καθώς και σε αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης σε μικρότερο ποσοστό. Τα φύλλα του δέντρου, που μυρίζουν σαν τσάι όταν ξεραθούν, είναι λεία και ωοειδή, μήκους 9-33 και πλάτους 4-11 εκατοστών. Το δέντρο είναι μόνοικο με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό, με τις χρυσοκαφέ αρσενικές ταξιανθίες συνήθως στα 4 εκατοστά στις μασχάλες των φύλλων, και τα θηλυκά άνθη μικροσκοπικά και κίτρινα σε ομάδες των 2-10, τα οποία έχουν πολύ έντονη θειώδη οσμή, εξού και τ’όνομα του είδους. Ο καρπός είναι σχεδόν σφαιρικός διαμέτρου 1-2 εκατοστών με στοιχεία βοηθητικού καρπού (φαινομενικά καρπώδης ιστος που δεν προέρχεται από τη γονιμοποιημένη ωοθήκη του άνθους, αλλά από γειτονικούς ιστούς) μέχρι τη μέση του σπόρου. Δεν έχω βρει ούτε μια πληροφορία για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, πέρα από το ότι σχεδόν ποτέ για κάποιον άγνωστο λόγο δεν καλλιεργείται, ούτε καν στις χώρες όπου ενδημεί, επομένως είναι πολύ δυσεύρετο έως πρακτικά αδύνατο να βρεθεί στις χώρες μας. Το φυτό και οι χρήσεις του άρχισαν να γίνονται αντικείμενα μελέτης μόλις κατά τη δεκαετία του 1980, κυρίως από το Richard Evance Schultes και το Γερμανοελβετό χημικό Albert Hoffman, περισσότερο γνωστό για την πρώτη σύνθεση του lsd (διαιθυλαμιδολυσεργικού οξέος), αλλά κι από άλλους, οι οποίοι έχουν συγγράψει ενδιαφέροντα βιβλία που πρέπει να διαβάσω στο μέλλον.

Η ρητίνη της βιρόλας χρησιμοποιείται λοιπόν ευρέως σαμανιστικά στις περιοχές του δυτικου Αμαζονίου της Βραζιλίας, του Ισημερινού, της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, συχνά παράλληλα με την αγιαχουάσκα. Εφόσον η ρητίνη περιέχει και αναστολεις της μονοαμινοξειδάσης, είναι ενεργή και διά στόματος, οπότε οι ιθαγενείς μπορεί να την καταναλώσουν είτε νωπή από το δέντρο είτε, συνήθως, σε μικρούς σβόλους. Συνήθως όμως η ρητίνη αποξηραίνεται, κονιορτοποιείται και ρουφιέται απ’τη μύτη. Η Παρασκευή της ρητίνης ποικίλει ανά φυλή και τόπο. Οι Κολομβιανοί Ινδιάνοι σχίζουν μεγάλα τμήματα του φλοιού ενός δέντρου το πρωί, κι έπειτα ξύνουν το εσωτερικό, το οποίο τοποθετούν σε κρύο νερό για να διαλυθεί η ρητίνη. Έπειτα βράζουν το διάλυμα ώστε να γίνει πηχτό σιρώπι, κι έπειτα το στεγνώνουν και το κονιορτοποιούν σε πολύ ψιλή σκόνη για ρούφηγμα, συχνά ανακατεύοντάς το με τη στάχτη από ένα κακαόδεντρο για ν’απελευθερωθούν τα αλκαλοειδή λόγω βασικού περιβάλλοντος (το ίδιο ακολουθείται και κατά την Παρασκευή τω σπόρω της αναδενάνθηρης, δείτε το προηγούμενο άρθρο). Τα άτομα της φυλής των Ουάικα του Ορινόκο συνήθως ξύνουν το εσωτερικό του φλοιού και την επιφάνεια του κορμού του δέντρου, και μετά στεγνώνουν το πριονίδι πάνω από μια φωτιά. Όταν χρειάζονται ρητίνη, βράζουν ένα κομμάτι του πριονιδιού, και το υγρο που προκείπτει το βράζουν έως ότου να γίνει παχύ σιρώπη, έπειτα το στεγνώνουν, το κονιορτοποιούν και το ανακατεύουν με ίση ποσότητα Justicia pectoralis, προσθέτωντας στο τέλος και λίγη στάχτη. Σε πιο ανατολικές περιοχές των Ουάικα στη Βραζιλία, οι ιθαγενείς συλλέγουν τη ρητίνη αφού κόψουν ένα τέτοιο δέντρο, κι αφού βγάλουν μεγάλες λωρίδες φλοιού, αφήνουν την κόκκινη ρητίνη να ρεύσει και ο σαμά΄νος την συλλέγει σ’ένα αγγείο, τη θερμαίνει πάνω από μια φωτιά μέχρι να γίνει σιρώπι κι έπειτα τη στεγνώνει στον ήλιο για να γίνει κρυσταλλώδης σαν κεχριμπάρι, οπότε την κονιορτοποιεί σε λεπτότατη σκόνη (ναγιακουάνα), η οποία συνήθως αναμειγνύεται με Justicia pectoralis για καλύτερη μυρωδιά. Οι Ντεσάνα της Κολομβίας αναμειγνύουν το φλοιού αυτού του είδους με αυτόν ενός συγγενικού, της V. Calophyla, κι έπειτα προσθέτουν σκόνη καπνού, σκόνη φύλλων κόκας, σκόνη φλοιού του καάπι, και κάτι βασικό όπως στάχτη τω φύλλω του γένους Checropia ή ασβεστόλιθο από σταλακτίτες.

Οι χρήσεις είναι αρκετά ποικίλες, όσο και οι φυλές που το χρησιμοποιούν, γενικά όμως χρησιμοποιείται για τους ίδιους κύριους λόγους που είχα αναφέρει παραπάνω όσον αφορά τη σαμανιστική χρήση ενθεογόνων. Οι σαμάνοι της Βενεζουέλας συχνά καπνίζουν τη ρητίνη ή πίνουν ρόφμα απ’αυτήν για να θεραπεύσουν ασθένειες ή να διώξουν κακά πνεύματα. Οι Τακάνο, οι οποίοι καταναλώνουν και αγιαχουάσκα, αποκαλούν τη ρητίνη αυτήν «βίχο» κι ο σαμάνος που την καταναλώνει μπορεί να επικοινωνήσει με το θεό αυτής της ουσίας, τον Βίχο-Μάσε, ο οποίος κατοικεί στο Γαλαξία, και μέσω αυτού και με άλλα πνεύματα. Οι Τακάνο έχουν έναν αρκετά παράξενο μύθο για την προέλευση της παραισθησιογόνου ρητίνης? Πιστεύουν ότι προήλθε από το σπέρμα του θεού Ήλιου, ο οποίος είχε αιμομικτική σχέση με την κόρη του η οποία του είχε ξύσει το πέος. Το σπέρμα που βγήκε τότε ο θεός τό’δωσε στους ανθρώπους ως βίχο. Ως εκ τούτου οι Τακάνο φυλάσσουν την ιερή σκόνη σε ειδικά αγγεία που λέγονται «μουχίπου νούρι», δηλαδή πέη του Ήλιου. Τέλος ο πληθυσμός που το χρησιμοποιεί ποικίλει ανά φυλή. Ενώ λοιπόν στην Κολομβία συνήθως μόνο οι Σαμάνοι καταναλώνουν τη σκόνη, στη δυτική Βραζιλία συχνά μπορούν να την πάρουν σχεδόν όλοι. Στις περισσότερες φυλές εκεί όλοι οι άντρες πάνω από 13 ή 14 ετών μπορούν να την καταναλώσουν, ενώ σε μια μεγάλη αιτήσια τελετή η σκόνη καταναλώνεται συνεχόμενα σε υπερβολικές ποσότητες για το διάστημα των 2-3 ημερών, ώστε έχει καταγραφεί και θάνατος ενός σαμάνου απ’αυτήν την πρακτική, κάτι όμως που φαίνεται να μην πτοεί κανέναν.

Πέρα από τις ενθεογόνες χρήσεις, η βιρόλα χρησιμοποιείται φαρμακευτικά, και συχνα τα είδη που επιλέγονται γι’αυτήν τη χρήση είναι διαφορετικά απ’τα παραισθησιογόνα. Ο φλοιός καπνίζεται ή το τσάι του πίνεται για την καταπολέμηση του πυρετού αι των κακών πνευμάτων (οι περισσότεροι πρωτόγονοι θεωρούν τις ασθένειες, ιδίως της βαριές ή τις παράξενες, ως έργο κακόβουλων πνευμάτων ή δαιμόνων). Η ρητίνη επίσης απλώνεται στο μολυσμένο από μύκητες δέρμα για την καταπολέμησή τους, ενώ ένα είδος που δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, χρησιμοποιείται ως αντισυληπτικό. Σε μικρές δόσεις ο φλοιός ως αφέψημα ή καπνιστός χρησιμοποιείται για την τόνωση των νοητικών λειτουργιών, της μνήμης και της νοημοσύνης. Ακόμα κι αυτοί οι λαοί ενδιαφέρονται, όπως φαίνεται, για την υγεία κι ενδυνάμωση του μυαλού τους. Περισσότερα για τη βιρόλα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Μ’αυτό το άρθρο έκλεισα τη σειρά για τα παραισθησιογόνα φυτά της Νότιας Αμερικής. Είναι πολύ ενδιαφέρον θέμα και πρόκειται να με απασχολήσει για πολύ καιρό ακόμα. Σχεδιάζω να διαβάσω τα βιβλία εθνοβοτανολόγω και χημικών όπως του Schultes και του Hoffman σύντομα. Σε επόμενα μελλοντικά άρθρα θα συνεχίσω με άλλες ομάδες παραισθησιογόνων φυτών και τις χρήσεις τους.