Παραισθησιογόνες ουσίες έχουν χρησιμοποιηθεί από πολλούς πολιτισμούς του πλανήτη μας στο παρελθόν, αλλ’ακόμα και σήμερα, για διάφορους λόγους όπως θρησκευτικούς (επικοινωνία με το θείο ή τους προγόνους), μαντικούς, θεραπευτικούς, ψυχοναυτικούς κλπ. Μπορεί σήμερα ο δυτικός πολιτισμός να τα’αντιμετωπίζει αρνητικά, τουλάχιστον με επιφυλακτικότητα, συνήθως με μίσος και φόβο, στην πραγματικότητα όμως οι πολιτισμοί που τα είχαν εντάξει στο πρόγραμμά τους τα θεωρούσαν σημαντικό μέρος της ύπαρξής τους. Οι ουσίες αυτές, που συνήθως προέρχονται από φυτά ή μύκητες, και αρχική τους λειτουργία ήταν η απώθηση των εχθρών, τυχαίνει νά’χουν ενδιαφέροντα αποτελέσματα στο ανθρώπινο μυαλό, έχουν γίνει αντικείμενο αρκετής μελέτης που ακόμα και σήμερα δεν έχει διαλευκάνει πλήρως τη λειτουργία τους. Και δεν πιστεύω πως θα διαλευκανθεί πλήρως ποτέ, διότι αφορά τη συνείδηση κι εναλλακτικές καταστάσεις της, κάτι δύσκολο να περιγραφεί αντικειμενικά. Προφανώς έχω ένα ενδιαφέρον γι’αυτές τις ουσίες και τα’αποτελέσματά τους, γι’αυτόάλλωστε διαβάζω αρκετά γι’αυτά κι έπειτα δημοσιεύω εδώ στο Ιστολόγιο διάφορα συμπεράσματα και πληροφορίες απ’ό,τι βρίσκω. Στην πραγματικότητα, καμία άλλη φαρμακευτική ουσία δεν έχει προξενήσει τέτοια περιέργεια, τέτοιον προβληματισμό, και τέτοιο δέος στο ανθρώπινο είδος όσο τα παραισθησιογόνα, γιατί αυτά έχουν τη δυνατότητα ν’αλλάζουν εκ θεμελίων την ψυχή ενός ανθρώπου (προσωρινά φυσικά), με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Το
Προηγούμενο μου άρθρο
Λοιπόν ήταν αφιερωμένο στους παραισθησιογόνους κάκτους, με αφορμή την προσθήκη μερικών ειδών αυτής της ομάδας στη
Φυτική συλογή μου.
Με έναυσμα λοιπόν εκείνο το θέμα, για το οποίο έπρεπε να ψάξω αρκετά, έψαξα έπειτα και για διάφορα άλλα παραισθησιογόνα φυτά, για τα οποία θα πρέπει να κάνω μερικά άρθρα εδώ στη συνέχεια. Τα φυτά αυτά είναι τρυπταμινούχα (οι κάκτοι περιείχαν μεσκαλίνη, μια φαιναιθυλαμίνη) και χρησιμοποιούνταν κι αυτά από Ινδιάνους της Αμερικής. Θ’αναρωτηθείτε τώρα γιατί μονο οι Ινδιάνοι να χρησιμοποιούσαν παραισθησιογόνα και μάλιστα τόσα πολλά είδη. Κι εγώ όμως αναρωτιέμαι γι’αυτό, κι ως τώρα δεν έχω βρει κάποια ικανοποιητική απάντηση. Πράγματι οι Ινδιάνοι, από το Μεξικό και κάτω, εντάσσουν ή ενέτασσαν συχνά στις τελετουργίες τους διάφορες ψυχοενεργές ουσίες, ιδίως παραισθησιογόνες. Κι άλλοι λαοί ανά τον κόσμο χρησιμοποιούν παραισθησιογόνα, αλλά πολύ σπανιότερα και πολύ πιο περιορισμένα, π.χ. οι σαμάνοι της Σιβηρίας που παίρνουν Amanita muscaria ή οι Αφρικανοί του Καμερούν που παίρουν ιμπόγκα κατά τις τελετές μύησής τους. Ο λόγος για τον οποίον πιστεύω εγώ πως η ευρύτερη χρήση παραισθησιογόνων εντοπίζεται στην Αμερική είναι ωστόσο η ύπαρξη και μεγαλύτερης ποικιλίας τέτοιων φυτών εκεί, τα οποία, σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη του κόσμου, είναι αρκετά ασφαλέστερα και μη τοξικά. Οι κάκτοι για παράδειγμα ή η
Salvia divinorum
Είναι φυτά με ουσίες που επιδρούν προσωρινά στον εγκέφαλο, χωρίς να προκαλούν σημαντικά σωματικά συμπτώματα ή μόνιμη βλάβη. Από την άλλη, η
Ντατούρα
Της Ευρώπης ή ο
Μανδραγόρας
Είναι και παραισθησιογόνα και τοξικότατα – πράγματι μεγάλη δόση τους μπορεί να επιφέρει το θάνατο -, κι έτσι χρησιμοποιήθηκαν σπανιότατα. Όμως αυτή η εξήγηση δε μου φαίνεται πάλι επαρκής, αφού υπάρχουν και σ’άλλα μέρη του κόσμου, αν και λιγότερα, κι άλλα παραισθησιογόνα κι όχι ιδιαίτερα τοξικά φυτά, τα οποία δεν τα χρησιμοποίησε κανένας πολιτισμός. Τα κοινότατα καλάμια του γένους Phalaris του Βορείου Ημισφαιρίου για παράδειγμα περιέχουν διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση τους από κανέναν. Το ίδιο και με το παραισθησιογόνο/μαγικό μανιτάρι Psilocybe semilanceata σχεδόν όλου του Βορείου Ημισφαιρίου, που, αν και μη τοξικό, δε χρησιμοποιήθηκε από κανέναν. Ομοίως η έντονα ψυχεδελική αργυρεία (Argyreia nervosa), φυτό συγγενικό με τα παραισθησιογόνα χωνάκια του Μεξικού ιθαγενής της Ινδίας, αν και το υψηλότερο σε αμιδολυσεργικό οξύ απ’τα χωνάκια, δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους αρχαίους Ινδούς για τις ψυχοενεργές του ιδιότητες, μολονότι η χρήση του στην αγιουρβεδική ιατρική γι’άλλα θέματα ήταν διαδεδομένη, ενώ οι ιθαγενείς του Μεξικού χρησιμοποιούσαν παρόμοια φυτά τακτικά, ίσως κι ως τοκύριο παραισθησιογόνο στις περιοχές που φύτρωναν. Μήπως τελικά, συμπεραίνω απ’τα παραπάνω, υπάρχει και κάποια γενετική προδιάθεση στη χρήση παραισθησιογόνων στους Ινδιάνους; Θά’ταν ενδιαφέρον να γίνει μια συγκριτική γενετική μελέτη με γονίδια των υποδοχέων της σεροτονίνης, εκεί όπου δρουν τα ψυχοδηλωτικά, σε Ινδιάνους διαφόρω περιοχών κι από περιοχές που παραδοσιακά κατανάλωναν πολλά παραισθησιογόνα, σε Ευρωπαϊκής καταγωγής χρήστες και μη, καθώς και σε άτομα άλλων φυλών, μήπως κι επιβεβαιωθεί αυτή η υπόθεση. Όποιος και νά’ναι ο λόγος πάντως, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι Ινδιάνοι είναι απ’τις φυλές που ιστορικά χρησιμοποιούσαν τέτοιες ουσίες περισσότερο. Ιστορικά όμως, γιατί με την έλευση των Ισπανών κατακτητών και των ιεραποστόλων η τελετουργική χρήση τους καταπιέστηκε ως πράξη μαγείας, και σήμερα μόνο απομονωμένες φυλές τα χρησιμοποιούν ακόμα όπως πριν, αλλά και μερίδες του πληθυσμού που άρχισαν να επανακτούν συνείδηση του παρελθόντος τους και σήμερα, στο πολύ λιγότερο θρησκευτικά καταπιεστικό περιβάλλον, έχουν ιδρύσει εκκλησίες με μείγμα χριστιανικών και σαμανικών στοιχείων, όπως την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών της Β. Αμερικής, τα μέλη της οποίας χρησιμοποιούν τον κάκτο του πεγιότ, και τη φυτική ένωση (Uniao do Vegetal) και το Santo Daime κυρίως της Βραζιλίας, τα μέλη των οποίων χρησιμοποιούν αγιαχουάσκα.

Σήμερα ίσως, με καθαρά αριθμητικά κριτήρια (στοιχεία δεν έχω), ο πολιτισμός που να χρησιμοποιεί περισσότερο τα παραισθησιογόνα νά’ναι ο δυτικός, ο οποίος όμως, όπως πάντα, παίρνει αποσπασματικά στοιχεία των άλλων που καταλύει τα οποία του φαίνονται καλά, κι έτσι απ’τους Ινδιάνους πήρε τα παραισθησιογόνα, απ’τους βουδιστές τη |Γιόγκα κλπ. Έπειτα φυσικά η χρήση των παραισθησιογόνων στο δυτικό πολιτισμό πήρε άλλους δρόμους – δεν πίστευε κανείς, οι περισσότεροι τουλάχιστον, σε πνεύματα -, κι έτσι η χρήση τους πήρε έναν πιο επιστημονικό προσανατολισμό, π.χ. ως μέρος ψυχιατρικής θεραπείας. Συγχρόνως αναπτύχθηκε και η ψυχοναυτική με τα παραισθησιογόνα, μια ατομική κυρίως διαδικασία ψυχικής εξερεύνησης μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης, που γίνεται φυσικά και χωρις ουσίες, π.χ. με την ανάλυση των ονείρων ή το συνειδητό ονείρεμα (ονειροναυτική), με το διαλογισμό, με την ύπνωση, με την
Αλλαγή των εγκεφαλικών κυμάτων,
Με την υποβολή του εαυτού σε ακραίες καταστάσεις βλ.
Φακίρης Μουσαφάρ
Κλπ. Γρήγορα επίσης χρησιμοποιήθηκαν και για τη διασκέδαση (πάρε, φίλε, λίγο lsd για να τη βρεις), κάτι με το οποίο δε συμφωνώ απολύτως, αν κι αν δε γίνεται υπερβολικά τουλάχιστον δεν πιστεύω πως πρέπει να έχω πρόβλημα. Δηλαδή μπορεί πάλι το γεγονός ν’αντιτίθεται στις προσωπικές μου απόψεις, αλλ’εφόσον δε βλάπτει δε θα πρέπει ν’ασχολούμαι. Άλλωστε και παραδοσιακοί πολιτισμοί καμιά φορά χρησιμοποιούσαν τέτοιες ουσίες έτσι, π.χ. οι Αζτέκοι κατανάλωναν μαγικά μανιτάρια (τενανακάτλ) στις μεγάλες γιορτές, περνούσαν από μια ψυχεδελική κρίση κι έπειτα έλεγαν μεταξύ τους αυτά που είδαν. Και τέλος, δε θα πρέπει να ξεχάσουμε και τη σκοτεινή πλευρά του πειραματισμού με τα παραισθησιογόνα στο δυτικό πολιτισμό, όταν αυτά διερευνήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 κυρίως από τη CIA ως πιθανοί παράγοντες εκμαίευσης στοιχείων, ευτυχώς με ανεπιτυχή αποτελέσματα. Οι άνθρωποι που βλάφθηκαν πάντως απ’αυτές τις αισχρές δοκιμές δεν ήταν λίγοι, και λόγω της μυστικότητας δε θα γνωρίζουμε ποτέ τον ακριβή αριθμό τους. Γενικά πάντως ο δυτικός πολιτισμός δεν υιοθέτησε ποτέ ευρέως τη χρήση αυτών των ουσιών, γι’αυτό κι έγιναν σιγά-σιγά παράνομες οι περισσότερές τους, τουλάχιστον στην καθαρή τους μορφή (δηλαδή ο ζωντανός οργανισμός που τις φέρει μπορεί να μην καλύπτεται απ’το νόμο). Αν και οι λόγοι για τους οποίους έγιναν οι ουσίες αυτές παράνομες μου φαίνονται αρκετά ασαφείς, το θέμα είναι ότι έγιναν, κι όχι μόνο αυτό, αλλά απαγορεύθηκε ακόμα κι από επιστημονικούς οργανισμούς η μελέτη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η ψυχολογία και η ψυχιατρική στρέφονται και πάλι στη μελέτη τους, αν κι ακόμα με πολλάνομικά εμπόδια.

Επειδή λοιπόν τα τρυπταμινούχα φυτά της Αμερικής είναι πολλά, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθώ σ’αυτά της οικογένειας των ψυχανθών κάποτε ή κυαμιδώ τώρα (fabaceae), της γνωςτής μεγάλης οικογένειας που περιλαμβάνει τα όσπρια (φασόλια, φακές, κλπ), τις ακακίες, τις μιμόζες, τον αρακά, το τριφύλλι, το βήκο κι άλλα τέτοια φυτά. Τα περισσότερα μέλη αυτής της οικογένειας είναι θαμνώδη ή ποώδη πολυετή, αλλ’υπάρχουν και μονοετή όπως τα όσπρια ή και δέντρα όπως οι μιμόζες, οι ακακίες και πολλά άλλα. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας έχουν πτεροειδή φύλλα εναλλάξ, άνθη συνήθως σε ταξιανθίες, συμετρικά ή ασύμμετρα, με 5 ενωμένα πέταλα, 5 ελεύθερα σέπαλα, 10 στήμονες, όλα συνενωμένα στη βάση τους σ’ένα χαμηλό υπάνθιο και μία ωοθήκη στη μέση που εξέχει, τα οποία επικονιάζονται από τα έντομα. Ο καρπός λέγεται χέδροπας και είναι το γνωστό φασολάκι. Οι ρίζες των φυτών αυτών παράγουν τα γνωστά φυμάτια, μικρές δομές που στεγάζουν συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Rhizobium, τα οποία παρέχουν το περισσότερο άζωτο στο φυτό, έτσι τα φυτά αυτά μπορούν να ευδοκιμήσουν και σε πιο φτωχά εδάφη, ενώ τα αποβληθέντα μέρη τους λιπαίνουν το έδαφος γι’άλλα φυτά του οικοσυστήματος. Γι’αυτόν επίσης το λόγο έχουν χρησιμοποιηθεί ως βιολογικό λίπασμα στη γεωργία. Η αζωτοδέσμευση με τη βοήθεια βακτηρίω πάντως δεν είναι μοναδική σ’αυτά τα φυτά, αφού σπανιότερα εμφανίζεται και σε διάφορα άλλα ανθοφόρα είδη, σ’όλα τα
Κυκαδόφυτα,
Καθώς και στις υδρόβιες φτέρες του γένους Azola. Η ικανότητα των ψυχανθών νά’χουν λίγο παραπάνω άζωτο διαθέσιμο τα ωφελεί από τη μία, αφού μπορούν να παράγουν περισσότερες πρωτεΐνες και ν’αποθηκεύουν περισσότερη τροφή στο σπόρο, από την άλλη όμως αυτό το χαρακτηριστικό κάνει τους σπόρους τους θρεπτικούς και λεία πολλών ζώων. Γι’αυτό και τα περισσότερα είδη έχουν εξελίξει τοξίνες για ν’αποθούν τους εχθρούς. Έτσι τα ωμά κουκιά, τα λαθούρια (γένος Lathyrus), η Mucuna pruriens και ο Aprus precatorius είναι πολύ τοξικά φυτά, το καθένα με διαφορετικό τρόπο (χρειάζονται τις δημοσιεύσεις τους κι αυτά στο μέλλον). Μερικά απ’αυτά τα φυτά λοιπόν έχουν εξελίξει αλκαλοειδή με παραισθησιογόνες ιδιότητες.

Τα φυτά που θ’αναφέρω στο άρθρο περιέχουν όλα τρυπταμίνες, ουσίες παρόμοιες με τη δική μας 5-υδροξυτρυπταμίνη ή αλλιώς σεροτονίνη. Οι διαφορετικές αυτές τριπταμίνες, όπως η διμεθυλοτρυπταμίνη, η 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και η φρυνοτονίνη ή μπουφοτενίνη, δρουν, όπως και τα υπόλοιπα ψυχεδελικά, στους υποδοχείς 5ht2a και 5ht2c της σεροτονίνης (στοιχεία απ’αυτό
Το πλήρες
Άρθρο για τις ψυχοδηλωτικές ουσίες).

Ψυχοδηλωτικές ή ψυχεδελικές ουσίες είναι λοιπόν η μεγαλύτερη και πιο κοινή κλάση των παραισθησιογόνων, και πήραν το όνομά τους εξαιτίας της ικανότητας τους να δηλώνουν στο χρήστη μέρη της ψυχής κρυμμένα ως τότε, μέρη του υποσυνειδήτου. Βασικά αίρουν τα βιολογικά ή μαθημένα φίλτρα τα οποία ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να κρατά μόνο τις πληροφορίες που χρειάζεται, ώστε διάφορες σκέψεις και υποσυνείδητα στοιχεία να γίνονται συνειδητά, τα πράγματα γύρω ν’αποκτούν μεγάλη σημασία (αυτό μπορεί νά’χει και αρνητικές προεκτάσεις, ένα μικρό καθημερινό άγχος για παράδειγμα μπορεί ν’αποκτήσει υπαρξιακές διαστάσεις), τα συναισθήματα βιώνονται αλλιώς, κλπ., ο διευρυμένος νους δηλαδή κατά τον Aldous Huxley. Επίσης ο χρήστης μπορεί να βιώσει αλλαγές στην αντίληψη του χρόνου, συνήθως διαστολή του, ανακάτεμα σκέψεων και παράξενους συνειρμούς, οπτικές ή άλλες παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, ακόμα και οράματα. Είναι πολύ δύσκολη η περιγραφή των αποτελεσμάτων των ουσιών αυτών, αφού εξαρτώνται κατά μεγάλο βαθμό από τις πίστεις, τη νοητική και συναισθηματική κατάσταση, καθώς κι από το περιβάλλον του χρήστη κατά τη λήψη, το set και το setting όπως έλεγε ο Timothy Leary στα βιβλία του. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο σκέψης κι αντίληψης μπορεί να φέρει έναν προβληματισμένο άνθρωπο στη λύση ενός προβλήματος, έναν ταραγμένο άνθρωπο στην ειρήνη του με τον εαυτό του και με τους άλλους, μπορεί να δώσει συγγραφικήή καλλιτεχνική έμπνευση, μπορεί επίσης να φέρει κάποιον απροετοίμαστο ή αγχωμένο στην παράνοια και στον ακραίο φόβο, ακόμα και στην αφισβήτηση του εαυτού και της πραγματικότητας, να οδηγήσει σε ψευδή συμπεράσματα για κάτι (ο εγκέφαλος δε θα διαφωτιστεί ξαφνικά, μ’αυτά που ξέρει θα δουλέψει κι αν δεν ξέρει κάτι καλά ό,τι φάρμακο και αν πάρει δε θα το μάθει ουρανοκατέβατα), να οδηγήσει κάποιον σε περίεργες μεταφυσικές διαπιστώσεις κλπ. Γι’αυτό οι ουσίες αυτές έχουν τόσο πολύπλοκα αποτελέσματα και θεωρούνται οι πλέον ενδιαφέρουσες όλων των φαρμακευτικών ουσιών. Μολονότι η ανθρωπότητα συμπεριφέρεται σήμερα σαν να τις ξέχασε, στην πραγματικότητα η ύπαρξή τους παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών, κι όποτε δίνεται η ευκαιρία οι επιστήμονες προσπαθούν και πάλι να τις μελετήσουν.

Σε σχέση μ’άλλα ψυχοδηλωτικά, απ’ό,τι έψαξα, η διμεθυλοτρυπταμίνη (dmt) προκαλεί έντονες παραισθήσεις, αποσύνδεση ίσως από την άμεση πραγματικότητα, αρκετά έντονα οπτικά φαινόμενα και συναισθησία, καθώς και συχνότερη εμφάνιση οραμάτων με ονειρώδη χαρακτήρα, μεταφορά σ’άλλα μέρη κλπ με τη συνοδεία διαφόρων περίεργων οντοτήτων (ξωτικά της διμεθυλοτρυπταμίνης κατά Terence McKenna), τα οποία μπορεί να επικοινωνούν με το χρήστη, κι άλλοι τά’χουν αποδώσει σε πραγματικά πνεύματα, άλλοι σε εξωγήινους ή προγόνους, εγώ πιστεύω πως είναι άλλες όψεις του εαυτού του ίδιου του ανθρώπου, ίσως και κάποιοι άνθρωποι από την καθημερινή του ζωη, ό,τι γίνεται δηλαδή και στα όνειρα. Η 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη (5-meo-dmt) έχει παρόμοιες συνέπειες με την προηγούμενη ουσία. Η φρυνοτονίνη όμως, η οποία πήρε το όνομά της ύστερα από την πρώτη απομόνωσή της από δηλητήριο φρύνου, έχει, παραδόξως γι’αυτές τις ουσίες, περισσότερο τοξικά αποτελέσματα στο σώμα. Σε μελέτες με χρήστες αυτής της ουσίας ή σε τρόφιμους φυλακών και ψυχιατρείων κατά των 20ο αι., οι οποίοι ουσιαστικά χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα λαμβάνοντας υψηλές δόσεις, παρατηρήθηκε εφύδρωση, παραισθησία (μυρμήγκιασμα, γαργάλημα κλπ στο δέρμα), ταχυκαρδία, ταχύπνοια, αταξία, και σε υψηλότερες δόσεις επικίνδυνες αρριθμίες. Ευτυχώς κανείς δεν πέθανε κατά τα πειράματα, αν και σε μια μελέτη κατά τη δεκαετία του 1960 που είχα διαβάσει ένα υποκείμενο έπαθε ανακοπή και χρειάστηκε ανάνιψη. Άλλες μελέτες πάντως διαφωνούν, αναφέροντας περισσότερο ψυχεδελικά στοιχεία. Η αλήθεια θα βρίσκεται κάπου στη μέση μάλλον, δηλαδή η φρυνοτονίνη θά’ναι και ψυχεδελική αλλά και τοξική, ιδίως σε μεγαλύτερες δόσεις. Το παράξενο με τη διμεθυλοτρυπταμίνη και τη φρυνοτονίνη πάντως είναι ότι έχουν ανιχνευθεί σε ιχνώδεις ποσότητες στον ανθρώπινο οργανισμό και σ’αυτούς πολλών άλλω θηλαστικών, με ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Κάποιοι επιστήμονες για παράδειγμα υποστηρίζουν ότι η λεπτή ισορροπία διμεθυλοτρυπταμίνης μέσα μας βοηθά στη σωστή αντίληψη της πραγματικότητας, και μια απότομη απελευθέρωσή της κατά τον ύπνο ή κατά περιπτώσεις μεγάλου στρες συμβάλλει στα όνειρα και στις λεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες αντίστοιχα που τόσοι πολλοί παραψυχολόγοι έχουν αγαπήσει. Η φρυνοτονίνη επίσης έχει ανιχνευθεί σε υψηλότερα ποσοστά στα ούρα σχιζοφρενών σε σχέση με υγιή άτομα. Περίεργα όλα αυτά, θα χρειαστούν άλλη δημοσίευση στο μέλλον οπωσδήποτε. Θα πρέπει επίσης να διαβάσω το βιβλίο του Αμερικανού ψυχιάτρου «Διμεθυλοτρυπταμίνη: το μόριο του πνεύματος», που απ’ό,τι έχω ακούσει είναι πολύ καλό. Αυτός είναι ο πρώτο ςεπιστήμονας που υποθέτει τους ρόλους της ενδογενούς διμεθυλοτρυπταμίνης. Και οι τρεις παραπάνω ουσίες στην καθαρή μορφή τους, καθώς κι άλλες λιγότερο γνωστές τρυπταμίνες, έχου γίνει σχεδόν διεθνώς παράνομεςμε το πέρασμα της Σύμβασης για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ, με μεγάλες συνέπειες στη συνέχιση της επιστημονικής έρευνας πάνω σ’αυτές όπως είπα. Οι οργανισμοί που τις φέρουν πάντως ακόμα τους επιτρέπεται να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσάμας, αν και θεωρητικά μπορούν οποτεδήποτε να τεθούν εκτός νόμου από κάποιο κράτος για κάποιον λόγο, όπως έγινε για παράδειγμα με τα μαγικά μανιτάρια. Σας μπερδεύουν οι αοριστολογίες μου; Γιατί, μήπως οι λόγοι για τους οποίους έγιναν όλα μαζί τα παραισθησιογόνα παράνομα είναι τόσο διαφανείς; Αν και οι τρυπταμινούχοι οργανισμοί μπορεί να’ναι νόμιμοι, αυτό δε σημαίνει ότι η καλλιέργειά τους για την εξαγωγή ή και τη χρήση των ουσιών τους είναι, ανάλογα πάντα με τη χώρα.

Οι τρυπταμίνες έχουν ένα πρόβλημα λοιπόν, αρκετά μεγάλο. Με την κατάποση διασπώνται από το ένζυμο της μονοαμινοξειδάσης στο στομάχι και δεν κατορθώνουν να φτάσουν στον εγκέφαλο, ακόμα και σε μεγάλες ποσότητες. Σήμερα η διμεθυλοτρυπταμίνη σε καθαρή κρυσταλλική μορφή συνήθως καπνίζεται για να παρακαμφθεί ο πεπτικός σωλήνας, αλλά οι ιθαγενεις δεν προτιμούσαν μάλλον το κάπνισμα, αν και το ήξεραν όπως φαίνεται από τις πρακτικές τους και τις εξιστορήσεις τους, μπορεί λόγω σχετικής αναποτελεσματικότητας. Έχουν εφεύρει λοιπόν μια πρωτότυπη μέθοδο χορήγησης: συνδυάζουν την πηγή της τρυπταμίνης με μία αλκαλοειδών αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης, ώστε η τρυπταμίνη ν’απορροφηθεί από το πεπτικό σύστημα. Στον Αμαζόνιο της Βραζιλίας, του Ισημερινού και του Περού, οι Ινδιάνοι χρησιμοποιούν μείγμα της αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης αμπέλου τω νεκρών (Banisteriopsis caapi) μαζί με τη διμεθυλοτρυπταμινούχο ψυχώτρια (Psychotria viridis) ή τη διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana). Το μείγμα αυτό αποκαλείται
Αγιαχουάσκα
Στη γλώσσα κέτσουα (γλώσσα των Ίνκας), κι έτσι επικράτησε να λέγεται παγκοσμίως. Επίσης οι τρυπταμίνες μπορούν να ρουφηχθούν απ’τη μύτη. Κατά τις πρόσφατες δεκαετίες η χρήση της αγιαχουάσκας εξαπλώθηκε σε πολύ μεγαλύτερη έκταση της Νότιας Αμερικής, περιορίζοντας αρκετά τη χρήση των παρακάτω φυτών. Στο δυτικό κόσμο ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης χρησιμοποιούνται οι πολύ πιο διαδεδομένοι σπόροι του
Πήγανου
(Peganum harmala),
Το οποίο άλλωστε περιέχει ακριβώς τα ίδια αλκαλοειδή (χαρμαλοαλκαλοειδή ή β ανθρακολίνες/καρβολίνες), μαζί με οποιοδήποτε τρυπταμινούχο φυτό. Οι ίδιοι οι Ινδιάνοι, που ανακάλυψαν την αγιαχουάσκα, ξέχασαν την προέλευσή της την οποία αποδίδουν στα πνεύματα των φυτών που τους οδήγησαν υποτίθεται στο να την βρουν.

Mimosa tenuiflora με άνθη, από Wikipedia.

Προχωρώ λοιπόν τώρα στα φυτά. Τοπρώτο είναι ίσως απ’τα γνωστότερα διμεθυλοτρυπταμινούχα φυτά της Ν. Αμερικής, η μιμόζα η λεπτανθής (Mimosa tenuiflora), με παλαιότερες ονομασίες της εχθρικής μιμόζας (Mimosa hostilis) ή της οφθαλμόκεντρης μιμόζας (Mimosa ophthalmocentra). Είναι μικρό δέντρο 8 περίπου μέτρων, που φύεται σε σαβάνες και γενικά σε περιοχές με διακριτές περιόδους ξηρασίας και βροχών από το Μεξικό έως τη βόρεια Νότια Αμερική. Τα φύλλα του είναι έντονα πράσινα, στο ίδιο επίπεδο δισδιάστατα εναλλάξ στα κλαδιά, μικρά και πτεροειδή, μήκους 5 εκατοστών με 15-33 ζεύγη φυλλαρίωνν 3-6 χιλιοστών μήκους το καθένα. Τα άνθη είναι ανοιχτορόδινα κι αρωματικά, σε κυλινδρικές σταχυοειδείς ταξιανθίες μήκους 4-8 εκ.κι όχι στις συνήθεις πιο συμπιεσμένες και σφαιρικές των μιμοζών, στις μασχάλες συνήθως των φύλλων. Οι καρποί είναι τα τυπικά φασολάκια (χέδροπες) 2,5-5 εκ., με 4-6 πεπλατυσμένους ανοιχτοκαφέ σπόρους το καθένα, διαμέτρου 3-4 χιλ., οι οποίοι διασπείρονται με τον έντονο άνεμο, τα νερά των βροχών και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ανθοφορία και καρποφορία στο Βόρειο Ημισφαίριο διαρκούν από Δεκέμβριο με Ιούλιο, ενώ στο Νότιο από Σεπτέμβριο με Απρίλιο, αν και ο ακριβής χρόνος εξαρτάται από το κλίμα της κάθε περιοχής. Ο φλοιός είναι ινώδης, σκούρος καφέ προς γκριζωπός κι εσωτερικά κόκκινος, ενώ το ξύλο είναι κόκκινο με κιτρινωπά τα παλαιότερα εσωτερικά μέρη, πολύ σκληρό κι ανθεκτικό, πυκνότητας 1,11 γραμμάρια προς κυβικά εκατοστά, και χρησιμοποιείται σε πασσάλους, πλαίσια, γέφυρες, σπίτια, έπιπλα, τροχούς, αλλά και ως καυσόξυλο και πηγή κάρβουνου. Χάρη στη μεγάλη περιεκτικότητά του σε τανίνες (16%), το ξύλο είναι πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα και τους τερμίτες. Το φυτό επίσης φυτεύετε σε γυμνά μέρη για να προληφθεί η διάβρωση του εδάφους, αφού ευδοκιμεί σε ξηρές και άγονες συνθήκες. Στη φύση ευνοείται πολύ έπειτα από πυρκαγιές και μεγάλες διαταραχές γενικά στο οικοσύστημα, οπότε βρίσκει κενό χώρο για να εξαπλωθεί. Τα φύλλα που ρίχνει βοηθούν στη λίπανση του εδάφους με άζωτο για τα επόμενα φυτά της οικολογικής διαδοχής. Το φυτό διατηρεί το φυλλωμά του καθ’όλη την ξηρή περίοδο, κάνοντάς το καλή τροφή για τα οπληφόρα, αν και συχνά προκαλεί τερατογενέσεις στα έμβρυά τους. Τα άνθη του ωστόσο είναι κατάλληλα για μέλι.

Ο φλοιός του είναι πλούσιος σε τανίνες, σαπωνίνες, αλκαλοειδή, φυτοστερόλες, λιπίδια, γλυκοζίδες και λοιπές βιοενεργές ουσίες, μάλλον ως αποτρεπτικό μέτρο κατά των εχθρών, τα οποία αποδεικνύεται νά’χουν αντιβακτηριακές κι αντιμυκητικές ιδιότητες. Παραδοσιακά οι Μάγια του Μεξικού χρησιμοποιούσαν το αφέψημα του φλοιού για αιώνες για τη θεραπεία ελκών του δέρματος, του βήχα και του πονόδοντου. Η δοσολογία είναι μια χούφτα περίπου φλοιού σ’ένα λίτρο νερό, κι εφαρμογή μέχρι την απέλευση των συμπτωμάτων. Επίσης έχει χρησιμοποιηθεί πάνω στα ζώα για τον έλεγχο των παρασίτων. Η υψηλή περιεκτικότητα σε τανίνη του φλοιού επίσης έχει κάνει το φυτό πηγή καφέ βαφής και υλικό για την κατεργασία των δερμάτων.

Δεν έχω βρει πολλά στοιχεία για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, πέρα από το ότι αντέχει στην ξηρασία, δεν αντέχει στην παγωνιά, πολλαπλασιάζεται εύκολα με σπόρο, και μπορεί να φτάσει τα 4-5 μέτρα στα πρώτα 5 χρόνια (επομένως βάζει 1 μέτρο περίπου το χρόνο). Προφανώς θα καλλιεργείται πολύ εύκολα, εάν τιρηθούν οι παραπάνω βασικές οδηγίες.

Αν και είδος μεγάλης εξάπλωσης, ψυχοενεργά έχει χρησιμοποιηθει παραδοσιακά μόνο στις φυλές της βορειοανατολικής Βραζιλίας, στις περιοχές πάνω απ’τον Αμαζόνιο, πάλι μια τεράστια έκταση. Οι δυτικές φυλές χρησιμοποιούσαν την αγιαχουάσκα, τα φυτά όμως της αγιαχουάσκας δεν ενδημούσαν στις βορειοανατολικές περιοχές. Το φυτό στη Βραζιλία λέγεται «jurema = γιουρέμα» ή «jurema preta = μαύρη γιουρέμα». Ο φλοιός της ρίζας περιέχει λοιπόν περίπου 1% διμεθυλοτρυπταμίνη, ενώ αυτός των βλαστών μόλις 0,03%, ανεπαρκές ποσοστό για χρήση. Παραδοσιακά έχει ίχρησιμοποιηθει το αφέψημα του φλοιού της ρίζας για σαμανιστικούς και μαντικούς σκοπούς. Το πολύ παράξενο με τη δράση αυτού του φυτού είναι ότι σε υψηλές δόσεις φαίνεται να δρα από μόνο του, χωρίς τη συμβολή αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης. Όσο εντατικές αναλύσεις κι αν έγιναν για την εύρεση χαρμαλοαλκαλοειδών στο φυτό, δε βρέθηκε τίποτα. Ένα νέο αλκαλοειδές ωστόσο, η τρυπταμινώδης γιουρμαμίνη που ανακαλύφθηκε το 2005, ίσως διασπάται στο πεπτικό σύστημα σ’ένα μέρος που λειτουργεί ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης και σσε διμεθυλοτρυπταμίνη, αν και θα πρέπει να γίνει περαιτέρω μελέτη για την εξακρίβωση του τρόπου λειτουργίας της και για το αν είναι πράγματι η βοηθητική ουσία. Σήμερα στο δυτικό κόσμο το φυτό χρησιμοποιείται μαζί μ’έναν αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης, όπως αφέψημα σπόρων πήγανου. Η ψυχεδελική εμπειρία διαρκεί περίπου 5-8 ώρες με διάφορες χρωματικές στρεβλώσεις, ονειρώδη οράματα και μετακινήσεις σε εναλλακτικές καταστάσεις συνειδήσεως. Όπως και μ’άλλα φυσικά παρασκευάσματα αλκαλοειδών, αν και το φυτό δεν είναι τοξικό, τουλάχιστον στις ποσότητες που χρησιμοποιείται, προκαλεί συχνά ναυτεία κι εμετό έπειτα στους χρήστες του, διότι ο ανθρώπινος οργανισμός έχει εξελιχθεί ν’αποφεύγει τα αλκαλοειδή πάσης φύσεως, τα οποία μπορεί να’ναι ισχυρότατα δηλητήρια σ’άλλες περιπτώσεις, όσο γίνεται. Ακόμα και η απλή καφεΐνη του καφέ μπορεί να προκαλέσει ναυτεία σε άδειο στομάχι σε κάποια άτομα, πόσο μάλλον ισχυρότερες ουσίες. Ο φλοιός της ρίζας της μιμόζας αυτής είναι νόμιμος ακόμα στις περισσότερες χώρες του κόσμου, αν και στην Αμερική η αστυνομία προσπαθεί με εκφοβισμό των πωλητών του να τον περιορίσει. Περισσότερα για την παραισθησιογόνο μιμόζα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ
Και
Εδώ.

Δέντρο Anadenanthera colubrina, από Wikipedia.

Τα άλλα δύο φυτά τα αντιμετωπίζω ως ένα, εφόσον είναι μέλη του
ίδιου γένους με παρόμοια χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Είναι τα δύο είδη πο αποτελούν το γένος Anadenanthera (αναδενάνθηρη) μάλλον από την έλλειψη αδένων στα άνθη τους που θα υπάρχουν σε συγγενικά είδη. Αρχικά ταξινομούνταν με τις ακακίες, έπειτα με τις μιμόζες, τελικκά τοποθετήθηκαν στο δικό τους γένος. Δύο είναι τα είδη, η Anadenanthera perigrina και η A. Colubrina, το καθένα με δύο αναγνωρισμένες ποικιλίες, τις A. Perigrina var. perigrina και A. p. var. falcata για το πρώτο και τις A. colubrina var. colubrina και A. C. var. cebil για το δεύτερο. Τα δέντρα αυτά έχουν μεγάλη εξάπλωση στις τροπικές περιοχές της Νότιας Αμερικής,ιδίως σε ξηρές σαβάνες και παρόμοια μέρη με έντονες περιόδους ξηρασίας, επομένως δε θα βρεθούν σε πυκνά τροπικά δάση ή δίπλα στα μεγάλα ποτάμια όπως στον Αμαζόνιο. Η A. perigrina συναντάται και σε πολλά νησιά της ΚαραΪβικής μέχρι και την Κούβα, εξάπλωση που δεν είναι γνωστό εάν ήταν φυσική ή επιτεύχθηκε με τη μεταφορά της από τους ιθαγενείς, ενώ έχει εισαχθεί και στο Μαυρίκιο. Η A. colubrina μπορεί να βρεθεί από τα βόρεια μέρη της Νότιας Αμερικής ως τη βόρεια Αργεντινή και Χιλή, στα όρια δηλαδή της Τροπικής Ζώνης. Και ταδύο είδη είναι μεσαίου μεγέθους δέντρα ύψους γύρω στα 20 μέτρα (η A. colubrina φτάνει και τα 30 κατ’εξαίρεσιν) με διάμετρο κορμού τα 60-90 εκ. Συχνά έχουν λίγα βασικά κλαδιά ή στρεβλή ανάπτυξη, και συνήθως είναι κάπως αραιά με γεμάτη μορφή ομπρέλας. Ο φλοιός τους φέρει χοντρά αγκάθια, εντονότερα στην A. perigrina, τα οποία λειαίνονται και χάνονται τελικά στα χοντρά ξυλώδη μέρη. Ο φλοιός της A. colubrina είναι λείος και λεπιδωτός με σκουρότερα καφέ στίγματα, κάπως σαν δέρμα φιδιού, εξού και τ’όνομά της. Τα φύλλα τους είναι διπτεροειδή (δύο φορές πτεροειδή) κι εναλλάξ, μήκους 10-30 εκ. Τα άνθη είναι λευκά ή κίτρινα κι αρωματικά, και βγαίνουν σε μικρές σφαιρικές ταξιανθίες διαμέτρου 1,5 εκ. στις μασχάλες των φύλλων, σπανιότερα σε σύνθετες ταξιανθίες στις άκρες των κλαδιών. Οι χέδροπες είναι μεγάλοι 8-35 εκατοστά με ασθενείς περισφίξεις ανάμεσα στους σπόρους, με περίπου 8-15 στρογγυλούς σπόρους σαν πεπλατυσμένα μαύρα φασόλια διαμέτρου 1,5 εκ., σπανιότερα 2 εκ. Εφόσον οι σπόροι αυτοί είναι μεγάλοι και άρα αρκετά θρεπτικοί για όποια ζώα τους φάνε, το φυτό τους προστατεύει με μειγμα απωθητικών και τοξικών αλκαλοειδών. Και το φύλλωμα και οι καρποί του φυτού είναι τοξικά για τα βοοειδή και τα υπόλοιπα ζώα που βόσκουν. Τα άνθη ωστόσο δίνουν υψηλής ποιότητας μέλι. Η κυριότερη χρήση αυτών τω δέντρων σήμερα και παλαιότερα είναι ως πηγή ξυλείας, εξαιτίας του σκληρού κι ανθεκτικότατου ξύλου τους που χρησιμοποιείται σε κάθε είδους κατασκευές, από σπίτια και δάπεδα μέχρι παράθυρα, φράκτες, βάρκες, αλλά και ως καυσόξυλο και πηγή κάρβουνου. Η μεγάλη ζήτηση αυτού του ξύλου έχει οδηγήσει σε εκτεταμε΄νη υλοτομία στα φυσικά του ενδιαιτήματα, χωρίς αναδάσωση έπειτα ή άλλα θετικά μέτρα. Αντίθετα οι εκτάσεις μετατρέπονται σε βοσκοτόπια ή γεωργικές καλλιέργειες και τα δέντρα αυτά όλο και περιορίζονται, αν κι ακόμα δεν απειλούνται επισήμως. Άλλωστε οι χώρες οπου ενδημούν δε φημίζονται για την περιβαλλοντική τους συνείδηση (βλ. συνεχή καταστροφή του Αμαζονίου). Ο πλούσιος σε τανίνη φλοιός επίσης χρησιμοποιείται στην κατεργασία των δερμάτων, ενώ το τσάι του για τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και το βήχα. Τα δέντρα ακόμα φυτεύονται ως καλλωπιστικά σε τροπικές περιοχές παγκοσμίως.

«΄π.» αυτά μόλις τά’γραψε ένα κουνελάκι περνώντας απ’το πληκτρολόγιο, τα εισαγωγικά είναι δικά μου.

Σήμερα η γνώση των ιδιοτήτων των σπόρων των δέντρων αυτών και η χρήση τους στις ενδημικές περιοχές του είδους είναι πολύ περιορισμένη, κι αλλού οι ιθαγενεις το αντικατέστησαν με την αγιαχουάσκα, στις περισσότερες πάντως περιοχές η γνώση απλώς ξεχάστηκε με την έλευση των ιεραποστόλων ή την εξαφάνιση των τοπικών φυλών, όπως έγινε στα νησιά της Καραΐβικής με την έλευση των Ισπανών και των Νέγρων σκλάβων που έφεραν μαζί τους. Εάν οι ιδιότητες σήμερα ήταν γνωστές, ίσως η Νότια Αμερική να γινόταν η πρώτη πραγματικά ψυχεδελική κοινωνία. Τα δέντρα είναι πάρα πολλά και οι σπόροι που παράγουν αμέτρητοι, ώστε θα υπήρχε υλικό για όλους και για πολλές φορές. Ίσως σήμερα περισσότερο γνωστές είναι οι ιδιότητες των δέντρων αυτών στο δυτικό κόσμο, αλλά πάλι όχι τόσο πολύ όσο άλλα παραισθησιογόνα νοτιοαμερικανικά φυτά.

Οι πρώτες ενδείξεις για τη χρήση των σπόρων της αναδενάνθηρης χρονολογούνται πριν περίπου 4000 χρόνια, απ’οπότε έχουν βρεθεί πίπες καπνίσματος μαζί με σπόρους στη βορειοδυτική Αργεντινή με ραδιοχρονολόγηση στα 2100 π.Χ. Δίσκοι τοποθέτησης της σκόνης και σωλήνες ρουφήγματος έχουν βρεθεί στο κεντρικό παράκτιο Περού ραδιοχρονολογημένα στα 1200 π.Χ. υποδηλώνοντας την μεταστροφή από το ανεπαρκές κάπνισμα στο ρούφηγμα αρκετά παλιά. Έχουν ακόμα βρεθεί σπόροι του δέντρου σε τάφους στη βόρεια Χιλή κι Αργεντινή, κεραμικοί σωλήνες ρόφησης σε αρχαιολογικούς τόπους στην έρημο Ατακάμα και παρόμοια εργαλεία στο μεγάλο οροπέδιο της Βολιβίας γύρω στην ίδια εποχή. Επίσης στη θρησκευτική τέχνη των Ινδιάνων Τσαφίν (900-200 π.Χ.) εικονίζονται μορφές με μύξες από τη μύτη, ενώ έχουν βρεθει παρόμοιοι σωλήνες ρόφησης, υποδηλώνοντας ενθεογόνο χρήση του φυτού και σ’αυτόν τον πολιτισμο, πέρα από τη χρήση τω παραισθησιογόνων κάκτων. Τα ευρήματα στη μορφή δίσκων και σωλήνω συνεχίζονται, με πολλά στη βόρεια Χιλή κι Αργεντινή ραδιοχρονολογημένα στο διάστημα 500-1000 μ.Χ. Προφανώς σ’αυτές τις χώρες έχουν ψάξει περισσότερο οι αρχαιολόγοι, ως πιο ανεπτυγμένες, γιατί σίγουρα τέτοια ευρήματα θα υπάρχουν παντού όπου χρησιμοποιήθηκε ιστορικά αυτό το φυτό. Οι πρώτες ευρωπαΪκές αναφορές για τη χρήση του φυτού έγιναν στο δεύτερο ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου (1493-1496) από τον ίδιο, ο οποίος ανέφερε ότι οι βασιλιάδες των Ινδιάνων Ταΐνο του νησιού της Ισπανιόλας ρουφούσαν μια μυστήρια σκόνη κι έπειτα γίνονταν σαν μεθυσμένοι. Ο Κολόμβος ανέθεσε στο μοναχό Ραμόν Πάνε τη μελέτη των εθίμων της φυλής, ο οποίος ανέφερε ότι οι πολεμικοί σαμάνοι (μάντεις) της φυλής ρουφούν μια σκόνη που λέγεται «κοχόμπα» κι έπειτα μεθούν και δεν ξέρουν τι κάνουν. Η ταυτότητα της σκόνης ήταν άγνωστη, ώσπου οι διεξοδικές μελέτες του Αμερικανού εθνοβοτανολόγου W. E. Safford το 1916 την αναγνώρισαν ως τους σπόρους του δέντρου A. Perigrina σύμφωνα με γλωσσολογικές και τελετουργικές ομοιότητες, αφού στην ειπηρωτική Νότια Αμερική αποκαλείται «γιόπο» και καταναλώνεται παρομοίως. Έως τότε πιστευόταν πως ήταν κάποια μορφή εξαιρετικά ισχυρού καπνού. Η πρώτη βέβαιη αναφορά στη χρήση του γιόπο έγινε από το Γερμανό εξερευνητή Alexander von Humboldt, ο οποίος την παρατήρησε το 1801 στους Ινδιάνους ΜαΪπούρε του Ορινόκο και λανθασμένα απέδωσε τη δραστικότητά του στη στάχτη που ανακατευόταν μ’αυτό. Η επόμενη εις βάθος αναφορά έγινε μετά από 50 χρόνια από το Βρετανό βοτανολόγο Richard Spruce, ο οποίος ανέφερε τη χρήση του από τους Ινδιάνους Γκουαχέμπο του Ορινόκο. Νοτιότερα στην Αμερική, στο Περού, στη Βολιβία και στην Αργεντινή χρησιμοποιούταν οι σπόροι της A. colubrina παρομοίως, με το όνομα «βίλκα» ή «χουίλκα» στη γλώσσα κέτσουα, και «σεμπίλ» στη βόρεια Αργεντινή. Υπάρχουν μαρτυρίες χρήσης των σπόρων απ’τους σαμάνους των Ίνκας από το 16ο αι., οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν συχνά για μαντικούς σκοπούς ή ιατρικούς, για τη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. Επίσης οι Ίνκας παρασκεύαζαν κλύσμα απ’τους σπόρους, αλλά δεν είναι γνωστό εάν ο σκοπός του ήταν μόνο καθαρτικός ή και ψυχοενεργός. Γενικός οι σπόροι των δέντρων αυτών χρησιμοποιούνταν σχεδον σ’όλη την έκταση της φυσικής εξάπλωσης των δέντρων που τους παράγουν.

Η φρυνοτονίνη είναι το κύριο ενεργό συστατικό των σπόρων, με χαμηλότερα τα ποσοστά της διμεθυλοτρυπταμίνης και της 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνης, καθώς και πολλών άλλων τρυπταμινών. Τα φύλλα επίσης περιέχουν ενεργές ουσίες, αλλά σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά για να’ναι χρήσιμες. Οι σπόροι της A. perigrina περιέχουν λοιπόν 7,4% φρυνοτονίνη, 0,04% 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και 0,16% διμεθυλοτρυπταμίνη, ενώ αυτοί της A. Colubrina περιέχουν 12,4% φρυνοτονίνη, 0,06% 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και 0,06% διμεθυλοτρυπταμίνη, με αποκλίσεις ανάλογα με την ποικιλία και τις συνθήκες ανάπτυξης του φυτού. Η A. perigrina γενικα θεωρείται εντονότερη και λιγότερο τοξική από την A. colubrina, η οποία εξαιτίας της υψηλότερης περιεκτικότητας σε φρυνοτονίνη ίσως προκαλεί περισσότερα δυσάρεστα συμπτώματα, αν και δεν έχει γίνει κάποια συγκριτική επιστημονική μελέτη για την επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού. Η κατανάλωση των σπόρων δεν προκαλεί ψυχεδελικά αποτελέσματα, προκαλεί όμως ναυτεία και κακουχία, γι’αυτό οι Ινδιάνοι δεν τρώνε ποτέ τους σπόρους. Το κάπνισμα επίσης δεν απελευθερώνει όλες τις ουσίες, κάνοντάς το αρκετά αναποτελεσματική μέθοδο, γι’αυτό οι Ινδιάνοι το εγκατέλειψαν γρήγορα αντικαθιστώντας το με το ρούφηγμα απ’τη μύτη. Το ρούφηγμα ωστόσο της σκέτης σκόνης δεν απελευθερώνει παλι όλες τις ουσίες, γι’αυτό και οι Ινδιάνοι είχαν ανακαλύψει τρόπο απελευθέρωσης των αλκαλοειδών, μετατρέποντάς τα σε βάσεις, ανακατεύοντας τη σκόνη με αλκαλική ουσία όπως στάχτη, ασβέστη ή σκόνη από ψημένα κι ασπρισμένα όστρακα σαλιγκαριών σε υγρασία σε μια σφιχτή μπάλα μέχρι να στεγνώσει το μείγμα. Οι Ινδιάνοι του Ορινόκο είτε θ’άφηναν τους σπόρους πρώτα να ζυμωθούν, δηλαδή να ψιλοσαπίσουν, κι έπειτα, αφού τους στέγνωναν και τους κονιορτοποιούσαν, θα τους ανακάτευαν με τη στάχτη, είτε θα τους κονιορτοποιούσαν και θα τους ανακάτευαν αφού τους είχαν ψήσει στη φωτιά για να σκάσουν και να ξεφλουδίζονται ευκολότερα. Έπειτα κατά τη χρήση ο σαμάνος θά’βαζε μια ποσότητα της ιερής σκόνης πάνω σ’ένα δίσκο με λαβή, και θα την ρουφούσε μ’ένα σωλήνα από καλάμι ή πηλό, ή θα του την φυσούσε στα ρουθούνια δυνατότερα κάποιος άλλος με μακρύτερο σωλήνα. Σήμερα στο δυτικο κόσμο συνήθως χρησιμοποιείται η μέθοδος του ψησίματος, κι ως πηγή αλκαλίου χρησιμοποιείται ασβέστης (οξίδιο του ασβεστίου), ο οποίος με την ύγρανση του μείγματος δίνει υδροξείδιο του ασβεστίου, το οποίο απελευθερώνει τις ουσίες, και αντιδρώντας έπειτα με τον αέρα μετατρέπεται σε ανθρακικό ασβέστιο. Η μπάλα του μείγματος μπορεί να μείνει μερικές μέρες για να στεγνώσει καλά προτού ξανακονιορτοποιηθεί κι αποθηκευτεί ή χρησιμοποιηθεί. Πολλοί κάνουν το λάθος να προσθέτουν υπερβολικό ασβέστη ή να χρησιμοποιούν τη σκόνη αμέσως, κάτι που καίει υπερβολικά τη μύτη επειδή η βάση είναι αρκετά καυστική. Ένα ποσοστό 1/10 με 1/4 ασβέστη το πολύ θεωρείται ικανοποιητικό. Για μια τυπική δόση χρησιμοποιούνται συνήθως 1-3 σπόροι του φυτού. Μετά τη χορήγηση παρατηρείται αίσθηση πόνου και καψίματος στη μύτη και στα ιγμόρια για λίγα λεπτά, παραισθησία, ζαλάδα και ταχυκαρδία (συμπτώματα φρυνοτονίνης), ενώ σύντομα έρχονται τα ψυχοενεργά αποτελέσματα, που θα διαρκέσουν για 3 ώρες περίπου. Πολλοί χρήστες μπορεί να πάθουν ναυτεία ή και να κάνουν εμετό στη μέση της ψυχεδελικής εμπειρίας, διότι, όπως είπα, ο οργανισμός μας φοβάται τα αλκαλοειδή ανεξαρτήτως προελεύσεως και ιδιοτήτων. Δεν έχουν γίνει μελέτες για να εξετάσουν κατά πόσο το ρούφηγμα απ’τη μύτη προκαλεί βλάβες, πιστεύω όμως ότι χρονίως μπορει να προκαλέσει, αν και είναι πολύ απίθανο κάποιος να χρησιμοποιεί τέτοιες ουσίες τόσο συχνά ώστε να τραυματίσει τη μύτη του – τα ψυχεδελικά δεν είναι εθιστικά. Εδώ να σημειώσω πως ο πόνος και οι λοιπές δυσάρεστες εμπειρίες της χρήσης κάποιας ψυχοτρόπου ουσίας, αν και αρνητικές παρενέργειες για τους ψυχοναύτες, ψευτοψυχοναύτες και μαστούρηδες της Δύσης που ψάχνουν κάποια εύκολη λύση, θεωρούνταν παραδοσιακά δοκιμασίες που έπρεπε να περάσει ο σαμάνος κι έτσι δε γινόταν μεγάλη προσπάθεια μετριασμού τους. Οι σπόροι του φυτού λοιπόν παραμένουν νόμιμοι σε σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου σήμερα, μιας και δε χρησιμοποιούνται ευρέως για να υπάρξει κάποιο αρνητικό περιστατικό που θ’αποτελέσει την αφορμή για την ποινικοποίησή τους.

Αν και οι πληροφορίες καλλιέργειας αυτού του φυτού στο Διαδίκτυο είναι αρκετά λίγες, έχω βρει μερικά χρήσιμα άρθρα. Γενικά τα φυτά του γένους μπορούν να καλλιεργηθούν στην Εύκρατη Ζώνη, αρκεί να προστατεύονται το χειμώνα από την παγωνιά. Ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστο και ζεστό μέρος με ελαφρύ έδαφος μέτριο σε οργανική ύλη, και κανονικό πότισμα και λίπανση. Προφανώς σε μεγάλες γλάστρες θα γίνονται ψηλά φυτά, και θ’ανθοφορούν και θα καρποφορούν. Στο φυσικό τους περιβάλλον αρχίζουν την ανθοφορία στα 2-3 χρόνια, ενώ βάζουν 1-1,5 μέτρα ύψους το χρόνο. Η δυσκολ΄΄ια στην καλλιέργειά τους έγκειται στην ευαισθησία του σπόρου στο σάπισμα. Οι σπόροι μπορούν πρώτα να τοποθετηθούν σε νερό για 24 ώρες για να μαλακώσει το κάλυμμά τους ώστε να φυτρώσουν γρηγορότερα, κι έπειτα μπορούν να φυτευθούν 1 εκ. βαθιά σε άμμο ή παρόμοιο μείγμα χωρίς οργανικά στοιχεία, ή ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, σε θερμοκρασίες όχι χαμηλότερες από 22 βαθμούς. Οι περισσότεροι θα βλαστήσουν σε μια βδομάδα, και σιγά-σιγά θ’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται, οπότε, εάν το μείγμα δεν περιέχει καθόλου οργανική ύλη, θα χρειαστούν αραιωμένο λίπασμα. Μόλις ψηλώσουν αρκετά μπορούν να μεταφυτευθούν σε ατομικά γλαστράκια με ελαφρύ χώμα. Η χρήση μυκητοκτόνου κατά τα πρώτα στάδια ενδείκνυται για την πρόληψη του σαπίσματος. Τον πρώτο χρόνο η ανάπτυξη είναι αργή, αλλά απ’τον επόμενο επιταχύνεται σημαντικά. Κατάλληλοι σπόροι για φύτεμα είναι οι φρέσκοι, επειδή οι σπόροι που πωλούνται για παραισθησιογόνο χρήση μπορεί να’ναι παλιοί και να μη φυτρώσουν. Θέλω να προσθέσω ένα τέτοιο δέντρο κάποτε στη συλλογή μου, αλλά δεν είναι στις προτεραιότητές της τώρα. Περισσότερα για τα είδη του γένους Anadenanthera μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Πέρα από τα παραπάνω είδης της νότιας Αμερικής, υπάρχουν πολλάάλλα ψυχανθή με ιχνώδεις ποσότητες τρυπταμινών στο φλοιό ή τους σπόρους τους, όπως δεκάδες είδη ακακίας (π.χ. Acacia acuminata, A. berlandieri, A. farnesiana κλπ). Τα είδη της Νότιας Αμερικής ωστόσο είναι αυτά με τη μεγαλύτερη ιστορία χρήσης και τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή. Και κλείνοντας το άρθρον’αναφέρω μια σκηνή που θυμήθηκα από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Η πόλη των θηρίων» που διάβασα κάποτε παιδάκι, το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Και στα τρία βιβλία της τριλογίας οι ήρωες είναι δύο παιδιά που ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα ενός υποτιθέμενου περιοδικού, του International Geographic σε μακρινές αποστολές όπου όλοι εμπλέκονται σε αγωνιώδεις περιπέτειες, αφού πάντοτε τα μισά σχεδόν μέλη της ομάδας αποδεικνύονται μέλη εγκληματικών ή μυστικών οργανώσεων. Το πρώτο βιβλίο εκτιλισσόταν λοιπόν στον Αμαζόνιο, όπου το περιοδικό έψαχνε τη θρυλική πόλη των θηρίων, ανθρωπόμορφων τεράτων που είχαν αναπτύξει δικό τους πολιτισμό κάπου απομονωμένα στον Αμαζόνιο. Όταν η ομάδα ανέβηκε με το πλοίο το Ρίο Νέγκρο, το γνωστό μεγάλο παραπόταμο του Αμαζονίου ως τις εκβολές του Ορινόκο (ο Ορινόκο ρέει παράλληλα βόρεια του Αμαζονίου και εκβάλλει στο Νέγκρο), τα άτομα μιας φυλής η οποία θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία έπειτα απήγαγαν τα δύο παιδιά το βράδυ και τα ανέβασαν σ’ένα οροπέδιο ψηλά και μακριά. Εκείνες της μέρες η κοινότητά τους ήταν ταραγμένη, γιατί πέθανε ο αρχηγός τους. Ένα βράδυ λοιπόν έγινε η τελετή για την εύρεση του αιτίου για το θάνατο, αν υπήρχε. Έβγαλαν κάποια πνευστά όργανα τα οποία δεν έπρεπε ν’ακούσουν οι γυναίκες που έφυγαν μακριά, κι έπειτα οι μάγοι και πολλοί άλλοι όμως ρούφηξαν μια σκόνη, η οποία τους χτυπούσε υποτίθεται κατευθείαν στον εγκέφαλο, τους έκανε να βγάζουν πράσινες φωσφορούχες μύξες και τους προκαλούσε μιας μορφής ιερή μανία, κατά την οποία ό,τι έβλεπαν θα μπορούσε νά’ναι ο ένοχος. Ξαφνικά το πλήθος είδε στις παραισθήσεις τα νεοφερμένα άτομα, στα οποία έτρεξε να επιτεθεί, αλλά κάποιος, νομίζω κάποιος μάγος ή παλιός κυνηγός, τους εμπόδισε λέγοντας πως ήταν αδύνατο νά’ταν αυτοί οι ένοχοι. Τελικά νομίζω πως δε βρέθηκε κάποιος ένοχος, αν και ο θάνατος μπορεί να τους ήταν κάτι σαν οιωνός για τις επόμενες ταραχές που τους έμελλαν με την άφιξη των υπόλοιπων μελών της ξένης ομάδας. Επίσης θυμάμαι ότι το σώμα του νεκρού αποτεφρώθηκε και η στάχτη φαγώθηκε σε μια σούπα με μπανάνες απ’όλους, ακόμα και απ’τα νέα παιδιά. Η συγγραφέας σίγουρα θα εμπνεύστηκε από τη χρήση των σπόρων της αναδενάνθηρης όσον αφορά την παραισθησιογόνο σκόνη.

Advertisements