Την περασμένη Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου, προστέθηκαν νέα ενδιαφέροντα φυτά στη συλλογή μου. Είναι όλα κάκτοι, και μέσα σ’αυτούς περιλαμβάνονται και άτομα ιδιαίτερων ή σπάνιων ειδών με περίεργη μορφολογία και μακρά ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Με μεγάλη χαρά λοιπόν θα σας τα παρουσιάσω ένα προς ένα σ’αυτό το άρθρο, αφού όμως πρώτα κάνω μια εισαγωγική παράγραφο για την οικογένεια των κάκτων.

Οι κάκτοι είναι όλα τα φυτά της οικογένειας των κακτιδών (cactaceae), που περιλαμβάνει κυρίως ξηροφυτικά παχύφυτα της αμερικανικής ηπείρου, με την εξαίρεση ορισμένων ειδών του επιφυτικού γένους Rhipsalis, τα οποία προφανώς μεταφέρθηκαν με τα πουλιά στην Αφρική κι από εκεί ως την Ινδία τα τελευταία λίγα εκατομμύρια χρόνια. Επίσης πολλά είδη έχουν μεταφερθεί εκτός Αμερικής με τη βοήθεια του ανθρώπου τους τελευταίους αιώνες, όπως η κοινή φραγκοσυκιά (Opuntia ficus-indica) που μπορεί να βρεθεί στις θερμές ή παραλιακές περιοχές της Ελλάδας κι άλλων μεσογειακών χωρών. Σε κάποιες άλλες χώρες με πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα όπως η Αυστραλία, το συγκεκριμένο είδος έχει προκαλέσει προβλήματα. Η οικογένεια έχει αποδειχθεί λοιπόν πολύ ευπροσάρμοστη, με μέλη σε περιβάλλοντα από ερήμους έως τροπικά δάση και ψηλά βουνά, αν και, ως γνωστών, η πλειονότητα των ειδών συναντάται σε ξηρά κλίματα. Αν και μας είναι γνωστά φυτά, στην πραγματικότητα οι περισσότεροί μας λίγα ξέρουμε εις βάθος για τη μοναδικότητά τους. Οι κάκτοι είναι λοιπόν πολύ αποκλίνοντα παχύφυτα, με διάφορες ενδιαφέρουσες μορφολογικές και λειτουργικές προσαρμογές για το ξηρό περιβάλλον. Στα περισσότερα είδη οι βλαστοί είναι παχείς και σαρκώδεις, με μεγάλη υδατοαποθηκευτική ικανότητα στο φλοιό, ο οποίοςέχει διογκωθεί υπερβολικά, ενώ ο ξυλώδεις ιστός στο κέντρο έχει ατονίσει, και μάλιστα δε συμμετέχει σημαντικά στη στήριξη σε ορισμένα μικρά είδη. Ο βλαστός συχνά φέρει εξωτερικά ακμές κι αυλακώσεις μεταξύ τους, τις πλευρές, οι οποίες διογκώνονται και συστέλλονται ανάλογα με την περιεκτικότητα του βλαστού σενερό. Το σχήμα των βλαστών των κάκτων έχει το μεγαλύτερο δυνατό όγκο και τη μικρότερη δυνατή επιφάνεια για τον περιορισμό της απώλειας του νερού, έτσι στα ψηλότερα είδη συνήθως είναι κυλινδρικό, ενώ στα μικρά σφαιρικό. Υπάρχουν φυσικά κι εξαιρέσεις σ’αυτόν τον κανόνα, όπως το παράδειγμα της φραγκοσυκιάς με τους πεπλατυσμένους φυλλοειδείς βλαστούς της για τη μεγιστοποίηση της φωτοσύνθεσης ή ο κάκτος της υπομονής (Schlumbergera truncata) και παρόμοια επιφυτικά είδη, τα οποία έχουν δισδιαστατοποιήσει επίσης τους βλαστούς τους έχοντας δύο μόνο πλευρές. Για τον περαιτέρω περιορισμό της απώλειας νερού οι κάκτοι έχουν σκληρή επιδερμίδα με παχιά εφυμενίδα, μεγάλο έλεγχο των στομάτων τους, και φυσικά έχουν περιορίσει σημαντικά τα φύλλα, τα οποία έχουν χαθεί απ’τους κεντρικούς βλαστούς και παραμένουν ως αγκάθια στις αρεόλες. Οι αρεόλες (areoles) είναι τροποποιημένοι πλευρικοί βλαστοί, οι οποίοι φαίνονται ως εξογκώματα στον κάκτο, πάνω στους οποίους αναπτύσσονται τα αγκάθια, τυχόν τρίχες και πιθανόν νέες διακλαδώσεις ή άνθη, κι αποτελούν το διαγνωστικό στοιχείο όλης της οικογένειας. Συνήθως κάθε αρεόλη σταματά την ανάπτυξη μετά από λίγα χρόνια, ώστε τα άνθη να εμφανίζονται μόνο στις ψηλότερες και νεότερες περιοχές του φυτού. Τα αγκάθια λοιπόν είναι τροποποιημένα φύλλα, σκληρά, ινώδη και συχνά ενδυναμωμένα με ανθρακικό ασβέστιο, κι εκτός από την προφανή αμυντική τους λειτουργία, προσφέρουν κάποια σκιά στο φυτό απ’τον υπερβολικό ήλιο και λειτουργούν ως ακίδες συμπύκνωσης της υγρασίας, η οποία στάζει έπειτα στο έδαφος για να την απορροφήσουν οι ρίζες. Ανάλογα με το είδος, μία αρεόλη μπορεί νά’χει διάφορους τύπους αγκαθιών, όπως λίγα κεντρικά μεγάλα κι από κάτω λεπτότερα και περισσότερα για επιπλέον προστασία, ή μόνο κεντρικά, μόνο λεπτά ή και καθόλου (άοπλοι κάκτοι). Ορισμένα είδη όπως η φραγκοσυκιά παράγουν επίσης γλωχίδες, τροποποιημένες σκληρές διακλαδιστές τρίχες, οι οποίες αποσπώνται εύκολα και χώνονται βαθιά στο δέρμα. Τα ριζικά συστήματα των κάκτων συνήθως είναι θυσανώδη, με πολλές ρηχές και μεγάλης εξάπλωσης ινώδεις ρίζες, ώστε ν’απορροφούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα το νερό της γύρω περιοχής κάθε φορά που βρέχει. Τα ψηλά είδη ωστόσο, καθώς και ορισμένα είδη πολύ ξηρών περιοχών, έχουν και πασσαλώδεις ρίζες για καλύτερη στήριξη ή την εύρεση υγρότερου εδάφους.

Τα άνθη των κάκτων είναι επίσης μοναδικά, αφού αναπτύσονται ανεστραμμένα. Αντί νά’χουν πρώτα τα σέπαλα, έπειτα τα πέταλα, πιο πάνω τους στήμονες και στο κέντρο και πιο ψηλά τα καρπόφυλλα του υπέρου με τις ωοθήκες (επιφυής ωοθήκη)), αποτελούνται από έναν επιμήκη σωλήνα κυρίως βλαστητικού ιστού απ’το βλαστό που θα στήριζε το άνθος και απ’την ανθοδόχη (το γόνατο του βλαστού απ’όπου προέρχονται όλα τα στοιχεία του άνθους), ο οποίος συνήθως φέρει ατροφικά φύλλα σπειρωειδώς διατεταγμένα (βράκτια), τρίχες ή κι αγκάθια, ενώ σε μερικά είδη είναι γυμνός, όπως στο γένος γυμνοκαλύκιο (Gymnocalycium). Τα σέπαλα και τα πέταλα βρίσκονται στην κορυφή αυτής της δομής, ενώ οι στήμονες αναπτύσσονται στη μέσα μεριά του ανθικού σωλήνα. Ο ύπερος είναι βυθισμένος βαθιά στο κέντρο (υποφυής ωοθήκες). Ο αριθμός των ανθικών στοιχείων είναι μεγάλος, δεκάδες ή κι εκατοντάδες, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος του άνθους. Τα άνθη, χάρη στα έντονα χρώματά, το νέκταρ ή το άρωμά τους, επικονιάζονται από έντομα, πουλιά ή νυχτερίδες, ανάλογα με το είδος, κι ο καρπός που προκύπτει αποτελείται και από τις ωοθήκες και από τον ανθικό σωλήνα (βοηθητικός καρπός), είναι γλυκός κι εδώδιμος σ’όλα τα είδη και περιέχει πολλούς μικρούς σπόρους.

Τα παραπάνω ισχύουν για την πολυπληθέστερη και γνωστότερη υποοικογένεια των κάκτων, τα κακτοειδή (cactoideae), και λιγότερο για την υποοικογένεια της φραγκοσυκιάς, τα οπουντιοειδή (opuntioideae), κι όπως είπα, υπάρχουν εξαιρέσεις, Πέρα από τους επιφυτικούς κάκτους που ανέφερα ή τους άοπλους κάκτους και τους γυμνούς κάλυκες, υπάρχουν αναρριχώμενοι κάκτοι (όπως Hylocereus), διακλαδιστοί ανθικοί σωλήνες με περισσότερα άνθη (Austrocylindropuntia), αλλά και κάκτοι με φύλλα. Αρκετά οπουντιοειδή φέρουν μικρά κι απλοποιημένα φύλλα, σε μερικά είδη πιο ανεπτυγμένα όπως το γένος Pereskiopsis. Επίσης η υποοικογένεια maihuinioideae με το μόνο γένος της μαΪχουίνιας (Maihuinia) περιλαμβάνει φυτά με χοντρούς βλαστούς με πυκνά μακρόστενα φύλλα στην κορυφή. Όμως το πλέον εκπληκτικό παράδειγμα είναι η τέταρτη υποοικογένεια των κάκτων, τα περεσκιοειδή (pereskioideae), με το μόνο γένος της, την
Pereskia,
το οποίο πλησιάζει περισσότερο ή και είναι το ίδιο η προγονική ομάδα όλων των κάκτων. Οι περέσκιες λοιπόν, γένος 25 ειδών εξάπλωσης από το Μεξικό ως τη Βραζιλία σε κλίματα με διακριτές περιόδους ξηρασίας και βροχών, είναι ημιπαχυφυτικοί ή και κανονικοί θάμνοι, αναρριχώμενα ή και μικρά δέντρα με πλατιά φύλλα. Συχνά είναι φανερά ξυλώδη, ενώ η ωοθήκη στα άνθη λίγων ειδών είναι επιφυής, και λίγα είδη έχουν άνθη σε μικρές ομάδες. Το χαρακτηριστικό ωστόσο που μας θυμίζει ότι τα φυτά αυτά είναι πράγματι κάκτοι είναι η παρουσία αρεολών στις μασχάλες των φύλλων, οι οποίες παράγουν και φύλλα και αμυντικά αγκάθια. Δεν έχουν βρεθεί ως τώρα απολιθώματα κάκτων, μάλλον λόγω του ξηρού κι άρα ακατάλληλου για την απολίθωση περιβάλλοντος των περισσότερων μελών της οικογένειας, ωστόσο σχεδόν όλες οι εξελικτικές διαβαθμίσεις έχουν ζωντανούς εκπροσώπους, κι έτσι δεν είναι πολύ δύσκολη η κατασκευή του φυλογενετικού τους δέντρου. Οι μοριακές μέθοδοι χρονολογούν την ιστορία της οικογένειας των κάκτων γύρω στα 30 εκατομμύρια χρόνια πριν, με κοιτίδα τη Νότια Αμερική.

Οι κάκτοι έχουν κι άλλες ιδιαιτερότητες. Όπως και πολλά άλλα παχύφυτα και φυτά ξηρών περιοχών, οι κάκτοι χρησιμοποιούν το
Μεταβολισμό οξέων των κρασουλιδών
(crassulacean acid metabolism) για την ελαχιστοποίηση της απώλειας νερού, προσλαμβάνοντας το απαιτούμενο για τη φωτοσύνθεση διοξείδιο του άνθρακα το βράδυ με τις χαμηλότερες θερμοκρασίες, το οποίο αποθηκεύουν με τη μορφή οργανικών οξέων μέσα στα κύτταρα για να χρησιμοποιήσουν με το φως της μέρας έχοντας τα στόματα τότε κλειστά. Επίσης ριζώνουν όλοι εύκολα από μοσχεύματα, αν κι αυτό μπορεί να πάρει μήνες σε μερικά είδη, σε ξηρό περιβάλλον. Πράγματι το ερέθισμα που ενεργοποιεί τη ριζοβολία είναι η ξηρασία, οπότε το μόσχευμα θ’αναγκαστεί να στείλει ρίζες για να βρει νερό, κάτι που δεν είναι και τόσο επικίνδυνο για τους κάκτους, μιας και το σώμα του φυτού περιέχει ακομα αρκετό νερό για μερικούς μήνες επιβίωσης. Ένα άλλο εκπληκτικό χαρακτηριστικό αυτής της οικογένειας είναι ότι όλα τα μέλη της είναι συμβατά στον εμβολιασμό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, όπως συμπλέγματα περέσκιας και υπομονής, σφαιρικών κάκτων με στηλοειδείς, ή
Υλοκήρεος με μη φωτοσυνθετικό/παρασιτικό γυμνοκαλύκιο.
Τέλος οι κάκτοι, μάλλον λόγω των αρκετά πλατιών κορυφών τους με τις αμέτρητες κυτταρικές διαιρέσεις, είναι περισσότερο επιρρεπείς στην εμφάνιση βλαστητικών μεταλλάξεων που θα φανούν ως
Τερατογενέσεις
(monstrosities), δίνοντας φυτά που αποκλίνουν υπερβολικά από τον τύπο του είδους τους. Όλα τα παραπάνω, καθώς και ο τεράστιος αριθμός και ποικιλία ειδών (περίπου 125 γένη και 1500 είδη) αυτής της οικογένειας, δεν είναι διόλου παράξενο πως έκαναν τους κάκτους μια απ’τις αγαπημένες συλλεκτικές ομάδες φυτών. Περισσότερα για τους κάκτους μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
και
Εδώ.

Τελικά δεν ήταν μια μόνο εισαγωγική παράγραφος, αλλά περισσότερες, έκρινα όμως αναγκαία την αναφορά όλων αυτών των πληροφοριών για πληρέστερη ενημέρωση πλατειάζοντας πάλι όπως πάντα, αλλά θετικά, τώρα όμως θα πρέπει να προχωρήσω στην παρουσίαση των νέων ειδών μου. Με κάκτους δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα στο παρελθόν, περισσότερο με
Παχύφυτα.
Σήμερα έχω μερικά παχύφυτα, κι εκτός απ’τους νέους κάκτους, το σύμπλεγμα υλοκηρέα-γυμνοκαλυκίου που ανέφερα παραπάνω. Επίσης είχα δοκιμάσει στις αρχές του καλοκαιριού να μεγαλώσω Trichocereus pachanoi από σπόρο, κάποιοι βγήκαν, αλλά το
αυτόματο πότισμα
δεν έπιασε καλά το μικροσκοπικό γλαστράκι, με αποτέλεσμα να ξεραθούν όλοι, ενώ πολύ παλιά είχα μια υπομονή. Αυτοί επομένως μπορούν να θεωρηθούν οι πρώτοι μου μεγάλοι κάκτοι. Δε σκοπεύω ωστόσο να κάνω συλλογή κάκτων, μιας και προτιμώ
Η συλλογή μου ν’αποτελείται από αντιπροσωπευτικά μέλη διάφορων φυτικών ομάδων.
Ξεκινώ με την παρουσίαση και ανάλυση των τριών νέων ειδών μου λοιπόν, με περιγραφή και πληροφορίες για τοκαθένα αυτών. Οι φωτογραφίες είναι των φυτών τη μέρα της παραλαβής, ακόμα όχι φυτεμένα στο έδαφος.

Cereus peruvianus, κανονική μορφή, σπορόφυτο 20 εκατοστών.

Cereus peruvianus, τερατώδης μορφή, νεαρό σπορόφυτο.

Το πρώτο είδος είναι ο περουβιανός ψηλός κάκτος, Cereus peruvianus. Προσέξτε πόση διαφορά έχει η φυσιολογική από την τερατογενετική μορφή, η οποία αντί να’ναι ψηλή, έχει πολλές διακλαδώσεις στο ίδιο επίπεδο. Το είδος αυτό λοιπόν έχει διασπαστεί πρόσφατα σε δύο, με το κοινότερο τον C. ribandus, αν και μεταξύ των καλλιεργητών κάκτων χρησιμοποιείται το παλαιότερο όνομα ακόμα. Είναι πανύψηλος κάκτος των ξηρών περιοχών της βόρειας Νότιας Αμερικής και των νησιών της Ολλανδικής Καραϊβικής, ύψους 10 μέτρων με διάμετρο των πλευροφόρων, γκριζοπράσινων ή μπλεδοπών αγκαθωτών βλαστών του τα 10-20 εκατοστά. Τα άνθη ανοίγουν το βράδυ για μια μόνο μέρα, κι αν γονιμοποιηθούν δίνουν μεγάλους, σφαιρικούς λείους καρπούς, τα πιτάγια ή περουβιανά μήλα, χρώματος ιώδους κόκκινου έως κίτρινου, με λευκή γλυκιά σάρκα με αμέτρητους μικροσκοπικούς σπόρους. Το εσωτερικό ξύλο επίσης χρησιμοποιείται σε κατασκευές. Παρά την μεγάλη διάδοσή του ανά τον κόσμο ως καλλωπιστικού, εφόσον είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό είδος, το είδος αυτό έχει μελετηθεί παραδόξως λίγο. Θα μπορούσε για παράδειγμα να καλλιεργείται για τους καρπούς του σε αντίστοιχα κλίματα κι αλλού, ή να διερευνηθεί φαρμακευτικά. Η καλλιέργεια του είδους είναι όπως των περισσότερων κάκτων – θέση όσο ζεστή και ηλιόλουστη γίνεται με αμμώδες, καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος, ποτίσματα αραιά αλλά βαθιά, ιδίως το καλοκαίρι, λίπανση σχετικά αραιή, όχι όμως τόσο αραιή όσο σε είδη βραδύτερης ανάπτυξης, και προστασία απ’την παγωνιά. Σε αρκετά ζεστά κλίματα, όπως προφανώς στα πολύ νότια της χώρας μας, στα νότια νησιά και στην Κρήτη, το φυτό μπορεί να φυτευθεί στο έδαφος. Πολαπλασιάζεται με μοσχεύματα και με τους μικρούς σπόρους, οι οποίοι θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ μείγμα στη ζέστη
Και να φροντίζονται προσεκτικά
Μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος για μεταφύτευση. Περισσότερα γι’αυτό το είδος μπορείτε να διαβάσετε
εδώ
και
εδώ.
Το γένος Cereus (κηρεύς, εξαιτίας της έντονα κηρώδους στεγανοποιητικής εφυμενίδας) αρχικά κατά τον πατέρα της σύγχρονης βιολογικής ταξινόμησης Κάρολο Λινναίο περιελάμβανε όλους τους ψηλούς κάκτους, σύντομα όμως διασπάστηκε σε πολλά περισότερα με το όνομά του ως κατάληξη, π.χ. Cephalocereus, Trichocereus, Hylocereus.

Τα άλλα δύο είδη είναι παραισθησιογόνα, με ευρεία θρησκευτική και σαμανιστική χρήση απ’τους ιθαγενείς Ινδιάνους. Γενικά οι κάκτοι βασίζονται στα αγκάθια τους για άμυνα, και δεν παράγουν δηλητήρια, σχεδόν όλοι ωστόσο έχουν τη δυνατότητα παραγωγής αλκαλοειδών με πικρή γεύση και διάφορες άλλες ιδιότητες, κάποια είδη όμως την έχουν αυξημένη. Λίγα απ’αυτά τα αλκαλοειδή έχουν παραισθησιογόνο δράση στον άνθρωπο στην κατάλληλη δόση, όπως η γνωστή μεσκαλίνη. Η μεσκαλίνη, που μοιάζει μοριακά κι όχι λειτουργικά με την αδρεναλίνη, συντίθεται στο φυτό συνήθως από τη ντοπαμίνη, κι έχει ανιχνευθεί σε δεκάδες γένη κάκτων σε απειροελάχιστες ποσότητες, ακόμα και στην περέσκια
Και στη φραγκοσυκιά,
Υποδηλώνοντας προγονική προέλευση της ικανότητας σύνθεσης τέτοιων αλκαλοειδών. Η κάκτη αυτών των ιδιοτήτων που έχω είναι το πεγιότ και ένα είδος τριχοκηρέα της Νότιας Αμερικής, τα οποία θα παρουσιάσω αφού κάνω μια εισαγωγή για την ιστορία χρήσης τους.

Δε θα πρέπει ναπανικοβαλλόμαστε όταν ακούμε γιαπαραισθησιογόνα. Οι ουσίες αυτές, που αδίκως έχουν δαιμονοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, απολάμβαναν ευρείας χρήσης σε πάμπολλους παραδοσιακούς πολιτισμούς στη θρησκεία, στη μαγεία, στη σαμανιστική, στην ιατρική κι όπου αλλού χρειαζόταν επαφή με το υπερφυσικό, ενώ στο δυτικό πολιτισμό έχουν χρησιμοποιηθεί στην ψυχοθεραπεία, στην ψυχοναυτική (ατομική ψυχική εξερεύνηση μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης), για την καλλιτεχνική έμπνευση, και ψυχαγωγικά/διασκεδαστικά (βλ. ρέιβ πάρτι). Τα παραισθησιογόνα, αντίθετα μ’άλλες ψυχοτρόπες ουσίες όπως τα διεγερτικά ή τα κατευναστικά που απλώς εντείνουν κοινές καταστάσεις συνείδησης, προκαλούν εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης τις οποίες ο άνθρωπος συνήθως δε βιώνει καθημερινά, αν και μπορεί να τις βιώσει σε όνειρα, κατά το διαλογισμό κλπ. Η γνωστότερη κατηγορία παραισθησιογόνων, όπου ανήκει και η μεσκαλίνη, η ψιλοκυβίνη των μαγικών μανιταριών και το lsd, είναι τα
Ψυχοδηλωτικά
Ή ψυχεδελικά, ουσίες που λέγονται έτσι εξαιτίας της ικανότητάς τους να αίρουν τα βιολογικά ή μαθημένα νοητικά φίλτρα που μας δίνουν επιλεκτική προσοχή ή απόκρυψη συγκεκριμένων στοιχείων (ανοίγουν οι πύλες της αντίληψης κατά Aldous Huxley), κάνοντας πιο προσβάσιμα τα πιο υποσυνείδητα μέρη της ψυχής, προκαλώντας αλλαγές στην αντίληψη του γύρω περιβάλλοντος, στη σύνδεση των νοημάτων, στην αντίληψη του χρόνου, του εαυτού, του σύμπαντος, στην έκφραση των συναισθημάτων, καθώς και αισθητηριακές αλλαγές όπως οπτικές παραισθήσεις ή συναισθησία. Η περιγραφή των αποτελεσμάτων των ψυχεδελικών είναι πολύ δύσκολη, μιας κι αυτά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη νοητική και συναισθηματική κατάσταση, το περιβάλλον, τις πεποιθήσεις, τη νοοτροπία, την προσωπικότητα κλπ του εκάστοτε χρήστη (set και setting κατά Timothy Leary). Οι ουσίες αυτές επιδρούν λοιπόν πάνω στους υποδοχείς 5ht2a και 5ht2c της σεροτονίνης στον εγκέφαλο, και όπως φαίνεται, μια τέτοια μικρή παρέμβαση οδηγει σε τόσο εκπληκτικά αποτελέσματα. Τα αποτελέσματά τους ωστόσο δεν είναι πάντοτε θετικά, διότιενώ μπορεί κάποιος σε περιβάλλον ψυχοθεραπείας να βοηθηθεί ή κάποιος που τα παίρνει για διασκέδαση να περάσει μερικές φορές καλά, κάποιος άλλος μπορεί να περάσει από μεγάλο φόβο, πανικό ή καιπαράνοια κατά τη χρήση τους, ακόμα και με κατάλοιπα τις επόμενες μέρες, ιδίως αν είναι απροετοίμαστος, πάσχει από κάποια ψυχική πάθηση και δεν παρακολουθείται ή βρίσκεται σε αγχωτικό περιβάλλον. Ψυχωτικά άτομα έχουν επίσης βιώσει υποτροπή των συμπτωμάτων τους έπειτα από τη χρήση ψυχεδελικών. Ωστόσο οι επιπτώσεις των περισσοτέρων τους στο σώμα είναι αμελητέες, και δε δημιουργούν εξάρτηση. Πάραυτα, κατά τη Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ του 1971 κρίθηκαν όλα παράνομα για τα κράτη μέλη του, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η επιστημονική έρευνα πάνω σ’αυτά.

Απ’ό,τι έχω διαβάσει, η μεσκαλίνη σε σχέση μ’άλλα ψυχοδηλωτικά προκαλεί περισσότερο νοητικά αποτελέσματα όπως περίεργη σύνδεση των εννοιών, μεγαλύτερη ενδοσκοπική ικανότητα και αίσθηση ενότητας με τον κόσμο με λιγότερο έντονα οπτικά φαινόμενα, αν και περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν έντονα οράματα, ενώ αρνητικές ψυχολογικές αντιδράσεις εμφανίζονται σχετικά σπάνια. Η ουσία έχει κάποια διεγερτικά χαρακτηριστικά, αφού, αν και δεν αυξάνει συνήθως την ενεργητικότητα, δυσκολεύει τον ύπνο έπειτα. Επίσης έχουν παρατηρηθεί εμπαθογόνες ιδιότητες (πρόκληση αίσθησης ενσυναίσθησης με τους γύρω), ακόμα και αφροδισιακές σε κάποιους χρήστες. Μία τυπική ψυχεδελική εμπειρία από κάκτους διαρκεί περίπου 8-12 ώρες. Τα αποτελέσματα της καθαρής μεσκαλίνης διαφέρουν απ’αυτά ολόκληρου του κάκτου, υποδηλώνοντας συνεργιστική δράση διαφόρων άλλων αλκαλοειδών στη δεύτερη περίπτωση. Σπάνια πάντως συντίθεται μεσκαλίνη τεχνητά, διότι έχουν παραχθεί πλέον ισχυρότερα χημικά ανάλογά της, άλλα ακόμα ημινόμιμα κι άλλα παράνομα, έτσι η ουσία αυτή λαμβάνεται συνήθως από τους κάκτους. Οι κάκτοι μπορούν να φαγωθούν ωμοί ολόκληροι ή πολτοποιημένοι χωρίς το ξύλο και την επιδερμίδα, ή να βραστούν, ν’αποξηρανθούν και μετά να φαγωθούν ή να καταποθούν σε κάψουλες, ή να εκχυλιστεί η μεσκαλίνη τους. Η κατανάλωσή τους είναι πολύ επίπονη υπόθεση εξαιτίας της υπερβολικά πικρής τους γεύσεις, που απ’ό,τι έχω διαβάσει θα πρέπει νά’ναι πολύ αποκρουστική. Ο οργανισμός έπειτα, εφόσον έχει αντιληφθεί αλκαλοειδή πιθανόν επικίνδυνα (πολλά άλλα αλκαλοειδή φυτών είναι δηλητηριώδη), αντιδρά με έντονη ναυτεία και συχνά εμετό, αν κι ως τότε έχει απορροφηθεί ικανοποιητική ποσότητα μεσκαλίνης. Ο εμετός συνήθως βελτιώνει το στομάχι, ορισμένοι χρήστες ωστόσο συνεχίζουν νά’χουν στομαχικές ενοχλήσεις καθ’όλη τη διάρκεια της εμπειρίας. Η συνήθης μέση δόση κυμαίνεται μεταξύ των 200-400 mg μεσκαλίνης, αλλά η ακριβής δόση κάκτου ποικίλει, από 8-12 κεφαλάκια για το πεγιότ ως και τμήματα 30-45 εκ. και πλέον από τους τριχοκηρείς (αν αποξηρανθούν είναι πολύ ελαφρύτερα τότε, 25-30 γραμμάρια περίπου στα παραπάνω μεγέθη). Η θανατηφόρος δόση της μεσκαλίνης υπολογίζεται σύμφωνα με μετρήσεις σε πειραματόζωα σε 24 φορές την κανονικη δόση, ποσότητα πολύ υψηλότερη απ’αυτήν άλλων νόμιμων αλλά τοξικότερων ψυχοτρόπων (π.χ. αλκοόλ 8 φορές η κανονική δόση) και αδύνατο να επιτευχθεί με τη χρήση κάκτων. Μεσκαλίνη επίσης έχει ανιχνευθεί σε μικροποσότητες σε ορισμένα είδη ακακίας, ομάδα φυτών περισσότερο γνωστή για τη διμεθυλοτρυπταμίνη μερικών μελών της. Περισσότερα για τη μεσκαλίνη μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ
Και
Εδώ.

Εγώ φυσικά καλλιεργώ τους κάκτους αυτούς καθαρά για συλλεκτικούς λόγους και όχι για κατανάλωση! Η ιδέα μόνο ότι έχουν τέτοιες ικανότητες και χρήσης τους κάνει αρκετά πολύτιμους για οποιαδήποτε συλλογή πιστεύω. Όλοι οι μεσκαλινούχοι κάκτοι είναι νόμιμοι στην Ελλάδα και στα περις΄σότερα άλλα μέρη του κόσμου, εφόσον μάλλον ο καλλιεργητής δεν εξάγει την ενεργό ουσία απ’αυτούς, με ορισμένες εξαιρέσεις που θ’αναφέρω παρακάτω. Προχωρώ στα ψυχοενεργά είδη λοιπόν:

Trichocereus bridgesii var. monstrosa, ριζωμένο μόσχευμα.

Δε μοιάζει ο παραπάνω κάκτος πολύ με πέος; Στη πραγματικότητα η τερατογενετική αυτή ποικιλία αποκαλείται και “penis cactus = κάκτος πέος». Το παλιό όνομα του είδους ήταν Trichocereus bridgesii, σήμερα όμως τα είδη του γένους Trichocereus έχουν μετακινηθεί στο πολύ μεγαλύτερο γένος Echinopsis, και το είδος λέγεται
Echinopsis lageniformis.
Επειδή όμως το γένος Echinopsis περιελάμβανε παραδοσιακά κάκτους κοντούς και σφαιρικούς, εξού και τ’όνομα, οι καλλιεργητές για λόγους ευκολίας διατηρούν ακόμα την ονομασία του παλιού γένους (οι καλλιεργητές στην περίπτωση των κάκτων είναι μεγάλη δύναμη, μιας και μεγάλο ποσοστό του γραμμένου υλικού γι’αυτά τα φυτά προέρχεται απ’αυτούς), οπότε εγώ θα χρησιμοποιώ και τις δύο ονομασίες. Ο κάκτος λοιπόν αυτός ενδημεί στις ορεινές ερήμους της Βολιβίας, εξού και το κοινό του όνομα της βολιβιανής δάδας. Έχει ανοιχτοπράσινους βλαστούς ύψους 2-5 μέτρων με 4-8 πλευρές, και 4 ανοιχτού καφέ μεγάλα μήκους 4-10 εκατοστών αγκάθια ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 3 εκ. Τα άνθη, όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους, είναι λευκά και μεγάλα κι ανοίγουν μόνο για μια νύχτα. Οι ιθαγενείς αποκαλούν το είδος αυτό «ατσούμα», και το χρησιμοποιούν ως ενθεογόνο σε σαμανιστικές τελετές. Παρόλα αυτά είναι από τα λιγότερο χρησιμοποιούμενα μεσκαλινούχα είδη στον υπόλοιπο κόσμο, αν και ίσως, σύμφωνα με κάποιες μελέτες, είναι ο περιεκτικότερος σε μεσκαλίνη κάκτος του γένους, τουλάχιστον στις ποικιλίες που μελετήθηκαν, με περιεκτικότητα έως και 2% στην ξηρή μάζα του φυτού. Οι ιθαγενείς θεωρούν τους τετράπλευρους κάκτους ισχυρότερους, επειδή συμβολίζουν τους τέσσερις ανέμους, αλά στην πραγματικότητα ο αριθμός των πλευρών ποικίλει με την ηλικία κι εναλλάσσεται στο ίδιο φυτό. Η συγκεκριμένη τερατογενετική ποικιλία που έχω, αντί να ψηλώνει πολύ όπως η τυπική μορφή, δημιουργεί ένα χαμηλό απλωτό θάμνο με συχνές διακλαδώσεις στη βάση του, οι βραχίονες του οποίου φέρουν κανονικά ορατές αρεόλες κι αγκάθια προς τις βάσεις τους, στο ανώτερο όμως μέρος γίνονται λείοι, κυλινδδρικοί και όμοιοι με φαλλό, έως ακόμα και στη σχισμοειδή βαθουλωμένη κορυφή. Οι Γερμανοί αποκαλούν την ποικιλία «frauengluck», δηλαδή χαρά των γυναικών. Υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες, αλλ’αυτή είναι η γνωστότερη και αναμφίβολα η πιο ενδιαφέρουσα.

Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι η περουβιανή δάδα (Trichocereus peruvianus ή
Echinopsis peruviana,
Κάκτος ενδημικός στις ερήμους της δυτικής πλευράς των Άνδεων του Περού και του Ισημερινού, σε υψόμετρο 2000-3000 μέτρων (το κλίμα εκεί είναι τροπικό και δεν κάνει τόσο κρύο σε τέτοια υψόμετρα), είδος που φτάνει τα 3-6 μέτρα σε ύψος με πρασινομπλέ σκληρούς βλαστούς 6-9 πλευρών διαμέτρου 8-18 εκ., με 6-8 κοκκινοκαφέ αγκάθια μήκους 1-6, αλλά ως και 10 εκ. ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 2,5 εκ. Οι κάκτοι αυτοί συχνά λυγίζουν ή και ακουμπούν στο έδαφος όταν φτάσουν σε μεγάλο ύψος. Τα άνθη είναι λευκά, γλυκά αρωματικά κι ανοίγουν για μια νύχτα. Το είδος αυτό χρησιμοποιούταν ήδη από τους Τσαφίν (900-200 π.Χ.), και συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως σήμερα. Φημολογείται πως περιέχει 10 φορές περισσότερη μεσκαλίνη από τον κοινότερο T. Pachanoi, αν κι αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια μελέτη. Απλώς περιέχει συνήθως ελαφρώς υψηλότερες ποσότητες, συχνά στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο είδος.

Το τρίτο και γνωστότερο είδος του γένους είναι ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Trichocereus pachanoi ή
Echinopsis pachanoi,
Είδος ενδημικό πάλι στις Άνδεις του Περού και του Ισημερινού, ύψους 3-6 μέτρων με ρεκόρ τα 12 μέτρα και διαμέτρου του από ανοιχτού ως σκούρου πράσινου βλαστού 6-8 πλευρών τα 6-15 εκ. Υπάρχουν ως και 7 καφέ αγκάθια ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 2 εκ. Μερικές ποικιλίες έχουν πολύ μικρά ή και καθόλου αγκάθια. Τα άνθη είναι μεγάλα, μήκους 19-24 εκ. και πλάτους 20 εκ., λευκά, αρωματικά κι ανοίγουν για μια νύχτα. Ο καρπός είναι πράσινος κι έχει μήκος 6 εκατοστών και πλάτος 3. Το είδος αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως ψυχοενεργό περισσότερο από κάθε άλλο στη Νότια Αμερική και παγκοσμίως, αν και η περιεκτικότητά του σε μεσκαλίνη ποικίλει αρκετά, από 0,21 ως 1,8% στην ξηρή μάζα του φυτού, ανάλογα με την ποικιλία. Ως καλά μελετημένο είδος που είναι, έχουν περιγραφεί όλα τα υπόλοιπα αλκαλοειδή που περιέχει, όπως η ορδενίνη, η 3,4 διμεθοξυφαινεθυλαμίνη, η 4-υδροξυ-3-μεθοξυφαιναιθυλαμίνη, η αναλονιδίνη, η αναλίνη, η τυραμίνη κλπ. Άλλα μεσκαλινούχα είδη είναι ο T. tershekii, ο T. Scopulicola, ο T. macrogonus και ακόμα λίγα. Ωστόσο τα 3 παραπάνω είναι τα πλέον διαδεδομένα αυτού του γένους.

Η καλλιέργεια αυτών των φυτών είναι παρόμοια, γι’αυτό την τοποθέτησα κάτω από τις περιγραφές των επιμέρους ειδών. Όλα τα είδη είναι ψηλοί, στηλοειδείς κάκτοι ταχείας ανάπτυξης, με ταχύτερο τον T. pachanoi ο οποίος μπορεί να βάζει 30-50 εκ. ύψους το χρόνο. Ως εκ τούτου, πέρα από το πλάτος που χρειάζονται στις γλάστρες τους για ν’απλώσουν τις ρίζες τους, θα χρειαστούν κι ένα καλό βάθος. Ευδοκιμούν σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση, ενώ μπορούν να επιβιώσουν και σε ελαφριά ημισκιά, και με μεγάλη δυσκολία ακόμα και σε εσωτερικό χώρο δίπλα σε νότιο παράθυρο ή κάτω από τεχνητό φωτισμό. Η μεγάλη αντοχή τους στον ήλιο δε σημαίνει ωστόσο ότι θα πρέπει να μεταφέρονται απευθείας από τη σκιά στον ήλιο π.χ. απ’την προστατευμένη θέση του χειμώνα πάλι έξω την άνοιξη, διότι τότε μπορούν να καούν, με την καλύτερη αντίδραση ένα παροδικό κιτρίνισμα, και τη χειρότερη νέκρωση μεγάλων περιοχών της επιδερμίδας. Τα φυτά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά. Αναφέρεται ότι ο T. pachanoi είναι κάπως πιο ευαίσθητος στον πολύ ήλιο απ’τα υπόλοιπα είδη, στην πράξη όμως προσαρμόζεται το ίδιο εύκολα όπως τα υπόλοιπα. Θέλουν έδαφος αμμώδες με καλή αποστράγγιση κι όχι υπερβολικά πλούσιο σε οργανική ύλη, η οποία κατακρατεί πολύ υγρασία και περιέχει πολύ άζωτο, το οποίο θα προκαλέσει έντονη αλλ’αδύναμη ανάπτυξη. Ανέχονται ωστόσο μεγαλύτερα επίπεδα οργανικής ύλης και υγρασίας από άλλους κάκτους, με πιο ανθεκτικό στο πολύ νερό τον T. Pachanoi, και ως εκ τούτου θα πρέπει να ποτίζονται βαθιά και σχετικά τακτικά το καλοκαίρι, οπότε θ’αναπτύσσονται στο μέγιστο, αφήνοντας φυσικά το έδαφος να στεγνώνει μεταξύ των ποτισμάτων. Θα πρέπει επίσης να λιπαίνονται συχνότερα από άλλους κάκτους, ιδίως κατά την περίοδο ανάπτυξης, με ισορροπημένο λίπασμα ή ανάμειξη οργανικής ύλης στην επιφάνεια του εδάφους. Αν και τα είδη αυτά λόγω καταγωγής αντέχου το κρύο και ίσως τις ελαφριές παγωνιές, με ανθεκτικότερο τον T. pachanoi, δε μπορουν ν’ανταπεξέλθουν στις βαρύτερες παγωνιές, γι’αυτό θα πρέπει να μεταφέρονται σε κάποιο προστατευμένο μέρος για το χειμώνα, όπου θα πρέπει να διατηρηθούν στεγνοί ή τουλάχιστον με ελάχιστο νερό. Μια θέση με αρκετό φως και περισσότερονερό μπορει να οδηγήσει σε λίγη ανάπτυξη, η οποία θά’ναι λεπτότερη απ’αυτήν της επόμενης χρονιάς και μπορεί να σπάσει στο ενδεχόμενο ισχυρού ανέμου. Εννοείται όμως ότι και σε ηπιότερα κλίματα οι κάκτοι αυτοί θα πρέπει να διατηρούνται στεγνοί έξω το χειμώνα, προτιμότερα κάπου προστατευμένα, ιδίως αν βρίσκονται σε γλάστρες. Οι μεγάλοι κάκτοι αυτών των ειδών ανθοφορούν, κι απ’ό,τι διάβασα για τον T. Pachanoi τουλάχιστον, μπορεί ν’ανθοφορήσει από τα 1,2 μέτρα. Σε περιοχές με κατάλληλο κλίμα, όπως στη Νότια Ελλάδα, στην Κρήτη και στην Κύπρο, οι κάκτοι αυτοι φυτεύονται και στο έδαφος, ενώ πολλοί τους φυτεύουν σε σειρές για να δημιουργήσουν φράκτες. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι πανεύκολος. Αρκει η πληγή του μοσχεύματος ν’αφεθεί να στεγνώσει και να κάνει κάλλο για μερικές εβδομάδες, ώστε ν’αποφευχθεί ο κίνδυνος σήψης, και μετά μπορεί να φυτευθεί σε ξηρό αμμώδες έδαφος για να ριζώσει. Εντωμεταξύ μπορεί να’χει πετάξει ρίζες και κατά την αναμονή της φύτευσης. Θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά ελαφρά, μέχρι να πιάσουν καλά οι ρίζες και ν’αντιστέκεται στο ελαφρύ σπρώξιμο, οπότε μπορεί ν’αντιμετωπιστεί σαν κανονικό φυτό. Πέρα από τα μοσχεύματα της κορυφής, κατάλληλα είναι και τα μοσχεύματα της μέσης ενός βλαστού, τα οποία όπως κι αν φυτευθούν θ’αναπτυχθούν, αν και καλύτερο είναι οι αρεόλες να κοιτάζουν πάνω. Επίσης τα μοσχεύματα μπορούν να πλαγιαστούν οριζοντίως, οπότε θα προσανατολιστούν και θα ριζοβολήσουν από κάτω, ενώ από πάνω θα πετάξουν μία ή περισσότερες στήλες, όπως θα γινόταν εάν έσπαγε ένα μεγάλο κλαδί κι έπεφτε κάτω στη φύση. Οι σπόροι των κάκτων αυτών είναι αρκετά εύκολοι και γρήγοροι για κάκτους. Όπως και με τους υπόλοιπους κάκτους, θα πρέπει να σπαρούν στην επιφάνεια ενός αραιού αμμώδους μείγματος σε ζεστό μέρος με αρκετό φως, οπότε θα βλαστήσουν τόσο σύντομα όσο και μετά από μια βδομάδα. Έπειτα μπορούν σιγά-σιγά να προσαρμόζονται σε λιγότερη υγρασία και περισσότερο φως. Ως τον πρώτο χρόνο μπορεί να’χουν φτάσει τα 12 εκατοστά, οπότε θα’ναι έτοιμοι για μεταφύτευση σε μεμονωμένα δοχεία. Από εκει και στο εξής η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί. Οι τριχοκηρείς αποτελούν άριστα υποκείμενα για εμβολιασμό μικρότερων και βραδύτερης ανάπτυξης ειδών, όπως πολλοί σφαιρικοί κάκτοι, π.χ. το πεγιότ. Σπανιότατα προσβάλλονται από ασθένειες ή έντομα, ενώ εξαιτίας της πικρής τους γεύσεις τα ζώα τους αφήνουν ήσυχους. Χειρότερος εχθρός τους στην καλλιέργεια είναι η μυκητική σήψη των ριζών ή και των βλαστών από υπερβολική υγρασία, όπως και σ’άλλους κάκτους. Περισσότερα για τους κάκτους αυτού του γένους μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Lophophora williamsii var. caespitosa, μικρό φυτό προφανώς λίγων χρόνων.

Αυτό είναι το θρυλικό πεγιότ των Αζτέκων και των υπόλοιπων φυλών της γύρω περιοχής, ίσως ο γνωστότερος μεσκαλινούχος κάκτος χάρη στην εγκύτητά του στις ΗΠΑ, όχι για κάποιον άλλο λόγο. Είναι αυτοφυής σε πετρώδεις ή χαλικώδεις ερημότοπους του βόρειου Μεξικού και του ακραίου νότιου Τέξας, όπου συχνά μπορεί να βρεθεί σε κάπως σκιερότερα μέρη, όπως ανάμεσα σε μεγάλες πέτρες ή κάτω από αραιά ψηλότερα φυτά. Τα ορατά μέρη αυτού του μικροσκοπικού κάκτου είναι τα πεπιεσμένα σφαιροειδή υπέργεια μέρη των βλαστών, ύψους μόλις 4-7 εκ. και πλάτους 7-12 εκ., χρώματος γαλαζοπράσινου με λίγες πλατιές πλευρές, συνήθως 4-6, χωρισμένες με στενά αυλάκια και βυθισμένη κορυφή. Ο κάκτος δεν έχει αγκάθια (άοπλος), αν και για τους πρώτους μήνες της ζωής του φέρει μερικά ως αταβιστικό στοιχείο των προγόνων (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση), γι’αυτό οι αρεόλες φέρουν μόνο τούφες ασιμωπών ή κιτρινωπών τριχών, οι οποίες εί΄ναι πυκνότερες προς την κορυφή του φυτού, το νεότερο μέρος. Μεγάλο μέρος του κάκτου βρίσκεται υπογείως για προστασία απ’τις αντίξοες συνθήκες: Το υπόγειο μέρος του βλαστού είναι αρκετά μεγαλύτερο απ΄΄ο το υπέργειο, κωνοειδές, σκούρο καφέ και καλυμμένο με φελλώδη φλοιό, απ’όπου προέρχονται οι νέες διακλαδώσεις που επιφανειακά φαίνονται ως νέα κεφαλάκια ή «παραφυάδες», και καταλήγει σε μία ή και περισσότερες πασσαλώδεις ρίζες, και φυσικά και σε πολλές ινώδεις. Οι κάκτοι αυτοί αναπτύσσονται πάρα πολύ αργά, και στη φύση η ενηλικίωση μπορεί να έλθει σε 10 χρόνια ή και περισσότερο, σε καλλιέργεια ο χρόνος είναι φυσικά συντομότερος. Ένας κάκτος διαμέτρου 7 εκατοστών και άνω θεωρείται ώριμος, οπότε μπορεί ν’ανθίζει σποραδικά, με άνθη μήκους 1-2,4 εκ. και πλάτους 1-2,2 εκ. χρώματος από λευκό, ρόδινο λευκό, κιτρινωπό έως κοκκινωπό, που ανοίγουν τη μέρα. Οι καρποί που προκύπτουν είναι ρόδινοι, γλυκοί κι επιμήκεις, μήκους 1,5-2 εκ., γεμάτοι με μικρούς, μαύρους σπόρους μήκους 1-1,5 χιλ. και πλάτους 1 χιλ. Εάν δε φαγωθούν, οι καρποί αφυδατώνονται και γίνονται σαν μικρές καφέ σταφίδες που μπορεί να χαθούν μέσα στις τρίχες του φυτού. Κατά την ωριμότητά τους επίσης οι κάκτοι αρχίζουν να παράγουν νέα κεφαλάκια γύρω τους, δημιουργώντας με την πάροδο των χρόνων μεγάλες αποικίες που μπορεί να φτάσουν κατ’εξαίρεσιν και το 1 μέτρο σε διάμετρο με περί τα 40 και κεφαλάκια. Η διακλαδιστή ποικιλία (L. williamsii var. caespitosa), που έχω κι εγώ, παράγει πολλά κεφαλάκια από μικρή ηλικία. Τα υπόλοιπα είδη του γένους Lophophora έχουν παρόμοια μορφολογία, αν και διαφέρουν στα αλκαλοειδή. Το είδος L. diffusa για παράδειγμα του Μεξικού φτάνει μόλις τα 6 εκ. σε διάμετρο, είναι κιτρινωπό, σπάνια κάνει άλλα κεφαλάκια, και περιέχει απειροελάχιστη ποσότητα μεσκαλίνης.

Εφόσον ο κάκτος δεν έχει αγκάθια για να προστατευτεί, έχει εντείνει υπερβολικά το σύστημα παραγωγής αλκαλοειδών. Αποκαλείται μικρό πράσινο εργοστάσιο αλκαλοειδών, αφού έχουν ανιχνευθεί πάνω από 60 διαφορετικά αλκαλοειδή της κλάσης των φαιναιθυλαμινών στους ιστούς του. Είναι ο κάκτος με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε μεσκαλίνη, 0,4% στο ζωντανό φυτό και 3-6% στην ξηρή του μάζα. Η μεσκαλίνη αποτελεί το 30% όλων των αλκαλοειδών του φυτού, με δύο ακόμα βασικά νά’χουν μεγάλη συγκέντρωση: την πελοτίνη ή πεγιοτλίνη 17%, και την αναλονιδίνη 14%, και όλα τα υπόλοιπα σε ιχνώδεις ποσότητες. Όλο αυτό το χημικό οπλοστάσιο διασφαλίζει τη σίγουρη αποτροπή των εχθρών, και πράγματι τα περισσότερα φυτά στη φύση φαίνονται υγιή και άθικτα από ζώα ή έντομα. Πάλι όμως μερικά τυχαίνει να καταστραφούν από μεγάλα ζώα, π.χ. από γουρούνια που σκάβουν, και βέβαια στο στάδιο του σπόρου και του σπορόφυτου η θνησιμότητα θά’ναι πολύ υψηλή. Ο μεγαλύτερος εχθρός του πεγιότ πάντως είναι ο άνθρωπος, είτε με την επέκτασή του στο ενδιαίτημα του φυτού, είτε με τη συλλογή του για θρησκευτικούς σκοπούς. Παραδοσιακά οι Ινδιάνοι έκοβαν σύρριζα το κεφαλάκι του φυτού, ώστε να ξαναβγουν νέα απ’το υπόγειο μέρος, σήμερα όμως υπάρχουν ουκ ολίγοι απρόσεκτοι συλλέκτες που είτε ξεριζώνουν τα φυτά, είτε τα κόβουν άγρια χτυπώντας τα με φτιάρια, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να’χει μειωθεί επικίνδυνα σε μερικές περιοχές. Η πολιτεία του Τέξας έχει ανακηρύξει το είδος κινδυνεύον για παράδειγμα, αν και πιστευω πως θα εύχονταν οι Αμερικάνοι γραφειοκράτες να εξαφανιστεί για νά’χουν το κεφάλι τους ήσυχο όσον αφορά τους «παραβάτες». Τα κεφαλάκια ή κουμπιά (buttons) του κάκτου λοιπόν έπειτα διατηρούνται φρέσκα ή αποξηραίνονται, για να καταναλωθούν αργότερα στις θρησκευτικές τελετές.

Η ιστορία της χρήσης αυτού του φυτού είναι πανάρχαια και κάλυπτε μεγάλη περιοχή, και χάρη στις πολλές φυλές που το χρησιμοποιούσαν, αλλά και στους Ισπανούς χρονικογράφους γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την παραδοσιακή του χρήση. Τα παλαιότερα ως τώρα ευρήματα πεγιότ προέρχονται από τη σπηλιά Σούμλα του Ρίο Γκράντε του Τέξας ηλικίας 5.700 ετών, ενώ τα αμέσως νεότερα προέρχονται από την Κοαουίλα του Μεξικού και χρονολογούνται γύρω στο 810-1070 μ.Χ. Διάφορες φυλές έχουν εφεύρει διάφορους μύθους για την προέλευση της χρήσης του πεγιότ, ο γνωστότερος είναι ότι μια φορά ένας άνθρωπος χάθηκε στην έρημο, χωρις τροφή και νερό, κι ένα πνεύμα τον συμβούλεψε να φάει αυτόν τον κάκτο για να του αποκαλυφθεί ο δρόμος πίσω. Το όνομα «πεγιότ» είναι η ισπανοποιημένη μορφή του νάουατλ (γλώσσα των Αζτέκων) «πέγιοτλ», οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν μαζί με πολλά άλλα παραισθησιογόνα φυτά στις τελετουργίες τους. Επειδή όμως δε φυόταν στις περιοχές τους στο κεντρικό Μεξικό, αναγκάζονταν να το μεταφέρουν από μακριά, οπότε θεωρούταν σπάνιο κι εκλεκτό ενθεογόνο. άλλες φυλές του βόρειου Μεξικού και των νότιων ΗΠΑ το χρησιμοποιούσαν τακτικά, ενώ φυλές σε μέρη που δεν ήταν αυτοφυές βορειότερα το έπαιρναν από γειτονικές τους. Με την άφιξη των Ισπανών στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι., η χρήση του καταπιέστηκε έντονα από τους ιεραποστόλους, οι οποίοι το αποκαλούσαν «διαβολική ρίζα» και θεωρούσαν πως επέτρεπε την επικοινωνία με το Διάβολο, αν και σε μερικές απομακρυσμένες περιοχές οι Ινδιάνοι διατήρησαν τα πατροπαράδοτα έθιμά τους, ειτε με μείξη χριστιανικών στοιχείων είτε συνεχίζοντας την αρχαία θρησκεία τους. Κατά το 19ο αι. το πεγιότ γνώρισε μεγάλη εξάπλωση και στους Ινδιάνους των βορειότερων περιοχών των ΗΠΑ, απ’όπου το 1918 ιδρύθηκε η Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών (πεγιοτισμός), μια χαλαρή ένωση διαφόρων συναθροίσεων όχι απαραίτητα Ινδιάνων, τα μέλη της οποίας έχουν ως κέντρο λατρείας το πεγιότ αναμεμειγμένο με χριστιανικά στοιχεία. Από τις φυλές που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το πεγιότ παραδοσιακά, ίσως η πιο γνωστή είναι οι Ουίτσολ του Μεξικού.

Οι Ουίτσολ είναι μια μεγάλη φυλή 20.000 Ινδιάνων που κατοικεί στη Δυτική Σιέρα Μάντρε του βορειοδυτικού Μεξικού, αλλά πιστεύουν πως κατάγονται από τις κεντρικές ερήμους της χώρας, όπου αποδημούν κάθε χρόνο προς εύρεση πεγιότ. Η θρησκεία τους είναι ανιμιστική, με τέσσερις κύριες θεότητες, τον πατέρα ήλιο και τρεις απογόνους του, το θεό του ελαφιού, το θεό του καλαμποκιού και το θεό του πεγιότ, ο οποίος θεωρείται και η ψυχή όλων των θεών. Υπάρχουν και ελάσσονες θεότητες. Κάθε χρόνο λοιπόν, μια ομάδα Ινδιάνων, που περιλαμβάνει άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά, ταξιδεύει υπό την καθοδήγηση ενός σαμάνου (Μαραακάν) στην έρημο του Ρεάλ ντε Κατόρσε (Ουιρικούτα) στο κεντρικο΄Μεξικό, όπου γίνεται το κυνήγι του πεγιότ (χικούρι). Εκεί οι Ινδιάνοι, αφού ομολογήσουν όλες τις αμαρτίες τους και τις απιστίες τους (οι μοιχεία δε θεωρειται πολύ βαρύ παράπτωμα), ψάχνουν το πεγιότ και για μερικές μέρες γιορτάζουν καταναλώνοντας πεγιότ και χορεύοντας γύρω από φωτιές. Ακόμα και τα μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να δοκιμάσουν το πρώτο τους πεγιότ εκεί. Το πρώτο πεγιότ της χρονιάς το τοξεύει ο μαραακάν, παραπέμποντας σε κυνηγετικό συμβολισμό. Έπειτα επιστρέφουν με αρκετό πεγιότ γι’αυτούς που έμειναν πίσω, καθώς και για εμπόριο με τις γειτονικές φυλές, όπως οι Κόρα και η Ταραχουμάρα, οι οποίοι δε θεωρούν απαραίτητο το έθιμο του ταξιδιού. Οι Ουίτσολ πιστεύουν πως στο τέλος του κόσμου τα πνεύματά τους θα εγκατασταθούν στη Ουιρικούτα, που θά’χει γίνει μια μορφή επίγειου παραδείσου.

Το πεγιότ δεν είναι δύσκολο στην καλλιέργεια, αλλ’έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Πρώτο απ’όλα αναπτύσσεται πολύ αργά, και πιθανότατα θ’ανθίσει μετά από 5 χρόνια, με πιο εντατική καλλιέργεια ίσως και στα 3 χρόνια. Είναι φυτό πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και στη ζέστη, ως και στους 50 βαθμούς, αν και ιδανικά δε θα πρέπει να εκτίθεται σε τέτοιες ακραίες θερμοκρασίες. Δεν αντέχει ωστόσο την παγωνιά – κάποιες βορειότερες ποικιλίες έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα -, από την οποία θα πρέπει να προστατεύεται. Χρειάζεται έδαφος αμμώδες, ελαφρύ κι αλκαλικό, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί με την προσθήκη λίγου γεωργικού ασβέστη, γύψου, σπασμένων οστράκων ή κελυφών αβγών κλπ. Η απότομη έκθεση στον ήλιο μπορεί να κάψει το φυτό νεκρώνοντας την επιδερμίδα του με δυσμενείς συνέπειες για τη φωτοσυνθετική ικανότητα, γι’αυτό το φυτό θα πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά. Το ένα απ’τα δύο μεγάλύτερα κεφάλια του δικού μου φυτού έχει ιστορικό εγκαύματος, με μια μόνιμη σκληρή ουλή πλέον. Καλύτερος για το φυτό ωστόσο είναι ο πρωινός κι ο απογευματινος ήλιος. Η ανάπτυξη των βλαστών/κεφαλιών γίνεται κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο, ενώ η επέκταση της ρίζας το καλοκαίρι. Το πότισμα και η λίπανση θα πρέπει να γίνονται αραιά. Το φυτό πολλαπλασιάζεται με κεφαλάκια, τα οποία, αφού στεγνώσει η τομή τους, μπορούν να τοποθετηθούν σε αμμώδες έδαφος για να ριζώσουν, κάτι που θα γίνει σε 1-6 μήνες, αλλά και με σπόρους. Οι σπόροι θα πρέπει να σπαρούν στην επιφάνεια ελαφριού αμμώδους εδάφους σε υγρό και ζεστό αρχικά περιβάλλον, οπότε μέσα σε 1-2 βδομάδες πιθανότατα οι περισσότεροι θα βλαστήσουν – κάποιοι θα πάρουν πολύ παραπάνω χρόνο -, και καθώς αναπτύσσονται θα πρέπει να προσαρμόζονται σε ολοένα ξηρότερες συνθήκες. Στον ένα χρόνο θα’χουν ξεπεράσει το ένα εκατοστό σε διάμετρο και θά’ναι κατάλληλοι για μεταφύτευση. Για την αύξηση της ανάπτυξης του πεγιότ, ο κάκτος μπορεί να εμβολιαστεί όπως προανέφερα σε υποκείμενο γρήγορης ανάπτυξης, όπως τα είδη του γένους Trichocereus, οπότε μπορει να φτάσει την ωριμότητα ως και σ’ένα εξάμηνο, ίσως και με άνθη και νέα κεφαλάκια. Από την αφύσικα γρήγορη ωστόσο ανάπτυξη ο κάκτος ενδέχεται να σκάσει, κάτι που δεν απειλεί τη ζωη του πάντως. Στο σημείο αυτό της ωριμότητας οι περισσότεροι καλλιεργητές κόβουν το πεγιότ απ’το υποκείμενο και το φυτεύουν στο έδαφος για ν’αναπτυχθεί αυτόνομα.

Η νομική κατάσταση του πεγιότ είναι λίγο διαφορετική απ’αυτήν των υπολοίπων μεσκαλινούχων κάκτων. Αν και η καλλιέργειά του για καλλωπιστικούς σκοπούς δεν αντιμετωπίζεται διαφορετικά από την καλλιέργεια οποιουδήποτε άλλου κανονικού φυτού στις περισσότερες χώρες, ορισμένα κράτη, όπως οι ΗΠΑ (από το 1967) τό’χουν κηρύξειπαράνομο πλην της θρησκευτικής χρήσης από τους οπαδούς της Εκκλησίας των Ιθαγενών Αμερικανών, οι οποίοι μπορούν να το καλλιεργούν θεωρητικά ελεύθερα. Θεωρητικά γιατί ουκ ολίγες φορές οι άνθρωποι αυτοί παρενοχλήθηκαν σοβαρά από την αστυνομία και πέρασαν από μεγάλα δικαστικά βάσανα μέχρι ν’αποδείξουν τελικά την αθωότητά τους. Λίγες πολιτείες μάλιστα περιορίζουν τη χρήση του πεγιότ ακόμα και για θρησκευτικούς σκοπούς, ενώ άλλες τη δικαιολογούν μόνο σε γνήσιους Ινδιάνους. Η Αυστραλία απαγόρευσε επίσης το πεγιότ πρόσφατα, ΄χώρα γνωστή για τους σκληρούς νόμους της περί ναρκωτικών. Ο καναδάς από την άλλη εξαιρεί ρητά το πεγιότ στο νόμο περί απαγόρευσης των ναρκωτικών ουσιών. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της απαγόρευσης στις ΗΠΑ και του μυστικισμού που σκέπασε έπειτα το φυτό, πιστεύω πως το πεγιότ έγινε τόσο γνωστός κάκτος παγκοσμίως. Στην πραγματικότητα πάντως η καλλιέργεια πεγιότ για μαζική ενθεογόνο χρήση είναι ασύμφορη εξαιτίας της αργής ανάπτυξης που προανέφερα. Περισσότερα για το πεγιότ μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Όλοι οι κάκτοι μου έχουν φυτευθεί σε μικρά πλαστικά κουπάκιαμε ξηρό αμμώδες χώμα την επόμενη μέρα απ’την παραλαβή τους, και βρίσκονται στο προστατευμένο σημείο για όλα τα ευπαθή στο κρύο φυτά μου. Το έδαφος πρέπει να είναι ξηρό και επειδή το χειμώνα δε χρησιμοποιούν πολύ νερό, και γιατί θα πρέπει πρώτα να επουλωθούν τυχόν τραυματισμένες ρίζες, ώστε να μη σαπίσουν μετά με την υγρασία. Το πρώτο ελαφρύ πότισμα θα γίνει στις 1 Φεβρουαρίου, μια βδομάδα ακριβώς μετά τη φύτευση. Έπειτα την άνοιξη,
Που θα τους ξαναβγάλω έξω,
Τα ποτίσματα θ’αυξηθούν και θα περιμένω τα κουπάκια να γεμίσουν ρίζες, οπότε θα μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερες γλάστρες. Πέρα απ’αυτούς τους κάκτους πήρα και δύοπακέτα σπόρων Notocactus sp, τους οποίους θα σπείρω την άνοιξη με τον καλύτερο καιρό, και θα ενημερώσω τότε. Τους κάκτους τους πήρα από έναν καλλιεργητή στην Πάτρα, ο οποίος διατηρεί τεράστια συλλογή κάκτων και παχυφύτων κι ετοιμάζεται να γίνει εμπορικός παραγωγός. Τον βρήκα από το άρθρο για τους κάκτους του Zyklon b στο fridge.gr (ο σύνδεσμος είναι αρκετά πάνω στο άρθρο), όπου σχολιάζει συχνά, κι έπειτα από επικοινωνία με ιμέιλ, κανονίσαμε να μου στείλει αυτούς τους κάκτους. Όταν γίνει επίσημα παραγωγός πρόκειται ν’ανοίξει σελίδα στο Διαδίκτυο, την οποία σίγουρα θα διαφημίσω αν γίνει. Ενημερώσεις και νέες φωτογραφιες των φυτών θα προστίθενται στο τέλος του άρθρου όποτε υπάρχουν εξελίξεις.

Ενημέρωση 13/5/2013: Όλοι οι κάκτοι είναι καλά. Η ρίζωσή τους άργησε αρκετά, εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών του χειμώνα και των αρχών της άνοιξης. Παρέμεναν στα μικρά δοχεία τους με το ξηρό χώμα, που πότιζα σπάνια με λίγο νερό. Μόλις τα πότιζα, ο κάκτος πέος κάπως μαραινόταν και ζάρωνε, πράγμα που έμαθα πως ήταν φυσιολογική αντίδραση για το συγκεκριμένο είδος όταν δεν έχει αναπτύξει πλήρως το ριζικό σύστημα. Τα φυτά άρχισαν να πιάνονται στο έδαφος στα τέλη του Μαρτίου, με πρώτο τον περουβιανό και δεύτερο τον κάκτο πέος, κι από τότε ποτίζονται περισσότερο, αν κι αφήνω το χώμα να στεγνώσει λίγο παραπάνω σε σχέση μ’άλλα παχύφυτα που έχω. Το πέος έχει πλέον γεμίσει με νερό, όλες οι ζάρες έφυγαν και μάλιστα έχει ψηλώσει λίγο, ενώ ο περουβιανός, που φυτεύτηκε ελαφρώς πλάγια, γύρισε προς το φως και δείχνει κι αυτός σημάδια ανάπτυξης. Το πεγιότ ακόμα δεν έχει πιαστεί στο έδαφος, αλλά φαίνεται καλά. Μάλλον θ’αργήσει κοντά στο καλοκαίρι, αφού ευδοκιμεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες από τα δύο προαναφερθέντα είδη.

Ενημέρωση 28/5/2013: Η ανάπτυξη στα δύο ριζωμένα φυτά είναι εμφανής. Το πέος έχει ψηλώσει λίγο παραπάνω, ενώ μία προεξοχή που είχε σχεδόν στη μέση του ψηλότερου βλαστού του αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες κι έγινε νέα διακλάδωση. Ίσως κι άλλες παρόμοιες περιοχές αναπτυχθούν στο μέλλον. Ο περουβιανός έχει αρκετή ανάπτυξη, με πολλά νέα μαλακά ακόμα αγκάθια σαν σκληρό χνούδι στην κορυφή.

Ενημέρωση 4/6/2013: Μια σημερινή φωτογραφία. Στο κέντρο ο περουβιανός, δεξιά ο κάκτος πέος και αριστερά το πεγιότ.

Ενημέρωση 10/7/2015: Ο κάκτος πέος έχει μεγαλώσει αρκετά, με πολλούς νέους βλαστούς. Φέτος το Μάρτιο του άλλαξα χώμα, βάζοντας ελαφρύτερο υλικό και άμμο, γιατί πριν είχα πρόβλημα με τη συσσώρευση του νερού, κι έπρεπε να ποτίζω πιο προσεκτικά. Τους περουβιανούς τους έδωσα σ’έναφ ίλο μου. Κατά τη μεταφύτευση του μεγάλου περουβιανού (Αύγουστος του 2013), ο κάκτος έπεσε πάνω μου, ένα αγκάθι χώθηκε βαθιά στον αντίχειρά μου κι από τότε έχω έναν μικρό κάλο εκεί! Το πεγιότ δυστυχώς πέθανε τον Ιανουάριο του 2014. Είχε πιάσει το Σεπτέμβριο, και τα κεφαλάκια του άρχισαν να διογκώνονται, αλλ’εγώ το μετακίνησα υποτίθεται για να βελτιώσω το χώμα του. Το χειμώνα έπειτα, επει΄δη μου φαινόταν πως είχε λίγο χώμα, τον μετακινούσα και του άλλαζα χώμα. Ίσως κάπως να κόπηκε η επιδερμίδα του ή απλώς να εξασθένησε, και μέσα στον Ιανουάριο ξαφνικά σάπισε. Το χώμα του ήταν στεγνό, οπότε δεν έφταιγε η υγρασία, και η θερμοκρασία ήταν πάνω απ’το μηδέν. Το δίδαγμα είναι ότι τέτοιοι κάκτοι αργής ανάπτυξης χρειάζονται όσο το δυνατόν λιγότερη ενόχληση.
Φέτος το καλοκαίρι ωστόσο ξαναπαρήγγειλα φυτά από τον ίδιο καλλιεργητή, ο οποίος, αν και δεν έφτιαξε τελικά ιστοσελίδα, έχει κάνει το φυτώριό του εμπορικό και πουλά φυτά, κυρίως στην περιοχή του. Πήρα δύο μοσχεύματα Trichocereus pachanoi ή Echinopsis pachanoi, δύο Lophophora williamsii, την caespitosa, την παραλλαγή που είχα, καθώς και την κλασική μονοκέφαλη, και ένα σπάνιο μεσημβριανθεμοειδές παχύφυτο της Μαδαγασκάρης, το Delosperma bosseranum, το οποίο είναι κλαδεμένο σε μπονσάι. Μετά από μια βδομάδα περίπου, στις 23 Ιουνίου, ήρθαν τα φυτά. Άνοιξα το πακέτο στις 24, και τα φύτεψα στις 26. Οι E. pachanoi ήταν δύο υγιέστατα μοσχεύματα των 20 εκατοστών, με 6 πλευρές και της ποικιλίας με τα μικρά αγκάθια, όπως είχα ζητήσει, ώστε να μην έχω πρόβλημα όταν περνώ από δίπλα τους στο μπαλκόνι, ενώ είχαν καλοσχηματισμένο κάλο, έτοιμα για φύτεμα δηλαδή. Τα πεγιότ ήταν γυμνόριζα, το μονοκέφαλο με διάμετρο περίπου 2,5 εκατοστών, και το πολυκέφαλο με 7 κεφαλάκια, με το μεγαλύτερο λίγο μικρότερο απ’αυτό του μονοκέφαλου. Ετοίμασα γλαστράκια για όλους, φτιάχνοντας ελαφρύτερο χώμα για τα πεγιότ. Αυτήν τη φορά χρησιμοποιήσα περισσότερο περλίτη παρά άμμο, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, το οποίο σπασμένο έχει την ίδια λειτουργία, κι έχει το καλό ότι είναι πολύ ελαφρύτερο. Τα πεγιότ τα φύτεψα προσεκτικά με τις ρίζες προς τα κάτω, ενώ τους κάκτους του Αγίου Πέτρου τους έχωσα 4-5 εκ στο χώμα όρθιους, και τους στήριξα με βοτσαλάκια για να μην πέσουν. Μετά τα άφησα όλα στην ησυχία τους. Στις 4 Ιουλίου, πρόσεξα πως το ένα μόσχευμα κάκτου του Αγ. Πέτρου είχε ριζώσει, ενώ στις 7 είχε ριζώσει και το άλλο. Πλέον έχουν αρχίσει την ανάπτυξη με ανοιχτοπράσινες κορφές και χνουδωτά αγκάθια, και σε λίγες μέρες πρόκειται να τα ποτίσω. Τα πεγιότ, ως βραδυαυξέστερα φυτά, δεν έπιασαν ακόμα.
Παρακάτω είναι η φωτογραφία των φυτών τη μέρα που τα έβγαλα απ’το δέμα. Αριστερά είναι τα δύο μοσχεύματα E. pachanoi και δεξιά οι δύο L. williamsii.

Ενημέρωση 14/8/2015: Σύντομα μετά την τελευταία ενημέρωση, πρόσεξα ότι τα κεφαλάκια του πολυκέφαλου πεγιότ άρχισαν να διογκώνονται. Πλέον το φυτό έχει πιάσει, κάτι που δεν περίμενα να γίνει τόσο γρήγορα και είμαι πολύ χαρούμενος γι’αυτό. Αντίθετα η μονοκέφαλη ποικιλία παραμένη στάσιμη κι ελαφρώς μαραμένη, αλλά εφόσον δε χειροτερεύει η κατάστασή της, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Άλλωστε τα πολυκέφαλα πιάνουν πιο γρήγορα απ’τα μονοκέφαλα, όπως μου είπε και ο καλλιεργητής. Οι κάκτοι του Αγ. Πέτρου αναπτύσσονται σταθερά, μ’αυτόν που ρίζωσε νωρίτερα ν’αναπτύσσεται αισθητά γρηγορότερα. Πλέον έχω βγάλει τα βότσαλα στήριξης κι έχω μετακινήσει τα γλαστράκια τους σε σημείο με περισσότερες ώρες ήλιου. Πιστεύω πως το φθινόπωρο θα έχουν γεμίσει ρίζα και θα χρειαστούν μεταφύτευση, αν συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό ανάπτυξης. Τους κάκτους αυτούς τους ποτίζω λίγο και σταθερά, ενώ τα πεγιότ τα ποτίζω ελάχιστα και ακόμα πολύ προσεκτικά.

Ενημέρωση 9/9/2015: Έπιασε και το μονοκέφαλο πεγιότ. Άρχισε να διογκώνεται στα τέλη του Αυγούστου. Αν και δεν έχει αποκτήσει το τέλειο σφαιρικό σχήμα του πολυκέφαλου, είναι πλέον γεμάτο νερό και σε λίγο θα μπει σε πορεία ανάπτυξης. Ίσως να ήταν από πριν ταλαιπωρημένο, κι από τότε να έχασε το σχήμα του. Το πολυκέφαλο άρχισε να μεγαλώνει ανεπαίσθητα, ενώ οι δύο κάκτοι του Αγ. Πέτρου, καθώς και ο κάκτος πέος που είχα από παλιά, συνεχίζουν ν’αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς. Πλέον τους ποτίζω όλους περισσότερο, ακόμα και τα πεγιότ, αφού το χώμα είναι πολύ ελαφρύ και στεγνώνει αμέσως.

Ενημέρωση 11/9/2015: Έκανα λάθος τελικά. Μέσα σε μία μόνο μέρα το μονοκέφαλο διογκώθηκε όσο και το πολυκέφαλο. Έχουν μείνει κάτι μικροανωμαλίες στην επιφάνειά του, αλλα είναι ασήμαντες.

Advertisements