Στο
Αμέσως προηγούμενο θέμα
Αναρωτιόμουν μήπως η μνήμη μου είχε γεμίσει, γι’αυτό δυσκολευόμουν να κατανοήσω με τη μία κάποιες σύνθετες φιλοσοφικές ιδέες (γενικά διαβάζω περισσότερο επιστημονικά παρά φιλοσοφικά κείμενα). Σχεδόν σίγουρο ωστόσο είναι ότι η μνήμη δε γεμίζει τόσο εύκολα, αν και πιστεύω πως επηρεάζεται σημαντικά από τις προηγούμενες καταχωρήσεις ως προς το πώς θα καταχωρήσει τα επόμενα δεδομένα. Έκανα λοιπόν μια γρήγορη διαδικτυακή αναζήτηση για τη χωρητικότητα της ανθρώπινης μνήμης, μήπως και το θέμα αυτό έχει συζητηθεί ποτέ. Μιλώντας για μνήμη θα πρέπει να ξεκαθαρίσω πως εννοώ τη μνήμη μακράς διαρκείας, διότι υπάρχει και η προσωρινή μνήμη, η οποία έχει εκτιμηθεί κάπως σαφέστερα.

Όπως περίμενα λοιπόν, η εκτίμηση της μνήμης είναι πράγμα πολύ δύσκολο έως αδύνατο, μιας κι ο εγκέφαλος δε λειτουγεί σαν υπολογιστής. Η λειτουργία της μνήμης είναι μια πολύπλοκη διαδικασία η οποία ακόμα δεν έχει διερευνηθεί πλήρως, αν κι αρκετά πράγματα μας είναι γνωστά. Οι επιστήμονες για παράδειγμα χωρίζουν τη μνήμη μακράς διαρκείας σε δύο τύπους: τη συνειδητή και την ασυνείδητη. Η συνειδητή μνήμη μπορεί ν’ανακληθεί συνειδητά κι αφορά είτε συγκεκριμένες σχέσεις, σημασίες λέξεων κλπ (σημασιολογική μνήμη), είτε συγκεκριμένες περιστάσεις της ζωής, εικόνες, αντικείμενα κλπ (επεισοδιακή μνήμη). Για τη μεταφορά τέτοιων μνημών απ’το προσωρινό στο σχετικά μονιμότερο στάδιο απαραίτητη είναι η λειτουργία του ιπποκάμπου, ενός αρχαίου κέντρου του εγκεφάλου των σπονδυλωτών κάτω απ’τον
Κροταφικό φοιό,
Ο οποίος συμμετέχει επίσης στην αντίληψη χωρικών και χρονικών σχέσεων, στον προσανατολισμό και σε παρόμοιες λειτουγίες. Ασθενείς που υπέστησαν ολική καταστροφή των ιπποκάμπων τους έχασαν παντελώς την ικανότητα καταγραφής νέων τέτοιω μνημών, με γνωστότερο παράδειγμα
Το Henry Molaison.
Οι πληροφορίες της συνειδητής μνήμης αποθηκεύονται, όπως έχει αποδειχθεί, διάσπαρτα στον εγκεφαλικό φλοιό, ίσως περισσότερο σε κροταφικές περιοχές, αλλά στην πράξη σε διάφορους τόπους. Πειράματα με αρουραίους, απ’τους οποίους αφαιρέθηκαν τμήματα του φλοιού αφού έμαθαν ένα λαβίρυνθο, έδειξαν ότι ακομα κι αν κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο μιας κατάστασης χαθεί, π.χ. η οπτική εικόνα απ’την οπτική περιοχή του εγκεφάλου,
δε χάνονται τα υπόλοιπα στοιχεία της μνήμης.
Επομένως οι σύνθετες μνήμες είναι δύσκολο να εντοπιστούν κάπου συγκεκριμένα.

Η ασυνείδητη μνήμη, από την άλλη, αφορά κυρίως μαθημένες δραστηριότητες, κινήσεις, πράξεις και συμπεριφορές, όπως η χρήση ενός εργαλείου, η οδήγηση, κάποιος συγκεκριμένος δρόμος κλπ, οι οποίες γίνονται συνήθεια τελικά κι εκτελούνται σχεδόν ασυνείδητα. Λόγω της βαθύτερης εντύπωσής τους, συχνά αυτές οι πράξεις είναι δύσκολες στην περιγραφή χωρίς κάποιος να τις εκτελέσει πρώτα. Οι μνήμες αυτές αποθηκεύονται σε πιο πρωτόγονα μέρη του εγκεφάλου, όπως τα βασικά γάγγλια και η παρεγκεφαλίδα, με το ρόλο του ιπποκάμπου περιορισμένο. Η παραπάνω περίπτωση για παράδειγμα, που δε μπορούσε ν’αφομοιώσει νέες μνήμες, λειτουγούσε στις καθημερινές δραστηριότητες κατά κύριο λόγο με την ασυνείδητη μνήμη.

Οι μνήμες αποθηκεύονται ως συνειρμοί διαφόρω στοιχείων σε δίκτυα νευρώνων, παρά ως συγκεκριμένες πληροφορίες. Η κατάσταση είναι πολύπλοκη, αφού ένας μόνο νευρώνας μπορεί να δέχεται χιλιάδες απολήξεις άλλων και με τη σειρά του να συνάπτεται με χιλιάδες άλλους, ώστε να συμμετέχει σε πολλές μνήμες και διάφορες λειτουργίες ταυτοχρόνως. Κατά την αποθήκευση μιας νέας μνήμης επίσης, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ολόκληρο νέο δίκτυο εφόσον υπάρχουν στοιχεία κοινά με προηγούμενες εμπειρίες. Όταν λοιπόν μια μνήμη αποθηκεύεται, συγκεκριμένες συνάψεις ενδυναμώνονται περαιτέρω, ενώ οι νευρώνες που συμμετέχουν υφίστανται μακροπρόθεσμες αλαγές στις ηλεκτρικές τους ιδιότητες, φαινόμενο γνωστό ως
Μακροπρόθεσμη ενδυνάμωση.
Εφόσον ενδυναμώνονται συνάψεις, αλλάζουν οι υποδοχείς κλπ, η λειτουγία της καταγραφής μνημών απαιτεί σύνθεση πρωτεΐνών. Επίσης έχει βρεθεί οτι σε κάθε ανάκληση μιας μνήμης, ο εγκέφαλος αναδιαμορφώνει τη μνήμη αναπλάθοντας τις συνάψεις, ο λόγος για τον οποίον με την υποβολή μπορεί μια μνήμη να τροποποιηθεί, παλιές μνήμες μπορούν ν’ανακατευτούν με μεταγενέστερα στοιχεία και συμβάντα, ή μπορεί να δημιουργηθούν ψευδείς μνήμες εντελώς φανταστικών γεγονότων στη θέση παλιών μνημών. Αυτήν την «αδυναμία» της μνήμης θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η επιστήμη για τη χρήση προσωρινών αντιπρωτεϊνοσυνθετικών φαρμάκων κατά την ψυχοθεραπεία σε άτομα με τραυματικές μνήμες, για τη
Διαγραφή τους,
Αν και μπορούμε να υποθέσουμε πόσες άλλες τραγικές εφαρμογές θα μπορούσε νά’χει αυτή η ιδέα, π.χ. στρατιωτικές εφαρμογές, κατασκοπία κλπ. Φυσικά ως τώρα δεν έχει επιτευχθεί τόσο στοχευμένη χωρήγηση φαρμάκου που να επηρεάζει μόνο τη μνήμη κι οχι άλλες ζωτικές λειτουγίες του σώματος.

Και φυσικά η μνήμη δεν είναι ανεξίτηλη. Μπορει να υπάρχουν ξεχασμένες μνήμες που μπορούν ξαφικά να εμφανιστούν, άλλες ωστόσο που δεν ανακαλούνται συχνά αδυνατίζουν κι άλλες χάνονται εντελώς. Ο εγκέφαλός μας έχει σύστημα ανακύκλωσης των καταχωρημένων πληροφοριών, επομένως η πλήρης υπερφόρτωση που φοβάμαι εγώ είναι αδύνατη.

Γίνεται λοιπόν, με γνώση όλω τω παραπάνω, που ακόμα δεν έχουν διερευνηθεί πλήρως, να ποσοτικοποιήσουμε τη μνήμη, τουλάχιστον με σημερινές μεθόδους και τεχνολογίες; Είναι αδύνατον! Πραγματικά αδύνατον! Υπάρχουν άπειροι τύποι μνημών: μνήμες πραγματικές, μνήμες φανταστικές, μνήμες ανάκλησης μνημών ή ανάκλησηςη μνημών μνημών μνημών, μνήμες ονείρων, μνήμες απλές, όπως μίας εικόνας ή ενός αντικειμένου, μνήμες πλήρης, μνήμες σημασιών, μνήμες προσώπων, μνήμες φωνών ή ήχων, μνήμες συμπυκνωμένες, μνήμες ακριβέστερες, μνήμες μακρόχρονων διαδικασιών, μνήμες συναισθηματικών καταστάσεων, μνήμες εμπειριών, κλπ. Για να μετρηθεί κάτι, θα πρέπει να υπάρχει μια μονάδα μέτρησης, μία σταθερή αξία δηλαδή με την οποία θα συγκρίνεται το αντικείμενο προς μέτρηση. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει σταθερή μονάδα για την εκτίμηση όλου αυτού του πολυποίκιλου υλικού που αποκαλούμε μνήμη; Ακόμα κι αν ανακαλυπτόταν τρόπος μέτρησης απλών μνημών, πώς θα μπορούσαν να μετρηθούν συνθετότερες μνήμες, συναισθηματικές μνήμες, και πώς θα συγκρίνονταν πιο ολοκληρωμένες σε σχέση με αχνότερες μνήμες; Ο εγκέφαλός μας δεν είναι υπολογιστής που αποθηκεύει συγκεκριμένα, ποσοτικοποιημένα δεδομένα.

Αντίθετα με τη μνήμη μακράς διαρκείας ωστόσο, η μνήμη βραχείας διαρκείας έχει εκτιμηθεί κάπως καλύτερα. Φυσικά κι εδώ η μέτρηση του ίδιου του περιεχομένου της μνήμης είναι αδύνατη, το μόνο που μπορεί να μετρηθεί είναι ο χρόνος διατήρησης των πληροφοριών. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία από την
Αγγλική Wikipedia,
Οι αισθητηριακή μνήμη, δηλαδή η ακριβής αποτύπωση ενός ερεθίσματος, π.χ. μιας εικόνας, διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Αντίθετα, η μνήμη βραχείας διαρκείας ή μνήμη εργασίας, που είναι η διατήρηση πληροφοριών για κάποιον σκοπό κι εδράζεται στους μετωπιαίους λοβούς, διαρκεί από λίγα δευτερόλεπτα έως ένα λεπτό. Οποιαδήποτε μνήμη μετά απ’αυτό το διάστημα θεωρείται μνήμη μακράς διαρκείας. Για τη μνήμη βραχείας διαρκείας, ως νοητική λειτουγία σχετικά εύκολη στη μελέτη, έχουν γίνει προσπάθειες εκτίμησης και της ποσότητας στοιχείων που μπορεί να διατηρήσει. Σύμφωνα με τις μελέτες του ψυχολόγου George A. Miller το 1956, η ανθρώπινη βραχυπρόθεσμη μνήμη μπορεί να διατηρήσει +-2 7 στοιχεία, ενώ νεότερες μελέτες κατεβάζουν τον αριθμό σε 4-5. Ένας τρόπος αύξησης της ικανότητας της μνήμης εργασίας είναι η ομαδοποίηση των στοιχείων, κάτι που κάνουμε ασυνείδητα πολύ συχνά, π.χ. όταν απομνημονεύουμε έναν τηλεφωνικό αριθμό όχι ως ξεχωριστά ψηφία, αλλ’ως ομάδες 2-3 ψηφίων.

Ασφαλώς θα υπάρχει όριο στη μνήμη, εφόσον ο εγκέφαλος περιέχει πεπερασμένο αριθμό κυττάρων εκ των οποίων αναλογικά μικρή ποσότητα συμμετέχει στη μνημονική διαδικασία, αλλά η μέτρηση της χωρητικότητας της μνήμης, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι αδύνατη, προφανώς όμως θα’ναι τεράστια. Ο εγκέφαλός μας, αν κι οργανικός και μαλακός, αποδεικνύει για ακόμα μια φορά την απίστευτη πολυπλοκότητά του, ασύγκριτη με κάθε μηχανή που έχουμε φτιάξει ως τώρα. Μήπως τελικά θα πρέπει ν’αρχίζουμε να εγκαταλείπουμε ή τουλάχιστον να τροποποιούμε το μοντέλο του εγκεφάλου ως υπολογιστή;

Advertisements