Μόλις τώρα άρχισα να συνειδητοποιώ σοβαρά τις πεπερασμένες δυνατότητες του μυαλού μου. Φυσικά ποτέ ως τώρα δεν πίστεψα ότι ήμουν παντοδύναμος ή ότι μπορούσα να τα λύσω όλα, αφού πάντοτε υπήρχαν καταστάσεις ή μαθήματα δυσκολότερα απ’άλλα, αλλά θεωρούσα ότι με την προσπάθεια νικούνται όλα. Η στροφή μου ωστόσο τον τελευταιο καιρό προς τα αποτελέσματα των επιστημονικών μελετών για τη νοημοσύνη με κάνει να κοιτάζω τις νοητικές ικανότητες αρκετά διαφορετικά πλέον. Ασφαλώς η συνήθεια και η εξάσκηση παίζουν κάποιο ρόλο, αλλά όχι τον κύριο, όπως θέλουν κάποιοι να πιστεύουν.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου νοημοσύνη, απ’ό,τι συμπεραίνω από τα σχόλια των κοντινών μου και των καθηγητών μου για παράδειγμα, είναι πιθανότατα άνω του μέσου όρου, αν και κάποιοι τείνουν να την υπερεκτιμούν. Εγώ πάλι την υποτιμώ συχνά, αν και τελικά όχι πάντοτε άδικα. Απ’ό,τι λοιπόν έχω καταλάβει απ’το σχολείο, το μυαλό μου είναι αρκετά καλό στα θεωρητικά μαθήματα, αλλά λιγότερο καλό στα μαθηματικά και στις άλλες θετικές επιστήμες, εκτός κι αν οι επιστήμες είναι περισσότερο περιγραφικές π.χ. βιολογία, οπότε είναι κι εδώ καλό (εδώ μπορεί να παίζει ρόλο όμως και το μεγάλο ενδιαφέρον μου για την επιστήμη αυτήν). Αυτή η κατάσταση έως τώρα δε με πείραζε καθόλου, αφού ήξερα ότι πιθανότατα τα θετικά μαθήματα δε θα χρειαστούν στη μετέπειτα ζωή μου, και γενικώς η ιδέα κάποιου χειρότερου σε συγκεκριμένο νοητικό τομέα δε θεωρείται χαμηλή νοημοσύνη. Άλλωστε πολλοί μεγάλοι επιστήμονες θεωρητικής περισσότερο προσέγγισης δεν είχαν απαραίτητα καλή σχέση με τα μαθηματικά, αλλά πάλι η σκέψη τους ήταν σπουδαία βλ. Δαρβίνος. Τελικά όμως μάλλον δεν είμαι και τόσο καλός ούτε στα θεωρητικά.

Όπως έχω πει στο προηγούμενο θέμα μου λοιπόν,
Αυτό το διάστημα έχουμε την εξεταστική στο πανεπιστήμιο,
Οπότε όλες αυτές τις μέρες πρέπει να διαβάζω συνεχώς ως προετοιμασία. Ως πρωτοετής, κουβαλάω ακόμα πολλές δυσπροσαρμοστικές συνήθειες και μεθόδους απ’το σχολείο, τις οποίες σιγά-σιγά πρέπει ν’αποβάλω. Στο σχολείο είχαμε μάθημα κι εξεταζόμασταν κατά κάποιον τρόπο καθημερινά, άρα έπρεπε να διαβάζουμε και καθημερινά. Εδώ όμως, οι εξετάσεις έρχονται μια φορά στο τέλος κάθε εξαμήνου, και για να μη μένει όλη η προετοιμασία για το τέλος, θα πρέπει κανείς να συντάσσει τα βιβλία και τις σημειώσεις του από νωρίτερα. Εγώ έκανα ακριβώς αυτό το λάθος – με την ψευδαίσθηση ότι οι εξετάσεις θά’ναι εύκολες άφησα ΄πολα τα μαθήματα για το τέλος, με αποτέλεσμα τώρα να χρειάζεται να διαβάζω πολύ περισσότερο για ν’αναπληρώσω αυτό που δεν έκανα πριν, ενώ ορισμένα βιβλία ακόμα δεν έχουν ετοιμαστεί, των οποίων τα μαθήματα θα χάσω. Αυτό πιστεύω πως θα μου γίνει μάθημα για να μην επαναλάβω αυτήν την ανευθυνότατη συμπεριφορά ποτέ ξανά στο μέλλον.

Ένα λοιπόν απ’τα μαθήματα ήταν η εισαγωγή στη θεωρία του πολιτισμού, το οποίο έδωσα χθες βασισμένος στο βιβλίο της πολιτισμικης θεωρίας που διάβαζα για τις προηγούμενες 3 μέρες, ένα βιβλίο κάτι περισσότερο από δύσκολο. Στην παιδαγωγική σχολή κάνουμε και γενικότερα μαθήματα εκτός από καθαρά παιδαγωγικά, για να κατανοήσουμε την παιδαγωγική στο ευρύτερο κοινωνιολογικό/πολιτισμικό πλαίσιο. Το μάθημα λοιπόν αυτό εξετάζει το ρόλο του πολιτισμού στην κοινωνία, καθώς και τις απόψεις διάφορων στοχαστών, κυρίως κοινωνιολόγων, για το ρόλο του πολιτισμού. Ήταν μάθημα επιλογής που επέλεξα εύκολα, διότι από πάντοτε είχα περιέργεια για τις εσωτερικές αιτίες της συμπεριφοράς των ανθρώπων, αν και το ενδιαφέρον μου έχει πλέον μετατοπιστεί από τις κοινωνικές επιστήμες στη βιολογία και στην ψυχολογία ως καλύτερους τρόπους εξήγησης.

Το βιβλίο αυτό λοιπόν αρχικά δεν ήταν πολύ δύσκολο. Αφού είχε μια μικρή εισαγωγή, ξεκίνησε πρώτα με τους κλασικούς κοινωνιολόγους όπως το λειτουργιστή Ντιρκέμ (ή Ντιρκχάιμ αν το προφέρετε γερμανικά), το Μαρξ, το Βέμπερ κλπ, τους οποίους γνώριζα από την κοινωνιολογία που διδασκόμασταν πέρσι στο σχολείο, και συνέχισε με νεότερους σε διάφορους χώρους, όπως στο νεομαρξισμό, στη συμβολική αλληλεπίδραση, στο λειτουργισμό, στις βρετανικές πολιτισμικές σπουδές κι αλλού, και τέλος στο δομισμό, στη σημειωτική και στο μεταμοντερνισμό. Πολλά από τα επόμενα κομμάτια του βιβλίου με δυσκόλεψαν αρκετά στην κατανόηση, ιδίως οι πολύ αφηρημένοι στοχαστές ή τα κεφάλαια που είχαν να κάνουν με την ανάλυση του πολιτισμού σύμφωνα με τις αρχές της γλώσσας και τις έννοιες των σημείων, γιατί υπήρχαν και κομμάτια πολύ πιο βατά. Στα δύσκολα μέρη λοιπόν ένιωθα πλήρως αποπροσανατολισμένος, και για να τα καταλάβω έπρεπε να καταβάλω ασυνήθιστα μεγάλη νοητική προσπάθεια και συγκέντρωση, κάτι που δε μπορούσα να κάνω το ίδιο καλά συνέχεια, η συγκέντρωση έχει κι αυτή όρια. Με την παραμικρή ενόχληση λοιπόν συχνά έχανα τον ειρμό του κειμένου. Επίσης δυσκολευόμουν αρκετά να κάνω συνδέσεις μεταξύ των διάφορω θεωριών, και σ’αυτές τις περιπτώσεις αναγκαζόμουν να μαθαίνω τον κάθε στοχαστή με τις βασικές του ιδέες. Πάντως παρατήρησα πως σε δεύτερη ή και Τρίτη ανάγνωση μπορούσα να καταλάβω περισσότερα πράγματα και να κάνω καλύτερες συνδέσεις. Το άλλο όμως που παρατήρησα στις επόμενες αναγνώσεις ήταν ότι θυμόμουν πολύ΄ευκολότερα τα επουσιώδη μέρη του βιβλίου, όπως παραδείγματα των θεωριών, τις βιογραφίες των στοχαστών (ακόμα και τις ημερομηνίες και τα ακριβή ονόματα που κανονικά χωρίς προσπάθεια δεν τα θυμάμαι), παρά το απόσταγμα των θεωριών τους, δηλαδή συγκρατούσα πολύ ευκολότερα συγκεκριμένες πληροφορίες παρά την αφηρημένη σκέψη. Απ’όλο το βιβλίο γενικά, μπορώ να πω πως στο περίπου το μισό το θυμάμαι και τό’χω καταλάβει, το 1/4 το μισογνωρίζω και το υπόλοιπο 1/4 είτε δεν το κατάλαβα είτε το ξέχασα εύκολα.

Τι φταίει τώρα στην αδυναμία μου αυτήν; Θα μπορούσε να φταίε η προετοιμασίαμου την τελευταία στιγμή. Εάν διάβαζα το βιβλίο νωωρίτερα και κρατούσα σημειώσεις των πιο σημαντικών στοιχείω του, ίσως δεν είχα τόσο μεγάλο πρόβλημα. Σαφώς και δε θα είχα τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά πάλι αμφιβάλλω για το αν θα μπορούσα να κατανοήσω πλήρως τις ιδέες όλων των στοχαστών εξίσου. Ορισμένες θα παρέμεναν πάλι πολύ αφηρημένες και δυσνόητες για μένα. Επίσης ίσως φταίει και η συνήθειά μου ως τώρα. Τα βιβλία που διάβαζα ως τώρα ήταν είτε σχολικά, είτε λογοτεχνικά, κι από επιστημονικά κυρίως βιολογικού ή ψυχολογικού περιεχομένου, δηλαδή θεμάτω αρκετά συγκεκριμένων. Δεν είχα εντρυφήσει ποτέ στη φιλοσοφία. Πάντως δεν πολυπιστεύω ούτε το παραπάνω, διότι δε δικαιολογείται από μένα η τόση προσπάθεια κατανόησης ενός θέματος, γιατί σ’άλλες περιπτώσεις κατανοώ πολύ ευκολότερα πρωτάκουστες ιδέες. Επομένως ένα είναι το συμπέρασμα: το μυαλό μου απλώς δε μπορεί να κατανοήσει ορισμένες υψηλά αφηρημένες ιδέες. Είναι γνωστό ότι η νοημοσύνη ποικίλιει μεταξύ των ατόμων, κι ότι υψηλότερη νοημοσύνη σχετίζεται με πολυπλοκότερη αφηρημένη σκέψη. Οπότε η δική μου νοημοσύνη δεν είναι και τόσο υψηλή τελικά.

Αντικειμενικά όμως, για το μέσο αναγνώστη δηλαδή, το βιβλίο αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Ο ίδιος ο συγγραφέας του αναφέρει συχνά τη δυσκολία κατανόησης της πολύπλοκης σκέψης ορισμένων των στοχαστών, ενώ προτείνοντας βιβλιογραφία σχολιάζει για την ευκολία ανάγνωσης του κάθε συγγραφέα, με άλλους αρκετά εύκολους, άλλους δυσκολότερους, άλλους πολύ δύσκολους, κι άλλους να χρειάζονται ερμηνευτικό οδηγό για τη διασαφήνιση των νοημάτω τους. Οπότε η δυσκολία αυτή δεν είναι μόνο δικό μου πρόβλημα. Αλλά σε ποιον ακριβώς τύπο μέσου αναγνώστη απευθύνεται ο συγγραφέας λέγοντας αυτά; Αυτό δεν το ξέρω. Ούτε όμως και οι ίδιοι οι στοχαστές δεν καταλαβαίνονταν πάντοτε μεταξύ τους, κάτι το αναμενόμενο, αφού οι άνθρωποι αυτοί κατάγονταν από διάφορα πολιτισμικά περιβάλλοντα, βρίσκονταν σε διάφορα πανεπιστήμια και είχαν ειδικευτεί σε διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους. Ορισμένοι λοιπόν κατηγορούνται για υπερβολικά δυσνόητο, γενικό κι αφηρημένο λόγο. Άλλοι πάλι δεν είχαν και τόσο συγκροτημένη σκέψη με κενά, με πολλούς να μην έχουν καταλήξει ποτέ σε κάποια συγκεκριμένη θεωρία. Στα κενά αυτά στηρίχτηκαν έπειτα άλλοι για να τους κάνουν κριτική. Όπως βλέπουμε λοιπόν, κανένας άνθρωπος, όσο έξυπνος κι αν είναι, δε μπορεί να είναι τέλειος.

Οι ερωτήσεις στις εξετάσεις λοιπόν ήταν αρκετά εύκολες απ’αυτό που περίμενα. Οι σκέψεις ωστόσο μου έμειναν και με ακολουθούν ακόμα. Πέρα από τη διαπίστωση για την αδυναμία του μυαλού μου, ένιωσα πραγματικά συντετριμμένος και μειονεκτικός απέναντι σ’αυτούς τους γίγαντες του πνεύματος, διαβάζοντας για τη ζωη και τη σκέψη τους, και την τρομερά υψηλή νοημοσύνη τους. Αναρωτήθηκα πού ακριβώς τοποθετούμαστε εμείς οι κοινοί άνθρωποι σε σχέση μ’αυτούς. Ν’αναφέρω εδώ ότι δυσανάλογα μεγάλος αριθμός τους ήταν Εβραίοι,
Επομένως αρκετά έξυπνοι.
Πού ήμαστε εμείς λοιπόν σε σχέση μ’αυτούς; Άρχισαν να τίθενται τώρα και υπαρξιακά θέματα ανθρώπινης αξίας και θέσης. Όσον αφορά το μυαλό μου τελικά, βρίσκεται απ’ό,τι κατάλαβα στο χειρότερο σημείο της κλίμακας της νοημοσύνης, σ’ένα ύψος όπου μπορεί ν’αναλύσει διάφορα σύνθετα πράγματα και ν’αναρωτηθεί, αλλ’όχι τόσο ψηλά ώστε να κατανοεί τα πάντα, με αποτέλεσμα να νιώθει μειονεκτικά γι’αυτήν την κατάσταση. Ένας άνθρωπος χαμηλότερης νοημοσύνης δε θα είχε τέτοιες ανησυχίες. Μπορείτε να ψάξετε στο ιστολόγιο και να διαπιστώσετε την κατάσταση του μυαλού μου. Τα περισσότερα κείμενα, όσο και μεγάλα αν είναι, πραγματεύονται συγκεκριμένα και απτά θέματα. Στην κατηγορία των σκέψεων θα δείτε κείμενα που θέλουν να εκφράσουν κάτι σημαντικό να το εκφράζουν απλά, με γενικότερο λεξιλόγιο και ίσως με λογικά άλματα μερικές φορές. Τα περισσότερα όνειρά μου είναι επίσης απλά, κι έχουν να κάνουν με καθημερινά γεγονότα ή θέματα που ψάχνω, και συχνά είναι αποσπασματικά. Και όπως είπα παραπάνω, δεν είμαι τόσο καλός στη θετική σκέψη, κάτι που τελικά αντανακλά τη γενικότερη κατάσταση της νοημοσύνης μου (η θετική σκέψη θέλει καλή αφηρημένη σκέψη). Δυσκολεύομαι να λύσω
Λογικά προβλήματα.
Επίσης σπάνια κάνω ενδοσκόπηση, αποθώντας ό,τι μ’ενοχλεί στο πίσω μέρος του μυαλού μου για ένα αργότερα που συχνά δεν έρχεται ποτέ, κι όταν την κάνω, δε φτάνω σε κάποιο τελικό συμπέρασμα. Οι σκέψεις μου τείνουν ν’αλλάζουν εύκολα και ν’ανακυκλώνονται, ενώ όταν πρέπει να συγκεντρωθώ σε κάποιο θέμα συνειδητά, το μυαλό μου φεύγει συχνά σ’άλλα πράγματα, συνήθως εντελώς τετριμμένα. Ακόμα κι αυτό εδώ το κείμενο δεν είναι τίποτα παραπάνω από την αναφορά μιας θλιβερής διαπίστωσης με 2-3 διαφορετικούς τρόπους, με το μισό και παραπάνω να αποτελεί η περιγραφή του μαθήματος και λοιπά εισαγωγικά. Κι όπως τα περισσότερα κείμενά μου, τό’γραψα αφού σχεδίασα στο μυαλό μου από πριν το σχεδιάγραμμα των παραγράφων, με συγκεκριμένη σειρά.

Τι μπορώ να κάνω γι’αυτήν την κατάσταση; Δυστυχώς, τίποτα. Θα μου πείτε τώρα πως μπορώ να το συνηθίσω. Συνηθίζεται όμως αυτό; Εδώ δε μιλάμε για κάποια σωματική αναπηρία ή κάποια ασθένεια που κάπως συνηθίζεται, αλά για νοητικό έλλειμμα, έλλειμμα στην πεμπτουσία της ανθρώπινης αξίας. Η επίγνωση της χαμηλής νοημοσύνης είναι το χειρότερο πράγμα.

Advertisements