Συχνά υποστηρίζεται ότι η αναπαραγωγή ειδών στην αιχμαλωσία αποτελεί δικλείδα ασφαλείας στην περίπτωση που ο πληθυσμός κινδυνεύσει στη φύση. Στην πραγματικότητα το θέμα είναι πολύ πιο πολύπλοκο, και οι περισσότερες άκριτες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία αποτυγχάνουν για διάφορους περίπλοκους και σημαντικούς λόγους. Στο παρακάτω άρθρο εξετάζονται οι λόγοι για τους οποίους η ιδιοτική αναπαραγωγή ερπετών συνήθως δεν αρκεί για την προστασία αυτών των ειδών στη φύση. Εδώ θα πρέπει να κάνω μια σημείωση: παρόλο που η διατήρηση κι αναπαραγωγή των ερπετών στην αιχμαλωσία μπορεί να μη βοηθά και πολύ τους πληθυσμούς στη φύση, αυτό δε σημαίνει πως είναι κάτι κακό και δε θα πρέπει να γίνεται. Ούτε η συλλογή ερπετών από τη φύση, εάν γίνεται με μέτρο και για το μόνο λόγο του εμπλουτισμού του αιχμάλωτου πληθιυσμού δεν είναι κάτι κακό. Κάνω τις παραπάνω διασαφηνίσεις διότι κυκλοφορούν φανατικοί οικολόγοι που διασπείρουν αισχρώς ψευδείς κι επικίνδυνες πληροφορίες για τη διατήρηση ερπετών στην αιχμαλωσία κι αυτούς που το κάνουν αυτό, και κατ’επέκτασιν στοχεύουν όσους ασχολούνται με τη διατήρηση στην αιχμαλωσία παραδοσιακά μη εξημερωμένων ειδών, κάνοντας στην πραγματικότητα προπαγάνδα της θέσης τους υπέρ μιας ειδανικής φύσης όπως τη φαντάζονται αυτή. Το άρθρο είναι από τη γνωστή ερπετική σελίδα του
anapsid.org
στην κατηγορία «διατήρηση ειδών», όπου μπορούν να βρεθούν παρόμοια άλλα θέματα. Μπορεί το παρακάτω άρθρο ν’αναφέρεται στην Αμερική και σε μερικά αμερικανικά είδη, το πρόβλημα αυτό ωστόσο θα μπορούσε νά’ναι παγκόσμιο.

Μετάφραση: Bolko

Το ερπετοχόμπι και η προστασία των ειδών

1994 Breck Bartholemew, Intermontanus 3 (1) Ερπετολογική Κοινότητα της Γιούτα. Ανατυπωμένο από το Iguana Times της Διεθνούς Κοινότητας για τις Ιγκουάνες, 1994 (1) 2 – 6

Αυτές τις μέρες, με την ολοένα αύξηση της δημοτικότητας της προστασίας των ειδών, το ερπετοχόμπι συχνά σχετίζεται με την προστασία των ειδών. Δεν είναι ασυνήθιστο ν’ακούσετε κάποιον να λέει, «Χρειαζόμαστε ζώα στην αιχμαλωσία ώστε να μπορούμε να αποκαταστήσουμε τους άγριους πληθυσμούς όταν απειληθούν.» Αυτή η λογική χρησιμοποιείται επίσης ως όπλο κατά της νομοθεσίας που απαγορεύει την εισαγωγή ή τη συλλογή ερπετών: «Χρειαζόμαστε νέες γραμμές αίματος για να διατηρήσουμε γενετικά βιώσιμους αιχμάλωτους πληθυσμούς.» Ακόμα και οι επαγγελματίες ερπετολόγοι αναφέρουν τον πολλαπλασιασμό στην αιχμαλωσία ως εργαλείο προστασίας, αλλά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητος και παρακολουθείται από τους κατάλληλους οργανισμούς (Dod 1987; Dod 1993). Εφόσον οι βορειοαμερικανικοί ζωολογικοί κήποι έχουν χώρο μόνο για προγράμματα επιβίωσης περίπου 16 ειδών φιδιών (Quinn και Quinn 1993; δεδομένα για άλλα αμφίβια κι ερπετά δεν είναι ακόμα διαθέσιμα), το ενδεχόμενο επιτροπής των ερπετοχομπιστών να συμμετέχουν σε σχέδια προστασίας ειδών έχει εξεταστεί, και έχουν δημιουργηθεί «κατάστιχα» για μερικά είδη. Ακόμα άλλοι ερπετοχομπίστες έχουν πάρει την προστασία των ειδών στα χέρια τους και ισχυριζονται πως συμπληρώνουν τον αγαπημένο ερπετικό πληθυσμό τους απελευθερώνοντας απογόνους γεννημένους στην αιχμαλωσία. Όλη αυτή η προσπάθεια φαίνεται να καταδεικνύει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως αυτή η μορφή προστασίας των ειδών θα είναι επιτυχής. Εντούτοις, η μόνη επιθεώρηση προγραμμάτων προστασίας ειδών ερπετών (αυτών που περιλαμβάνουν μετακίνηση, επαναπατρισμό, και μετατόπιση στο πρόγραμμα) καταδεικνύουν ότι τα περισσότερα προγράμματα προστασίας των ειδών είναι ανεπιτυχή (Dod και Seigel 1991). Όλα εκ των επιτυχών ερπετολογικών προγραμμάτων προστασίας ειδών για κροκοδείλια κι ένα ειδος σαύρας έχουν ένα πράγμα κοινό: τα προγράμματα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία στεγάζονται μέσα ή κοντά στη φυσική επικράτεια του είδους και σε περιβάλλοντα εξωτερικού χώρου. Ο στόχος αυτής της εργασίας είναι η εξέταση αν το ερπετοχόμπι θα πρέπει να παίξει ρόλο στην προστασία των ειδών.

Κάποιοι μπορεί να το βρίσκουν ειρωνικό ότι τόσοι πολλοί ερπετοχομπίστες ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν προσπάθειες προστασίας των ειδών ενόσο επίσης πολεμούν ώστε να τους επιτραπεί η συλλογή των ίδιων ζώων που θα πρέπει να προστατευτούν. Δεδομένου ότι οι οργανισμοί άγριας πανίδας συχνά δεν έχουν πλήρεις πληροφορίες για τα είδη αμφιβίων κι ερπετών που προστατεύουν, αλλά γενικά ρέπουν προς την πλευρά της προστασίας των ειδών. Οι ερπετοχομπίστες, από την άλλη, γενικά ρέπουν προς την πλευρά της καταστροφής των ενδιαιτημάτων και των ειδών.

Οι τυχαίοι συλλέκτες που παίρνουν το περιστασιακό φίδι απ’το δρόμο πιθανόν επηρεάζουν τον πληθυσμό πολύ λίγο, επειδή το ενδιαίτημα δεν καταστρέφεται. Εντούτοις, όταν το αλλώνισμα των δρόμων γίνεται υπερβολικά, μπορεί να’χει μεγάλο αντίκτυπο στον πληθυσμό. Για παράδειγμα, περιοχές όπως αυτές των οδών του Ποταμού, της Βαγδάτης (πολλές αμερικανικές τοποθεσίες έχουν ιστορικές ονομασίες), και του Άχο είναι γεμάτες συλλέκτες κατά την περίοδο συλλογής των ερπετών. Σχεδόν κάθε επιθυμητό ερπετό που περνά το δρόμο είτε συλλέγεται είτε σκοτώνεται σ’αυτούς τους δρόμους. Με τον καιρό αυτοι οι πληθυσμοί των ερπετών εξαντλούνται, ιδίως κατά μήκος των δρόμων. Αυτό ήδη έχει γίνει στις ερημικές χελώνες (Gopherus agassizii) και φαίνεται πως οι ροδαλοί βόες (Lichanura trivirgata) αντιμετωπίζουν την ίδια μοίρα (Yoswiak 1993).

Η συλλογή από τη φύση μπορεί να είναι πολύ πιο καταστρεπτική στους πληθυσμούς και στο ενδιαίτημα παρά το αλλώνισμα των δρόμων. Ο Feldner (1992) περιέγραψε μια περιοχή με αρκετά είδη ερπετών η οποία ουσιαστικά καταστράφηκε από τους συλλέκτες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μοχλούς μπάζων για να μετακινούν βράχους. Σε λιγότερο από ένα μήνα η περιιοχή έγινε από υποστηρικτική σε άφθονη ερπετοπανίδα σε εξαντλημένη απ’όλα τα είδη ερπετών (Feldner 1992). Αν και το παράδειγμα του Feldner μπορεί νά’ναι υπερβολικό, δεν είναι κι εντελώς ασυνήθιστο. Ακόμα και στη Γιούτα, μια πολιτεία με σχετικά λίγους ερπετοσυλλέκτες, υπάρχουν περιοχές όπου οτιδήποτε μπορεί να συκωθεί γυρίζεται και δεν αντικαθίσταται. Αυτή η μορφή συλλογής πλήττει όλο το οικοσύστημα, όχι απλώς τα ερπετά. Προφανώς, η συλλογή είναι καταστρεπτική για τους άγριους πληθυσμούς, αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου η προστασία των ειδών μπορεί ν’απαιτήσει τη συλλογή. Για να δικαιολογήσουν οι ερπετοχομπίστες τον ισχυρισμό της υποστήριξης του προστατευτισμού των ειδών, τα επιβλαβή αποτελέσματα της συλλογής θα πρέπει να ζυγιστούν με τα οφέλη των προγραμμάτων πολλαπλασιασμού στην αιχμαλωσία κι απελευθέρωσης.

Για να επιτύχει ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία κι απελευθέρωσης, θα πρέπει να υπολογιστούν αρκετοί βιολογικοί περιορισμοί. Ένας απ’αυτούς τους βιολογικούς περιορισμούς, ίσως ο πιο σημαντικός, συχνά προσπερνάται. Οι οικολόγοι γνωρίζουν αυτόν τον περιορισμό ως το «νόμο» της ανοχής του Shelford. Όσον αφορά την προστασία των ειδών, ο νόμος του Shelford δηλώνει ότι η επιβίωση ενός οργανισμού εξαρτάται από την τελειότητα ενός συνθέτου συνθηκών. Η αποτυχία του πολλαπλασιασμού στην αιχμαλωσία και της απελευθέρωσης ενός οργανισμού μπορεί να ελεγχθεί από την ποιοτική ή ποσοτική έλλειψη ή υπερβολή όσον αφορά οποιονδήποτε από αρκετούς παράγοντες οι οποίοι μπορεί να πλησιάζουν τα όρια αντοχής γι’αυτόν τον οργανισμό (Odum 1981). Βασικά, εάν δεν καλυφθούν όλες οι σωματικές, ψυχολογικές κλπ ανάγκες ενός οργανισμού, το ζώο δε θα επιβιώσει και δε θ’αναπαραχθεί. Τα όρια της ανοχής, σ’αυτούς τους παράγοντες, ρυθμίζονται και από τη γενετική (τα ακραία όρια) και τον εγκλιματισμό (οι άμεσες αξίες). Για ν’απεικονίσετε αυτό το πράγμα, φανταστείτε ένα είδος που βρίσκεται από ψηλά έως και σε χαμηλά υψόμετρα. Σ’όλη την επικράτειά του το είδος αυτό διατηρεί μια προτιμώμενη θερμοκρασία των 27 βαθμών Κελσίου, αλλά τα άτομα σε μεγάλα υψόμετρα συχνά εκτίθενται σε ψυχρές θερμοκρασίες και ποτέ δεν εκτίθενται σε υπερβολικά ηυψηλές θερμοκρασίες. Αυτά τα άτομα του μεγάλου υψομέτρου εγκλιματίζονται σε χαμηλότερες θερμοκρασιες από τα άτομα χαμηλών υψομέτρων τα οποία είναι εγκλιματισμένα σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Αυτό μπορεί να φαίνεται κάπως συγχυτικό, αν και οι αρχές του νόμου του Shelford είναι κάτι προφανές διαισθητικά σ’όλους τους ερπετοχομπίστες.

Ο νόμος τους Shelford εξηγεί γιατί τα περισσότερα ζώα πιασμένα από τη φύση πεθαίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη σύλληψη. Στη φύση, κάθε άτομο είναι εγκλιματισμένο σε ποικιλία παραγόντων μέσα στα όρια της γενετικής του αντοχής. Όταν ένα ζώο συλλέγεται και τοποθετείται σ’ένα ανθρώπινα ελεγχόμενο περιβάλλον και κάποιοι απ’αυτούς τους παράγοντες ξεπερνούν αυτό στο οποίο το ζώο έχει εγκλιματιστεί ή τα γενετικά όρια το ζώο στρεσάρεται ή και πεθαίνει. Για να επιβιώσουν τα στρεσαρισμένα ζώα στην αιχμαλωσία, θα πρέπει να εγκλιματιστούν στο νέο τους περιβάλλον και ν’αντιμετωπίσουν όλα τα συμπτώματα του στρες στον ίδιο χρόνο. Μία από τις χειρότερες πλευρές του στρες είναι το καταπιεσμένο ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο κάνει το ζώο πιο επιρρεπές σε παθογόνους οργανισμούς και παράσιτα. Τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του περιβάλλοντος της αιχμαλωσίας μπορεί να μην είναι αμέσως εμφανή (βλέπε Oramicz 1993 a-e για αρκετά παραδείγματα αιχμάλωτων ζώων που έζησαν μήνες ή και χρόνια πριν να πεθάνουν, επειδή οι σωματικές τους ανάγκες δεν καλύφθηκαν).

Τα ζώα που συχνά επιβιώνουν στην αιχμαλωσία είναι εξημερωμένα σε κάποιον βαθμό. Οι Kohane και Parsons (1988) δήλωσαν: «Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η εξημέρωση αρχικά θα περιελάμβανε επιλογή για συμπεριφορικά χαρακτηριστικά όπως πειθηνιότητα και πρώιμη αναπαραγωγή…» Ως ερπετοχομπίστες το βλέπουμε αυτό σε πολλά είδη. Ο βυρμανικός πύθωνας (Python molurus bivittatus) εμφανίζει και πειθηνιότητα και πρώιμη αναπαραγωγή στα αιχμάλωτα άτομα. Η διαδικασία της εξημέρωσης επιδρά τόσο στο άτομο όσο και στον αιχμάλωτο πληθυσμό (Kohane και Parsons 1998; Price 1984). Επομένως, ο πληθυσμός για αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία για προγράμματα προστασίας ειδών έχει επιλεχθεί αφύσικα για ένα αφύσικο περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία επιλογής επαναλαμβάνεται σ’ένα λιγότερο ανεκτικό περιβάλλον, όταν το ζώο απελευθερώνεται ξανά στη φύση. Ο νόμος του Shelford μπορεί να εξηγήσει γιατί οι Dod και Seigel (1991) δε βρήκαν κάποιο επιτυχές πρόγραμμα διατήρησης ειδών το οποίο περιελάμβανε αναπαραγωγή ζώων εκτός τουβ φυσικού τους περιβάλλοντος. Για να εξετάσουμε τη σχέση ερπετοχομπι και διατήρησης των ειδών περαιτέρω, θα πρέπει να θεωρήσουμε τη γενετική του αιχμάλωτου πληθυσμού.

Εξαιτίας της διαδικασίας επιλογής που γίνεται όταν άγρια ζώα αφαιρούνται από τη φύση, γνωρίζουμε ότι ο αιχμάλωτος πληθυσμός δεν αντιπροσωπεύει επαρκώς τη γενετική ποικιλία των άγριων πληθυσμών. Αυτή η γενετική διαφορά και μόνο απαιτεί τον αποκλεισμό της απελευθέρωσης αιχμάλωτων ζώων εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλ. προσεχής εξαφάνιση. Παρόλα αυτά, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που τα αιχμάλωτα ζώα δεν είναι γενετικά κατάλληλα για απελευθέρωση. Φιλοσοφικά και ηθικά, θα πρέπει ν’αποφασίσουμε εάν πρέπει να καταστρέψουμε την εξελικτική ιστορία των πληθυσμών εισάγοντας αφύσικα γονίδια και αφήυσικες γονιδιακές συχνότητες. Αφού τα περισσότερα αιχμάλωτα ερπετά δεν έχουν ακριβή δεδομένα τοποθεσίας, δε μπορούμε να κάνουμε εξελικτικά έξυπνες αποφάσεις όσον αφορά το πού αυτό το ζώο ή οι απόγονοί του θα πρέπει να απελευθερωθούν. Ασφαλώς, θα μπορούσαμε ν’αγνοήσουμε την εξελικτική ιστορία και να υποθέταμε ότι όλοι οι πληθυσμοί είναι πανομοιότυποι ή ότι η επιβίωση του είδους βρίσκεται πάνω από τη γενετική του πληθυσμού και την εξελικτική ιστορία, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι προστατευτιστές ειδών θηλαστικών. Εντούτοις, υπάρχουν καλοί λόγοι να μην αγνοούνται αυτά τα πράγματα, όπως ο Templeton (1986) κατέδειξε με το ακόλουθο:

«…Όταν ο αίγαγρος των Ορέων Τάτρα (Capra ibex ibex) εξαφανίστηκε στην Τσεχοσλοβακία λόγω υπερβολικής θήρευσης, οι αίγαγροι μεταφέρθηκαν επιτυχώς από την κοντινή Αυστρία (Greig 1979). Εντούτοις, λίγα χρονια αργότερα, προστέθηκαν στο κοπάδι του Όρους Τάτρα ο κοινός αίγαγρος (C. i. aegagrus) από την Τουρκία και ο νουβικός αίγαγρος (C. i. nubuana) από το Σινά. Τα προερχόμενα γόνιμα υβρίδια άρχισαν την περίοδο αναπαραγωγής νωρίς το φθινόπωρο αντί για το χειμώνα όπως έκαναν οι ιθαγενείς αιγαγροι, και τα κατσικάκια των υβριδίων γεννήθηκαν το Φεβρουάριο – τον ψυχρότερο μήνα του χρόνου. Ως συνέπεια αυτού, ολόκληρος ο πληθυσμός εξαφανίστηκε (Greig 1979).”

Ένα ερπετολογικό παράδειγμα ανάμειξης ζώων διαφορετικών πληθυσμών περιγράφηκε από το Reinert (1991):

Στις 14 Ιουλίου του 1980, απελευθέρωσα έναν τηλεμετρικά σεσημασμένο ενήλικα (ολικού μήκους 110 cm) αρσενικό κροταλία των δασών (Crotalus Horridus) 18 χιλιόμετρα από το σημείο σύλληψής του. Επειδή αυτό είναι μεγαλύτερη απόσταση από τις γνωστές μέγιστες αποστάσεις διασποράς για το είδος (Reinert και Zappalorti 1988; Reinert, προσωπική παρατήρηση), μπορει να υποτεθεί ότι αυτό το φίδι εκτοπίστηκε από τον κανονικό του πληθυσμό, την εδραιωμένη έκταση δραστηριότητας, και την κοινωνική του ομάδα. Στις 4 Αυγούστου, το φίδι βρέθηκε στη συντροφιά ενός ιθαγενούς ενήλικα (106 cm) αρσενικού κροταλία επίσης σεσημασμένου τηλεμετρικά. Τα δύο φίδια έμειναν μαζί για 20 μέρες και ταξίδευαν, σε συσχετισμό, μια απόσταση 404 μέτρων. Σε δύο περιστάσεις, το ιθαγενές αρσενικό παρατηρήθηκε να προσπαθεί να ζευγαρώσει με το εκτοπισμένο αρσενικό. Το τελευταίο φίδι φάνηκε να εκδηλώνει παθητική, υποτακτική στάση κατά αυτές τις απόπειρες.»

«Από τις αρκετές χιλιάδες κοινωνικές συναναστροφές που έχω παρατηρήσει μεταξύ των ιθαγενών C. horridus σ’αυτόν τον πληθυσμό, αυτές ήταν οι μόνες περιπτώσεις απόπειρας ζευγαρώματος αρσενικού με αρσενικό. Οι είκοσι μέρες επίσης αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο διάστημα συσχετισμού αρσενικών κατά την ενεργή περίοδο. Εντούτοις, δεν είναι ασυνήθιστο για σχέσεις αρσενικών με θηλυκά να διαρκέσουν τόσο πολύ και να γίνει συσχετισμένη κίνηση,» «H. Reinert, προσωπική παρατήρηση. «Από την πλευρά του πληθυσμού, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κανένα απ’τα δύο φίδια δεν παρατηρήθηκε να συναντά ή να ζευγαρώνει με θηλυκά κατά την περίοδο συσχετισμού τους των 20 ημερών. Αυτό αποτελούσε ουσιώδες τμήμα της περιόδου αναπαραγωγής Ιουλίου/Αυγούστου, κατά την οποία και τα δύο αρσενικά ήταν αναπαραγωγικά δυσλειτουργικά. Εντούτοις, στην περίοδο των δύο εβδομάδων πριν την συνάντηση του εκτοπισμένου αρσενικού, το ιθαγενές αρσενικό παρουσίαζε φυσιολογική αναπαραγωγική συμπεριφορά (δηλ. συμπεριφορά αναζήτησης συντρόφου και ζευγάρωμα).»

Αυτά τα δύο παραδείγματα καταδεικνύουν ότι ζώα αγνώστου προελεύσεως δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα προστασίας ειδών, κι ότι πληθυσμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα διατήρησης των ειδών, κι ότι οι πληθυσμοί δε θα πρέπει ν’αναμειγνύονται, αλλλά τι γίνεται αν κάποιος συμπληρώνει έναν άγριο πληθυσμό με ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία από τον ίδιο πληθυσμό;

Στο επίπεδο του ερπετοχόμπι, η απελευθέρωση ζώων από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία στον προγονικό πληθυσμό μπορεί να φαίνεται καλή ιδέα, πάραυτα, από γενετική άποψη, αυτό θα μπορούσε ν’αποδειχθεί καταστροφικό. Γενικά, ο αριθμός ατόμων συλλεγμένων από έναν πληθυσμό είναι μικρός συγκριτικά με το ολικό μέγεθος του πληθυσμού. Τα ζώα που έχουν εγκλιματιστεί στο αιχμάλωτο περιβάλλον τους τείνουν να βάζουν βάρος γρηγορότερα μετά την αναπαραγωγή, επομένως μπορούν ν’αναπαραχθούν ξανά συντομότερα. Απελευθερώνοντας τους γεννημένους στην αιχμαλωσία απογόνους, οι γονείς θα συμβάλλουν με ασυνήθιστα υψηλό αριθμό απογόνων στον πληθυσμό. Με γενετικούς όρους, οι αλληλομορφικές συχνότητες θα ρέπουν προς αυτές του αιχμάλωτου πληθυσμού, το οποίο δεν είναι πιθανό ν’αντιπροσωπεύει επαρκώς τον άγριο πληθυσμό. Το αποτέλεσμα στον άγριο πληθυσμο είναι ο υψηλότερος ρυθμός αιμομιξίας, εξαιτίας του αναλογικά υψηλού αριθμού συγγενικών (δηλ. γεννημένων στην αιχμαλωσία) ατόμων. Μακροπρόθεσμα, ο πληθυσμός θα πάσχει. Επιπροσθέτως με τις γενετικές επιπτώσεις, υπάρχουν και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ο Burger (1991) βρήκε ότι η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεογέννητων φιδιών. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της επώασης στην αιχμαλωσία για την απελευθέρωση ζώων στη φύση.

Η αιμομιξία μέσα στον αιχμάλωτο πληθυσμό είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίον τα γεννημένα στην αιχμαλωσία ζώα γενικά δεν είναι κατάλληλα για απελευθέρωση. Οι περισσότεροι ερπετοχομπίστες έχουν αναπαραγάγει αδέρφια ή γνωρίζουν κάποιον που τά’χει αναπαραγάγει. Στην πραγματικότητα, δεν είναι ασυνήθιστη η αγορά ζευγαριών ή τρίο αδελφών με την ιδέα της αναπαραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτών των αναπαραγωγών (π.χ. αιμομιξία) είναι η αυξημένη πιθανότητα της εμφάνισης ομοζυγωτικών υπολειπόμενων αλληλόμορφων. Αυτά τα υπολειπόμενα συνήθως φαίνονται ως εντυπωσιακά χρωματικά σχέδια. Πολλά από τα μορφικά του καλαμποκόφιδου (Elaphe guttata), του βυρμανικού πύθωνα (Python molurus bivittatus), και του καλιφορνιανού βασιλικού φιδιού (Lampropeltis getula) είναι αποτέλεσμα αιμομιξίας. Η απελευθέρωση αυτών των ζώων στη φύση θα οδηγούσε πιθανόν στο θάνατό τους, αλλά αν το ζώο επιβίωνε, η γενετική του πληθυσμού θ’αλλοιωνόταν τεχνητώς.

Τέλος, ο κίνδυνος εισαγωγής παθογονων ή και παρασίτων στους άγριους πληθυσμούς ξεπερνά κατά πολύ το όφελος της πρόσθεσης ατόμων στον πληθυσμό. Τα αιχμάλωτα ζώα αντιμετωπίζουν το ίδιο στρες λόγω του εγκλιματισμού τους στο φυσικό περιβάλλον όπως και τα άγρια ζώα αντιμετωπίζουν όταν αιχμαλωτίζονται. Ως αποτέλεσμα, είναι πιο πιθανό να εκφράσουν παθογόνους που έκρυβαν στην αιχμαλωσία. Ένα καλό παράδειγμα αυτού είναι η ερημική χελώνα (Gopherus agassizii), η οποία έχει αποδεκατιστεί από μια ασθένεια που υποτίθεται εισήχθει από απελευθερωμένα αιχμάλωτα άτομα.

Στη σύνοψή τους, οι Dod και Seigel (1991) δήλωσαν: «…Η επιθεώρησή μας δημιουργεί αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων μετακίνησης, επαναπατρισμού και μετατόπισης ως στρατηγική διατήρησεις των ειδών, τουλάχιστον για τα περισσότερα είδη αμφιβίων κι ερπετών.» Θα πρόσθετα επίσης ότι ζώα που συλλέγονται για το ιδιοτικό ερπετοχόμπι δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα προστασίας ειδών, παρά μόνο για εκπαιδευτικά. Επιπροσθέτως, ζώα που συλλέχθηκαν για προγράμματα διατήρησης ειδών θα πρέπει να διατηρούνται μέσα ή πολύ κοντά στο ιθαγενές τους περιβάλλον, προτιμότερα σε μεγάλα, εξωτερικά περιβάλλοντα.

Φαίνεται ότι πάρα πολλοί ερπετοχομμπίστες χρησιμοποιούν ως κάλυμμα τη διατήρηση των ειδών για να προαγάγουν τα δικά τους συμφέροντα. Όπως έγραψε ο Dod (1987): «Λειτουργούν υπερβολικά πολλά προγράμματα πολλαπλασιασμού υπό το κάλυμμα της ‘προστασίας των ειδών’. Όταν αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα την παροχή σε άτομα ικανοποιητικού αριθμού κατοικιδίων, αυτό δεν είναι διατήρηση των ειδών, αλλά αναψυκτική χρήση της άγριας πανίδας.»

Αυτό δε σημαίνει ότι οι ερπετοχομπίστες δε μπορεί νά’ναι υποστηρικτές της προστασίας των ειδών, αλλά το ιδιοτικό ερπετοχόμπι δεν είναι ούτε θα πρέπει να γίνει εργαλείο διατήρησης. Οι ερπετοχομπίστες μπορούν να προαγάγουν τη διατήρηση των ειδών με διάφορους τρόπους, όπως:

  • 1. Σταματήστε τη συλλογή άγριων ζώων και αγοράζετε μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Αγοράζοντας μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία, δε θα υποστηρίζετε απευθείας τη συλλογή άγριων ζώων. Επιπροσθέτως, γενικά θα πάρετε υγιέσστερα ζώα. Γενικώς, τα ζώα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία είναι μια πολύ καλύτερη αγορά.
    2. Ενθαρρύνετε άλλους να αγοράζουν ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Ως ερπετοχομπίστες, συχνά μας ζητείται να μιλούμε σε ομάδες για τα αμφίβια και τα ερπετά. Πάντοτε, κάποιος ενδιαφέρεται για την απόκτηση ενός ερπετού ως κατοικιδίου και ρωτά πού μπορεί να βρει ένα. Θα πρέπει ννα πούμε στην ομάδα ότι διατηρούμε μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Αυτό μπορεί να φανεί παράξενο, αλλά θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι στους οποίους μιλάτε δε μπορούν να ξεχωρίσουν εάν το ζώο που κρατάται είναι πιασμένο από τη φύση. Εάν το άτομο πάρει ένα ζώο γεννημένο σε αιχμαλωσία είναι πιο πιθανό να’χει μια καλή εμπειρία και να θέλει να συνεχίσει να διατηρεί ερπετά.
    3. Υπακούτε σε τοπικούς, πολιτειακούς και ομοσπονδιακούς (η ΕΕ έχει παρόμοιους) νόμους και όταν κρατάτε και όταν συλλέγετε, εάν πρέπει, ερπετά. Δυστυχώς, πολλοί από τους πονοκεφάλους μας σημερα προκαλούνται από λίγους φιλοχρήματους ερπετοσυλλέκτες που πιστεύουν πως βρίσκονται πάνω απ’το νόμο. Το αποτέλεσμα των άπληστων πράξεών τους είναι αυστηρότεροι νόμοι οι οποίοι ενθαρρύνουν τελικά περισσότερους ανθρώπους να τους παραβούν και ο κήυκλος συνεχίζεται.
    4. Εάν πρέπει να συλλέξετε, κάνετέ το με περιβαλλοντικά ασφαλή τρόπο. Πρώτο απ’όλα, θα πρέπει ν’αναρωτηθείτε γιατί πρέπει να συλλέξετε αυτά τα ζώα. Είναι οι λόγοι σας βάσιμοι; Όταν συλλέγετε, επανατοποθετείτε, όσο το δυνατόν μπορείτε, οτιδήποτε μετακινείτε.
    5. Κρατήστε μυστικά τα καλά μέρη ερπετοσυλλογής. Πολλοί συχνά οι ερπετολόγοι λένε στους φίλους τους για καλά μέρη για ερπετοσυλλογή, οι οποίοι λένε στους φίλους τους, που λένε τους φίλους τους… Και τελικά ο καθένας γνωρίζει για την περιοχή. Σύντομα η περιοχή γίνεται όχι και τόσο καλή για ερπετοσυλλογή.
    6. Μην απελευθερώνετε ζώα που βρίσκονταν στην αιχμαλωσία, συμπεριλαμβανομένων και των νεογέννητων. Ο κίνδυνος εισαγωγής ασθένειας ή καταστροφικών γενετικών στοιχείων είναι πολύ υψηλός. Αυτό περιλαμβάνει ζώα που έχουν κρατηθεί για λίγους μήνες. Θα ήταν καλύτερο να δωρίζατε το ζώο σ’ένα μουσείο με δεδομένα συλλογής παρά να το απελευθερώσετε. Σκεφτείτε μόνο ν’απελευθερώσετε ένα ζώο που έχει παραμείνει για λιγότερο από δύο εβδομάδες κι έχει διατηρηθεί σε καραντίνα.
    7. Τελικά, εάν πραγματικά θέλετε να συμβάλετε στις προσπάθειες διατήρησης των ειδών, δωρίστε ένα ποσοστό των κερδών σας από την αναπαραγωγή ερπετών σε μια αναγνωρισμένη ομάδα διατήρησης ειδών που έχει ερπετολογικά προγράμματα. Ένας καλύτερος τρόπος να δικαιολογήσουμε το χόμπι μας.
  • Παρατιθέμενη βιβλιογραφία

    Burger, J. 1990. Effects of incubation temperature on behavior of young black racers (Coluber constrictor) and kingsnakes (Lampropeltis getulus)

    Dodd, C.K., Jr. 1987. Status, conservation, and management. 478-513 in R.A. Seigel, J.T. Collins and S.S. Novak (eds.), Ecology and Evolutionary Biology. MacMillan, New York.

    Dodd, C.K., Jr. and R. A. Seigel. 1991. Relocation, repatriation, and translocation of amphibians and reptiles: are there conservation strategies that work? Herpetologica. 47(3):336-350

    Dodd, C.K., Jr. Strategies for snake conservation. 363-393 in R. A. Seigel and J.T. Collins (eds)., Snakes: Ecology and Behavior. McGraw-Hill, Inc., New York.

    Feldner, J.J. 1992. A case of simple destruction. Sonoran Herpetologist. 5(12)116.

    Greig, J.C. 1979. Principles of genetic conservation in relation to wildlife management in southern Africa. S. African Journal of Wildlife 9:57-78.

    Kohane, M.J. and P.A. Parsons. 1988. Domestication: evolutionary change under stress. 31-48 in M.K. Hecht and B. Wallace (eds.), Evolutionary Biology. Plenum Press, New York.

    Odum, E.P. 1971. Fundamentals of Ecology. W.B. Saunders Co., Philadelphia, PA.

    Oravecz, K. 1993a. Iguanas I have known: Part I. Notes from NOAH. 20(6):6-10

    _____ 1993e. Iguanas I have known: Part II. Notes from NOAH. . 20(7):5-10

    _____ 1993b. Iguanas I have known: Part III. Notes from NOAH. 20(8):10-12

    _____ 1993c. Iguanas I have known: Part IV. Notes from NOAH. 20(9):2-8

    _____ 1993d. Iguanas I have known: Conclusion. Notes from NOAH. 20(10):9-11

    Price, E.O. 1984. Behavioral aspects of animal domestication. Quarterly Review of Biology. 59(1):1-32.

    Quinn H. and H. Quinn. 1993. Estimated number of snake species that can be managed by species survival plans in North America. Zoo Biology. 12:243-255.

    Reinert, H.K. 1991. Translocation as a conservation strategy for amphibians and reptiles: some comments, concerns, and observations. Herpetologica. 47(3):357-363.

    Reinert, H.K. and R.T. Zappalorti. 1988. Timber rattlesnakes (Crotalus horridus) of the pine barrons: their movement patterns and habitat preferences. Copeia. 1988:964-978.

    Templeton, A.R. 1986. Coadaptation and outbreeding depression. 105-116 in M.E. Soulé (ed.) Conservation Biology: The Science of Scarcity and Diversity. Sinauer Assoc., Sunderland, MA.

    Yowiak, S. 1993. Rosy boa’s future on red alert: hunters reap profits from rare snakes. Desert Monitor. 23(4):23-24.

    Advertisements