Laudakia stellio stellio, από γερμανική σελίδα.

Laudakia stellio brachydactyla, από βρετανική σελίδα.

Είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά είδη σαύρας της χώρας μας, και πολλοί συχνά άνθρωποι την αιχμαλωτίζουν για να την κρατήσουν. Στην
Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά
υπάρχουν πάντοτε λίγες, αλλά σταθερές τέτοιες περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα όμως η αιχμαλώτηση ενδημικών ερπετών είναι παράνομη στην Ελλάδα και στην υπόλειπη ΕυρωπαΪκή Ένωση, και δε θα πρέπει να γίνεται. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε μπορεί να κρατήσει στην αιχμαλωσία κανείς αυτό το είδος, απλώς η εύρεσή του νόμιμα είναι πολύ δύσκολη. Πολλές ευρωπαΪκές χώρες προμηθεύονται άτομα από τις Μεσανατολίτικες χώρες, όπου δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στη συλλογή τους ακόμα. Και ππάλι όμως το είδος αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο στην αιχμαλωσία. Ίσως τελικά θά’πρεπε να επιτρεπόταν η περιορισμένη συλλογή ατόμων αυτού κι άλλων ευρωπαϊκών ειδών για αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, αλλά τώρα αυτό είναι μεγάλο θέμα και δε θέλω να το ανοίξω εδώ.

Η σαύρα αυτή λοιπόν είναι η μόνη της οικογένειας των αγαμιδών (agamidae), μιας μεγάλης οικογένειας σαυρών του Παλαιού Κόσμου που περιλαμβάνει τους ουρομάστιγες, τους γενειοφόρους δράκους κλπ και είναι συγγενική με τους χαμαιλέοντες και τις ιγκουάνες, που πατά ίσα-ίσα λίγο στην Ευρώπη. Το μόνο μέρος της ειπηρωτικής Ευρώπης όπου μπορεί να βρεθεί είναι μικρό μέρος της Μακεδονίας, από τα νότια του νομού Κιλκίς ως την κεντρική Χαλκιδική, σύμφωνα με την πύλη για την ελληνική ερπετοπανίδα
(herpetofauna.gr
Μεγάλη εξάπλωση επίσης έχει στα νησιά: σε Κέρκυρα, Παξούς, Μύκονο, Δήλο, Ρήνεια, Μικρό Ρεματιάρη, Τήνο, Πάρο, Αντίπαρο, Δεσποτικό, Νάξο, Λέρο, Κω, Νίσυρο, Τήλο, Κάλημνο, Σαμιοπούλα, Χάλκη, Σύμη, Τέλενδο, Καστελόριζο, Φούρνους, Θύμαινα, Ρόδο, Ικαρία, Σάμο, Χίο και Λέσβο, πάλι σύμφωνα με την παραπάνω έγκυρη πηγή. Για τη Ρόδο ειδικά γνωρίζω πως το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί εύκολα στην περιοχή του Κάστρου των Ιπποτών με τις πολλές πέτρες, σύμφωνα με αναφορές από την Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά, όπου μπορεί να φωτογραφηθεί εύκολα. Επίσης στην Κέρκυρα και σε περιοχές γύρω απ’τη Θεσσαλονίκη σε κατάλληλα μέρη βρίσκεται. Στην Ελλάδα λοιπόν συναντώνται δύο υποείδη, το φερώνυμο L. s. stellio και το L. s. daani. Στην Κύπρο επίσης ενδημεί ένα ξεχωριστό υποείδος, το L. s. cypriacus. Είναι πεπλατυσμένη σαύρα μήκους περίπου 30 εκατοστών, με το μισό του σώματος την ουρά, η οποία ζει σε πετρώδεις συνήθως περιοχές και τρέχει να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων με την παραμικρή απειλή. Συχνά το σώμα της φέρει στίγματα.

Το πιο διαδεδομένο κοινό ελληνικό της όνομα είναι «κροκοδειλάκι», εξαιτίας του ιιδιαίτερου σχήματός της σε σχέση μ’άλλες γνωστές σαύρες. Άλλα παραδοσιακά ονόματα είναι: Σκούτζικας , Σκουτζίκι, Άγαμα, Δράκος, Κασιδιάρης, Κουρκούταβλος, Κουρκουτάς, Κουρκούδιαλος, Κροκάς, κατά herpetofauna.gr. Το «κουρκουτάς» χρησιμοποιείται συχνά στην Κύπρο, κι όπως και τα συγγενικά του ονόματα π.χ. «κουρκούδιαλος», προέρχεται από το «κροκόδειλος». Το «κασιδιάρης» δεν ξέρω τι σήμαινε αρχικά για να χρησιμοποιηθεί γι’αυτό το είδος. Στην Τουρκία λέγεται «χαρντούν» ή «χαρντίμ», στην Ιταλία «stellione», ενώ στα αγγλικά έχει ονόματα όπως στελιόνι (stellion), ζωγραφισμένος αγαμίδης (painted agama), αστερωτός αγαμίδης (starred agama), κηλιδωτός αγαμίδης (spotted agama), ή τραχύδερμος αγαμίδης (rough-skined agama). Η αρχική επιστημονική του ονομασία από τον πατέρα της σύγχρονης συστηματικής ταξινόμησης Κάρολο Λινναίο ήταν Stellio stellio, αλλά σύντομα άλλαξε σε Agama stellio, όνομα που παρέμεινε μέχρι τις πρόσφατες δεκαετίες, οπότε το τεράστιο γένος Agama διασπάστηκε σε πολλά μικρότερα, ένα εκ των οποίων και το Laudakia. Στα λατινικά το «stellio» (από το «stella», αστέρι, πρβλ. «αστήρ») αναφερόταν σε
οποιαδήποτε στικτή σαύρα,
και προφανώς θα χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την περιγραφή των μεσογειακών στικτών ειδών όπως αυτό και το λιακόνι (Chalcides ocellatus), μιας και βορειότερα στην Ευρώπη, απ’όπου κατέβηκαν οι λατίνοι, οι στικτές σαύρες είναι σπάνιες. Τέλος να διασαφηνίσω ότι δε θα πρέπει να μας προκαταλαμβάνει το όνομα της οικογένειας για τις σεξουαλικές ικανότητες των μελών της. Το όνομα αυτό δόθηκε εξαιτίας κάποιων ειδών ου αναπαράγονται παρθενογενετικά, φαινόμενο που παρατηρείται και σε σαύρες άσχετων οικογενειών (στην Ελλάδα το είδος
Darevskia praticola
του παρθενογενετικού γένους Darevskia της οικογένειας lacertidae για παράδειγμα).

Ένα διαδικτυακό άρθρο φροντίδας λοιπόν γι’αυτό το είδος είναι κάτι σπάνιο, αλλ’ευτυχώς υπάρχει, και ίσως είναι το πιο εμπεριστατωμένο άρθρο για το συγκεκριμένο είδος σ’όλο το διαδίκτυο. Το βρήκα στο
cyberlizard,
τη σελίδα ενός Βρετανού ερπετοχομπίστα, ο οποίος με τη σειρά του το συνέθεσε βασισμένος σε διάφορες άλλες πηγές και σποραδικές αναφορές. Μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίον κάποτε συλλέγονταν οι πληροφορίες για την διατήρηση των ερπετών στην αιχμαλωσία, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει το τεράστιο πλεονέκτημα της συσσωρευμένης γνώσης από τα κοινότερα είδη, που ισχύει και γι’αυτό εδώ. Στην πραγματικότητα η σαύρα αυτή δεν είναι δύσκολη στη διατήρηση, ούτε τόσο και στην αναπαραγωγή, αλλά παρόλα αυτά συναντάται σπάνια στο χόμπι.

Μετάφραση: Bolko

Προσθέθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 2002

Το κροκοδειλάκι
Laudakia (agama) stellio
Φυσική ιστορία και φροντίδα

Εισαγωγή

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε σημειώσεις που στάλθηκαν σε μια κυρία η οποία είχε αποκτήσει πρόσφατα ένα άτομο L. Stellio, αλλ’ήταν αβέβαιη για τις ανάγκες του στην αιχμαλωσία. Περιλαμβάνονται εδώ για την ωφέλεια άλλων που ενδιαφέρονται γι’αυτήν την ανθεκτική σαύρα.

Ταξινόμηση

Αν και ενίοτε γνωστό ως ευρωπαΪκός αγαμίδης, αυτό είναι κάπως παραπλανητικό αφού υπάρχουν αρκετά υποείδη της L. stellio, μόνο ένα εκ των οποίων βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Το είδος κατανέμεται ακολούθως:
L. s. stellio (Θεσσαλονίκη, Κυκλάδες (Μύκονος, Δήλος, Πάρος, Αντίπαρος, Νάξος) Σποράδες, Ρόδος, Κέρκυρα), L. s. brachydactyla (βόρεια Σαουδική Αραβία, νότια Ισραήλ, Έρημος του Σινά), L. s. cypriacus (Κύπρος), L. s. daani (Θεσσαλονίκη, πολλά αιγαιακά νησιά), L. s. πιcea (νοτιοδυτική Συρία, νότιος Λίβανος, βόρειο Ισραήλ, νοτιοδυτική Ιορδανία), L. s. vulgaris (βόρεια Αίγυπτος).

Η παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρει αυτό το είδος ως Agama stellio: το γένος Agama ωστόσο μειώθηκε σε μέγεθος λίγα χρόνια πριν και πολλά είδη, συμπεριλαμβανομένου του κροκοδειλακίου, αναταξινομήθηκαν.

Μέγεθος και περιγραφή

Αυτή η σαύρα φτάνει το μέγιστο των 28-30 εκ. σε ολικό μήκος, με τα ενήλικα άτομα να ποικίλουν από 20 έως 30 εκατοστά. Αυτή είναι μια μάλλον πεπλατυσμένη στην εμφάνιση σαύρα με μάλλον τριγωνικό κεφάλι, μεγάλο τύμπανο και λαιμική δίπλωση. Δεν υπάρχει ραχιαίο λοφφίο όπως σε πολλούς άλλους αγαμίδες. Τα αρσενικά μπορούν να διαχωριστούν από τις πεπαχυμένες προπρωκτικές και κοιλιακές φολίδες. Και τα δύο φύλα, αλλά ιδίως το αρσενικό, μπορούν ν’αλλάξουν χρώμα ως αποτέλεσμα αλλαγής στη διάθεση ή ερεθισμού, μια ικανότητα που συναντάται σε πολλούς αγαμίδες.

Στη φύση οι αγαμίδες αυτοί είναι αρκετά δειλοί, αλλ’όταν συνηθίσουν στην αιχμαλωσία γινονται αρκετά ήμεροι και συνηθισμένοι σε μια ρουτίνα. Ο Righetti-Montelongo αναφέρει πώς ένα αιχμάλωτο κροκοδειλάκι συνήθιζε να κάνει ένα είδος τελετουργικού τρεξίματος γύρω στο κλουβί κάθε πρωί σε ορισμένη ώρα, μετά θα έτρωγε, έπειτα από το οποίο δεν επαναλάμβανε αυτό το τελετουργικό για εκείνη τη μέρα.

Περιβάλλον

Στη φύση, άσχετα με την πραγματική τους χώρα, προτιμούν να ζουν σε πετρότοιχους ή μεταξύ βράχων. Οι Monthey και Schuster σημειώνουν ότι σε πληθυσμούς χαμηλής πυκνότητας, οι αγαμίδες μπορεί να δημιουργήσουν δεσμούς ζευγαριών, αλλ’αλλιώς είναι μοναχικοί. Το καταφύγιό τους είναι συνήθως ένας σωρός από πέτρες ή ένα λαγούμι τρωκτικού. Τα κροκοδειλάκια απολαμβάνουν πολύ την ηλιοφάνεια και λιάζονται σε πετρότοιχους, βράχους και κτίρια, κι επίσης σε δέντρα.

Φροντίδα στην αιχμαλωσία

Ένα τερράριο με διάταξη ερήμου είναι ιδανικό γι’αυτούς τους αγαμίδες. Χρησιμοποιήστε άμμο και πέτρες για το υπόστρωμα και μερικούς βράχους για να σκαρφαλώνει η σαύρα/ες, αφού βεβαιωθείτε φυσικά ότι οι βράχοι δε μπορούν να πέσουν πάνω στους τροφίμους. Για καταφύγιο και μέρος για ύπνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα στεγασμένο μέρος σχεδιασμένο γι’αυτόν το σκοπό για ερπετά ή ένα τμήμα φελλού φλοιού. Η θέρμανση κι ο φωτισμος είναι επίσης απαραίτητα γι’αυτές τις αγαμιδοειδείς σαύρες. Κατά τον περισσότερο χρόνο η θερμοκρασία στη ζεστή πλευρά του τερραρίου θα πρέπει να βρίσκεται στους 27-32 βαθμούς με σημείο λιασήματος στους 38 βαθμούς. Ίσως πρέπει να πειραματιστείτε λίγο. Στη φύση πολλές σαύρες σε ερημικές ή ξηρές περιοχές στην πραγματικότητα κρύβονται στη δροσιά των λαγουμιών ή των σχισμών τους, έτσι μια διαβάθμιση θερμοκρασίας με καταφύγια και στις δύο πλευρές είναι απαραίτητη. Τοποθετήστε τη θερμαντική λάμπα σ’ένα χρονοδιακόπτη και δώστε της 12 ώρες τη μέρα. Σε ψυχρότερα κλίματα ή κατά το χειμώνα θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο για την παροχή ελαφράς υποβαθρικής θερμοκρασίας τη νύχτα, αφού έχει σβήσει η θερμαντική λάμπα. Εντούτοις, εάν η θερμοκρασία δωματίου σας χωρίς θερμαστήρες για ερπετά είναι αρκετά ζεστή, τότε μπορεί να μη χρειαστείτε τη θερμαντική πλάκα. Σε μεγάλη έκταση της εξάπλωσης του κροκοδειλακίου, και ασφαλώς σ’αυτές τις ερημικές περιοχές της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που δίνουν τα περισσότερα αιχμάλωτα άτομα πιασμένα από τη φύση, οι υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες πέφτουν σημαντικά τη νύχτα, κι ένα περιβάλλον αιχμαλωσίας θά’πρεπε να το αντανακλά αυτό μέσα στα όρια της ασφάλειας. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι η θερμοκρασία μπορεί να επιτραπεί να πέσει ως τους 16 αλλ’όχι χαμηλότερα. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται υπεριώδες φως, πάλι για 12 ώρες τη μέρα.

Αυτοί οι αγαμίδες είναι εντομοφάγοι. Οι γρύλλοι είναι οι ευκολότεροι στη χρήση ως σταθερή τροφή, αλλ’αυτοί μπορούν να συμπληρωθούν με φρουτόμυγες και το περιστασιακό σερβίρισμα αλευροσκουλήκων εάν ο αγαμίδης είναι αρκετά μεγάλος. Προσπαθήστε να προσφέρετε τροφή κάθε δεύτερη μέρα στο ξεκίνημα, περίπου 6-8 γρύλλους στην αρχή, και προσαρμόστε τους αριθμούς και τη συχνότητα του ταΐσματος σύμφωνα με το πώς αντιδρά ο αγαμίδης. Αν και η Laudakia stellio θα πιει από ένα μπολ νερού, κατάγεται από περιοχές χαμηλής υγρασίας, έτσι θα πρέπει να κρατείται ένα μικρό μπολ νερού στη δροσερή πλευρά του τερραρίου. Κατ’αυτό το διάστημα του χρόνου (Δεκέμβριο-Ιανουάριο) στη φύση πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, κι αυτό έχει επίσης αναφερθεί μεταξύ αιχμάλωτων ατόμων. Είναι συνήθως καλή ιδέα να κατεβάσετε τη θερμοκρασία γι’αυτούς τους δύο μήνες όχι περισσότερο από 16 βαθμούς στη θερμή πλευρά και να μειώσετε τη φωτοπερίοδο της υπεριώδους λάμπας από 12 σε 8 ώρες τη μέρα. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι οι αγαμίδες μπορούν να διατηρηθούν σε θερμοκρασία 10 βαθμών για περίοδο 45-90 ημερών, ενώ άλλα σχόλια που έχω διαβάσει αναφέρουν αυτήν την πτώση στη θερμοκρασία για τουλάχιστον τους μήνες του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου.

Κατ’αυτό το χρονικό διάστημα η σαύρα μπορεί να φαίνεται πολύ αδρανής και να ξοδεύει πολύ χρόνο στο καταφύγιο. Αυτό είναι φυσιολογικό, αλλλά οι κάτοχοι θα πρέπει να παρατηρούν το κατοικίδιό τους για να βεβαιώνονται ότι πίνει. Στο τέλος του Ιανουαρίου η θέρμανση και το υπεριώδες φως θα πρέπει να επανέλθουν πίσω στα φυσιολογικά επίπεδα, τα οποία θα πρέπει να προκαλέσουν επιστροφή σε κανονική δραστηριότητα στην L. stellio. Αυτή η χειμέρια νάρκη είναι μέρος του κύκλου ζωής τους. Πρόσφατα αγορασμένα άτομα, ή τα νεαρά ή τα άρρωστα, μπορεί να μην είναι έτοιμα για χειμέρια νάρκη, στην οποία περίπτωση θα πρέπει να διατηρούνται κανονικά και να επιτραπούν να πέσουν σε νάρκη τον επόμενο Δεκέμβριο.

Αναπαραγωγή

Στη φύση αυτοί οι αγαμίδες αναπαράγονται Μάρτιο-Απρίλιο, με τα θηλυκά να γεννούν τον Ιούνιο και τ’αβγά να εκκολάπτονται Αύγουστο-Σεπτέμβριο. Εάν πρόκειται να δοκιμαστεί αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, τότε η περίοδος της χειμερινής ψύξης που αναφέρθηκε παραπάνω είναι πιθανόν απαραίτητη. Η L. stellio είναι ζώο ωοτόκο, με τα θηλυκά να γενούν μια ομάδα 5-15 αβγών ως και δύο φορές σε μια χρονιά έπειτα από περίοδο εγκυμοσύνης 1-2 μηνών. Οι γέννες του ευρωπαϊκού υποειδους τείνουν να είναι μικρότερες, περίπου 6-8 αβγών (Arnold et al). Ο Righetti-Montelongo προτείνει την παροχή ενός «θαλάμου ωοτοκίας» (ένα πλαστικό κουτί γεμάτο με υγραμένη άμμο για να γεννήσουν μέσα τα θηλυκά), και επώαση των αβγών στους 27-29 βαθμούς, στην οποία θερμοκρασία θα πρέπει να εκκολαφθούν μέσα σε 65-80 μέρες. Φαίνεται πως ως τώρα έχει επιτευχθεί λίγη αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία (τουλάχιστον καθόλου απ’ό,τι έχω ακούσει εγώ), το οποίο είναι κάτι λυπηρό αφού τα εισαγόμενα πιασμένα από τη φύση ζώα δε θα πρέπει να είναι η μόνη, ούτε ακόμα η κύρια, πηγή αυτών των ενδιαφερόντων αγαμιδών.

Βιβλιογραφία

Agamid Lizards, Ulrich Manthey and Norbert Schuster, TFH 1996 (originally published in German, 1992, as Agamen).
Collins Field Guide: Reptiles & Amphibians of Britain & Europe, E N Arnold, J A Burton and D W Ovenden, HarperCollins 1978.
Terrarium and Cage Construction and Care, R D and Patricia Bartlett, Barron’s Pet Series, 1999. Section on L. stellio brachydactyla.
«The Painted Agama, Acrobat Saurian», Carol Righetti-Montelongo, Reptile Hobbyist 2:10.
«Little Wonders», Terry Thatcher, Pet Reptile 37 (Oct 2000) (covers Orange Spotted Agama, L. stellio picea).

Σημειώσεις:
1. Σας φαίνεται παράξενο να χρησιμοποιώ το «αγαμίδης», σαν κάποιο επώνυμο, αντί για «αγαμίδα»; Το σωστό κανονικά είναι το πρώτο. Η κατάλήξεις των οικογενειών των οργανισμών προέρχονται από τις αντίστοιχες των αρχαιοελληνικών, επομένως κάποιο μέλος τους είναι ένας -ίδης, που σε βαθύτερη ανάλυση προέρχεται από το είδος και την ιδέα, αυτός που μοιάζει δηλαδή με το προηγούμενο συνθετικό της λέξης. Όταν οι Αρχαίοι έλεγαν για τον Αγαμέμνονα τον Ατρείδη για παράδειγμα, εννοούσαν αυτόν που μοιάζει με τον πατέρα του τον Ατρέα.
2. Παλαιότερα είχα κάνει ένα ακόμα άρθρο για τη φροντίδα ευρωπαΪκών σαυρών,
αυτών της οικογένειας lacertidae.
Έπονται κι άλα με το λιακώνι, τα μικρά γκέκο και λοιπά ευρωπαΪκά είδη.
3. Στο herpetofauna.gr αναφέρεται επίσης ότι αυτό το είδος, πέρα από έντομα, καταναλώνει και μικρές σαύρες και μικρή ποσότητα φυτικής τροφής. Επομένως, όπως και οι σαύρες τις οικογένειας lacertidae, μπορεί να ταΐζεται περιστασιακά και με λίγα μαλακά φρούτα ή φύλλα, ενώ θα πρέπει οι μικρότερες σαύρες να προστατεύονται απ’αυτό το είδος. Δεν ξέρω αν είναι και κανιβαλιστικό, αλλά καλύτερο να μη στεγάζονται τα πολύ μικρά με τα ενήλικα. Εφόσον όμως μπορει να φάει σπονδυλωτά, θα μπορούσε θεωρητικά να φάει και νεογέννητα ποντικάκια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως κι άλλες τέτοιες σαύρες (τα ποντικάκια είναι παχυντικά ως σταθερή τροφή σε κυρίως εντομοφάγα είδη), π.χ. για ενδυνάμωση εξαντλημένων ατόμων, κατά την αναπαραγωγή στα θηλυκά κλπ.
4. Ο χρόνος της χειμέριας νάρκης θα είναι λογικά μεγαλύτερος για τα υποείδη βορειότερης εξάπλωσης, όπως τα ελληνικά, αν και συνήθως δεν είναι απαραίτητη η ακριβής μίμηση της διάρκειάς του στην αιχμαλωσία.
5. Σύμφωνα
μ’ένα Βρετανό που τις αναπαράγει
(η πηγή της δεύτερης φωτογραφίας), Οι σαύρες αυτές είναι αρκετά δραστήριες και συμπεριφέρονται αρκετά όμοια με τους γνωστούς γενειοφόρους δράκους (Pogona vitticeps). Όπως πολλοί αγαμίδες, χρησιμοποιούν οπτικές επιδείξεις κατά τις εκδηλώσεις αναπαραγωγικού ενδιαφέροντος ή κυριαρχίας, με τα αρσενικά να επιλέγουν ψηλότερα μέρη και να κάνουν κινήσεις του μπροστινού μέρους του σώματός τους. Η συμπεριφορά ποικίλει ανά υποείδος, με την L. s. stellio την πιο νευρική και φοβισμένη και την L. s. brachydactyla την πιο ήσυχη, η οποία, σύμφωνα με την εμπειρία του παραπάνω εκτροφέα, μαθαίνει να σκαρφαλώνει πάνω στο παντελόνι του για τροφή και δε φοβάται να φάει έντομα πάνω στο χέρι του.

Ενημέρωση 20/6/2014: Το είδος πρόσφατα αναταξινομήθηκε σε Stellagama stellio, και μπορεί κκάποια απ’τα υποείδη του να διαχωριστούν σε πλήρη είδη στο μέλλον.

Advertisements