Το παρακάτω λεξικό προοριζόταν για το ελληνικό φόρουμ των ερπετών
Reptiles Greece,
Όπου είμαι μέλος για καιρό τώρα. Έγινε με τη συνεργασία του ενός Admin, αν και σχεδόν όλο το έργο ήταν δικής μου σύνθεσης. Αφού λοιπόν του το έστειλα, ολοκληρωμένο εδώ και λίγες εβδομάδες, δεν είδα καμία απάντηση, προφανώς επειδή θά’χει αρκετές άλλες δουλειές. Έτσι το δημοσιεύω στο Ιστολόγιο πριν τη δημοσίευσή του στο φόρουμ. Είναι ένα κείμενο που περιέχει δεκάδες όρους της επιστήμης και του χόμπι των ερπετών με τις σημασίες τους. Για κάθε όρο πρώτα υπάρχει ο ελληνικός, έπειτα ο αγγλικός μέσα σε παρένθεση, και μετά το = η ερμηνεία. Ίσως είναι το μεγαλύτερο λεξικό τέτοιου είδους στα ελληνικά, αλλά κι απ’τα μεγαλύτερα γενικότερα στο διαδίκτυο, μιας και για πηγές χρησιμοποιήθηκαν πολλά και διάφορα λεξικά, άρθρα κι επιστημονικά κε΄΄ιμενα. Φυσικά είναι αδύνατον να’ναι πλήρως ολοκληρωμένο, και κάποιοι όροι θα μου διέφυγαν, γι’αυτό καλό είναι να με συμπληρώνετε με όρους που δεν περιλαμβάνω. Περιστασιακά επίσης ίσως ενημερώνω το λεξικό μενέους όρους. Μπορείτε να το συμβουλεύεστε και να το παραθέτετε ελεύθερα.

Ερπετό (reptile) = Κάθε σπονδυλωτό που ανήκει στην ομοταξία των ερπετών (reptilia). Η ομοταξία αυτή εξελίχθηκε από τα αμφίβια πριν περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια, χαρακτιρίζεται από ζώα καλυμμένα με φολίδες, προγονικά ωοτόκα με σχετικά αδιαπέραστα, αμνιωτά αβγά στην ξηρά, και εκτοθερμία από σχεδόν όλα τα σημερινά είδη. Η ομοταξία περιλαμβάνει τα φολιδωτά (τάξη squamata), η οποία περιλαμβάνει τις υποτάξεις των φιδιών (serpentes), των σαυρών (sauria ή lacertilian), και των αμφισβαινών (γεώβια σκωληκομορφα αφανή σαυροειδή ζώα) (amphisbaenia), τα κροκοδείλια (crocodilia), με τους κροκόδειλους, τους αλλιγάτορες κλπ, τις χελώνες (testudines), μ’όλες τις χελώνες, και τα σφηνοδόντια (sphenodontia), μια αρχαία υπολειματική σήμερα ομάδα που περιλαμβάνει τα δύο είδη των τουατάρα στη Νέα Ζηλανδία.
Αμφίβιο (amphibian) = Κάθε σπονδυλωτό που ανήκει στη συνομοταξία των αμφιβίων (amphibia), η προγονική ομοταξία των ερπετών που χαρακτηρίζεται από ζώα με λεπτό δέρμα, ανάπτυξη στα πρώτα στάδια συνήθως μέσα στο νερό με μορφή διαφορετική απ’τη μεταγενέστερη (προνύμφες ή γυρίνοι), και αναπαραγωγή συνήθως με εξωτερική γονιμοποίηση και μικρά ζελατινώδη αυγά σχεδόν δηλαδή όπως αυτή των ψαριών. Η ομάδα εμφανίστηκε πριν 370 εκατομμύρια χρόνια περίπου, αν και η σημερινή υφοομοταξία των λειαμφιβίων (lissamphibia) πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια. Περιλαμβάνει την τάξη των ανούρων (anura), με τους βατράχους και τους φρύνους, των ουρόδηλων ή ουρωτών (urodela ή caudata), με τις σαλαμάνδρες και τους τρίτωνες, και των γυμνοφίονων ή απόδων (gymnophiona ή apoda) των απόδων αμφιβίων, αφανής ομάδα σκωληκόμορφων γεώβιων ειδών των τροπικών περιοχών.
Τρίτωνας (newt) = Ουσιαστικά δε διαφέρει από μια σαλαμάνδρα σε τίποτα πέρα απ’την περισσότερο ή λιγότερο μόνιμη επιστροφή του στο νερό κατά την ενήλικη ζωή του, όπου θ’αναπαράγεται. Οι νεαροί συνήθως χερσαίοι τρίτωνες στ’αγγλικά λέγονται “efts”.
Φρύνος (toad) = Μέλος της οικογένειας των φρυνιδών (bufonidae) ο οποίος δε διαφέρει στην πραγματικότητα από ένα βάτραχο πέραν του ότι ζει κυρίως στην ξηρά, έχει κοντότερα άκρα και τραχύ δέρμα. Κι άλλα είδη ανούρων όμως εκτός της οικογένειας αυτής έχουν εξελίξει παρόμοιες προσαρμογές.
Μεταμόρφωση (metamorphosis) = Η διαδικασία μετατροπής ενός προνυμφικού αμφιβίου ή εντόμου σ’ένα ημιενήλικο άτομο, μ’όλα τα χαρακτηριστικά του ενήλικου οργανισμού. Οι γυρίνοι για παράδειγμα βγάζουν άκρα, χάνουν την ουρά τους, και προσαρμόζουν όλα τα οργανικά τους συστήματα για ζωή ως βάτραχοι.
Νεοτενία (neoteny) = Από το «νέος» και το «τείνω», η διατήρηση νεανικών χαρακτηριστικών ακόμα και κατά την ενηλικίωση, με εντονότερο παράδειγμα αυτό της σαλαμάνδρας αξολότλ, η οποία διατηρεί τα βράγχια της και δε βγαίνει ποτέ απ’το νερό για όλη τη ζωή της.
Φωνητικός σάκος (vocal sack) = Ο σάκος ή σάκοι που διαθέτουν οι αρσενικοί συνήθως βάτραχοι για να παραγάγουν ήχο, τον οποίον χρησιμοποιούν για την προσέλκυση των θηλυκών, το διώξιμο των αντιπάλων κλπ, κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Περίοδος αναπαραγωγής (breeding seasone) = Η περίοδος του έτους οπότε τα περισσότερα ζώα αναπαράγονται, ο χρόνος των οποίων έχει εξελιχθεί για τη μεγιστοποίηση της επιβίωσης των απογόνων (συνήθως είναι την άνοιξη ώστε οι απόγονοι να’χουν
όλο το καλοκαίρι μπροστά τους για να μεγαλώσουν). Η συμπεριφορά των ερπετών αλλάζει συχνά κατά αυτήν την περίοδο, με μειωμένο ενδιαφέρον στην τροφή, ψάξιμο για θηλυκά, κλπ. Ενώ οι αρσενικές πράσινες ιγκουάνες μπορεί να γίνουν πολύ επιθετικές.
Νεοσσός (hatchling) = Το νεαρό πουλί ή ερπετό που μόλις έχει βγει απ’το αυγό.
Νεαρό άτομο (juvenile) = Όχι εντελώς νεογέννητος νεοσός, ούτε όμως ακομα αρκετά μεγάλο ζώο.
Ημιενήλικο (subadult) = Ζώο στα όρια της ενηλικίωσης, όχι όμως ακόμα γεννητικά ώριμο.
Ενήλικο άτομο (adult) = Ζώο στην πλήρη φάση της ζωής του, ικανό για αναπαραγωγή. Στα ερπετά συχνά η γεννητική ωρίμανση ολοκληρώνεται πριν την πλήρη σωματική ανάπτυξη.
Φυλετικός διμορφισμός (sexual dimorphism) = Η διαφορές μεταξύ των δύο φύλων πέρα απ’τα διαφορετικά αναπαραγωγικά όργανα, όπως στους ανθρώπους για παράδειγμα είναι τα γένια στους άντρες. Συχνά τα διμορφικά ερπετά έχουν αρσενικά μικρότερα αλλά πιο στολισμένα από τα θηλυκά, και θηλυκά πιο γεμάτα για να χωρούν πολλά αυγά. Οι αρσενικές σαύρες διαθέτουν μηριαίους πόρους και μια ημιπεΪκή διόγκωση πίσω απ’την αμάρα, ενώ οι αρσενικές χελώνες έχουν μακρύτερη και παχύτερη ουρά και κοίλο πλάστρο.
Χέλυο (turtle shell) = Το καβούκι της χελώνας, το οποίο αποτελείται από πεπλατυσμένες εκφύσεις των πλευρών από πάνω, των σπονδύλων με μερικές επιπλέον οστέινες πλάκες, και από τις κλείδες, το διακλειδικό οστό και τα γαστρώδη οστά από κάτω. Το άνω τμήμα λέγεται ραχιαίος θυραιός (carapace) και το κάτω κοιλιακός θυραιός ή πλάστρο (plastron). Το πλευρικό σημείο όπου ενώνονται αυτά τα δύο λέγεται γέφυρα (bridge).
Ημιπέος (hemipenis ή hemipene) = Το ένα απ’τα δύο διεισδυτικά αναπαραγωγικά όργανα του αρσενικού της τάξης των φολιδωτών (κυρίως φίδια και σαύρες), το οποίο είναι ανεστραμμένο μέσα στην αμάρα όταν δε χρησιμοποιείται. Στις σαύρες δημιουργούν ορατή διόγκωση πίσω απ’την αμάρα, ενώ στα φίδια δεν είναι ευδιάκριτα. Οι κροκόδειλοι και οι χελώνες έχουν ένα πέος, ενώ το τουατάρα κανένα.
έκταση πέους (fanning) = Η έκταση των ημιπεών ή του πέους εκτός αμάρας προσωρινά, ξεχωριστή κατάσταση απ’την πρόπτωση, αφού εδώ η έκταση είναι ηθελημένη και κρατάει πολύ λιγότερο.
Μηριαίοι πόροι (femoral pores) = Πόροι που παράγουν μια κηρώδη φερομονούχο ουσία, αρκετά έντονοι στους μηρούς των αρσενικών σαυρών, οι οποίοι με την κίνηση του ζώου την αποθέτουν σ’όλες τις επιφάνειες απ’όπου περνά για τη σήμανση της περιοχής.
Αμάρα (cloaca) = Το κοινό άνοιγμα για την έξοδο του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα αμφίβια, στα ερπετά, στα πουλιά και σε μια τάξη πρωτόγονων θηλαστικών, τα μονοτρήματα (monotremata).
Αναγνώριση φύλου (sexing) = Η μέθοδος που χρησιμοποιείτια για το διαχωρισμό του φύλου στα ζώα. Σε περίπτωση που η ηλικία τους είναι μικρή ή ο φυλετικός διμορφισμός μικρός ή ανύπαρκτος, αυτό είναι δύσκολη διαδικασία.
Ανίχνευση του φύλου (probing) = Μέθοδος ανίχνευσης του φύλου στα φίδια με τοποθέτηση ενός εργαλείου/ανιχνευτή σαν βελόνα με αμβλεία άκρη (probe ή probing tool) μέσα στην αμάρα προς την κατεύθυνση της ουράς του υποκειμένου. Συνήθως στα αρσενικά το εργαλείο θα προχωρήσει αρκετά βαθύτερα απ’ό,τι στα θηλυκά, εξαιτίας του μεγαλύτερου χώρου που καταλαμβάνουν τα ημιπέη. Η απόσταση μετράται εξωτερικά από των αριθμό των υποουραίων φολίδων που έχει φτάσει το εργαλείο (συνήθως 8-16 για τα αρσενικά 2-3 ή και περισσότερο για τα θηλυκά).
Εξαγωγή ημιπεών (popping) = Μια άλλη μέθοδος που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση του φύλου στα νεογέννητά φίδια, όπου το περιεχόμενο της αμάρας στρέφεται έξω με πίεση απ’τα δάχτυλα από πίσω στην ουρά και με ταυτόχρονο κράτημα της πρωκτικής φολίδας μπροστά απ’την αμάρα. Τα αρσενικά θα πετάξουν έξω τα ημιπέη τους, ενώ τα θηλυκά δύο μικρά ερυθρά μπαλάκια, τους οσμογόνους αδένες τους, οι οποίοι παράγουν φερομόνη κατά την περίοδο αναπαραγωγής για την προσέλκυση των αρσενικών. Η τεχνική αυτή είναι ακατάλληλη για μεγαλύτερα άτομα, διότι έχουν αρκετή μυική δύναμη ώστε να κρατήσουν το περιεχόμενο της αμάρας μέσα. Και οι δύο τεχνικές θα πρέπει να γίνονται από πεπειραμένο άνθρωπο, διότι αλλιώς η διαδικασίες ενδέχεται να βλάψουν το φίδι.
Υποουραίες φολίδες, πρωκτική φολίδα (subcaudal scales, anal scale etc) = Η ορολογία της φολίδωσης των φιδιών είναι πολυπλοκότατη, και ίσως καλυφθεί σε άλλο άρθρο. Υποουραίες λέγονται οι φολίδες στην κάτω πλευρά της ουράς, ενώ πρωκτική η προστατευτική πλακοειδής φολίδα μπροστά απ’την αμάρα. Η ράχη και οι πλευρές του σώματος έχουν τις ραχιαίες, η κοιλιά της κοιλιακές, ενώ το κεφάλι διαθέτει ολόκληρο λεξικό.
Μόσχος (musk) = Ουσία με άσχημη μυρωδιά που εκκρίνεται απ’τους μοσχογόνους αδένες στην αμάρα ή σε γειτονικές περιοχές από πολλά φίδια και νεροχελώνες όταν απειληθούν από έναν εχθρό.
Οσμογόνοι αδένες (scent glands) = Οι αδένες που παράγουν φερομόνες, κυρίως για αναπαραγωγικούς σκοπούς. Οι μηριαίοι πόροι θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέτοιοι αδένες.
Φερομόνη (pheromone) = Ουσία επικοινωνίας των μελών ενός είδους, συχνά χρησιμοποιείται για την σήμανση της αναπαραγωγικής ετοιμότητας των θηλυκών, ή αυτήν της περιοχής των αρσενικών.
Εκσπερμάτιση (ejaculation) = Ο εξακοντισμός του σπέρματος στο αναπαραγωγικό όργανο του θηλυκού. Συχνά οι ιγκουάνες εκσπερματίζουν σε διάφορα αντικείμενα κατά την περίοδο αναπαραγωγής.
Σπερματική πλάκα (sperm plug ή seminal plug) = Σπερματικό υλικό που συσσωρεύεται στα ημιπέη των αρσενικών φολιδωτών κατά την περίοδο αναπαραγωγής, κι αν δε φύγει μόνο του με την ούρηση, την αφόδευση ή με την έκδυση θα πρέπει να εξαχθεί με το χέρι.
Σπερματοφόρος σάκος (spermatophore) = Ο σάκος μέσα στον οποίον περικλείεται το σπέρμα σε πολλές αρσενικές σαλαμάνδρες κι αρθρόποδα.
Εναγκαλισμός (amplexus) = Ο τρόπος ψευδοζευγαρώματος των βατράχων που γίνεται μέσα στο νερό, όπου το αρσενικό πιάνει το θηλυκό πίσω απ’τα μπροστινά άκρα (μασχαλιαίος/axillary) ή μπροστά από τα πίσω (οσφυικός/lumbar). Ψευδοζευγάρωμα γιατί η γονιμοποίηση είναι εξωτερική όπως στα ψάρια, με εκσπερμάτιση πάνω στα ήδη γεννημένα αυγά.
Καθυστερημένη αμφιγονία (amphigonia retardata) = Η ικανότητα των περισσότερων ερπετών, αλλά κι άλλων ζώων, να διατηρούν το σπέρμα του αρσενικού για μήνες έως και χρόνια και μ’αυτό να γονιμοποιούν νέα αυγά τους χωρίς ανάγκη γονιμοποίησης, δίνοντας την ψευδαίσθηση της παρθενογένεσης.
Παρθενογένεση (parthenogenesis) = Η ανάπτυξη εμβρύων από αγονιμοποίητα ωάρια στα θηλυκά αρκετών ζώων, συμπεριρλαμβανομένων λίγων σαυρών και φιδιών, όπως ο δράκος του Κόμοντο ή η νεομεξικανική σαύρα.
Ωορηξία (ovulation) = Η διαίρεση και ωρίμανση των ωαρίων στα θηλυκά ζώα.
Θήλακας (follicle) = Ο μικροσκοπικ΄΄ος άκος που περιέχει το ανώριμο ακόμα ωάριο, που έχει θηλακώδες σχήμα.
Μεταωορηξιακή έκδυση (postovulatory shed) = Η αλλαγή δέρματος που γίνεται σε πολλά φίδια μετά την ωορηξία και μερικές εβδομάδες πριν την ωοτοκία.
Ωοζωοτόκο (ovoviviparous) = Ζώο που διατηρεί τα αβγά μέσα στο σώμα του μέχρι την εκκόλαψη, αλλά δεν τα τρέφει όπως ένα ζωοτόκο ζώο. Μερικά φίδια όπως οι βόες και σαύρες όπως η βορειοευρωπαϊκή σαύρα (Lacerta vivipara) είναι ωοζωοτόκα ζώα. Ζωοτόκα ερπετά είναι σπάνια, αλλά υπάρχουν, όπως πολλές οχιές.
Γυμνοσάλιαγκας (slug) = Το αγονιμοποίητο αυγό ενός βόα συσφιγκτήρα (Boa constrictor), ενός κατ’εξοχήν ωοζωοτόκου ερπετού, το οποίο είναι γλοιώδες στη σύσταση. Το σκληρό κέλυφος άλλωστε δεν είχε λόγο ύπαρξης στα αυγά των ωοζωοτόκων, και συνεπώς χάθηκε.
Δόντι του αυγού (egg tooth) = Μία προεξοχή της γνάθου στην πραγματικότητα, με την οποία οι νεοσοί των ερπετών και των πουλιών σπάνε το αυγό για να βγουν. Πέφτει σύντομα μετά την εκκόλαψη.
Εκκολαπτική μηχανή (incubator) = Το μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την επώαση των αυγών. Για τα ερπετά είναι συνήθως ένα κιβώτιο με υγροκατακρατικό υλικό, μέσα στο οποίο βρίσκονται μισοθαμμένα τα αυγά, σε μια σταθερή θερμοκρασία. Μπορεί επίσης να είναι ένα μεγαλύτερο κιβώτιο με μικρότερα μέσα, όπου βρίσκονται τα αυγά.
Επώαση (incubation) = Το διάστημα της εμβρυικής ανάπτυξης μέσα στο αυγό. Στα περισσότερα ερπετά γίνεται απ’τον ήλιο.
Εκκόλαψη (hatching) = Η στιγμή εξόδου του νεοσού από το αυγό.
Διαφωτισμός ή κέρωμα (transillumination ή candling) = Τεχνική για την εξέταση της γονιμότητας των αυγών, όπου το αυγό τοποθετείται μπροστά από μια λάμπα, ένα κερί, κλπ σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο μερικές μέρες μετά τη γέννησή του, κι αν φανούν αιμοφόρα αγγεία στο ημιδιαφανές εσωτερικό του σημαίνει πως είναι γονιμοποιημένο με αναπτυσσόμενο έμβρυο. Εάν δε φανεί τίποτα δε σημαίνει απαραίτητα πως είναι αγονιμοποίητο. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να γίνει το καλύτερο μια φορά, διότι τα ερπετικά αβγά δεν ανέχονται αναταράξεις.
Σύστημα καθορισμού του φύλου (sex determination system) = Το σύστημα που χρησιμοποιεί ένας οργανισμός για τον καθορισμό του φύλου των απογόνων. Στα θηλαστικά χρησιμοποιούνται τα χρωμοσώματα χ και ψ (x και y), όπου το αρσενικό έχει τα δύο διαφορετικά ενώ το θηλυκό δύο χ. Στα πουλιά και σε πολλά ερπετά χρησιμοποιείται το αντίθετο, το σύστημα χρωμοσωμάτων φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό έχει τα δύο διαφορετικά ενώ το αρσενικό δύο ω. Τέλος οι χελώνες, οι κροκόδειλοι, τα τουατάρα και αρκετά φολιδωτά χρησιμοποιούν το θερμοκρασιοεξαρτώμενο σύστημα καθορισμού του φύλου (temperature-dependent sex determination system), στο οποίο το φύλο του απογόνου καθορίζεται από τη θερμοκρασία στην οποία επωάζεται το αβγό στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, με μερικές θερμοκρασίες να παράγουν μόνο αρσενικά ή θηλυκά, κι άλλες μεικτού φύλου, διαφορετικές ανάλογα με το είδος.
Λεκηθικός σάκος (yolk sack) = Ο σάκος της λεκήθου (κρόκου) στο κέντρο του αυγού που συνεχίζει να τρέφει το νεοσό λίγες μέρες μετά την εκκόλαψή του, οπότε δε χρειάζεται ακόμα εξωτερική θρέψη. Ανάλογα με το είδος και την κατάσταση ανάπτυξης του μικρού, μπορεί να’ναι και ορατός εξωτερικά.
Μεταεκκολαπτική έκδυση (post-hatching shed) = Η έκδυση που γίνεται στα φίδια και στις σαύρες σύντομα μετά την εκκόλαψη. Μετά απ’αυτό το διάστημα ο λεκηθικός σάκος έχει εξαντληθεί, και τα ζώα μπορούν να φάνε κανονικά.
Ενδείξεις 0.0.1, 1.2.3, 2.3, κλπ = Παγκόσμιο σύστημα δήλωσης του αριθμού και του φύλου σε μια ομάδα ζώων, όπου ο πρώτος αριθμός δηλώνει τα αρσενικά, ο δεύτερος τα θηλυκά κι ο τρίτος τα αγνώστου φύλου. Σε περίπτωση που δεν υπάρρχει κάτι απ’τα παραπάνω σε μια ομάδα ζώων, ο αριθμός αντικαθίσταται με 0, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ζώα αγνώστου φύλου, εκείνος ο αριθμός μπορεί να παραλειφθεί. Για παράδειγμα το Boa constrictor 2.4.3 σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη ομάδα βοών συσφιγκτήρων, τα αρσενικά είναι δύο, τα θηλυκά τέσσερα και τα αγνώστου ακόμα φύλου 3.
Φολίδα ή λέπι (scale) = Η εξωτερική κεράτινη μικροσκοπική πλάκα στην επιδερμίδα του δέρματος ενός ερπετού. Για λόγους σαφήνειας προτιμάται η χρήση της φολίδας γι’αυτές τις δομές, ενώ του λεπιού για τις βαθύτερες δερματικές δομές των ψαριών.
Ασπίδα ή Κεράτινη πλάκα (scute ή horny plate) = Τροποποιημένη πεπλατυσμένη και μεγάλη συνήθως επίπεδη φολίδα που καλύπτει τις οστέινες πλάκες των κροκοδειλίων και των χελωνών.
Οστεόδερμα ή οστέινη πλάκα (osteoderm ή bony plate) = Ή δερματικό οστό, οστέινη πλάκα που βρίσκεται μέσα ή κάτω απ’το δέρμα για επιπλέον προστασία του σώματος, όπως στα κροκοδείλια, σε μερικά οστά του χελύου των χελωνών και σε λίγες σαύρες, όπως σ’αυτές του γένους Heloderma. Συνήθως καλύπτεται από κεράτινη πλάκα.
Έκδυση (ecdysis, shed, molt, slough) = Η διαδικασία αποβολής κι αντικατάστασης της επιδερμίδας ενός ερπετού, η αλλαγή δέρματος. Στα φίδια συνήθως το δέρμα αλλάζει ολόκληρο, στις σαύρες σε μεγάλα κομμάτια ενώ στις χελώνες σε μικρά κομματάκια και σε πολλά είδη αλλάζουν και οι κεράτινες πλάκες του χελύου. Δεν αλλάζει όλο το δέρμα, μόνο η επιδερμική επίστρωση η οποία αποτελείται κυρίως από νεκρά κερατινοποιημένα κύτταρα που δεν αναπτύσσονται. Συνήθως στις μέρες πριν την έκδυση το δέρμα θολώνει λόγω δημιουργίας υγρού ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, ενώ σύντομα πριν τη διαδικασία επανέρχεται στα φυσιολογικά χρώματα. Έπειτα το ζώο ξύνεται σε μια επιφάνεια ώστε να βγάλει το παλιό δέρμα. Στα φίδια οι διαφανείς φολίδες των ματιών μπλεδιάζουν κατά το θόλωμα του δέρματος, με αποτέλεσμα το φίδι να μη βλέπει καλά και να γίνεται πιο νευρικό. Όλα τα σπονδυλωτά με επιδερμίδα την ανανεώνουν τακτικά, ακόμα κι εμείς ρίχνουμε μικροσκοπικά κομματάκια, αλλά συνεχόμενα. Πολλοί βάτραχοι επίσης εκδύουν περιοδικά το δέρμα τους ολόκληρο, σαν σακούλα. Έκδυση λέγεται μια παρόμοια διαδικασία στα αρθρόποδα επίσης, κατά την οποία το ζώο αλλάζει τον εξωσκελετό του για περαιτέρω ανάπτυξη.
Δερματοφαγία (dermatophagy) = Η συμπεριφορά αρκετών γκέκο και βατράχων, τα οποία καταναλώνουν το εκδεδυμένο δέρμα τους ώστε ν’ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά που έχασαν ή να εξαφανίσουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξή τους από πιθανούς εχθρούς.
Δακτύλιος (annulus) = Στις χελώνες που οι παλαιές κεράτινες πλάκες δεν αποβάλλονται αλλά συσσωρεύονται ενόσο προστίθενται από κάτω νεότερες, η γραμμή που διακρίνεται στο όριο της περιοχής κάθε πλάκας και ορίζει το σημείο επαφής με την αμέσως νεότερη και μεγαλύτερη από κάτω. Οι γραμμές αυτές μπορούν να δώσουν μια προσέγγιση της ηλικίας του ζώου με λεπτομερή μέτρηση. Παρόμοιες δομές υπάρχουν και στα κροκοδείλια.
Εξωσκελετός (exoskeleton) = Το χιτινώδες κάλυμα του σώματος όλων των αρθροπόδων.
Κύκλος έκδυσης (shed cycle) = Ο κύκλος μεταξύ των εκδύσεων, διαφορετικός για κάθε είδος και ηλικία. Τα αναπτυσσόμενα ζώα εκδύονται συχνότερα απ’τα μεγαλύτερα. Οι ιγκουάνες έχουν συνήθη κύκλο τις 6 εβδομάδες, ενώ τα περισσότερα ενήλικα φίδια τους 6-12 μήνες.
Οφθαλμικό κάλυμμα (eye cup) = Η διαφανής φολίδα που καλύπτει το μάτι των φιδιών και μερικών αβλέφαρων σαυρών.
Λοφίο (crest) = Ένα κάθετο, πεπλατυσμένο κομμάτι ιστού που ρέει κατά μήκος του σώματος του ζώου. Μπορεί να στηρίζεται από σπονδύλους, όπως αυτό των ιγκουανοειδών, ή να’ναι μια σταθερή δερματική δίπλωση, όπως σε πολλά γκέκο. Πολλά ειδη μπορούν να κινούν το λοφίο τους κατά τις επιδείξεις κυριαρχίας ή το χρησιμοποιούν για το σπάσιμο του περιγράμματός τους στο καμουφλάζ.
απόφυση (spur) = Μία συνήθως κεράτινη απόφυση, που ίσως υποστηρίζεται από οστσόο σε πολλά είδη, π.χ. στους μηρούς ορισμένων χελωνών ξηράς, κοντά στην αμάρα σε πολλά γκέκο ή στον αστράγαλο του χαμαιλέοντα της Υεμένης (Chamaeleo calyptratus).
Πρωκτική απόφυση (anal spur) = Ιδιαίτερη περίπτωση απόφυσης στους βόες και τους πύθωνες πλευρικά της αμάρας, απομεινάρι των πίσω άκρων των προγόνων των φιδιών. Τα άκρα αυτά συνδέονται με μια υπολειματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη όμως. Αρσενικά ορισμένων ειδών τα χρησιμοποιούν για το πιάσιμο του θηλυκού κατά το ζευγάρωμα. Τα πιο εξελιγμένα κολουβροειδή φίδια δεν έχουν ούτε αυτά ούτε λεκάνη.
Φύμα (tubercle) = Ένα ανασηκωμένο σημείο στο σώμα ενός ζώου, μια ανασηκωμένη φολίδα όπως το ρινικό κερατάκι της κερασφόρου οχιάς (Vipera ammodytes).
Λειρί (dewlap) = Μία δίπλωση δέρματος στο λαιμό του ζώου που εκτείνεται κατά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ή τις επιδείξεις κυριαρχίας, χαρακτηριστικό πολλών ιγκουανοειδών.
Κέρατο (horn) = Οστέινη προεξοχή του κρανίου που καλύπτεται από κεράτινη επίστρωση. \Σπάνιο στα ερπετά, αλλά πάλι συναντάται σε μερικούς χαμαιλέοντες κι εξαφανισμένα είδη δεινοσαύρων.
Ράμφος (bick) = Η κεράτινη δομή που περιβάλει το στόμα σε ολιγόδοντα ή νωδά είδη, όπως στις χελώνες και στα πουλιά.
Παρωτοειδείς αδένες (parotoid glands) = Ζεύγος δηλητηριωδών αδένων πίσω και πάνω απ’τα αφτιά σε πολλούς φρύνους και σε μερικές σαλαμάνδρες. Οι παρωτιδικοί αδένες (parotid glands) είναι άλλο πράγμα, δύο μεγάλοι σιελογόνοι αδένες στο στόμα που βρίσκονται κοντά στην περιιοχή των αφτιών.
Χρωματοφόρος (chromatophore) = Κυτταρικό οργανίδιο στα κύτταρα της επιδερμίδας που δίνει χρώμα στο δέρμα του ζώου. Υπάρχουν τριών ειδών: οι μελανοφόροι (melanophores), που βρίσκονται βαθύτερα, περιέχουν μελανίνη και δίνουν το σκούρο χρώμα, οι ξανθοφόροι (xanthophores), που περιέχουν καροτενοειδή κίτρινου ή πορτοκαλί χρώματος, με τις παραλλαγές τους τους ερυθροφόρους (erythrophores), που περιέχουν ερυθρά καροτενοειδή, βρίσκονται στη μέση και δίνουν το ανάλογο χρώμα στο δέρμα, και οι ιριδοφόροι (iridophores), που περιέχουν ανακλαστικούς κρυστάλλους πουρινών όπως γουανίνης στις φολίδες που δίνουν ιριδίζον μπλε χρώμα. Τα θηλαστικά, ως νυκτόβια κατά μεγάλο μέρος της εξέλιξής τους, διατήρησαν μόνο τους μελανοφόρους, ενώ τα πουλιά κι άλλα μεγάλα ερπετά που δεν είχαν ανάγκη καμουφλάζ έχασαν τους ιριδοφόρους, αν και μερικά πουλιά εξέλιιξαν κάτι παρόμοιο αργότερα. Τα ερπετά που αλλάζουν χρώμα λοιπόν έχουν τη δυνατότητα συστολής και διαστολής των χρωματοφόρων ως απόκριση σε ορμονικά, νευρολογικά και περιβαλλοντικά ερεθίσματα, οπότε η διαστολή των χρωματοφόρων ενός τύπου επιφέρει ένταση εκείνου του χρώματος.
Χρωματικό σχέδιο (pattern) = Τα σχέδια διαφορετικών χρωμάτων στην επιφάνεια ενός ερπετού, όπως ρίγες, κηλίδες, στίγματα, δίκτυα, ή άλλα στοιχεία χαρακτηριστικά για κάποιο είδος.
Οντογενετική χρωματική αλλαγή (ontogenetic color change) = Η χρωματική αλλαγή που γίνεται σταθερά κατά την ανάπτυξη ενός οργανισμού, κατά την οντογένεσή του. Σε μερικά φίδια για παράδειγμα, όπως στον πράσινο δεντρόβιο πύθωνα (Morelia viridis) ή στο δεντρόβιο βόα του Ανμαζονίου (Corallus caninus), τα μικρά έχουν ΄[πέντονα αποσηματικά χρώματα με σκοπό την αποθάρρυνση των θηρευτών, τα οποία μέσα σε ένα ή μερικά χρόνια αλλάζουν σταδιακκά στο κρυπτικό χρώμα των ενηλίκων.
Κροσσωτό λοφίο (frill) = Λεπτότερη παραλλαγή του λοφίου, συνήθως ως απλή δερματική δίπλωση με λεπτές, προεξέχουσες φολίδες.
Κρύψη (crypsis) = Το καμουφλάζ, η προσαρμογή ενός ζώου στο περιβάλλον του, που γίνεται με τον αντίστοιχο χρμωατισμό του (πράσινο για πολλή βλάστηση, καφέ με κηλίδες για έδαφος δάσους, γκριζωπό ή καφέ για λιβάδι κλπ), αλλά και με χαρακτηριστικά υφής όπως τραχύ δέρμα για βραχώβια ή δεντρόβια πάνω σε φλοιούς είδη, με κινήσεις όπως λίκνισμα με τον άνεμο για τη μίμηση φύλλων που κινούνται σε μερικές σαύρες, κλπ.
Αποσηματισμός (aposematism) = Το αντίθετο της κρύψης, εδώ ο οργανισμός προσπαθεί με τον έντονο χρωματισμό του να προειδοποιήσει το μέλλοντα θηρευτή για την τοξικότητά του, την άσχημή του γεύσή ή κάποιο άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό, ή απλώς για να μπερδέψει το θηρευτή πως πρόκειται για επικίνδυνο είδος ενώ στην πραγματικότητα το μιμείται. Σύνηθες φαινόμενο στους πολύχρωμους δηλητηριώδεις βατράχους της οικογένειας dendrobatidae, και σποραδικά σε πολλές άλλες ομάδες.
Μίμηση (mimicry) = Η εξέλιξη ενός οργανισμού να μιμείται επιτυχώς κάποιον άλλο επικίνδυνο, κάποιο άλλο είδος ή ένα στοιχείο του περιβάλλοντος, με κύριο παράδειγμα τα αμερικανικά γαλατόφιδα (milksnakes) που με τον έντονο χρωματισμό τους μιμούνται το αποσηματικό δηλητηριώδες κοραλόφιδο (coral snake).
Θανάτωση (thanatosis) = Η τέλεια προσποίηση του νεκρού σε περίπτωση επίθεσης, όχι μόνο με απλή ακινησία. Το νερόφιδο (Natrix natrix) ή το χοιρόρρινο φίδι (Heterodon sp) για παράδειγμα θα γυρίσει ανάποδα ακίνητο με τη γλώσσα έξω και με έκκριση δύσοσμου μόσχου σε περίπτωση που απειληθεί σοβαρά.
σωματική ήχηση (stridulation) = Ο ήχος που παράγεται όχι με τη χρήση αέρα, αλλά με την τριβή κάποιων μερών του σώματος, όπως στον ήχο των γρύλλων ή των τζιτζικιών. Ορισμένα ερπετά, όπως όι κροταλίες και οι οχιές της ερήμου (Cerastes cerastes), έχουν εξελίξει αντί του συρριγμού παρόμοιο σύστημα παραγωγής ήχου, ώστε να μη χάνεται πολύτιμη υγρασία με την έντονη εκπνοή.
Ελάσματα (lamellae) = Δομές στα δάχτυλα των περισσότερων γκέκο που φέρουν μικροσκοπικά τριχίδια τα οποία εκμεταλλεύοντια τις δυνάμεις Βάντερ Βάαλς μεταξύ των μορίων ώστε να προσκολλώνται πάνω στα αντικείμενα. Έτσι τα γκέκο μπορούν να περπατούν ανάποδα και στις οροφές χωρίς να πέφτουν.
Αυτοτομή (autotomy) = Η αποκοπή ενός μέρους του σώματος σε περίπτωση κινδύνου. Συχνότερη είναι η ουραία αυτοτομή (caudal autotomy), η αποκοπή της ουράς σε πολλές σαύρες σε περίπτωση απειλής ή και μεγάλου φόβου. Οι σπόνδυλοι στο σημείο της αυτοτομής έχουν εγκάρσιες μη οστεοποιημένες περιοχές, τα καταγματικά πεδία (fracture plains), διασπονδυλικά (ανάμεσα) ή ενδοσπονδυλικά (στον ίδιο σπόνδυλο), και με απότομη μυική σύσπαση ππανω απ’το σημείο της αυτοτομής αυτά σπάνε κόβοντας την ουρά, η οποία με αντανακλαστικά του νωτιαίου μυελού συνεχίζει να κινείται, ώστε να μπερδέψει τον εχθρό ενώ η σαύρα φεύγει. Τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως μετά την αποκοπή για την ελαχιστοποίηση της αιμοραγίας. Συχνά η ουρά αναγεννάται. Λίγα γκέκο ακόμα αυτοτέμνουν δέρμα, ακόμα κι όλο τους το δέρμα.
Αναγέννηση (regeneration) = Η ανάπλαση ενός μέρους του σώματος αν αυτό καταστραφεί. Στα ερπετά που αυτοτέμνουν την ουρά η αναγέννηση αφορά την ουρά, η οποία ξαναμεγαλώνει, αν και μικρότερη, χόνδρινη κι όχι σπονδυλώδης, πιο δύσκίνητη, θαμπότερη και μη αυτοτομήσιμη. Τα δόντια των ερπετών επίσης αναγεννώνται εύκολα μετά την πτώση τους. Τα νεοτενικά αμφίβια μπορούν ν’αναγεννούν πολύ περισσότερα στοιχεία, όπως άκρα.
Συλληπτήρια ουρά (prehensile tail) = Ουρά ευλύγιστη αρκετά για να πιάνεται από διάφορα σημεία. Πολλά δεντρόβια φίδια έχουν τέτοιες ουρές, αν και τα περισσότερα φίδια μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλο το σώμα τους γι’αυτόν το σκοπό. Στις σαύρες οι χαμαιλέοντες (οικογένεια chamaeleonidae) και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) με τους συγγενείς του αποτελούν εξέχοντα παραδείγματα ζώων με συλληπτήριες ουρές.
Οδοντοειδής απόφυση (odontoid process) = Οστέινη οδοντοειδής προεξοχής στην κάτω γνάθο μεγάλων σαρκοφάγων βατράχων όπως του κερασφόρου βατράχου (Ceratophrys sp) ή του πυξικεφάλου της Αφρικής (Pyxicephalus adspersus), οι οποίες χρησιμεύουν στη σύλληψη της λείας.
Αμαριαία αναπνοή (cloacal breathing) = Η αναπνοή από τους λεπτούς ημιπερατούς ιστούς της αμάρας που παρατηρείται σε μερικές νεροχελώνες συμπληρωματικά με την πνευμονική λειτουργία, ή σχεδόν εξολοκλήρου κατά τη χειμέρια νάρκη. Ορισμένα είδη, όπως ο αυστραλιανος ροοδύτης (Rheodytes leucops), έχουν τη δυνατότητα ν’αντλούν και να εξάγουν νερό απ’την αμάρα τους, κάνοντας ενεργητική αμαριαία αναπνοή. Αυτό το είδος μπορεί να παραμείνει για λίγες μέρες κάτω απ’το νερό αναπνέοντας έτσι με πολύ χαμηλό μεταβολισμό. Πολλές άλλες νεροχελώνες έχουν εξελίξει πιο διαπερατό δέρμα για την πρόσληψη οξυγόνου απ’το νερό, αν κι όχι στον ίδιο βαθμό με τα’αμφίβια.
Θερμοανίχνευση (thermoception) = Η ικανότητα ορισμένων φιδιών, όπως πολλών πυθώνων, βοών και των οχιών και κροταλιών της υποοικογένειας των κροταλινών (crotalinae) να αντιλαμβάνονται αλλαγές στη θερμότητα του περιβάλλοντός τους με όργανα ευαίσθητα στην υπέρυθρη ακτινοβολία, ικανότητα πολύ χρήσιμη στο κυνήγι θηλαστικών το βράδυ. Οι βόες και οι πύθωνες έχουν θερμοανοιχνευτές στα χείλη τους, ενώ τα κροταλιοειδή ένα ζεύγος κάτω από κάθε μάτι, οι οποίοι λειτουργούν ως δεύτερα μάτια, εντοπίζοντας και τις πιο ανεπαίσθητες θερμικές μεταβολές.
Μαγνηταισθησία (magnetoception) = Η ικανότητα πολλών ζώων να εντοπίζουν το γήινο μαγνητικό πεδίο και να προσανατολίζονται σύμφωνα μ’αυτό κατά τις μεγάλες μεταναστεύσεις τους, όπως γίνεται στις θαλάσσιες χελώνες και στα αποδημητικά πτηνά.
Γεώβιο (fossorial) = Ζώο που για μεγάλο μέρος ή για όλη του τη ζωή ζει κρυμμένο στο έδαφος σκάβοντας.
Αναρριχητικό (scansorial) = Ζώο που αναρριχάται σε απόκριμνα μέρη και βράχια, όπως πολλές μεσογειακές μικρές σαύρες. Άλλοι τρόποι ζωής που μπορεί να συναντήσετε είναι δεντρόβιο (arboreal), χερσαίο (terrestrial), υδρόβιο (aquatic), και ημιυδρόβιο ή αμφίβιο (semi-aquatics ή amphibious.
Θερμορρύθμιση (thermoregulation) = Η διαδικασία με την οποία ένας οργανισμός ρυθμίζει τη σωματική του θερμοκρασία. Τα ερπετά, ως εκτόθερμα ζώα, ρυθμίζουν τη θερμοκρασία με τη συμπεριφορά τους (συμπεριφορική θερμορρύθμιση) μετακινούμενα από δροσερά σε θερμά μέρη, όπως κάτω απ’τον ήλιο, σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες ή σε θερμά ρεύματα νερού, και πάλι στα δροσερά μέρη αν υπερθερμανθούν. Τα ερπετά επίσης με διάφορους εσωτερικούς κυκλοφορικούς μηχανισμούς προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν την απώλεια της θερμότητας ακόμα κι αν ο καιρός δεν είναι ευνοΪκός.
Εκτοθερμία (ectothermy) = Η ιδιότητα ενός οργανισμού να λαμβάνει την θερμοκρασία του απ’το περιβάλλον του, παρά από το μεταβολισμό του (ενδοθερμία), όπως στα πουλιά και τα θηλαστικά. Σχεδόν όλα τα σημερινά ερπετά είναι εκτόθερμα.
Γιγαντοθερμία (gigantothermy) = Η ιδιότητα διατήρησης της θερμότητας ενός οργανισμού λόγω μεγάλου μεγέθους. Η δερματοχελώνα (Dermochelys coriacea) είναι το μόνο γιγαντοθερμικό ερπετό, το οποίο ίσως είναι και εν μέρει ενδόθερμο.
Διαχείμαση (brumation) = Η περίοδος χαμηλότερου μεταβολισμού και αδράνειας την οποία περνούν τα ερπετά κατά τη δροσερή περίοδο του έτους. Ακόμα και τα τροπικά είδη περνούν συνήθως ελαφριά από τέτοια κατάσταση. Στα είδη των εύκρατων περιοχών η κατάσταση αυτή γίνεται συχνά χειμέρια νάρκη (hibernation), οπότε τα ερπετά περνούν τον κρύο χειμώνα αδρανή σε ασφαλή και μονωμένα μέρη. Ορισμένα είδη, όπως μερικές νεροχελώνες, μπορούν ν’αντέξουν θερμοκρασίες υπό του μηδενός σ’αυτήν την κατάσταση. Η διαχείμαση είναι απαραίτητη για την ενεργοποίηση της αναπαραγωγικής διαδικασία στα περισσότερα ερπετά στην αιχμαλωσία, ενώ η χειμέρια νάρκη μπορεί νά’ναι ή όχι απαραίτητη ανάλογα με το είδος.
Θερινή νάρκη (aestivation) = Η κατάσταση στην οποία περιέρχονται μερικοί βάτραχοι κι ερπετά θερμών και ξηρών κλιμάτων κατά το θερμότερο και ξηρότερο μέρος του έτους, οπότε πέφτουν σ’ένα είδος νάρκης με χαμηλό μεταβολισμό κρυμμένα περιμένοντας ευνοΪκότερες συνθήκες.
Πλευρική γραμμή (lateral line) = Η γραμμή ευαίσθητη στις πιέσεις και στις κινήσεις του νερού που ξεκινά απ’το πίσω μέρος του κεφαλιού και εκτείνεται ως την ουρά πλευρικά στο ζώο στα ψάρια, στις προνύμφες των αμφιβίων, καθώς και στα ενήλικα άτομα των υδρόβιων ή νεοτενικών μορφών.
Πλευρική αύλακα (costal groove) = Κάθετη αυλάκωση στα πλευρά του σώματος μιας σαλαμάνδρας, κατάλοιπο των μυομερών, τμημμάτων μυών που αντιστοιχούν μ’ένα σπόνδυλο κι ένα ζεύγος πλευρών στα πρωτόγονα σπονδυλωτά.
Αναψιδωτά, διαψιδωτά και συναψιδωτά (anapsida, diapsida και synapsida) = Οι τρεις υφομοταξίες των ερπετών που δημιουργήθηκαν με κριτήριο τα κροταφικα ανοίγματα ή παράθυρα (temporal fenestrae) στο κρανίο. Τα πρώτα ερπετά ήταν αναψιδωτά, δηλαδή με στερεό κρανίο, σύντομα όμως το κρανίο για να ελαφρυνθεί και για την πρόσφυση ισχυρότερων γναθικών μυών εξέλιξε ανοίγματα που δημιουργούσαν αψίδες, και η ομάδα με δύο τέτοια ανοίγματα στην κάθε πλευρά ήταν τα διαψιδωτά, η οποία περιέχει όλα τα σημερινά ερπετά και τα πουλιά, ενώ αυτή με μόνο μία χαμηλά ήταν τα συναψιδωτά, οι πρόγονοι των θηλαστικών. Τα ευρυαψιδωτά (euryapsida), μ’ένα μόνο άνοιγμα ψηλά στο κρανίο θεωρούνταν για ένα διάστημα δική τους ομοταξία, όμως αργότερα διαπιστώθηκε πως ήταν απλή παραλλαγή των διαψιδωτών. Ομοίως ως παραλλαγή των διαψιδωτών θεωρούνται σήμερα από πολλούς επιστήμονες οι χελώνες, οι οποίες μάλλον έχασαν τα ανοίγματα επανερχόμενες σ’ένα αναψιδωτό κρανίο. Στα θηλαστικά το άνοιγμα έκλεισε από μέσα, αλλά παραμένει επιφανειακά (πιάστε το μέρος ανάμεσα στο μάτι και στο αφτί σας).
Διακλειδικό οστο ή πειστέρνο (interclavicular bone ή episternum) = Μικρό οστό μεταξύ των κλειδών στα ερπετά, στα θηλαστικά έχει χαθεί. Στις χελώνες δημιουργεί μέρος του κοιλιακού θυραιού του χελύου.
Γαστρώδη οστά (gastralia) = Σειρά εγκαρσίων οστών που προστατεύουν την κοιλιά αρκετών ερπετών, μετεξέλιξη των κοιλιακών οστέινων πλακών των αρχαίων αμφιβίων. Στα σημερινά αμφίβια δεν υπάρχουν, απ’τους προγόνους των θηλαστικών χάθηκαν νωρίς, ενώ στα ερπετά παραμένουν σήμερα ανεπτυγμένα στα τουατάρα και στα κροκοδείλια, στις χελώνες αποτελούν μέρος του κοιλιακού θυραιού του χελύου, ενώ χόνδρινα κι ατροφικά παραμένουν σε λίγες σαύρες. Οι δεινόσαυροι τα είχαν, αλλά στα πουλιά χάθηκαν για οικονομία χώρου. Λέγονται και πλευρά της κοιλιάς, αν και δεν έχουν σχέση με τα κανονικά πλευρά.
Ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον (vomeronasal organ ή Jakobson’s organ) = Οσφρητικό όργανο που βρίσκεται στον ουρανίσκο μεταξύ της ρινικής και της στοματικής κοιλότητας στα περισσότερα σπονδυλωτά. Ενώ η ρινική κοιλότητα ανιχνεύι οσμητικά σωματίδια διάχυτα στον αέρα, το όργανο αυτό ανιχνεύει τέτοια σωματίδια διάχυτα σε υγρό, κι εξελίχθηκε για τη φερομονική ανίχνευση. Οι πληροφορίες της ρινική όσφρηςη καταλήγουν στον οσφρητικο βολβό του εγκεφάλου, ενώ αυτές του οργάνου του Γιάκομπσον στο βοηθητικό οσφρητικό βολβό. Ζώα με μειωμένη όσφρηση όπως τα πουλιά και τα πρωτεύοντα (κι εμείς) έχουν χάσει αυτό το όργανο. Αντίθετα τα φολιδωτά, όπως τα φίδια κι αρκετές σαύρες, έχουν αναπτύξει το όργανο του Γιάκομπσον στο κύριο οσφρητικο όργανο. Βγάζοντας τη γλώσσα απ’το στόμα και ακουμπώντας την έπειτα στο όργανο αυτό μπορούν να μυρίσουν το περιβάλλον τους. Οι χελώνες επίσης το χρησιμοποιούν, κινώντας το δέρμα του λαιμού τους προς τα μπροστά για να φέρουν αέρα μέσα στη στοματική κοιλότητα. Η διχαλωτή γλώσσα των φιδιών και των βαρανοειδών δίνε στα ζώα αυτά καλύτερη αίσθηση της κατεύθυνσης των οσφρητικών ερεθισμάτων.
βρεγματικός οφθαλμός (parietal eye) = Φωτοευαίσθητο όργανο στην κορυφή του κεφαλιού, χαρακτηριστικό των παλαιότερων σπονδυλωτών, το οποίο σταδιακά υπερσκιάστηκε από τα πλευρικά μάτια. Συνδέεται με τον κωνοειδή αδένα (pineal gland), ο οποίος συμμετέχει στον ημερίσιο κύκλο του οργανισμού. Το μάτι αυτό μετρά τη φωτοπερίοδο και αντιλαμβάνεται τις απότομες εναλλαγές του φωτός, οι οποίες σηματοδοτούν πιθανή έλευση εχθρού και βάζουν τον οργανισμό σε επιφυλακή. Έχει υηποτυπώδη κερατοειδή, φακό κι αμφιβληστροειδή, αλλά το σύστημα φωτοευαισθησίας του είναι πολύ πρωτόγονο. Είναι πολύ ανεπτυγμένο στο τουατάρα, και αρκετά ανεπτυγμένο στις ιγκουανοειδείς σαύρες όπως στις πράσινες ιγκουάνες και στους γενειοφόρους δράκους, όπου διακρίνεται ως λευκή κηλίδα πάνω στο κεφάλι. Διατηρείται επίσης στους σημερινούς βατράχους, αρκετά απλοποιημένο στις σαλαμάνδρες, και σε μερικούς καρχαρίες. Οι αρχόσαυροι (κλάδος ερπετών που περιλαμβάνει τα κροκοδείλια, τους δεινοσαύρους και τα πουλιά), οι χελώνες, τα φίδια, τα γεώβια ερπετά και τα θηλαστικά το’χουν χάσει, διατηρώντας μόνο των κωνοειδή αδένα.
Άνω κοιλιακή ράχη (dorsal ventricular ridge συντ. dvr) = Δομή προς τη μέσα πλευρά των ημισφαιρίων του εγκεφάλου προς τις εγκεφαλικές κοιλίες (κοίλα μέρη), όπου συγκλίνουν αισθητηριακά στοιχεία και γίνονται διάφοροι συνδυασμοί, αντίστοιχο του εγκεφαλικού φλοιού των θηλαστικών στα ερπετά και στα πουλιά. Μπροστά απ’αυτήν τη δομή υπάρχει επίσης ένας μικρός φλοιός (wulst). Όλα τα υπόλοιπα εγκεφαλικά μέρη είναι όμοια μ’αυτά των θηλαστικών.
Ημερήσιος ή περιήμερος ρυθμός (circadian rhythm) = Ο ημερίσιος ρυθμος λειτουργιών ενός οργανισμού που διαρκεί περίπου 24 ώρες, και υπάρχει σχεδόν σ’όλες τις βιολογικές ομάδες του πλανήτη μας. Κατ’αυτόν ρυθμίζεται η ώρα της πρόσληψης τροφής, η ώρα του ύπνου, η ώρα της δραστηριότητας, και για είδη ευαίσθητα στις φωτοπεριοδικές αλλαγές η εποχή της αναπαραγωγής, της χειμέριας νάρκης κλπ.
Φωτοπερίοδος (photoperiod) = Η διάρκεια των ωρών της ημέρας σ’ένα εικοσιτετράωρο, αποφασιστικής σημασίας για τη χρονολογική τοποθέτηση διαφόρων λειτουργιών των οργανισμό.
Δηλητήριο (poison/venom) = Τοξική ουσία ή συνήθως μείγμα ουσιών που παράγεται από έναν οργανισμό για σύλληψη τροφής ή αυτοάμυνα. Στα αγγλικά οι όροι “poison” και «venom” διαφέρουν. Το πρώτο είναι δηλητήριο επαφής ή κατάποσης, π.χ. αυτό πολλών φυτών, μυκήτων κι αμφιβίων, ενώ το δεύτερο εγχέεται ενεργητικά, π.χ. αυτό των μελισσών, των φιδιών, των αραχνών, των σκορπιών και λίγων θηλαστικών.
Τοξικοφόρα (toxicofera) = Μεγάλος κλάδος που εξελίχθηκε νωρίς κατά την εξέλιξη των φολιδωτών και περιλαμβάνει όλα τα φίδια, τις ιγκουανοειδείς σαύρες, τις βαρανοειδείς σαύρες και τις άποδες σαύρες. Θεωρείται πως όλες αυτές οι ομάδες κατάγονται από έναν κοινό δηλητηριώδη πρόγονο, οι απόγονοι του οποίου έχασαν το δηλητήριο και μερικοί αργότερα το ισχυροποίησαν. Όλα τα μέλη αυτής της ομάδας μοιράζονται 7 βασικές τοξίνες, πολύ αδύναμες σε μη δηλητηριώδη είδη, ενώ δηλητηριώδεις αδένες, ακόμα και υπολειματκοί υπάρχουν σε πολλά είδη της ομάδας.
Προτερόγλυφο, οπισθόγλυφο και σωληνόγλυφο (proteroglyph, opisthoglyph και solenoglyph) = Αναφέρεται στην τοποθέτηση και στη δομή των δηλητηριωδών δοντιών στα φίδια. Τα προτερόγλυφα φίδια έχουν μικρά, σωληνωτά δόντια στο μπροστινό άκρο του στόματος (ελαπίδες: κόμπρες, μάμπες κλπ), τα οπισθόγλυφα πίσω (δηλητηριώδεις κολουβρίδες όπως ο σαπίτης, τα περισσότερα ακίνδυνα), ενώ τα σωληνόγλυφα έχουν αρκετά μεγάλα σωληνωτά δόντια μπροστά (οχιές). Τα μη δηλητηριώδη φίδια χωρίς εξειδικευμένα δόντια λέγονται άγλυφα (aglyphic).
Ενδηλητηρίωση (envenomation) = Η έγχυση δηλητηρίου σ’έναν οργανισμό.
Ξηρό δάγκωμα (dry bite) = Δάγκωμα δηλητηριώδους φιδιού χωρίς έγχυση δηλητηρίου, όλα τα δαγκώματα τέτοιων ειδών χωρίς συμπτώματα είναι τέτοιου είδους. Τα δηλητηριώδη φίδια μπορούν να ελέγχουν επακριβώς την ποσότητα του δηλητηρίου που εγχέουν, επομένως μπορούν να μην εγχύσουν και καθόλου.
Αντιοφικός ορός (antivenin, antivenom) = Ορός συνήθως αλόγου ή προβάτου με αντισώματα κατά του δηλητηρίου ενός συγκεκριμένου φιδιού, ο οποίος χορηγείται σε περίπτωση δαγκώματος από φίδι. Για τα ελληνικά φίδια, εκ των οποίων τα περισσότερα δεν είναι ιδιαίτερα τοξικά, δε χορηγείται συχνά λόγω κινδύνου πρόκλησης σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων στον ασθενή.
Δηλητηριωδοειδές (venomoid) = Δηλητηριώδες φίδι το οποίο με χειρουργική επέμβαση έχει χάσει το δηλητήριο ή την ικανότητα έγχυσής του. Έντονα αμφιλεγόμενο θέμα με ηθικές προεκτάσεις για το αν είναι σωστό να τροποποιεί άποιος ένα ζώο για να καλύψει δικές του ανάγκες. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ποτέ ως τώρα.
Δηλητήρια ή καυτά (venoms ή hots) = Τα δηλητηριώδη φίδια στην αγκό του χόμπι.
Ολικό μήκος (total length) = Το μήκος όλου του οργανισμού.
Μήκος ρύγχους-ουράς (snout to tail length συντ. stl) = Το μήκος απ΄΄ο την άκρη του ρύγχους ως το τέλος της ουράς, αφορά κυρίως τις σαύρες.
Μήκος ρύγχους-αμάρας (snout to vent length συντ. svl) = Το μήκος από την άκρη του ρύγχους ως την αμάρα ή τη βάση της ουράς. Αφορά κυρίως σαύρες, μιας κι αυτές είναι που έχουν συνήθως μακριές ουρές.
Ευθύ Μήκος χελύου (straight carapace length συντ. scl ή απλώw cl) = Το ευθύ μήκος από το εμπρος ως το πίσω μέρος του χελύου μιας χελώνας.
Άπλωμα ποδιών (leg span) = Το διαγώνιο μήκος από το μπροστινό πόδι της μίας πλευράς ως την άκρη του πίσω της άλλης μιας αράχνης.
Διάρκεια ζωής (lifespan) = Η μέση διάρκεια ζωής ενός ζώου. Στην αιχμαλωσία γενικά τα ζώα ζουν περισσότερο, λόγο της έλλειψης εχθρών και τις ιατρικής φροντίδας που τους παρέχεται, μερικα ερπετά ωστόσο ζουν λιγότερο από το αναμενόμενο εξαιτίας ασαφώς ακόμα κατανοητών φυσικών συνθηκών ζωής.
Ενυδρείο (aquarium) = Ο χώρος που μιμείται ένα υδάτινο περιβάλλον όπου ζουν υδρόβιοι οργανισμοί. Οι νεροχελώνες επίσης που βγαίνουν απ’το νερό μόνο για να λιαστούν και χρειάζονται μόνο ένα μικρό κομματάκι ξηράς ζουν πρακτικά κι αυτές ζουν σε ενυδρείο.
Τερράριο (terrarium) = Αρχικά ο χώρος που μιμειται ένα χερσαίο περιβάλλον, κατ’επέκτασιν το τεχνητό περιβάλλον όπου ζει ένα χερσαίο ερπετό.
Παλουντάριο (paludarium) = Χώρος που αναπαριστά ένα έλος ή μια όχθη, από το λατινικό «palus”, το έλος. Συνήθως είναι χωρισμένος ο μισός σε ενυδρείο και ο μισός σε ξηρά, με χαρακτηριστικά μικρού οικοσυστήματος όπως σ’ένα vivarium.
Vivarium = Χρησιμοποιείται αντι του τερραρίου μερικές φορές, συνήθως όμως αναφέρεται σε αρκετά καλή μίμιση του φυσικού περιβάλλοντος με δημιουργία ενός μικροοικοσυστήματος με φυσικά υλικά, ξύλα, χώμα, οργανική ύλη, αληθινά φυτά, νερ΄΄ο και ανακύκλωση της ύλης στο εσωτερικό, όπου ζουν διάφορα μκρά ζώα όοπως ασπόνδυλα ή μικροί τροπικοί βάτραχοι. Όλες οι παραπάνω κατασκευές είναι εξωτερικά ή σε μια τουλάχιστον πλευρά γυάλινες ή από διαφανές πλαστικό΄, για την καλύτερη θέαση του περιεχομένου.
Ανοιχτό περιβάλλον (flexarium) = Κατασκευή από στηρίγματα και σίτινα τοιχώματα, κατάλληλη για είδη που χρειάζονται καλό αερισμό όπως οι χαμαιλέοντες. Επίσης σ’αυτά διαβιούν ημερόβια ερπετά που βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο το καλοκαίρι.
Επιφάνεια για χελώνες (turtle table) = Πλατύς κι ανοιχτός χώρος κατάλληλος για τη στέγαση χελωνών ξηράς σε εσωτερικό ή σε μικρο εξωτερικό χώρο, ο οποίος παρέχει αρκετό χώρο κι αερισμό.
Φυσικό και απλό περιβάλλον (naturalistic και simplistic setup) = Δύο αντίθετοι πόλοι στη δημιουργία τεχνητού περιβάλλοντος για ένα ερπετό. Στον πρώτο αναπαρίσταται όσο το δυνατόν φυσικότερα το φυσικό περιβάλλον, ενώ στον δεύτερο τοποθετούνται μόνο τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση. Τα περισσότερα περιβάλλοντα βρίσκονται κάπου στη μέση.
Υπόστρωμα (substrate) = Το υλικό που τοποθετείται ως δάπεδο ή έδαφος στο τεχνητό περιβάλλον ενός ζώου, που μπορεί να’ναι κάτι απλό για εύκολο καθάρισμα όπως χαρτί έως κάτι φυσικό όπως ένα φυσικό εδαφικό μείγμα ανάλογο του τόπου καταγωγής του ζώου, με διάφορες ενδιάμεσες επιλογές.
Κρυψώνα (hiding spot) = Σημείο σκοτεινό και αθέατο όπου κρύβεται το ερπετό για ασφάλεια, απαραίτητο.
Θερμή και δροσερή πλευρά (warm και cool side) = Οι πλευρές στις οποίες χωρίζεται θερμοκρασιακά το τερράριο, όπου η μία έχει υψηλότερη θερμοκρασία διατηρούμενη από διάφορα θερμαντικά σώματα, ενώ η άλλη είναι πιο δροσερή, ώστε το είδος να μπορεί να θερμορρυθμίζεται ανεμπόδιστα.
Διαβάθμιση θερμοκρασίας (temperature gradient) = Η διαβάθμιση που υπάρχει στη θερμοκρασία απ’το θερμότερο σημείο του περιβάλλοντος ως το δροσερότερο.
Ζώνη προτιμώμενων σωματικών θερμοκρασιών (preferred body temperature zone) = Το εύρος συνηθών θερμοκρασιών κανονικής λειτουργίας ενός ερπετού, το οποίο θα πρέπει ν’αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία αντίστοιχα με το είδος. Ο μέσος όρος αυτών των θερμοκρασιών είναι η προτιμώμενη σωματική θερμοκρασία (preferred body temperature), μια θεωρητική θερμοκρασία τέλειας λειτουργίας του ερπετού. Το ερπετό ωστόσο θα πρέπει να μπορει να θερμορρυθμίζεται και να μεταβάλλει τη θερμοκρασία του ανάλογα με την ώρα της ημέρας, την εποχή και την κατάστασή του, και η διατήρησή του σε μια μόνιμη προτιμώμενη θερμοκρασία επιφέρει μεγάλο στρες και τελικά το θάνατο.
Σημείο λιασήματος (basking spot) = Το θερμότερο σημείο της θερμής πλευράς του τερραρίου, συνήθως μια επίπεδη επιφάνεια κάτω από μια θερμαντική λάμπα για τα ημερόβια ερπετά κι όχι μόνο, το οποίο μιμείται ένα ηλιόλουστο σημείο όπου το ερπετό πηγαίνει και λιάζεται περιοδικά ανεβάζοντας στο μέγιστο τη σωματική του θερμοκρασία. Λέγεται και σημείο λιάσματος, αν και το ουσιαστικό «το λιάσμα» δεν υπάρχει.
Λαμπτήρας πυράκτωσης (incandescent lamp) = Λαμπτήρας που φωτοβολεί μέσω της πυράκτωσης απ’τον ηλεκτρισμό νήματος βολφραμίου παράγοντας επίσης πολλή θερμότητα. Δεν παράγει υπεριώδη ακτινοβολία.
Λαμπτήρας φθορισμού (fluorescent lamp) = Λαμπτήρας που φωτοβολεί από το φθορισμό (διέγερση κι αποδιέγερση των ηλεκτρονίων) αραιού αδρανούς αερίου που περιέχει στο σωλήνα του. Παράγει φως, λίγη θερμότητα και λίγη υπεριώδη ακτινοβολία.
Λαμπτήρας ατμού υδραργύρου (mercury vapor lamp) = Λαμπτήρας που λειτουργεί με υδράργυρο, παράγοντας και θερμότητα, και φως και υπεριώδη ακτινοβολία. Εξαιτίας της υπερβολικής ποσότητας υπεριώδους ακτινοβολίας ου παράγει, μπορεί να’να επικίνδυνος. Καταναλώνει ωστόσο χαμηλά ποσά ενέργειας, και γι’αυτό καλυμμένος με ειδική επίστρωση εξωτερικά χρησιμοποιείται ευρέως ως προβολέας ή ως λαμπτήρας δρόμων.
Λαμπτήρας σποτ (spot lamp) = Λάμπα πυρακτώσεως με αδιαφανείς όλες τις πλευρές τις εκτός από μία, ώστε όλο το φως και η θερμότητα να κατευθύνονται προς τα εκεί.
Θερμαντική λάμπα (heat lamp) = Ειδικά προσαρμοσμένος λαμπτήρας πυράκτωσης με επίστρωση που εμποδίζει την ακτινοβολία όλου του φωτός, π.χ. κόκκινος και με μεγάλη παραγωγή θερμότητας. Μπορεί να’χει ανακλαστήρες πλευρικά και πάνω για την κατεύθυνση της ακτινοβολίας προς τα κάτω.
Κεραμική λάμπα, κεραμικό θερμαντικό σώμα (ceramic heat emitter) = Μη φωτοβόλο θερμαντικό σώμα αποτελούμενο από αντιστάσεις κλεισμένες σε κεραμικό υλικό που μοιάζει πολύ με κανονική λάμπα και βιδώνεται με παρόμοιο τρόπο. Επειδή δεν εκπέμπει φως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νυχτερινή θέρμανση. Επειδή η θερμοκρασία του ανεβαίνει υπερβολικά όμως θα πρέπει να τοποθετηθεί σε πορσελάνινο ντουί, παρά σε πλαστικό, και να προστατευτεί οπωσδήποτε από το ερπετό με κάλυμμα ή σίτα. Αν και θερμαίνεται πάρα πολύ, η απόσταση ακτινοβόλησης της θερμότητας δεν είναι πολύ μεγάλη, οπότε δεν είναι χρήσιμο θερμαντικό σώμα για μεγάλα τερράρια.
Θερμαντική πλάκα (heat pad ή heat mat) = Λεπτό και επίπεδο θερμαντικό σώμα με αντιστάσεις, το οποίο τοποθετείται κάτω ή στο πλάι του τερραρίου στη θερμή πλευρά για να θερμάνει το έδαφος ή γενικά περιοχή χαμηλού ύψους για φίδια, γεώβια είδη ή συμπληρωματικά οπουδήποτε αλλού.
Θερμαντικό καλώδιο (heat cable) = Σωλήνας αντιστάσεων που μπορεί να βρεθεί σε διάφορα μήκη και να τυλιχτεί, ν’ακολουθήσει γωνίες, κλπ, πιο αποδοτικό απ’τη θερμαντική πλάκα, ιδιαίτερα κατάλληλο για πολαπλά ή μεγάλα τερράρια ή για rack systems.
Σύστημα ραφιών (rack system) = Σύστημα πολλαπλής στέγασης ερπετών, κυρίως φιδιών ή μικρών σαυρών από εκτροφείς, όπου τα ερπετά ζουν σε απλά κουτιά στη σειρά πάνω σε ράφια σε μια συμαζεμένη κατασκευή με κοινή θέρμανση.
Θερμαντικό πάνελ (heat panel) = Πίνακας αντιστάσεων που τοποθετείται ψηλά στοτερράριο για θέρμανση από πάνω αντί θερμαντικών λαμπτήρων, συνήθως σε μεγάλα τερράρια.
Θερμός βράχος (hot rock) = Πλαστικός βράχος με αντίσταση μέσα του η οποία τον θερμαίνει, μαζί και το ερπετό που κάθεται πάνω του. Συχνά αυτά τα σώματα υπερθερμαίνονται ή θερμαίνονται ανόμοια, με αποτέλεσμα την κακή θέρμανση ή την πρόκληση εγκαυμάτων στο ερπετό. Δε συνίσταται η χρήση τους.
Χρονοδιακόπτης (timer) = Συσκευή που μπορεί να ρυθμίζει το χρόνο λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών.
Θερμοστάτης (thermostat) = Συσκευή αναλογική ή ηλεκτρονική που λειτουργεί ως διακόπτης σ’ένα θερμαντικό σώμαανάλογ που το κλείνι όταν φτάσει στη προρρυθμισμένη θερμοκρασία. Οι θερμοστάτες για χρήση σε ερπετά έχουν επιλογές για θερμοκρασίες μέρας, νύχτας κλπ.
Ροοστάτης (rheostat) = Παρόμοιο σύστημα με το θερμοστάτη, εδώ όμως η συσκευή δενν κλείνει, απλώς μειώνεται η έντασή της με τη μείωση της τάσης απ’τη συσκευή.
Θερμόμετρο (thermometer) = Το όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας. Στα τερράρια συνήθως τοποθετούνται δύο, ένα στη θερμή κι ένα στη δροσερή πλευρά περίπου στη μέση, ώστε να μετράται η θερμοκρασία του αέρα, όχι μόνο του υποστρώματος ή η πιθανόν χαμηλότερη των ορίων του περιβάλλοντος. Μπορεί επίσης να τοποθετηθεί ένα στο σημείο λιασήματος κι ένα στη μέση αντί των δύο στις δύο πλευρές.
Φίλτρο (filter) = Μηχάνημα που βασικά αποτελείται από μια αντλία που περνά το νερό του ενυδρείου μέσα από διάφορα υλικά καθαρισμού. Οι λειτουργίες που κάνει είναι 3: ο μηχανικός καθαρισμός, η κατακράτηση δηλαδή των στερεών αποβλήτων στο νερό, ο βιολογικός καθαρισμός, η βιολογική βελτίωση δηλαδή του νερού, και ο χημικός καθαρισμός, η κατακράτηση πιθανόν βλαβερών χημικών ουσιών με τη βοήθεια ενεργού άνθρακα, μια μη απαραίτητη πάντοτε λειτυργία. Από τις 3 αυτές η δεύτερη είναι η σπουδαιότερη.
Κύκλος αζώτου (nitrogen cycle) = Η διαδικασία ανακύκλωσης του αζώτου στο οικοσύστημα, απαραίτητη σε μια μορφή στα ενυδρεία για την αποτοξίνωση του νερού. Αρχικά η αποσύνθεση των αποβλήτων των οργανισμών στο νερό δίνει ως βασικό παραπροΪόν την αμμωνία, η οποία είναι τοξικοί για τους υδρόβιους οργανισμούς. Ορισμένα βακτήρια όμως την μετατρέπουν σε λιγότερο τοξικά νιτρώδη άλατα, τα οποία μετατρέπονται περαιτέρω από άλλα βακτήρια σε νιτρικά άλατα, ωφέλιμα για τα φυτά, τα οποία απομακρύνονται με τις τακτικές αλλαγές του νερού. Τα ωφέλιμα αυτά βακτήρια κατοικούν σε μεγάλους πληθυσμούς στα βιολογικά μέσα του φίλτρου, όπως οι σπόγγοι, οι βιόσφαιρες κι άλλα στοιχεία. Τα παραπάνω είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ενός υγιούς ενυδρείου με υδρόβια ή ημιυδρόβια ερπετά κι αμφίβια.
Ph = Το πεχά, σύστημα μέτρησης της αλκαλικότητας και της οξύτητας του νερού. Στο 7 το πεχά είναι ουδέτερο, μέχρι 12 είναι αλκαλικό, ενώ μέχρι 0 όξινο.
Υγρασιόμετρο ή υγρόμετρο (hygrometer) = Το όργανο που μετρά τη σχετική υγρασία του αέρα με ποσοστιαίες μονάδες επί τοις εκατό, χρησιμοποιείται στα τερράρια, ιδίως για είδη που απαιτούν υψηλή υγρασία.
Σύστημα βροχής (drip system) = Αυτοματοποιημένο χρονοδιακοπτόμενο σύστημα ψεκασμού μέσα στο τερράριο για είδη που απαιτούν υψηλή υγρασία ή ενυδατώνονται από το νερό των επιφανειών, όπως οι χαμαιλέοντες.
Κύκλος υγρασίας (humidity cycle) = Ο κύκλος που πρέπει να κάνει η υγρασία στο τερράριο από υψηλή μετά τον ψεκασμό μέχρι αρκετά χαμηλή πριν τον επόμενο. Εκτός του ότι μ’αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η ανάπτυξη μυκήτων λόγω υπερβολικής υγρασίας, ο κύκλος της υγρασίας μιμείται τις ημερήσιες διακυμάνσεις της ατμοσφαιρικής υγρασίας στη φύση.
Diy = Συντομογραφία του «do it your self”, δηλαδή φτιάξ’το μόνος σου, όρος που χρησιμοποιείται για οποιαδήποτε αυτοσχέδια λύση στη στέγαση, στη θέρμανση, στον εξοπλισμό κλπ των ερπετών.
Συμπαγής λαμπτήρας φθορισμού (compact fluorescent lamp) = Περιεστραμμένος σωληνωτός λαμπτήρας φθορισμού που έχει πάρει συμπαγές στρογγυλο σχήμα και μπορεί να βιδωθεί ως λάμπα πυράκτωσης. Αν και βολικές τέτοιες λάπες υπεριώδους ακτινοβολίας, η έκταση που καλύπτουν αρκεί μόνο για μικρά είδη ερπετών.
Λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (ultraviolet lamp συντ. uv lamp) = Λάμπα εκπομπής υπεριώδους ακτινοβολίας, απαραίτητης για τα ημερόβια ερπετά. Οι λάμπες αυτές είναι συνήθως φθορισμού με λεπτή επίστρωση εξωτερικά που επιτρέπει την ακτινοβολία να περάσει. Πάλι ωστόσο η ακτινοβολία είναι λιγοστή, και δεν είναι επαρκής σε απόσταση περα των 30 περίπου εκατοστών. Η ακτινοβολία των λαμπών αυτών επίσης φιλτράρεται από το γυαλί, το πλαστικό και την πυκνή σίτα. Αν και συνεχίζουν να παράγουν φως για αρκετό καιρό, η ικανότητά τους να παράγουν υπεριώδη ακτινοβολία μειώνεται με το χρόνο, ώστε στους 6-12 μήνες οι περισσότερες χρειάζονται αντικατάσταση, αν και με ανακλαστήρες γύρω τους όπως ένα απλό αλουμινόχαρτο κατά τη φάση εξάντλησής τους η λίγη διαφεύγουσα προς τα πάνω ακτινοβολία μπορεί να κατευθυνθεί προς το ερπετό, αυξάνοντας το χρόνο ζωής τους.Υπάρχει η υπεριώδης ακτινοβολοία α, η β και η c, η οποία τελευταία είναι καταστρεπτική για τη ζωή και φιλτράρεται επαρκώς από το όζον.
Υπεριώδης ακτινοβολία α (uva) = Το μήκος κύματος του φάσματος μεταξύ 400 και 315 νανομέτρων, ακτινοβολία εκπεμπόμενοι απ’όλους τους λαμπτήρες που παράγουν uvb και σε μικρή ποσότητα από τους κοινούς λαμπτήρες φθορισμού, και φυσικά συστατικό της ηλιακής ακτινοβολίας. Πολλά ημερόβια ερπετά και πουλιά βλέπουν σ’αυτό το φάσμα, και θεωρείται πως αυξάνει τη διάθεσή τους, εντείνοντας συμπεριφορές όπως πρόσληψη τροφής, αναπαραγωγή και κοινωνικές δραστηριότητες.
Υπεριώδης ακτινοβολία β (uvb) = Μέρος του φάσματος μεταξύ των 315 και των 200 νανομέτρων, συστατικό του ηλιακού φωτός σε μικρότερη ποσότητα, απαραίτητο για τη σύνθεση της βιταμίνης d3 στο δέρμα η οποία είναι με τη σειρά της απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου. Όλα τα ημερόβια, ίσως και μερικά νυκτόβια ερπετά χρειάζονται πηγή τέτοιας ακτινοβολίας, με εξαίρεση τα φίδια, ενώ πολλοί κάτοχοι διατηρούν απροβλημάτιστα βαρανούς, γκέκο και παρόμοια είδη χωρίς τέτοια ακτινοβολία. |Πολύ έντονη μπορεί να προκαλέσει βλάβες. Αυτή είναι η ακτινοβολία ου προκαλεί το μαύρισμα και τις περισσότερες αρνητικές συνέπειες της υπεριώδους ακτινοβολίας στον άνθρωπο με παρατεταμένη έκθεση, αν και η περιορισμένη έκθεση σ’αυτήν προκαλεί τη σύνθεση της βιταμίνης d3.
Βιταμίνη d3 (vitamine d3) = Ή χολεασβεστοφερόλη είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου στα σπονδυλωτά. Επειδή η υπεριώδης ακτινοβολία δεν επαρκή συχνά στην αιχμαλωσία, θα πρέπει να χορηγείται επιπλέον ως διατροφικό συμπλήρωμα. Τα φυτοφάγα ερπετά ωστόσο, όπως οι ιγκουάνες, δε μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα συμπληρώματα τέτοιας βιταμίνης, χρησιμοποιώντας μόνο την συντεθημένη μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας.
Διατροφικό συμπλήρωμα (dietary supplement) = Οποιοδήποτε πρόσθετο στη διατροφή που έχει σκοππό να επαυξήσει ένα συστατικό που δεν επαρκεί, όπως βιταμίνες, μέταλλα και άλλα ιχνοστοιχεία. Για ερπετά υπάρχουν πολυβιταμινούχα συμπληρώματα, συμπληρώματα ασβεστίου, συμπληρώματα d3, κλπ. Τα συμπληρώματα πασπαλίζονται πάνω στις τροφές των φυτοφάγων, των παμφάγων και των εντομοφάγων ερπετών, ενώ τα φίδια που τρέφονται με ολοκληρωμένη τροφή δεν τα χρειάζονται.
Σκόνη ασβεστίου (calcium dust) = Σκόνη συμπληρώματος διατροφής πλούσια σε ασβέστιο, η οποία πασπαλίζεται πάνω στις τροφές. Μπορεί να περιέχει φώσφορο σε χαμηλές αναλογίες, αν κι αυτός συνήθως βρίσκεται σε αφθονία στα τρόφιμα και είναι ανεπιθύμητος. Πολλές τέτοιες σκόνες περιέχουν επίσης και βιταμίνη d3.
Βιταμίνη α (vitamine a) = Ή ρετινόλη, άλλη μια σημαντική βιταμίνη που συχνά λείπει απ’τη διατροφή των παμφάγων ερπετών. Σημεία υποβιταμίνωσής της είναι συχνότερα στις χελώνες με οφθαλμικά προβλήματα. Μπορει να χορηγηθεί μέσω πολυβιταμινούχου συμπληρώματος, μέσω κρέατος ή καροτενούχων λαχανικών, όπως το καρότο, των οποίων το β καροτένιο μετατρέπεται στον οργανισμό σε βιταμίνη α. Η βιταμίνη αυτή με τη μορφή συμπληρωμάτων είναι πολύ εύκολο να υπερδοσολογηθεί με τοξικά αποτελέσματα.
Κόκκαλο σουπιάς (cuttlebone) = Το μειωμένο εσωτερικοποιημένο όστρακο της σουπιάς το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως ως συμπλήρωμα ασβεστίου για πουλιά και χελώνες, και κονιορτοποιημένο μερικές φορές για σαύρες.
Αναλογία ασβεστίου-φωσφόρου (calcium-phosphorus ratio) = Η αναλογία του ασβεστίου προς το φώσφορο σ’ένα τρόφιμο. Τα περισσότερα ερπετά χρειάζονται τροφές με αναλογία ασβεστίου-φωσφόρου τουλάχιστον 2/1 υπέρ του ασβεστίου για να κρατήσουν τα οστά τους υγιή.
Ενδολεμφικοί σάκοι (endolymphatic sacks) = Ή σάκοι ασβεστίου (calcium sacks), ζεύγος σάκων στο πίσω μέρος του στόματος πολλών γκέκο που αποταμιεύουν ασβέστιο, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής στα θηλυκά για το κέλυφος των αβγών. Είναι τροποποιημένοι ενδολεμφυκοί σάκοι του έσω ωτός.
Αντιθρεπτικά στοιχεία (antinutrients) = Φυτοχημικές ουσίες που εμποδίζουν την απορρόφηση ορισμένων θρεπτικών στοιχείων στον οργανισμό, για παράδειγμα το οξαλικό οξύ στο σπανάκι ή στο παντζάρι εμποδίζει την απορρόφηση του ασβεστίου, ενώ τα λαχανοειδή εμποδιζουν την απορρόφηση του ιωδίου. Τροφές πλούσιες σε αντιθρεπτικά στοιχεία θα πρέπει να περιορίζονται σημαντικά, αν και η περιστασιακή τους χρήση ως μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής δε βλάπτει.
Κατεψυγμένα θηράματα (frozen prey) = Ολόκληρα ζώα κατεψυγμένα ως τροφή για σαρκοφάγα ερπετά, κυρίως φίδια. Συνήθως είναι ποντίκια και αρουραίοι, μεγαλύτερα όμως είδη μπορεί να καταναλώνου μεγαλύτερα ζώα. Τα ποντίκια έχουν τα εξής μεγέθοι: νεογέννητο (pinky), το νεογέννητο ροζ ακόμα ποντικάκι βάρους 0,5-3 γραμμαρίων, το χνουδωτό (fuzzy), αυτ΄΄ο που άρχισε να βγάζει τριχούλες βάρους 3-6 γραμμαρίων, το πηδηχτό (hopper), αυτό που άρχισε να πηδάει και να βγαίνει απ’τη φωλιά βάρους 7-12 γραμμαρίων, και το ενήλικο ποντίκι μέσου βάρους 30 γραμμαρίων, με ενδιάμεσα μεγέθη μέχρι την ενηλικίωση φυσικά. Οι αρουραίοι έχουν τα εξής μεγέθοι: νεογέννητος (pinky) 3-8 γραμμαρίων, χνουδωτός (fuzzy) 9-20 γραμμαρίων, πηδηχτός (hopper) 21-30 γραμμαρίων, και ενήλικος αρουραίος μέσου βάρους 266-360 γραμαρίων, με ενδιάμεσα μεγέθη μέχρι την ενηλικίωση. Μετά το μικροσκοπικό νεογέννητο ποντίκι υπάρχει αντιστοιχεία μεταξύ του βάρους των τροφών, π.χ. ένα χνουδωτό ποντίκι ισούται μ’έναν νεογέννητο αρουραίο, ένα ενήλικο ποντίκι μ’έναν πηδηχτό αρουραίο, κλπ.
Θήραμα (prey, feeder) = Το ζώο που προορίζεται για κατανάλωση από ένα ερπετό, ζωντανό ή προσκοτωμένο και κατεψυγμένο, όπως στην περίπτωση των τρωκτικών συνήθως. Θηράματα μπορούν να θεωρηθούν και τα έντομα ή τα σκουλήκια για τα εντομοφάγα είδη, ή τα ψάρια για τα παμφάγα υδρόβια ή ημιυδρόβια είδη.
Συσφιγκτήρας (constrictor) = Οποιοδήποτε φίδι σκοτώνει τη λεία του με σύσφιξη, από μεγάλη ανακόντα έως ένα μικροσκοπικό corn snake. Ο θάνατος επέρχεται είτε από ασφυξία είτε από καρδιακή ανακοπή λόγω απότομης ανόδου της κυκλοφορικής πίεσης από τη σύσφιξη.
Εκτίναξη (strike) = Ο τρόπος επίθεσης των φιδιών, κατά τον οποίον το ζώο εκτινάσσεται απότομα από μια ακίνητη αλλ’έτοιμη θέση, είτε για σύλληψη λείας είτε για άμυνα. Τα περισσότερα φίδια είναι αρπακτικά ενέδρας, περιμένοντας το θήραμα να περάσει από κοντά τους για να το πιάσουν, υπάρχουν όμως κι αρκετοί δραστήριοι κυνηγοί.
Κάτω σιαγόνια αύλακα (mental groove) = Μία αυλάκωση του δέρματος στη μέση γραμμή της κάτω σιαγόνας που ξεδιπλώνεται καθώς ανοίγουν οι σιαγόνες, όταν το φίδι καταπίνει μεγάλη λεία.
Υποβοηθούμενη σίτιση (assisted feeding) = Το τάισμα σε αδύναμα φίδια με την τοποθέτηση του θηράματος μέσα στο στόμα ώστε αυτά να το καταπιούν.
Επιβεβλημένη σίτιση (force-feeding) = Το τάισμα με το ζόρι ενός φιδιού, με σπρώξιμο του θηράματος μέσα στο λαιμό του και με αντίσταση στις προσπάθειες αποβολής του. Υπερβολικά στρεσογόνος διαδικασία που χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις όπου οποιαδήποτε άλλη μέθοδος ταΐσματος έχει αποτύχει, ώστε το ζώο να επανέλθει λίγο σωματικά για να μπορέσει τελικά να φάει μόνο του.
Γλωττίδα (glottis) = Η προέκταση τις τραχείας προς το στόμα. Στα φίδια είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, ως λεπτός σωλήνας μέσα στο στόμα, η οποία τα επιτρέπει ν’αναπνέουν ενώ καταπίνουν ένα μεγάλο θήραμα.
Καλοτάισμα (gut loading) = Η πρακτική ταΐσματος των θηραμάτων εντόμων με θρεπτικές τροφές, όπως άλευρα και λαχανικά πριν την προσφορά τους στα εντομοφάγα ζώα, ώστε η θρεπτική τους αξία να’ναι μεγαλύτερη.
Πασπάλισμα (sprinkling) = Το πασπάλισμα των εντόμων και των λοιπών ασπονδύλων θηραμάτων με σκόνες ασβεστίου ή πολυβιταμινών ώστε να γίνουν θρεπτικότερα για τους θηρευτές τους.
Δυναμικό τάισμα (power feeding) = Η υπερβολική σίτιση ενός ερπετού ώστε αυτό να μεγαλώσει γρήγορα και να φτάσει ταχύτερα σε αναπαραγωγική ωριμότητα. Θεωρείται κατακριτέα πράξη, μιας και συχνά επιβαρύνει την υγεία του ζώου, του οποιου κανονικά ο μεταβολισμός δε μπορεί να διαχειριστεί τόσα πολλά θρεπτικά στοιχεία και τόσο γρήγορη ανάπτυξη, και συχνά μειώνει τη διάρκεια ζωής του.
Wc = Συντομογραφία του «wild caught”, πιασμένο απ’τη φύση, αναφερόμενο σε ζώα πιασμένα απ’το φυσικό περιβάλλον. Τέτοια ζώα είναι συχνά στρεσαρισμένα, άρρωστα από τις χείριστες συνθήκες και τον υπερπληθυσμό κατά τη μεταφορά και την προσαρμογή τους, αφυδατωμένα και γενικά χρειάζονται αρκετή υποστήριξη για να επανέλθουν, ενώ η εμπορία τους μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πληθυσμών ορισμένων ειδών. Είναι ωστόσο απαραίτητα για το γενετικό εμπλουτισμό του αιχμάλωτου πληθυσμού, ενώ συχνά αποτελούν τη μόνη πηγή ζώων για είδη που δεν έχουν αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία. Και φυσικά όλοι οι πληθυσμοί αιχμάλωτων ερπετών προήλθαν από τέτοια ζώα.
Ltc = Συντομογραφία του “long term captive”, δηλαδή του μακροχρόνια αιχμάλωτου, όρος αναφερόμενος για ζώο πρώην wc που έχει προσαρμοστεί και ζήσει πολλά χρόνια στην αιχμαλωσία.
Cb = Συντομογραφία του “captive bred”, δηλαδή γεννημένο στην αιχμαλωσία από αιχμάλωτους γονείς. Τέτοια είναι τα κοινότερα ερπετά του χόμπι, τα οποία είναι πολύ καλύτερα προσαρμοσμένα και διαθέσιμα σε πολλές τεχνητές χρωματικές παραλλαγές.
wf = Συντομογραφία του “wild farmed”, δηλαδή άγριο από φάρμα. Αυτά τα ερπετά προέρχονται από ανοιχτές εκτάσεις σε περιοχές του φυσικού τους κλίματος, όπου εκτρέφονται κυρίως για δέρματα ή κρέας, και μερικά καταλήγουν στην αγο΄ρά κατοικιδίων. Τέτοια είναι οι πράσινες ιγκουάνες (Iguana iguana), οι κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta elegans), οι αμερικανικοί αλλιγάτορες (Alligator misissipiensis), κλπ. Συχνά τέτοια ζώα αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με τα wc.
Ch = Συντομογραφία του “Captive hatched’, δηλαδή εκκολαμμένο στην αιχμαλωσία. Σ’αυτήν την περίπτωση ξεθάβονται αβγά ή συλλαμβάνονται έγκυες θηλυκές πριν ωοτοκήσουν ή γεννήσουν, των οποίων τα αβγά παίρνονται κι εκκολάπτονται σε κάποιο κλειστό μέρος και τα μικ΄ρα πωλούνται. Οι συνθήκες ζωής τους δεν είναι οι καλύτερες, και συχνά αυτά τα ζώα αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με τα wc ζώα.
Aoa = Συντομογραφία του «alive on arrival”, δηλαδή ζωντανό κατά την άφιξη.
Doa = Το αντίθετο, δηλαδή συντομογραφια του «dead on arrival”, νεκρό κατά την άφιξη. Δυστυχώς τα ερπετά δε συσκευάζονται πάντοτε σωστά για μεγάλες ή επικίνδυνες μεταφορές με αποτέλεσμα να μην επιβιώνουν πάντοτε κατά τη μεταφορά. Αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο πρόβλημα για τις μαζικές εξαγωγές wc ατόμων, τα οποία συνήθως βρίσκονται τοποθετημένα πάρα πολλά μαζί, σε καταστάσεις ασιτίας και αφυδάτωσης, με αποτέλεσμα την πτώση του ανοσοποιητικού τους συστήματος και την εκδήλωση σοβαρών ασθενειών.
Καταπόνηση ή Στρες (stress) = Η κατάσταση καταπόνησης ενός ζωντανού οργανισμού από κάποια ασθένεια, από κακές περιβαλλοντικές συνθήκες, κλπ, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα που μπορούν ν’αποβούν ακόμα και μοιραία. Το στρες είναι πολύ ευρύτερη έννοια απ’την ψυχολογική αίσθηση του άγχους, την οποία δεν έχουν όλοι οι οργανισμοί. Στα ζώα όμως με ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα, όπως στα ερπετά, στα πουλιά και στα θηλαστικά, οι περισσότερες στρεσογόνες καταστάσεις προκαλούν άγχος και φόβο.
Ιεραρχία κυριαρχίας (dominance hierarchy) = Κοινωνική δομή κοινή σε πολλά είδη σαύρας, όπου δημιουργείται μια ιεραρχία με βάση την κυριαρχία των ατόμων σύμφωνα με την ικανότητα επιρροής ή καλύτερα εκφοβισμού άλλων, το μέγεθος της περιοχής, το σωματικό μέγεθος, κλπ. Συνήθως ανώτερο είναι το κυρίαρχο αρσενικό το οποίο έχει πρόσβαση στα θηλυκά, ενώ τα κατώτερα αρσενικά δυσκολεύονται πολύ στο ζευγάρωμα και περιορίζονται σε πιο αφανή σημεία της περιοχής. Σε συνθήκες αιχμαλωσίας το κυρίαρχο αρσενικό συχνά μονοπωλεί όλα τα καλά σημεία λιασήματος, τροφής, κλπ με αποτέλεσμα τα κατώτερα ζώ ανα στρεσάρονται, ο οργανισμός τους να καταπέφτει και τελικά να εμφανίζουν διάφορα προβλήματα υγείας. Τα θηλυκά αντιμετωπίζονται πολύ πιο ευνοΪκά.
Εδαφοκτητικότητα (territoriality) = Το κοινότερο σύστημα κατανομής των περιοχών στα ερπετά, όπου τα αρσενικά προστατεύουν συγκεκριμένες περιοχές μέσα στις οποίες έχουν τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή τους κι αναπαράγονται. Συχνά τα αρσενικά μαλώνουν για το δικαίωμα της περιοχής. Τα θηλυκά μπορεί νά’χουν ή να μην έχουν δικές τους περιοχές, αλλά κι αν έχουν, αυτές είναι πιο χαλαρές και υπό λιγότερη επιτήρηση.
εγκλιματισμός (acclimation) = Η διαδικασία προσαρμογής ενός οργανισμού σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Στα ερπετά αναφέρεται συνήθως όταν αλλάζουν χώρο, τερράριο κλπ. Είναι στρεσογόνος κατάσταση όπου το ερπετό μπορεί να μη συμπεριφέρεται κανονικά ή να μην τρέφεται, και γι’αυτό δε θα πρέπει να ενοχλείται μέχρι να προσαρμοστεί πλήρως.
Μεταβολική νόσος των οστών (metabolic bone disease συντ. mbd) = Ομάδα μυοσκελετικών παθήσεων προκαλούμενων από έλλειψη ασβεστίου ή βιταμίνης d3, είτε λόγω έλλειψης ασβεστίου ή βιταμίνης d3 απ’τη διατροφή, είτε λόγω έλλειψης ακτινοβολίας uvb για όσα είδη τη χρειάζονται, ή λόγω χαμηλής θερμοκρασίας για το μεταβολισμό του ασβεστίου ή των βιταμινών. Ο οργανισμός, μην έχοντας το απαιτούμενο ασβέστιο για την καρδιακή, τη μυική και τη νευρική λειτουργία, το παίρνει από τα οστά τα οποία σταδιακά αδυνατίζουν. Αρχικά η νόσος εμφανίζεται με μαλάκωμα της κάτω σιαγόνας, στραβώματα στην ουρά κι αργότερα με στραβώματα της σπονδυλικής στήληςη του σώματος, πρήξιμο των άκρων εξαιτίας οστικής ατροφίας, ευπάθεια σε κατάγματα, και στο τέλος, όταν το ασβέστιο δεν επαρκεί ούτε για τη νευρική και τις άλες λειτουργίες, τρόμος με τετανοειδείς σπασμούς και παράλυση, ιδίως του πίσω μέρους του σώματος. Τα αρχικά στάδια αναστρέφονται σιγά-σιγά με διορθώσεις στη διατροφή και στο περιβάλλον του ζώου. Τα πιο προχωρημένα αναστρέφονται ακόμα πιο δύσκολα, με τις παραμορφώσεις του να μένουν για όλη τη ζωή. Τέλος η επιβίωση από το τρίτο στάδιο είναι πολύ αβέβαιη. Η πάθηση αυτή είναι στην πραγματικότητα διάφορες παθήσεις, π.χ. στα νεαρά αναπτυσσόμενα άτομα πρέπει να λέγεται ραχιτισμός, στα ενήλικα οστεομαλάκυνση, κλπ. Στις χελώνες η πάθηση αυτή λέγεται και μαλακό κέλυφος (soft shell), μολονότι πρόκειται για κατάσταση που επηρεάζει ολ΄΄οκληρο το σκελετό, όχι μόνο το κέλυφος.
Δυσέκδυση (dysecdysis) = Η δυσκολία στην έκδυση ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς υγρασίας, κακής υγείας του ζώου ή προσβολής από εκτοπαράσιτα. Συχνά παλιό δέρμα μένει στα μάτια και στην άκρη της ουράς των φιδιών, ή στα δάκτυλα και στην άκρη της ουράς των σαυρών. Σε ζώα με χρονίως κακή υγεία το παλιό δέρμα συσσωρεύεται σε στρώσεις, κάνοντας το καθάρισμά του επείγον. Ακόμα και το λίγο δέρμα στα δάχτυλα ή στην άκρη της ουράς θα πρέπει ν’αφαιρεθεί ται εξαιτίας της δυνατότητάς του με την ξήρανσή του έπειτα να περισφύξει τα αγγεία διακόπτοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας ξηρή γάγκραινα και πτώση του μέλους.
Νέκρωση (necrosis) = Ο θάνατος ενός ιστού. Όταν βρίσκεται στα άκρα, λέγεται γάγκραινα και μπορεί να είναι είτε υγρή, με κανονική σήψη που ίσως χρειαστεί ακρωτηριασμό, είτε ξηρή, η σταδιακή νέκρωση κι αποξύρανση ενός λεπτού άκρου που οδηγεί στην πτώση του.
έγκαυμα (burn) = Ο θερμικός συνήθως τραυματισμός του σώματος, που μπορεί νά’ναι από ελαφρύς έως σοβαρότατος. Συνήθως τα ερπετά παθαίνουν εγκαύματα όταν κατά λάθος έρχονται σε επαφή με θερμαντικά σώματα.
Φουσκάλα (blister) = Δερματικό πρήξιμο προκαλούμενο από μόλυνση της περιοχής, συνήθως από υπερβολική υγρασία σε συνδυασμό με κάποιον μικροτραυματισμό.
Απόστημα (abscess) = Πρησμένη περιοχή στο δέρμα ή βαθύτερα προκαλούμενη από βακτηριακή συνήθως μόλυνση. Είναι μια κύστη που περιέχει πύον, το οποίο στα ερπετά είναι ξηρό και τυρώδες (caσeous) και δύσκολο στην απομάκρυνση. Τα αποστήματα θα πρέπει ν’ανοίγονται και να καθαρίζονται όποτε υπάρχουν από κάποιον κτηνίατρο, γιατί η μόλυνση μπορεί να εξαπλωθύν προκαλώντας συμπίεση οργάνων, νέες μολύνσεις ή και σηψαιμία. Αρκετές φορές επανέρχονται στο ίδιο ή και σ’άλλα σημεία μετά τον καθαρισμό τους.
Νεοπλασία (neoplasm) = Νέα παθολογική ανάπτυξη σ’έναν οργανισμό από υπερπολλαπλασιασμό κυττάρων όπως στους όγκους. Οι όγκοι μπορεί να είναι είτε καλοήθεις, μη εξαπλούμενοι δηλαδή και μη μεταστατικοί, αν και πάλι μπορεί να πιέσουν όργανα και ν’αποβούν προβληματικοί, είτε κακοήθεις ή καρκινικοί, με μεγάλη επεκτατικότητα στους ιστούς, ικανότητα μετάστασης και θανατηφόρα αποτελέσματα. Σπάνιες παθήσεις στα ερπετά.
Στοματίτιδα ή σήψη στόματος (stomatitis ή mouth rot) = Η μόλυνση του εσωτερικού στόματος με κάποιον μικροοργανισμό, η οποία οδηγεί σε φλεγμονή και συχνά σε στερεό πύον με νέκρωση ιστών, οπότε γίνεται σοβαρή πάθηση.
Αναπνευστική μόλυνση (respiratory infection) = Η μόλυνση του αναπνευστικού συστήματος από κάποιον ιό ή βακτήριο, με συμπτώματα όπως δυσκολία στην αναπνοή, βλένα, θόρυβος κατά την αναπνοή, παράξενο γύρισμα του κεφαλιού, δυσκολία πλευστότητας στις νεροχελώνες, κλπ. Οι ελαφριές μορφές μπορεί να θεραπευτούν με υψηλότερες θερμοκρασίες και καθαρότερο περιβάλλον, όχι όμως πάντοτε. Η σοβαρότερη μορφή είναι η πνευμονία (pneumonia), η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί επείγουσα κατάσταση. Οι ασυνήθιστα χαμηλές θερμοκρασίες ιδίως με υψηλή υγρασία, τα ρεύματα αέρος και το έντονο στρες προδιαθέτουν τα ερπετά για τέτοιες μολύνσεις.
Σήψη κελύφους (shell rot) = Πάθηση στις νεροχελώνες με βαθιά βακτηριακή μόλυνση του κελύφους με πύον και νέκρωση, συνήθως μετά από κάποιον μικροτραυματισμό ιδίως σε μια στρεσαρισμένη χελώνα σε βρώμικο νερό.
Σηψαιμία (septicaemia) = Η επέκταση μιας βακτηριακής μόλυνσης στο αίμα ενός οργανισμού και από εκεί σ’όλα τα όργανα. Σύνηθες εξωτερικο σύμπτωμα είναι τα κοκκινωπά αιματώματα κάτω απ’τις φολίδες ή τις πλάκες του κελύφους στις νεροχελώνες. Η θεραπεία είναι δύσκολη, και πολλά ζώ αδεν επιβιώνουν.
Παράσιτο (parasite) = Κάθε οργανισμός που ζει απομυζώντας τα απαιτούμενα συστατικά για την επιβίωση από έναν άλλον, τον ξενιστή, εις βάρος του δευτέρου. Διακρίνονται σε εκτοπαράσιτα (ectoparasites), οργανισμούς που προσκολλώνται εξωτερικά και συνήθως ρουφούν αίμα όπως τα τσιμπούρια, και σε ενδοπαράσιτα (endoparasites), οργανισμούς που ζουν εσωτερικά και προκαλούν βλάβες, όπως μύκητες, πρωτόζωα ή παρασιτικά σκουλήκια.
Διάρροια (diarrhoea) = Η παραγωγή υγρών κοπράνων, συνήθως έπειτα από ριζική αλλαγή στη διατροφή ή μετά από μόλυνση με βακτήριο ή πρωτόζωο.
Πρωτόζωα (protozoa) = Όλοι οι μη αλγικοί μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί. Μειοψηφία αυτών προκαλούν ασθένειες, εκ των οποίων αυτοί με ερπετολογικό ενδιαφέρον είναι οι ενδαμοιβάδες (Entamoeba), τα κοκκίδια (Coccidia) και τα κρυπτοσπορίδια (Cryptosporidium). Μπορούν να θεωρηθούν ενδοπαράσιτα.
Εντερικά σκουλήκια (intestinal worms) = Σκωληκόμορφα παράσιτα των ζώων, τα περισσότερα από τις συνομοταξίες των νηματωδών και των πλατυελμύνθων, τα οποία ζουν στα πεπτικά συστήματα των ζώων και σε χαμηλούς αριθμούς δεν προκαλούν συμπτώματα, συχνά όμως λόγω στρες αυξάνονται προκαλώντας αδυνάτισμα στο ζώο, κακή θρέψη κλπ. Τα αβγά τους ή τα ίδια είναι ορατά σε μικροσκοπική εξέταση των κοπράνων και καταπολεμώνται σχετικά εύκολα.
Ενδιάμεσος ξενιστής (intermediate host) = Για να μεγιστοποιήσουν την πιθανότητα μετάδοσής τους, πολλά ενδοπαράσιτα σπονδυλωτών περνούν τις νεαρές φάσεις τους σε άλλους οργανισμούς όπως έντομα και μαλάκια, τα οποία με την κατανάλωσή τους απ’τους στόχους τους μεταδίδουν το παράσιτο.
Δυσκυλιότητα (constipation) = Η δυσκολία στην αφόδευση με σκληρά κόπρανα. Συχνά λόγω δυσκολίας της κινητικότητας του εντέρου.
Ενσφήνωση (impaction) = Η απόφραξη του πεπτικού σωλήνα από κάποιο ξένο σώμα, όπως ένα κομμάτι υποστρώματος ή χαλικιού. Σε περιπτώσεις που το αντικείμενο δε μπορεί να αποβληθεί απ’το ζώο οδηγώντας σε πεπτική δυσλειτουργία, μη πρόσληψης τροφής και τελικά στο θάνατο, θα πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά.
εξέμεση (vomiting) = Η αποβολή διά στόματος χωνεμένης τροφής συνήθως λόγω κάποιου παρασιτικού προβλήματος, η οποία είναι στρεσογόνος για το ζώο και μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση.
Επαναφορά τροφής (regurgitation) = Η αποβολή διά στόματος σύντομα μετά την κατάποση σχετικά άπεπτης ολόκληρης τροφής, συχνά λόγω ακατάλληλης θερμοκρασίας για πέψη, έντονου χειρισμού, υπερβολικής κατανάλωςης τροφής, ή προβλήματος υγείας.
Αφυδάτωση (dehydration) = Η ανεπάρκεια υγρών στο σώμα ενός οργανισμού για τις φυσιολογικές λειτουργίες. Τα ορατά σημάδια εμφανίζονται στα τελικά στάδια με ληθαργικότητα, στεγνό και χαλαρό δέρμα και χλωμούς βλενογόνους. Συχνά το ζώο δεν είναι σε θέση ν’αναπληρώσει τα υγρά του με κανονική πόση νερού, οπότε θα πρέπει να του χορηγηθούν ενέσιμα.
Ασιτία (starvation) = Η έλλειψη θρέψης για μεγάλο χρονικό δειάστημα που προκαλεί αδυνάτισμα, παύση λειτουργίας του πεπτικού συστήματος και τελικά πολαπλή οργανική ανεπάρκεια και θάνατο. Συχνά το ζώο με ασιτία πάσχει και από αφυδάτωση, η οποία θα πρέπει να διορθωθεί πρώτα, και μετά σιγά-σιγά με ευκολοχώνευτες τροφές το ζώο μπορεί να επανέλθει σε μια σχετικά καλή κατάσταση για την κατανάλωση κανονικής τροφής.
Χλωρίδα του εντέρου (gut flora) = Το σύνολο των ωφέλιμων μικροοργανισμών που βοηθούν την πέψη της τροφής στο έντερο ενός σπονδυλωτού.
Νεφρική ανεπάρκεια (kidney failure) = Η κατάπτωση της νεφρικής λειτουργίας έπειτα από υπερβολική πρωτεΐνη σ’ένα μη προσαρμοσμένο είδος ή από ένα νεφροτοξικό φάρμακο. Συχνά οδηγείς το θάνατο.
Ουρικότελο (uricotelic) = Ζώο του οποίου ο μεταβολισμός καταλήγει σε ουρικό οξύ, το οποίο μπορεί να αποβληθεί ως αρκετά ξηρό υλικό (ουρικά άλατα urates). Όλα τα διαψιδωτά έχουν τέτοια ούρα, τα οποία στερεοποιούνται μέσω της απορρόφησης νερού από το παχύ έντερο και αποβάλλονται έπειτα ως πηχτή τσιμεντώδης λευκή ουσία. Αυτό το χαρακτηριστικό επέτρεψε στα ερπετά να εξαπλωθού πολύ κατά την ξηρή τριαδική περίοδο πριν 250 εκατομμύρια χρόνια, εκτοπίζοντας τους προγόνους των θηλαστικών, που απέβαλλαν την πολύ υγρότερη ουρεία όπωςκαι οι χελώνες. Οι υδρόβιοι οργανισμοί αποβάλλουν απλώς αμμωνία.
Ακάρεα (mites) = Μικρά αραχνοειδή της τάξης των ακαρέων (acari) που ζουν σχεδόν παντού, ορισμένα εκ των οποίων είναι εκτοπαράσιτα των ερπετών προκαλώντας σοβαρή ενόχληση ρουφώντας το αίμα σε ευαίσθητες περιοχές όπως κοντά στα μάτια, στο λαιμό, κοντά στην αμάρα κλπ, και μεταδίδοντας πιθανόν ασθένειες από το ένα ζώο στο άλλο. Η καταπολέμησή τους είναι δύσκολη, αλλά δυνατή.
Κρότωνες ή τσιμπούρια (ticks) = Εξειδικευμένη ομάδα των ακαρεοειδών με μεγάλο μέγεθος και αυστηρά παρασιτική ζωή. Προσκολλώνται πάνω στα ερπετά και πρέπει ν’αφαιρούνται αμέσως. Πρόβλημα σε ζώ απου ζουν σε εξωτερικούς χώρους ή είναι wc.
Σύνδρομο χαλαρής ουράς (floppy tail syndrome συντ. fts) = Πάθηση μοναδική στα λοφιοφόρα γκέκο (Correlophus ciliatus), όπου σε μερικά ζώα που αναπαύονται με το κεφάλι προς τα κάτω η ουρά κρέμεται προς τα μπροστά ή στο πλάι, προκαλώντας επιβάρυνση της λεκάνης η οποία μπορεί να παραμορφωθεί, σημαντικό πρόβλημα για τα θηλυκά που πρέπει να περάσουν τα’αβγά τους από εκεί. Η κατάσταση μπορεί να θεραπευτεί με προσθήκη περισσότερων σημείων ανάπαυσης, κι αν αυτό δε λύνει το πρόβλημα, με πρόκληση αυτοτομής της ουράς η οποία δεν αναγεννάται σ’αυτό το είδος.
Πρόπτωση (prolapse) = Η κατάσταση χαλάρωσης και πτώσης προς τα κάτω εσωτερικών οργάνων, ιδίως των στοιχείων της αμάρας όπως του παχέος εντέρου και των ημιπεών, τα οποία μπορεί να κρέμονται έξω με μεγάλες πιθανότητες αφυδάτωσης, τραυματισμού και μόλυνσης των ιστών. Ελαφριές περιπτώσεις θεραπεύονται σχετικά εύκολα, άλλες είναι σοβαρότερες.
Ηπατική λιπίδωση ή λιπώδες ήπαρ (hepatic lipidosis ή fatty liver) = Κατάσταση υπερσυσσώρευσης λίπους στο συκώτι του ζώου με θανατηφόρες συχνά συνέπειες. Κοινό φαινόμενο σε βαρανούς της σαβάνας (Varanus exanthematicus) που τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με παχυντικές τροφές όπως τρωκτικά και δεν έχουν ευκαιρίες δραστηριότητας.
Νόσος εγκλεισμένων σωμάτων (inclusion body disease συντ. ibd) = Σοβαρή ιογενείςπάθηση των φιδιών της οικογένειας των βοϊδών (boidae), και των πυθωνιδών (pythonidae), βόες και πύθωνες δηλαδή. Δεν είναι γνωστή η προέλευση του ιού, πάντως τώρα βρίσκεται παγκοσμίως σε αιχμάλωτους πληθυσμούς. Μεταδίδεται πιθανότατα από σωματικές εκρίσεις και ακάρεα. Στους βόες προκαλεί ανορεξία, ληθαργικότητα και νευρολογικά συμπτώματα όπως δυσκαμψία και σκοτώνει αργά, ενώ στους πίθωνες νευρολογικά κυρίως συμπτώματα με γρήγορη σωματική κατάπτωση με πολλές δευτερογενείς μολύνσεις. Θεραπεία δεν υπάρχει, και η αυτοΐαση είναι πολύ σπάνια. Κατά την εξέταση των μολυσμένων ιστών παρατηρούνται εγκλεισμένα ιοφόρα σώματα, όπως σε πολλές άλλες ιογενείς παθήσεις. Ο ιός είναι ρετροΪός.
Κοίταγμα των αστέρων (star gazing) = Η αυχενική δυσκαμψία λόγω μηνυγκίτιδας ή εγκεφαλίτιδας σ’ένα ερπετό, που το κάνει να στρέφει το κεφάλι του προς τα πάνω σαν αν κοιτάζει τα αστέρια. Σύμπτωμα της μόλυνσης με τον παραπάνω ιό, αλλά και κάθε σοβαρής μολυσματικής νευρολογικής πάθησης.
Δυστοκία (egg binding, dystocia) = Επείγουσα κατάσταση θηλυκών ωοτόκων ερπετών, όπου τα αβγά για διάφορους λόγους π.χ. λόγω δυσμορφιών στη λεκάνη, λόγω υπερβολικού μεγέθους, λόγω μεγάλης ασβεστοποίησης κι άρα σκληρότητας, δε μπορούν να βγουν απ’το σώμα. Τα αβγά μπορεί ν’ασβεστοποιηθούν περαιτέρω δημιουργώντας επιπλέον πρόβλημα, κι αν σπάσουν μπορεί να επιφέρουν σοβαρούς εσωτερικούς τραυματισμούς, εκτεταμένες μολύνσεις, σηψαιμία και θάνατο. Το στρες της μη εύρεσης κατάλληλου μέρους απόθεσης των αβγών συχνά συμβάλλει σ’αυτήν την πάθηση. Σπάνια τα ωοζωοτόκα μπορούν να δυστοκήσουν.
Χειρισμός (handling) = Η διαδικασία σηκώματος και αλληλεπίδρασης ενός ερπετού με τα χέρια.
Άγκιστρο (hook) = Εργαλείο χειρισμού φιδιών, ιδίως επιθετικών ή δηλητηριωδών, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο μ’ένα άγκιστρο στην άκρη όπου κρεμιέται το φίδι. Τα ευκίνητα φίδια μπορούν εύκολα να το σκαρφαλώσουν.
Σωλήνας περιορισμού (restraining tube) = Σωλήνας μέσα στον οποίον τοποθετείται το σώμα ενός δηλητηριώδους ή επιθετικού φιδιού για κοντινότερη εξέταση, π.χ. για χορήγηση θεραπείας, αφαίρεση παραμενόντων οφθαλμικών καλυμμάτων μετά από δυσέκδυση, κλπ.
Σαγονοπερπάτημα (jaw-walking) = Το επίμονο σπρώξιμο με τα εύκαμπτα σαγόνια που μπορεί να κάνουν τα φίδια αν πιεστούν με το κεφάλι σε μια επιφάνεια ώστε τελικά να ξεφύγουν. Ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους κατόχους δηλητηριωδών ειδών, τα οποία έτσι κι αλλιώς πιάνονται με τέτοιους τρόπους, μιας και μπορεί τελικά τα φίδια να ξεγλιστρήσουν με ά΄σχημες συνέπειες.
Λαβίδα (tweezers, forceps, tongs) = Το γνωστό διπλό εργαλείο που πιάνει, με διάφορες χρήσεις στο ερπετοχόμπι. Τα λεπτά τσιμπιδάκια (tweezers) είναι μικρά συρμάτινα εργαλεία, όπως αυτά των φρυδιών, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη σύλληψη ή μετα κίνηση μικρών αντικειμένων, π.χ. μικρών κομματιών δέρματος, μικρών εντόμων κλπ. Οι μεγαλύτερες κοινές λαβίδες (forceps) πιάνουν αντικείμενα μεγαλύτερων διαστάσεων, όπως νεκρά έντομα ή τρωκτικά τα οποία θα προσφερθούν στο ερπετό με τρόπο που θα το κάνει να τα θεωρήσει ζωντανά, ενώ οι μεγάλες λαβίδες (tongs) έχουν πλατιές άκρες και χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση μεγαλύτερων θηραμάτων για μεγαλύτερα φίδια, για τη σύλληψη και το σήκωμα δηλητηριωδών φιδιών, κλπ.
Πιάσιμο απ’την ουρά (tailing) = Το πιάσιμο επίσης στην ουρά εκτός απ’τη χρήση ενός αγκίστρου για μεγάλα και γρήγορα δηλητηριώδη φίδια τα οποία μπορούν να φύγουν απ’το άγκιστρο εύκολα, μέθοδος που απαιτεί πολύ πεπειραμένο χειριστή.
Κουτί παγίδευσης (trap box) = Ειδικά διαμορφωμένη κρυψώνα στο τερράριο ενός δηλητηριώδους φιδιού, η οποία έχει πορτάκι που κλείνει ερμητικά με μοχλό από μέσα αλλά συνήθως γι’ασφάλεια απ’έξω, ώστε ο κάτοχος να μπορεί να παρέμβει στο τερράριο χωρίς να κινδυνεύει.
Μετάλλαξη (mutation) = Τυχαία μεταλλαγή στο γενετικό κώδικα, που μπορεί να μην έχει καμία συνέπεια, ή να’χει ουδέτερες συνέπειες, αρνητικκές ή θετικές.
Δυσμορφία (deformity) = Πρόβλημα στη μορφή του μικρού που συχνά επιφέρει το θάνατο. Προκαλείται ειτε από λανθασμένη θερμοκρασία εώασης, είτε από τυχαίο γεγονός, ή από γενετικό πρόβλημα. Κάποιες δυσμορφίες έχουν μετονομαστεί σε μορφικές παραλλαγές από μεγαλερπετεμπόρους, οι οποίοι τις πουλούν σε πολύ υψηλές τιμές, όπως ζώα χωρίς φολίδες (scaleless) ή χωρίς μάτια (eyeless).
Αξονική διχοτόμηση (axial bifurcation) = Ένας άλλος όρος για την ύπαρξη δύο κεφαλιών σ’ένα σώμα (άξονα). Η δικεφαλία στα ζώα και στους ανθρώπους δεν προέρχεται από γενετικά αίτια, παρά από αναπτυξιακά, όταν δύο έμβρυα βρίσκονται αρκετά κοντά και τύχει το ένα ν’απορροφήση το άλλο νωρίς κατά την ανάπτυξη αφήνοντας το κεφάλι ν’αναπτύσσεται πάνω στο κυρίαρχο σώμα. Παρομοίως σχηματίζονται και τα συνενωμένα δίδυμα. Η δικεφαλία ή και τρικεφαλία έχει καταγραφεί σπάνια, αλλά σε ποικιλία ειδών ερπετών, όπως και τα συνενωμένα δίδυμα.
Μορφικό (morph) = Το ζώο μιας χρωματικής παραλλαγής ανύπαρκτης ή σπανιότατης στη φύση, προΪόν επιλεκτικής αναπαραγωγής. Σχεδόν όλα τα κοινά είδη έχουν μορφικά ζώα σήμερα.
Φυσιολογικό (normal) = Η μορφή που συναντάται συχνότερα στη φύση, ο άγριος τύπος (wild type).
Αποκλίνον (aberrant) = Μορφή που συνήθως δε συναντάται στη φύση ή άτομο είδους ή υποείδους με αποκλίνοντα χαρακτηριστικά για την ομάδα του.
Αλφισμός ή αλμπινισμός (albinism) = Η έλλειψη μελανίνης σ’ένα ζώο που του δίνει λευκωπό χρώμα με κόκκινα μάτια, ή, εάν έχει κι άλλους χρωματοφόρους, ένταση των άλλων χρωμάτων. Πολλά αλμπίνα ζώα δεν αντέχουν στον ήλιο και ίσως έχουν μικροπροβλήματα στην όραση, γενικώς όμως επειδή η κατάσταση δεν επηρεάζει την υγεία τους, θεωρείται περισσότερο ως χρωματική παραλλαγή παρά ως γενετική πάθηση. Λέγεται και αμελανισμός.
Λευκισμός (leucism) = Η μείωση της μελανίνης, αλλ’όχι η παντελής έλλειψή της. Το ζώο είναι ανοιχτόχρωμο, αλλά τα μάτια δεν επηρεάζονται, παραμένοντας κανονικά χρωματισμένα ή γαλάζια.
Μελανισμός (melanism) = Η υπερβολική ένταση της μελανίνης, η οποία μπορεί να κάνει το ζώο σχεδόν μαύρο.
Αξανθισμός ή ανερυθρισμός (axanthism ή anerythrism) = Η απουσία των κιτρινωπών ή των κοκκινωπών χρωμάτων απ’το δέρμα.
Χιονώδες (snow) = Μορφικό ζώου που στερείται οποιουδήποτε χρώματος, κάνοντάς το κατάλευκο.
Υποχρωματισμός (hypopigmentation) = Η μείωση της παραγωγής κάποιου χρώματος, αλλ’όχι η έλλειψή του. Υπάρχουν υπομελανιστικά, υποξανθικά, υπερυθριστικά ή πολυυποχρωματισμένα ζώα.
Επικρατές/υπολειπόμενο (dominant/recessive) = Ορολογία που χρησιμοποιείται για την περιγραφή της κατάστασης έκφρασης δύο αλληλόμορφων (allele = παραλλαγών) του ίδιου γονιδίου. Ένα επικρατές εκφράζεται στον οργανισμό ακόμα κι αν βρίσκεται μόνο μια φορά στο dna του, καλύπτοντας τη δράση του υπολειπόμενου, ενώ το υπολειπόμενο θα πρέπει να βρίσκεται δύο φορές, μία από κάθε γονέα για να εκφραστεί. Σύμφωνα μ’αυτήν τη λογική λειτουργεί όλη η θεωρία της κληρονομικότητας του Μέντελ. Υπάρχουν φυσικά και γονίδια συνυπερέχοντα ή συνεπικρατή (co-dominant), όπου και τα δύο αλληόμορφα εκφράζονται ταυτόχρονα στον ίδιο οργανισμό, ενώ η κληρονομικότητα δεν είναι πάντοτε μεντελιανή, π.χ. μπορεί να τύχει μονογονεϊκή δισωμία (και τα δύο χρωμοσώματα ενός ζεύγους από τον ίδιο γονέα), τυχαίες μεταλλάξεις, επιγενετικές αλλαγές κλπ.
Ετερόζυγο (heterozygous ή het) = Ζώο που κρύβει ένα υπολειπόμενο αλληλόμορφο, το οποίο αν αναπαραχθεί με κάποιο επίσης ετερόζυγο άτομο για το ίδιο αλληλόμορφο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εμφανιστεί το υπολειπόμενο σε πολλούς απογόνους. Για παράδειγμα ένα ζώο μπορεί να’ναι φορέας του υπολειπόμενου αλληλομόρφου του αλφισμού, αν και το ίδιο φαίνεται κανονικό εξωτερικά, όταν όμως ζευγαρώσει μ’έναν παρόμοιο φορέα, μερικοί απόγονοί του θα γεννηθούν αλφικοί. Το αντίθετο είναι ομόζυγο (homozygous), οπότε το ζώο έχει δύο όμοια αλληλόμορφα.
Γονότυπος (genotype) = Το σύνολο των γονιδίων ενός οργανισμού.
Φαινότυπος (phenotype) = Το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, τα οποία, όπως είπαμε, δεν αντιστοιχούν πάντοτε στο γονότυπο, ενώ μπορούν ορισμένα να επηρεαστούν απ’το περιβάλλον.
Καραμελώδες (caramel) = Αλμπίνο ζώο με έντονα ξανθικά στοιχεία, κυρίως για τους βασιλικούς πύθωνες (Python regius), οι οποίοι είναι άλλωστε το ερπετό με τις περισσότερες μορφικές παραλλαγές.
Λεπτόγραμμο (pinstripe) = Ζώο με ρίγες του σώματος πολύ λεπτές, στους βασιλικούς πύθωνες λέγεται αραχνώδες (spider), επειδή το σχέδιο θυμίζει ιστό αράχνης.
Λευκοκήλιδο (piebold) = Ζώο με μεγάλες, αχρωμάτιστες κηλίδες που συνήθως είναι αχρωμάτιστες και λευκές. Σπανιότατα το χαρακτηριστικό εμφανίζεται και σε ανθρώπους.
Κλόουν (clown) = Υπολειπόμενο χαρακτηριστικό που δίνει ζωηρό κίτρινο χρώμα με παράξενους χρωματισμούς στο κεφάλι, μορφικό των βασιλικών πυθώνων κι άλλων ειδών.
Ασχέδιο (patternless) = Χρωματική παραλλαγή όπου ένα ζώο που ως φυσικός τύπος έχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο το χάνει, διατηρώντας μόνο το βασικό του χρώμα.
Παστέλ (pastel) = Χρωματική παραλλαγή στους βασιλικούς πύθωνες κι άλλα ερπετά με ένταση των ξανθικών χρωμάτων και μεγάλες χρωματικές αντιθέσεις.
Αίνιγμα (enigma) = Μορφική παραλλαγή στα λεοπαρδαλώδη γκέκο (Eublepharis macularius) με έντονη κηλίδωση και λευκή ουρά. Ορισμένα άτομα αυτής της ποικιλίας παρουσιάζουν νευρολογικά προβλήματα.
Γραμμή αίματος (bloodline) = Η οικογενειακή γραμμή που ξεκινά από έναν συγκεκριμένο πρόγονο και περιλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα άτομα μέχρι τα σημερινά.
Αιμομιξία (inbreeding) = Η αναπαραγωγή κοντινών συγγενών, χρησιμοποιείται από εκτροφείς για την ένταση ορισμένων χαρακτηριστικών, αλλά η άκριτη εφαρμογή της μπορεί να επιφέρει αρνητικες συνέπειες στους απογόνους εξαιτίας καταστρεπτικών υπολειπόμενων γονιδίων που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανιστούν έτσι.
Υβρίδιο (hybrid) = Ο απόγονος δύο διαφορετικών μορφικών, υποειδών ή συγγενικών ειδών. Στην τελευταία περίπτωση συχνά είναι στείρος, αν κι όχι πάντοτε.
Διαβαθμός (intergrade) = Άτομο στην οριακή περιοχή της εξάπλωσης δύο υποειδών ή πολύ συγγενικών ειδών, το οποίο λόγω υβριδισμού παρουσιάζει χαρακτηριστικά και των δύο πληθυσμών.
Ερπετοσαφάρι (herping) = Δραστηριότητα που γίνεται συνήθως στη φύση με αναζήτηση, καταμέτρηση ή φωτογράφηση ερπετών. Μπορεί να περιλαμβάνει κι αιχμαλώτηση ερπετών, αν και σε περιοχές όπου τα είδη αυτά προστατεύονται, όπως στη χώρα μας, αυτό είναι πράξη παράνομη. Μορφή του ερπετοσαφαρίου είναι το αλώνισμα δρόμων (road cruising), όπου η αναζήτηση γίνεται μ’ένα αυτοκίνητο αργά κατά μήκος ενός δρόμου και ίσως σε μικρή απόσταση εκατέροθέν του.
Απειλούμενο είδος (endangered species) = Είδος που απειλείται με εξαφάνιση, συνήθως άμεσα ή έμμεσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Δεν είναι το ίδιο με το προστατευμένο είδος (protected species), το οποίο μπορεί να προστατεύεται προληπτικά πριν απειληθεί.
Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (Convention on International Trade on Endangered Species συντ. CITES) = Πολυεθνική σύμβαση με προσπάθεια την όσο γίνεται προστασία των απειλούμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας από την εμπορική εκμετάλλευση. Εάν ένα ερπετό βρίσκεται υπό καθεστώς CITES, η νόμιμη κατοχή του θα πρέπει να συνοδεύεται με πιστοποιητικό ότι προέρχεται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία.
Ενδιαίτημα (habitat) = Το περιβάλλον όπου ζει ένας οργανισμός και βρίσκει όλους τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή του.
Μικροενδιαίτημα (microhabitat) = Μικρότερος τομέας του συγκεκριμένου περιβάλλοντος. Για παράδειγμα το ενδιαίτημα ενός ερπετού μπορεί να’ναι ένα λιβάδι, το μικροενδιαίτημά του όμως να’ναι ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους.
Μικροκλίμα (microclimate) = Οι συγκεκριμένες λεπτές κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σ’ένα μικροενδιαίτημα, οι οποίες μπορεί νά’ναι ζωτικής σημασίας για ένα ζώο που το χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα σχεδόν όλα τα ερπετά ξηρών ή ερημικών περιοχών περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε δροσερότερα και υγρότερα μικροκλίματα, συνήθως υπογείως, κι αυτά θα πρέπει επίσης να παρέχονται στην αιχμαλωσία.

Advertisements