Σημείωση μετά τη δημοσίευση του άρθρου: Η λέξη «ουρομάστιξ» τελικά είναι θηλυκή, επειδή βγαίνει από τη μάστιγα (μαστίγιο), κι όχι αρσενική, οπότε όπου στο άρθρο βρίσκεται «ο ουρομάστιγας» ν’αντικαθιστάτε με «η ουρομάστιγα». Η σύγχυση αυτή έχει παρεισφρύσει ακόμακαι στην επιστημονική ονοματολογία, όπου συχνά χρησιμοποιούνται λανθασμένα αρσενικές καταλήξεις στα ονόματα των ειδών του γένους. Οπότε το σωστό είναι Uromastix acanthinura γι’αυτό το είδος κι όχι U. acanthinurus.

Uromastix acanthinurus σε φυσικό περιβάλλον του Μαρόκου, από
μια σελίδα για τα ερπετά του Μαρόκου.

Οι ουρομάστιγες ή μαστιγόουρες σαύρες (γένος Uromastix) είναι σαύρες ξηρών περιοχών της Αφρικής και της Ασίας ως την Ινδία, με κύριο γνώρισμα το παχύ τους σώμα και την αγκαθωτή ουρά τους, την οποία χρησιμοποιούν για να σφηνώνονται στις τρύπες ώστε να μη μπορούν να εξαχθούν από κάποιον εχθρό ή αμυντικά, μαστιγώνοντας των εχθρό. Το γένος
περιλαμβάνει περίπου 17 είδη,
και ανήκει στην οικογένεια των αγαμιδών (agamidae), η οποία περιλαμβάνει κι άλλες πολλές σαύρες του Παλαιού Κόσμου που γενικά αποκαλούνται δράκοι (΄΄οχι ο δράκος του Κόμοντο, αυτός είναι βαρανός), και είναι συγγενική των ιγκουανιδών (iguanidae) του Νέου Κόσμου και των ωκεάνιων νησιών του ειρηνικού όπου μεταφέρθηκαν από φυσικά αίτια σε παλαιότερες εποχές και προσαρμόστηκαν. Οι ουρομάστιγες είναι παμφάγες προς φυτοφάγες σαύρες, με οικολογικά αντίστοιχά τους σ’άλλες ερήμους του πλανήτη, όπως η ιγκουάνα της ερήμου (Dipsosaurus dorsalis) της Βόρειας Αμερικής. Οι ουρομάστιγες έχουν διατηρηθεί για καιρό στην αιχμαλωσία, αν και ποτέ δεν απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα για άγνωστο λόγο, γι’αυτό το λόγο η αναπαραγωγή τους σε αιχμάλωτες συνθήκες είναι σπάνια, επομένως τα περισσότερα άτομα προέρχονται από τη φύση, και συχνά δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Στην
ελληνική κοινότητα για τα ερπετά
λίγοι έχουν είδη του γένους. Οι σαύρες αυτές, αν κι όχι πολύ δύσκολες, ζουν σε ιδιαίτερες συνθήκες, απαιτώντας θερμοκρασίες στο σημείο λιασήματος γύρω στους 40 βαθμούς, κρυψώνες με δροσερότερο μικροκλίμα και αρκετό χώρο για να κινούνται. Λίγες μελέτες έχουν γίνει σχετικά με τον τρόπο ζωής τους στη φύση, και μία απ’αυτές παραθέτω παρακάτω, από την κυρίως για χελώνες σελίδα
tortoisetrust.org.
Ο κύριος συγγραφέας της παρακάτω αναφοράς, ο Andy Highfield, είναι Βρετανός βιολόγος, διακεκριμένος ερευνητής χελωνών, και συχνά έχει ταξιδέψει στις χώρες προέλευσης διαφόρων ειδών ώστε να παρατηρήσει τη φυσική συμπεριφορά τους. Είναι ο συγγραφέας των περισσοτέρων άρθρων της σελίδας, τα οποία αφορούν τη διατήρηση χερσαίων χελωνών στην αιχμαλωσία ή την κατάστασή τους στη φύση.

Μετάφραση: Bolko

Η ακανθόουρη σαύρα στο σπίτι της – η Uromastix acanthinurus στο νότιο Μαρόκο

A C Highfield & Tahar Slimani

Ο Uromastix acanthinurus, η ακανθόουρη σαύρα, κατοικεί στην έρημο Σαχάρα από το σαχάριο Άτλαντα ως το Σουδάν, και απ’τη Μαυριτανία ως την Αίγυπτο. Στο Μαρόκο, αυτό το είδος είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά ερπετά του νοτιοανατολικού της χώρας (από το Ουαρζαζάτε ως το Ιρ Ραχίντια), αλλ’έχει επίσης βρεθεί σε ολόκληρο το μήκος της κοιλάδας Μουλούγια σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Το γεγονός ότι αυτό είναι ουσιωδώς ένα σαχάριο είδος δε θα πρέπει να παραπλανήσει κάποιον στην πίστη ότι άρα συνήθως κατοικεί σε αμμώδες περιβάλλον? ο Uromastix acanthinurus βρίσκεται ως επί το πλείστον σε βραχώδη περιβάλλοντα χαμάντα και ρεγκ.

Ο Uromastix acanthinurus είναι μια μεγάλη κι εντυπωσιακή σαύρα φτάνοντας ως και τα 140 χιλιοστά σωματικού μήκους, συν μια ουρά 145 χιλιοστών, μ’ένα βαριά δομημένο, χοντρό σώμα στηριζόμενο από κοντά, δυνατά άκρα. Η σωματική μάζα ενός ενηλίκου είναι τυπικά γύρω στα 450 γραμμάρια, αλλ’αυτός ο αριθμός υπόκειται σε σημαντική εποχιακή μεταβολή. Η ουρά είναι μεγάλη, πλατιά και καλυμμένη με δακτυλίους αγκαθιών, απ’τα οποία παίρνει το κοινό της όνομα. Οι ραχιαίες φολίδες είναι κεραμιδωτές, και το μέγεθός τους είναι αισθητά μικρότερο από τις κοιλιακές φολίδες.
Ο χρωματισμός αυτής της σαύρας ποικίλει αρκετά. Το βασικό χρώμα είναι το γκρίζο, αλλά συναντώνται και κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα και κίτρινα άτομα. Οι πλευρές του σώματος είναι μελανωπές με μπλεδωπές ‘αντακλάσεις’ ή κυματιστά φωτεινά σημεία κόκκινου ή πορτοκαλί. Τα νεαρά άτομα είναι τυπικά σκέτο γκρι με καφέ ή σκουρότερες κηλίδες. Τα ενήλικα άτομα αυξάνουν τον ορατό χρωματισμό τους γρήγορα στην παρουσία έντονου φωτός και ζέστης? Αυτό είναι πιο έντονο ενόσο τα ζώα ζεσταίνονται κατά τη πρώτη φάση λιασήματος της μέρας. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αξιόπιστοι εξωτερικοί δείκτες με τους οποίους μπορεί να καθοριστεί το φύλο του ατόμου.
Η αποστολή μας στην περιοχή Ουαρζαζάτε του Μαρόκου είχε έναυσμα την ανησυχία μας για τις τακτικές θεάσεις χονδροειδώς ταριχευμένων παραδειγμάτων αυτών των πλέον αξιοσημείωτων σαυρών σε καταστήματα αναμνηστικών κι ως διακοσμήσεις σε παραδοσιακά παραπήγματα βοτανικής ιατρικής. Παρά τις κάποιες λεπτομερείς μελλέτες για τη θερμική οικολογία και τη βιοχημεία των ουρομαστίγων στην Αλγερία δημοσιευμένες από μια ομάδα Γάλλων ερευνητών που διενεργήθηκαν στην Αλγερία πριν λίγα χρόνια (Grenot, et al.), πολύ λίγα δεδομένα έχουν αποκαλυφθεί πάνω στα ενδιαιτήματά τους και στη συμπεριφορά τους στο νότιο Μαρόκο. Από το παρατηρούμενο επίπεδο εκμετάλλευσης, ήταν προφανές ότι, όπως η χερσαία χελώνα Testudo graeca graeca, ο χαμαιλέοντας Chameleo chameleon, αυτό είναι ένα είδος που δυνητικά απειλείται απ’το εμπόριο. Θέλαμε ειδικά να συλέξουμε πληροφορίες πάνω στους τοπικούς συλλέκτες και στα επίπεδα εμπορίου, και, όσο ο λίγος χρόνος επέτρεπε, πάνω στα ενδιαιτήματα και στη διατροφή αυτού του είδους στο Μαρόκο.
Ο δρόμος μας μας πήρε από την αρχαία περιτειχισμένη πόλη του Ταρουντάντ, ευρισκόμενη στη γόνιμη κοιλάδα του Σους, μέσα από τα εντυπωσιακά και άνυδρα βουνά του Αντιάτλαντα. Έπειτα από αρκετές ώρες οδήγησης σε κάπως επικίνδυνους δρόμους, σημειώθηκε μια κίνηση στο μονοπάτι μπροστά μας ενόσο αποχωρούσαμε από την πόλη του Ταζινάχτ – ένας νεαρός ουρομάστιγας? Αυτά τα πρώτα πηδήματα ήταν γρήγορα, κι όπως αποδείχθηκε είχαμε πετύχει ένα χαμαιλέοντα να διασχίζει το δρόμο. Ο συγκεκριμένος χαμαιλέοντας φαινόταν να επιστρέφει στο σπίτι του σε μια ξερή όχθη ποταμού από μια φάση σίτισης σε κάποιο βραχώδες ενδιαίτημα στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Τον επιστρέψαμε με ασφάλεια στα δέντρα του, και, μετά από μερικές ανταμοιπτικές στιγμές φωτογράφισης, συνεχίσαμε με το ταξίδι μας.
Ο πρώτος μας ουρομάστιγας ιδώθηκε περίπου 40 λεπτά αργότερα, να κάθεται ωραία σ’ένα μεγάλο βράχο. Δυστυχώς, τη στιγμή που εμφανίστηκε σε μια απότομη βραχώδη πλαγιά αμέσως δίπλα στο δρόμο, οδηγούσαμε με μεγάλη ταχύτητα μ’ένα άλλο αυτοκίνητο ακριβώς από πίσω μας που απειλούσε να μας προσπεράσει σε οποιαδήποτε στιγμή. Η οδήγηση στο Μαρόκο είναι το καλύτερο επικίνδυνη, και δε στοχεύαμε ο πρώτος μας ουρομάστιγας αυτού του ταξιδιού να’ναι επίσης και ο τελευταίος μας. Τη στιγμή που μπορούσε να γίνει μια ασφαλής στάση, είχε πια εξαφανιστεί και κανένα ποσό αναζήτησης δε μπορούσε ν’αποκαλύψει ούτε ίχνος του λαγουμιού του. Σημειώσαμε προσεκτικά, εντούτοις, λεπτομέρειες του ενδιαιτήματος και της βλάστησης στην περιοχή της θέασης.
Η πλειονότητα των φυτών τα οποία φύονται σε ενδιαιτήματα ουρομάστιγων στο νότιο Μαρόκο είναι χαμηλοί, ακανθώδεις κι ανθεκτικοί στην ξηρασία θάμνοι, συμπεριλαμβανομένων των Genista, Thymus, και Artemisia spp. Με το Ziziphus lotus και τη Stipa tenacissima (ή σπαρτό χόρτο, ή άλφα – ένα φυτό καλό για την χαρτοποιία). Την άνοιξη, αυτά τα πολυετή συμπληρώνονται με μια ποικιλία εφήμερων συμπεριλαμβανομένων των Heliotropum, Chenopodium, και Leontodon spp.
Όταν συναντήσαμε έπειτα ένα παρόμοιο ενδιαίτημα, αποφασίσαμε να σταματήσουμε και να κάνουμε μια σωστή διερεύνηση. Δεν πέρασε πολλή ώρα πριν προκαλέσουμε μία αιφνίδια φυγή προς την κάλυψη από έναν καλά καμουφλαρισμένο ουρομάστιγα. Αυτό το ζώο εξαφανίστηκε μέσα σ’ένα μεγάλο θάμνο Ziziphus lotus (άγριος θάμνος τζουτζούμπε) που κρεμόταν από μια μεγάλη ομάδα ογκολίθων. Το ίδιο το λαγούμι ήταν ορατό και επίσης υπήρχαν αρκετά περιττώματα ουρομάστιγων στην άμεση περιοχή. Συλλέχθηκαν δείγματα για μεταγενέστερη κοπρανολογική ανάλυση κι επίσης καταγράφηκαν λεπτομέρειες όλων των δυνητικών τροφικών φυτών στην τοποθεσία.

Ενδιαίτημα
Τρεις πολύ διαφορετικοί τύποι ερήμου συναντώνται στο Μαρόκο:

  • Η έρημος των στερεών βράχων ή χαμάντα όπου το καταφύγιο βρίσκεται σε σχισμές βράχων ή κάτω από πεσμένους ογκολίθους. Στα αραβικά, χαμάντα σημαίνει ‘άκαρπη’ μια εύστοχη περιγραφή της γεωργικής της δυνατότητας.
    Η ‘χαλικώδης’ έρημος ή το ρεγκ στην οποία ένας μανδύας χαλαρών θραυσμάτων καλυμμένος από αξιοσημείωτη ερημική γυαλάδα σκεπάζει ένα αμμώδες στρώμα το οποίο είναι επαρκώς συνεκτικό για την υποστήριξη των λαγουμιών των ουρομαστίγων. Η αραβική λέξη ρεγκ σημαίνει ελάττωση. Σε κάποιες τοποθεσίες, υπάρχει αμμώδες ρεγκ, όπου μικροί μετακινούμενοι αμμόλοφοι καλύπτουν τη βραχώδη στρώση.
    Η αμμώδης έρημος ή το εργκ.
  • Ο U. acanthinurus έχει καταγραφεί σε όλα τα τρία περιβάλλοντα, αλλά είναι πολύ κοινότερος στη χαμάντα και στο ρεγκ παρά στο εργκ, όπου είναι άτυπος κάτοικος. Στο πραγματικό σαχάριο εργκ, ο ουρομάστιγας αντικαθίσταται από το Varanus griseus, τον βαρανό της ερήμου. Στο καθένα απ’αυτά τα υποστρώματα ένα προτιμώμενο μικροενδιαίτημα περιλαμβάνει γκρεμούς στις άκρες ξηρών ποταμών, ή ουέντ, οι οποίοι δημιουργούνται μετά τις σπάνιες αλλ’έντονες βροχερές θύελλες που είναι τυπικές τέτοιων περιοχών. Τα λαγούμια σκάβονται συνήθως σε ξερές όχθες ποταμών στον απευθείας ήλιο, συχνά στη βάση ενός θάμνου. Ο θάμνος Ziziphus lotus προτιμάται ιδιαίτερα γι’αυτόν το σκοπό. Τα ανοίγματα των λαγουμιών είναι τυπικά περίπου 150 χιλιοστά σε πλάτος επί 75 ή 80 χιλιοστά σε ύψος, με ελαφρώς αψιδωτή οροφή. Κάθε θάμνος μπορεί να κρύβιε αρκετά ανοίγματα λαγουμιών? Παρατηρήσαμε έναν ουρομάστιγ ανα μπαίνει σ’ένα λαγούμι και να εμφανίζεται, λίγα λεπτά αργότερα, από διαφορετική έξοδο. Χρησιμοποιούνται επίσης φυσικά σπασίματα και σχισμές στους βράχους όπου το υπόστρωμα είναι αρκετά σκληρό για να επιτρέπει εύκολο σκάψιμο. Ο Uromastix acanthinurus τείνει να προτιμά απότομες βραχώδεις όψεις, απότομες πλαγιές ή γκρεμούς στα οποία σκάβει τα λαγούμια του σε ενδιαιτήματα τύπου χαμάντα, αν και σε περιβάλλοντα ρεγκ λαγούμια βρίσκονται σε ποικιλία καταστάσεων, από τις άκρες δρόμων έως σταθεροποιημένους αμμόλοφους.
    Οι Uromastix acanthinurus βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχει αρκετά μεγάλη διαφορά μεταξύ των υψηλοτέρων και των χαμηλοτέρων θερμοκρασιών, από ένα απόλυτο ετήσιο χαμηλό των -7 βαθμών Κελσίου σ’ένα μέγιστο των 60 βαθμών Κελσίου. Οι ημερήσιες θερμοκρασίες επίσης ποικίλουν αρκετά, και μια ημερήσια διακύμανση 35 βαθμών Κελσίου δεν είναι ασυνήθιστη. Παρά αυτήν τη θερμοκρασιακή κύμανση, οι σαύρες συνήθως κατορθώνουν να διατηρούν το σώμα τους σ’ένα ελάχιστον των 20 βαθμών Κελσίου κάνοντας χρήση των εκτεταμένων λαγουμιών που σκάβουν. Αυτά τα λαγούμια, τα οποία μπορεί να’ναι τόσο όσο και 80 εκατοστά βαθιά, παρέχουν ένα σταθερό κι ασφαλές μικροκλίμα που μπορεί να διατηρήσει τα ζώα κατά τη διάρκεια περιόδων υπερβολικής ζέστης, κρύου ή ξηρασίας. Οι θερμοκρασίες στα λαγούμια είναι αρκετά σταθερές στους 20-25 βαθμούς Κελσίου και η γενική υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 50 με 90% ανάλογα με την εποχή του χρόνου, την τοποθεσία και το παρελθόν κατακρυμνήσεων. Η βροχή σ’αυτές τις περιοχές είναι, εντούτοις, μεγάλη σπανιότητα και περιορίζεται σε λίγους μήνες το χρόνο, τυπικά από το Σεπτέμβριο ως το Μάρτιο. Ακόμα και τότε, η ολική ετήσια βροχόπτωση είναι συνήθως κάτω από 135 χιλιοστά. Αμέσως μετά από ένα διάστημα βροχής η αδρανής βλάστηση εκρήγνυται στη ζωή και, για μια βραχεία περίοδο, παρέχει στην πανίδα της ερήμου μια μεγάλη πηγή θρέψης και υγροφόρου βλάστησης. Σ’αυτήν την εποχή του χρόνου, το σωματικό βάρος της ακανθόουρης σαύρας φτάνει στο ετήσιο μέγιστό του, και το tbw (ολικό σωματικό βάρος νερού) μπορεί ν’αποτελεί το 75% της σωματικής μάζας. Στα χρόνια ξηρασίας, εντούτοις, η τροφή θα είναι λιγοστή, κι αρκετά διαδοχικά χρόνια ξηρασίας (όπως έχει γίνει σχετικά συχνά σ’αυτήν την περιοχή) βλέπουν αύξηση στη θνησιμότητα και γενική κατάπτωση της σωματικής κατάστασης των επιζησάντων ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό.
    Στην περιοχή του Ουαρζαζάτε η οποία έχει υψόμετρο περίπου 1.100 μέτρα πάνω απ’το επίπεδο της θάλασσας, ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος οπότε ο ημερήσιος μέσος όρος της χαμηλότερης θερμοκρασίας είναι -1,5 βαθμοί Κελσίου. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες κατά τον ίδιο μήνα είναι συνήθως της τάξεως των 26 βαθμών Κελσίου (μέσος όρος 16,9 βαθμοί Κελσίου). Αυτό επιτρέπει κάποια δραστηριότητα των ουρομαστίγων να συνεχίσει, μολονότι σε πολύ ελαττωμένο επίπεδο σε σύγκριση μ’αυτό που βιώνεται στους καλοκαιρινούς μήνες οπότε η μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία υψώνεται πάνω απ’τους 40 βαθμούς Κελσίου. Η ηλιοφάνεια δεν είναι ελλείπον αγαθό εδώ, ακόμα και κατά τους χειμερινούς μήνες? Ο Δεκέμβριος βιώνει ένα μέσο όρο 220 ωρών, ενώ τον Ιούνιο, η μηνιαία ολική ηλιοφάνεια ανεβαίνει στις 348 ώρες. Ο συνολικός αριθμός των ωρών ηλιοφάνειας που βιώνεται στο Ουαρζαζάτε είναι τουλάχιστον 3.300 ώρες το χρόνο.

    Ημερήσιος κύκλος
    Οι ουρομάστιγες είναι αποκλειστικά ημερόβιοι στις συνήθειες και είναι ενθουσιώδεις λάτρεις του ήλιου, αφήνοντας συνήθως τα λαγούμια τους μόνο όταν η εξωτερική θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς Κελσίου. Σε σπάνιες κρύες ή συννεφιασμένες μέρες, συχνά δεν εμφανίζονται καν. Τον Απρίλιο, παρατήρησα μια αποικία να λιάζεται ενεργά στις 9:30 π.μ. οπότε οι θερμοκρασίες είχαν ήδη ανέβει πάνω από τους 24 βαθμούς Κελσίου. Το μέγιστο του λιασήματος έγινε μεταξύ των ωρών 11 π.μ. και 1:00 μ.μ. οπότε οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στους 28 βαθμούς Κελσίου. Ως τις 4:30 μ.μ. λίγα άτομα ήταν ακόμα έξω και γύρω στην άμεση περιοχή των λαγουμιών τους αν και η μέρα είχε γίνει ασυνήθιστα για την εποχή συννεφιασμένη και οι θερμοκρασίες ήταν αποφασιστικά κρύες περίπου στους 18 βαθμούς Κελσίου, μ’ένα ελαφρύ αεράκι.
    Εάν ενοχληθεί κατά το λιάσιμο, η σαύρα θα αποχωρήσει με μεγάλη ταχύτητα στο κοντινό της λαγούμι. Μπορεί να μην εμφανιστεί ξανά για αρκετές ώρες. Η σύλληψη των ουρομαστίγων για μελέτη δεν είναι εύκολη, και η εξαγωγή τους απ’τα λαγούμια είναι ιδιαίτερα δύσκολη αφού πιάνουν τις πλευρές τους ισχυρά με τα δυνατά τους νύχια, κι επίσης χρησιμοποιούν την αγκαθωτή ουρά τους σε μεγάλο βαθμό. Στην περίπτωση ενός βαθέος λαγουμιού, εξαφανίζονται εντελώς και είναι αδύνατο να εξαχθούν χωρίς να προκληθεί μη αποδεκτό επίπεδο βλάβης στο ενδιαίτημά τους. Τα νεαρά άτομα, εντούτοις, είναι πολύ ευκολότερα και στον εντοπισμό τους και στο χειρισμό τους. Αντί να χρησιμοποιούν βαθιά λαγούμια, τα νεαρά άτομα ζουν κάτω από πέτρες ή σε ρηχά σκάμματα. Όταν εκπλαγούν ‘παγώνουν’ γι’αρκετά δευτερόλεπτα, μετά ψάχνουν, με αρκετό δισταγμό, για μια κοντινή κρυψώνα.

    Διατροφή
    Αν και κυρίως φυτοφάγος, ο Uromastix acanthinurus καταναλώνει επίσης μεγάλη ποικιλία εντόμων, ιδίως τενεβριονοειδή (σκαθάρια) και υμενόπτερα (μυρμήγκια). Τα νεαρά άτομα είναι πολύ περισσότερο εντομοφάγα από τα ενήλικα. Μεταξύ των φυτών που τρώγονται συχνά, η οικογένεια chenopodiaceae (οικογένεια του χηνοποδίου και του σπανακιού) είναι αρκετά εξέχουσα. Το αλατοανθεκτικό γένος Atriplex καταναλώνεται επίσης τακτικά. Οι ουρομάστιγες διαθέτουν έναν ειδικό απεκτιτικο αδένα στα ρουθούνια τους ο οποίος παρέχει ένα μέσω απόρριψης των αλάτων με απόλυτα ελάχιστη σπατάλη νερού – ένα πλεονέκτημα κρίσιμης σημασία σ’ένα ερημικό περιβάλλον. Αυτός ο αδένας είναι πιο αποτελεσματικός στην απόρριψη του καλίου παρά του νατρίου. Η συντριπτική πλειονότητα των δυνητικών τροφικών φυτών τα οποία φύονται σε περιβάλλοντα ουρομαστίγων είναι ακανθώδη, ανθεκτικά στην ξηρασία, και πολύ ινώδη. Για μόλις λίγους μήνες κάθε χρόνο, μετά τη βροχή, εμφανίζεται μια ευρεία ποικιλία εφήμερων φυτών που καταναλώνεται ενθουσιωδώς. Εάν οι βροχές δεν έρθουν, όπως συμβαίνει συχνά, η εφήμερη βλάστηση είναι ανύπαρκτη.

    Πληθυσμοί κι αναπαραγωγική συμπεριφορά
    Οι ουρομάστιγες ζουν συνήθως ως ομάδες αρκετών ατόμων, καταλαμβάνοντας τυπικά αρκετά εκτεταμένες περιοχές. Συνήθεις πληθυσμοί κυμαίνονται από 10 έως όσο κι 100 ζώα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, το καθένα με μια βασική έκταση 1 με 5 εκταρίων. Η εδαφοκτητική συμπεριφορά είναι έντονη, και από αρσενικά και από θηλυκά, τα τελευταία των οποίων μπορούν να γίνουν αρκετά επιθετικά και προς αρσενικα και προς άλλα θηλυκά κατά την εποχή της αναπαραγωγής. Η γενετήσια ωριμότητα επέρχεται σε περίπου 4 χρόνια, στο οποίο σημείο τα αρσενικά ξεκινούν να σημαίνουν την περιοχή τους μέσω εκρίσεων των μηριαίων και των πρωκτικών τους αδένων. Το ζευγάρωμα έπεται μιας επίδειξης στην οποία το αρσενικο κουνά το κεφάλι του οριζοντίως. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει με μια σειρά «κάμψεων» στη θέα του θηλυκού (παρόμοια συμπεριφορά έχει σημειωθεί κατά το λιάσιμο, κι όταν μια σαύρα καταλαβαίνει ότι παρατηρείται). Έπειτα πιάνει το θηλυκό από το λαιμό ή την πλευρά και την κρατά σταθερά κατά το ζευγάρωμα. Στο Μαρόκο, τα αβγά συνήθως γεννιούνται τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Αυτά έχουν ένα περγαμινοειδές κέλυφος και μια τυπική γέννα περιέχει 10-12 αβγά, αλλά τόσα όσα και 15 μπορούν να γεννηθούν από μεγάλα θηλυκά. Τα ίδια τα αβγά έχουν περίπου 35 χιλιοστά μήκος και 20 χιλιοστά διάμετρο.

    Απειλές και διατήρηση
    Υπάρχει αρκετά εκτεταμένο εμπόριο στους ουρομάστιγες ως αναμνηστικά αντικείμενα. Μεγάλοι αριθμοί επίσης πωλούνται ζωντανοί στα παζάρια (παραδοσιακές τοπικές αγορές) στο νότο, και προσφέρονται συχνά προς πώληση στην άκρη του δρόμου από παιδιά, ιδίως κατά μήκος των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ζαγκόρα και των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ιρ Ραχίντια. Πολλές πωλούνται στους τουρίστες σε τιμές μεταξύ 15 και 40 ντιρχάμ (περίπου $1,75 έως $4,70). Σε κάποιες περιοχές στα νοτιοανατολικά, αυτή η σαύρα χρησιμοποιείται επίσης εκτεταμένα από θεραπευτές κι ορισμένες φυλές χρησιμοποιούν το δέρμα της ως μπιμπερό για βρέφη. Η ακανθόουρη σαύρα χρησιμοποιείται επίσης στην παραδοσιακή ιατρική και συχνά συναντάται να στολίζει τα παραπήγματα της αγοράς των βοτανοθεραπευτών. Το καλοκαίρι μεγάλος αριθμός βρίσκεται νεκρός στους δρόμους που συνδέουν το Αμερζαγκάνε με το Ταζνάχτ. Προσελκούμενες στην πλακόστρωτη επιφάνεια του δρόμου προς αναζήτηση ενός ιδανικού σημείου λιασήματος, χτυπώνται συχνά από διερχόμενα αυτοκίνητα.

    Τα ενδιαιτήματα του U. Acanthinurus, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν απειλούνται άμεσα στο προσεχές μέλλον αφού κυρίως αποτελούν έρημο μη εμπορικής αξίας, μακριά από ανθρώπινες κατοικημένες περιοχές, και τα οποία είναι μόνο περιορισμένης χρήσης για βόσκηση. Η συλλογή παραμένει η μείζων απειλή στους πληθυσμούς των ουρομαστίγων, και είναι σημαντικό αυτή η δραστηριότητα να παρακολουθείται προσεκτικά και να παίρνονται βήματα για τον έλεγχο της μη βιώσιμης εκμετάλλευσης αυτού που είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον εκπληκτικά ερπετά του Μαρόκου.

    Αναφορές
    • Bons, J. 1959. Les Lacertiliens du sud-ouest Marocain. Trav. Inst. Sci. Cherifien, Ser. Zool. (18):1-130.
    • Vernet, R., Lemire, M., Grenot, C. J., and Francaz, J. 1988. Ecophysical comparisons between two large Saharan lizards, Uromastix acanthinurus (Agamidae) and Varanus griseus (Varanidae). Journal of Arid Environments (14):187-200.
    • Grenot, C. 1976. Observations physio-ecologiques sur la regulation thermique chez le lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Bull. Soc. Zool. France, 106(1):49-55
    • Grenot, C. and Loirat, F. 1973. L’Activite et le comportment thermoregulateur du lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Terre & Vie:435-455.

    Συμπληρώνω και με μερικές σημειώσεις:
    1. Πολλά απ’τα γένη φυτών που αναφέρονται είναι αρκετά γνωστά κι απαντώνται και στη χώρα μας, για παράδειγμα το γένος Thymus είναι τα θυμάρια (το κοινότερος ειδος το γνωστό θυμάρι Thymus vulgaris), το γένος Artemisia οι αψιθιές (το κοινότερο είδος Artemisia absinthium), το γένος Genista είναι οι σκούπες (θαμνώδη σχεδόν άφυλλα ψυχανθή φυτά με κίτρινα άνθη και φασολοειδείς καρπούς), ενώ το γένος Chenopodium είναι παγκόσμιας εξάπλωσης και περιλαμβάνει πολλά αγριόχορτα/ Το σπανάκι έχει μετακινηθεί από την οικογένεια chenopodiaceae στους συγγενικούς αμαραντίδες με τα βλίτα (amaranthaceae).
    2. Οι κοινότερες ουρομάστιγες σαύρες στην αιχμαλωσία είναι εκτός απ’την παραπάνω: Uromastix maliensis, ο ουρομάστιξ του Μάλι, το κοινότερο είδος, U. aegyptia ο αιγυπτιακός, που φτάνει και τα 90 εκατοστά, και U. ornata (πρώην ocellata), το πιο στολισμένο είδος της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.
    3. Για να καταλάβετε το μεγαλύτερο τραγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πέφτει ως θύμα και ο ακανθόουρος ουρομάστιγας, διαβάστε ένα παλαιότερο άρθρο μου για
    την παράδοση, το μύθο και την εκμετάλλευση των ερπετών στο Μαρόκο και στην Τυνησία
    από μετάφραση άρθρου της ίδιας σελίδας και του ίδιου συγγραφέα.
    4. Ο ίδιος αδένας απέκκρισης αλάτων συναντάται και στις πράσινες ιγκουάνες (Iguana iguana), οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την έρημο. Προφανώς διατηρήθηκε από προγονικά, πιο ξηρόβια είδη.
    5. Το γένος γράφεται και Uromastix και Uromastyx, το ορθογραφικά σωστό ωστόσο είναι το πρώτο, μιας και το μαστίγιο δε γράφεται με υ.
    6. Λίγο παράξενο ένας χαμαιλέοντας να περνά το δρόμο, αυτοί είναι κυρίως ακίνητα ερπε΄τά που ζουν γαντζωμένα πάνω σε δέντρα περιμένοντας την τροφή τους. Ίσως όμως το μεσογειακό είδος (Chamaeleo chamaeleon) να συμπεριφέρεται αλιώς λόγω ίσως μμικρότερης διαθεσιμότητας τροφής. Ακόμα όμως κι αν πέρασε το δρόμο, η απόσταση που θα διένυε ίσως ήταν μικρή, π.χ. 5 μέτρα, μιας κι ο συγγραφέας μας λέει για μονοπάτι παρά για κανονικό δρόμο, αλλά δυστυχώς δε μας δίνει αποστάσεις μεταξύ του πιθανού τροφοληπτικού περιβάλλοντος και της κύριας κατοικίας του ερπετού.

    Advertisements