Το τερράριο του γκέκο.

Το γκέκο πάνω σ’ένα χαρτί.

Το γκέκο πάνω στο χέρι μου.

Το γκέκο που φεύγει απ’το χαρτί.

Το ζώο έχει πλέον προσαρμοστεί, τα αρχικά άγχη μου έφυγαν, και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να το παρουσιάσω εδώ στο Ιστολόγιο. Την Κυριακή στις 4 Νοεμβρίου λοιπόν έγινα ο κάτοχος του πρώτου μου ερπετού, ενός crested gecko (λοφιοφόρου γκέκο), Correlophus ciliatus. Εντάξει, δεν είναι το πρώτο μου ερπετό ακριβώς, γιατί πολύ παλιά, με τις τελευταίες το 2005, είχα νεροχελώνες, τις οποίες όμως δεν ήξερα να φροντίζω τότε σωστά με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο θάνατο, και λόγω ντροπής δεν τις μετράω καν. Το συγκεκριμένο ερπετό μου δόθηκε ως δώρω από μέλη του φόρουμ της Ελληνικης Πύλης για τα ερπετά
Reptiles Greece.

Στη σελίδα ήμουν γραμμένος ως Captainhook σχεδόν για δύο χρόνια τώρα, όπου περιστασιακά έμπαινα και έδραφα, και ο κύριος λόγος για τον οποίον γράφηκα εκεί ήταν το ενδιαφέρον μου για τα ερπετά φυσικά. Δε μπορούσα να πάρω ωστόσο ερπετό, εξαιτίας ιδιότυπων λόγων της δικής μου μόνο περίπτωσης ως τώρα. Αρκετά πρόσφατα λοιπόν, το Σεπτέμβριο, μπήκα σ’ένα ακόμα επεισόδιο ενασχόλησης με την Ελληνική Πύλη των ερπετών, οπότε καθαρά κατά τύχη έπεσα σε μια κοντινή ημερομηνία συνάντησης εδώ στη Θεσσαλονίκη. Μη χάνοντας την ευκαιρία όπως όλες τις προηγούμενες φορές
Πήγα κι εγώ.
Έπειτα αποφάσισα να γινω κάπως ας πούμε πιο ενεργός, και κανόνισα
Να επισκεφθώ τη συλλογή του Αντμίν,
Όπου συζητήσαμε επίσης για το ζώο που πιθανόν να έπαιρνα ως πρώτο. Αρχικά ίσως έπαιρνα
Αφρικανικούς υδρόβιους βατράχους
(Xenopus laevis), αφού τέτοιους είχε να μου δώσει, αλλά το θέμα το παραμέλησα έπειτα. Μετά από λίγες μέρες ωστόσο κανόνισαν οι δύο αντμίν της σελίδας, επειδή γνώριζαν την παρουσία μου και τη συνεισφορά μου μερικές φορές στο φόρουμ (έγραφα κι άρθρα), να μου κάνουν δώρο το πρώτο μου ερπετό, κι έτσι ένα μέλος που θα χάριζε τη σαύρα του για λόγο μετακόμισης όπως θυμάμαι τελικά την έδωσε σ’εμένα. Ήρθε λοιπόν το μεσημέρι στις 4 Νοεμβρίου με το ερπετό μέσα στο τερράριό του, το οποίο αμέσως εγκατέστησα στο γραφείο του δωματίου μου, και μ’όλα τα παρελκόμενά του, ακόμα και τα πιο απλά. Ευχαριστώ πολύ όσους βοήθησαν σ’αυτό το θέμα, αλλ’όπως τους είχα πει και στο φόρουμ, δυστυχώς δε μπορώ να τους το ανταποδώσω ακόμα. Η σαύρα γεννήθηκε από εκτροφή άλλου μέλους του φόρουμ περίπου το καλοκαίρι του 2011, και τότε που την πήρα ήταν ένα ημιενήλικο αρσενικό, αν και μπορεί νά’χει φτάσει στην ενηλικίωση.

Έπειτα άρχισε το άγχος για την προσαρμογή του γκέκο. Δεν ήξερα πότε θα φάει και τι θα φάει, και πότε τελικά θα προσαρμοστεί πλήρως. Αρχικά είχα δύο κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia) απ’τον προηγούμενο κάτοχο, τις οποίες τού’δωσα και μετά εξαφανίστηκαν, προφανώς θα τις έφαγε. Είχα και 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, απ’τις οποίες κατάφερα κι έπιασα ζωντανή και έδωσα μόνο τη μία. Επειδή έντομα όμως δε θα’βρισκα εύκολα κι επειδή το είδος αυτό είναι κυρίως φρουτοφάγο στη φύση, ασχολήθηκα περισσότερο με τις φρουτώδεις τροφές του. Έψαξα από νωρίς για φρουτόκρεμα που αποδεδειγμένα τρώει. Αφού έψαξα μια μέρα σχεδόν για μια που δεν περιείχε πορτοκάλι, αφού λένε πως αυτό το είδος δεν ανέχεται τα όξινα φρούτα, αγόρασα τελικά μια με πορτοκάλι σκεπτόμενος πως για τα μωρά θά’χει αφαιρεθεί η υπερβολική οξύτητα. Την τάισα στο γκέκο πειραματικά, και είδα πως την επόμενη μέρα έκανε βαθούλωμα το μπολάκι, προφανώς έφαγε, αλλ’επειδή η σαύρα δε στρουμπούλευε ούτε απ’αυτό το γεύμα ούτε απ’τα έντομα ανησυχούσα, πρήζοντας όλα τα μέλη στο φόρουμ. Οι σαύρες όμως αυτές έχουν μακρόστενα στομάχια και συνήθως δε φαίνονται γεμάτα απ’έξω. Λίγες μέρες μετά έφτιαξα ένα σπιτικό μείγμα μήλου, αχλαδιού και μπανάνας με ασπράδι βρασμένου αβγού για πρωτείνη όλα χτυπημένα στο μπλέντερ, το οποίο κατέψυξα και βγάζω όποτε χρειάζεται, κι επίσης αγόρασα το απαραίτητο ερπετικό διατροφικό συμπλήρωμα ασβεστίου και βιταμίνης d3 για πασπάλισμα στην τροφή. Μέσα σε μια βδομάδα κατάλαβα πως πράγματι έτρωγε, και ρύθμισα το πρόγραμμα ταϊσμάτων κάθε 2-3 μέρες περίπου, άλλωστε οι σαύρες αυτές έχουν χαμηλό μεταβολισμό. Τώρα το μόνο αντικείμενο που έλειπε ήταν μια θερμαντική πλάκα, την οποία αγόρας αλίγο αργότερα καθαρά για λόγους ανάγκης, γιατί στις συνήθεις δροσερές θερμοκρασίες αυτές οι σαύρες λειτουργούν κανονικά, και μάλιστα το καλοκαίρι θα πρέπει να προστατεύονται από την υπερβολική ζέστη.

Και τώρα λίγα λόγια για το είδος, το φυσικό περιβάλλον του και την ιστορία του στην αιχμαλωσία. Το λοφιοφόρο ή βλεφαριδωτό γκέκο (Correlophus ciliatus), ίσως γνωστό με το παλαιότερο και πολύ πιο διαδεδομένο όνομα Rhacodactylus ciliatus, είναι γκέκο (σαμιαμιδοειδές) ενδημικό της Νέας Καληδονίας, ενός συμπλέγματος νησιών βορειοανατολικά της Αυστραλίας, μέρος της παλαιάς ειπήρου της Ζηλανδίας, η οποία κατακερματίστηκε σε Νέα Ζηλανδία, νήσο Νόρφολκ και Νέα Καληδονία πριν περίπου 65 εκατομμύρια χρόνια. Καληδονία λεγόταν παλιά η Σκοτία, άρα το μέρος ονομάστηκε Νέα Σκοτία απ’τους πρώτους εξερευνητές το 18ο αι. Σύντομα μετά το πρόλαβαν οι Γάλλοι, οι οποίοι το κρατούν ως σήμερα ως ημιαυτόνομη επαρχία, η οποία με δημοψήφισμα του 2018 θ’αποφασίσει τελικά για την ανεξαρτησία της. Ο πληθυσμός εκεί αποτελείται από Πολυνήσιους κατά 40%, από Ευρωπαίους κατά 25%, κι από διάφορους άλλους το υπόλοιπο. Είναι τόπος μεγάλης οικολογικής σημασίας, αφού εκεί ενδημούν διάφορα σπάνια είδη που δε θα βρεθούν πουθενά αλλού, αλλ’αυτό δε σημαίνει πως το περιβάλλον του δεν υποβαθμίζεται, κυρίως από την εξώρυξη νικελίου που γίνεται σε μεγάλη κλίμακα στο νησί.

Η κύρια ομάδα γκέκο του νησιού είναι λοιπόν το σύμπλεγμα του ρακοδάκτυλου (Rhacodactylus), από το ράκος = κουρέλι εξαιτίας της κουρελιασμένης εμφάνισης των δακτύλων από τα κολλητικά ελάσματα και τα νυχάκια, ενός γένους που πρόσφατα έσπασε σε πολλά μικρότερα, ένα εκ των οποίων είναι ο κορρέλοφος. Το σύμπλεγμα αυτό ανήκει στη μεγαλύτερη αυστραλασιακή υποοικογένεια των διπλοδακτυλινών (diplodactylinae), η οποία πήρε τ’όνομα εξαιτίας της μεγάλης ευλυγισίας των δακτύλων των μελών της που τα κάνουν να φαίνονται πως έχουν διπλές αρθρώσεις, της οικογένειας των γκεκονιδών (gekkonidae), ή, αν θεωρήσουμε όπως μερικοί ταξινομητές τους γκεκονίδες ως υπεροικογένεια, τότε στην οικογένεια των διπλοδακτυλιδών (diplodactylidae). Τα περισσότερα γκέκο του συμπλέγματος αυτού είναι δεντρόβια, παμφάγα ερπετά που προτιμούν υγρά μέρη, και το λοφιοφόρο γκέκο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Το λοφιοφόρο γκέκο μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού της Νέας Καληδονίας ή της Μεγάλης Γης (Grande Terre), καθώς και στο Νησί των Πεύκων από κάτω (Isle de Pines), το οποίο φυσικά δεν πήρε τ’όνομά του από τα πεύκα που σπανίζουν υπερβολικά στο Νότιο Ημισφαίριο, αλλά από τις πολλές
Αραουκάριες
Που φυτρώνουν ή φύτρωναν εκεί, απ’τις οποίες η Νέα Καληδονία έχει 13 ενδημικά είδη, περισσότερα από οπουδήποτε αλλού, όπου μπορεί να βρεθεί σε απομονωμένες περιοχές. Ζει σε υγρά δάση με πυκνή βλάστηση από πυκνά δέντρα, φοίνικες, αναρριχητικά, φτέρες και κωνοφόρα όπως αραουκάριες, σε κλίμα σχετικά μαλακό υποτροπικό, με θερμοκρασίες σπάνια πάνω απ’τους 35 βαθμούς και σπάνια κάτω απ’τους 10, αλλά η διαφορά μεταξύ μέρας και νύχτας είναι αρκετά μεγάλη. Το κλίμα μαλακώνει εξαιτίας των αληγών ανέμων του Ειρηνικού, οι οποίοι επίσης φέρνουν αρκετά σύννεφα στο νησί. Δύο περίοδοι βροχών υπάρχουν σ’αυτό το κλίμα: μια έντονη από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο και μια μικρή Από τον Ιούνιο ως τον Ιούλιο. Είναι δύσκολο να αντιστοιχήσουμε το κλίμα εκείνο με τις εποχές τις εύκρατης ζώνης ή άλλων τροπικών περιοχών εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων των ανέμων του Ειρηνικού. Στο φυσικό του περιβάλλον συναντάται σπανιότερα κάτω, κυρίως βρισκεται σε ψηλούς θάμνους και δέντρα σε ύψος ως και 15 μέτρα απ’το έδαφος, κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές. Έχει διαπιστωθεί με λεπτομερείς παρατηρήσεις ότι το είδος αυτό αποφεύγει τον κορμό των δέντρων και τις κουφάλες, και το ίδιο κάνει και στην αιχμαλωσία αποφεύγοντας τις τραχιές επιφάνειες, προφανώς για ν’αποφύγει τον κύηριο ανταγωνιστή και εχθρό του, το γιγάντιο γκέκο της Νέας Καληδονίας (Rhacodactylus leachianus), το οποίο φτάνει τα 40 εκατοστά, το μεγαλύτερο γκέκο παγκοσμίως μετά το εξαφανισμένο γιγάντιο γκέκο της Νέας Ζηλανδίας (Hoplodactylus delcorti) που έφτανε τα 60 εκατοστά, και ζει πάνω στους κορμούς.

Το λοφιοφόρο γκέκο είναι σαύρα μεσαίου μεγέθους, φτάνοντας σε μήκος τα 20, σπάνια τα 25 εκατοστά μαζί με την ουρά, η οποία αποτελεί λιγότερο του μισού του μήκους της, και βάρους συνήθως στα 40-45 γραμμάρια, εκ των οποίων το 10% αποτελεί η ουρά. Έχουν χαρακτηριστικά πλατύ τριγωνικό κεφάλι με μεγάλα μάτια με χρυσαφιά ίριδα και κάθετη κόρη, όπως στα περισσότερα νυκτόβια ζώα, κι όπως τα περισσότερα γκέκο έχουν αδιαφανή συνενωμένα βλέφαρα, τα οποία πρέπει να καθαρίζουν με τη γλώσσα τους. Το στόμα είναι πολύ μεγάλο αλλά με μικρά κι αδύναμα δόντια. Ο λαιμός είναι πιο στενός, ενώ το σώμα αρκετά γεμάτο αλλά ευλύγιστο, με τέσσερα δυνατά πενταδάκτυλα άκρα, τα οποία στα ακροδάκτυλα φέρουν ελάσματα με κολλητικά τριχίδια, τα οποία φέρουν με τη σειρά τους πολλές μικροσκοπικές σπάτουλες. Η δομή των τριχιδίων των γκέκο με τις σπάτουλες είναι τόσο λεπτή, ώστε εκμεταλλεύονται τις διαμοριακές δυνάμεις βαν ντερ Βάαλς για να προσκολλώνται στα αντικείμενα. Πίσω και πλευρικά της αμάρας, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στα πίσω άκρα, υπάρχουν δδύο μικρές προεξοχές που υπάρχουν σε πολλά γκέκο, οι αμαριαίες προεξοχές, οι οποίες υποστηρίζονται από τα οστά της λεκάνης. Η ουρά είναι κυλινδρική, σχετικά λεπτή και καταλήγει σ’ένα ευλύγιστο άκρο με κολλητική επιφάνεια όπως των άκρων από κάτω, και χρησιμεύει στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Όταν το ζώο απειληθεί σοβαρά, θα κάνει αυτοτομή της ουράς όπως και οι περισσότερες σαύρες, αλλά δε θα την αναγεννήσει ξανά, παρά μόνο ένα μικρό οξύ υπόλειμα. Αυτό δε φαίνεται να δυσκολεύει τη σαύρα, αφού σχεδόν όλα τα ενήλικα άτομα στο φυσικό περιβάλλον που έχουν παρατηρηθεί δεν έχουν ουρές. Το εξέχον χαρακτηριστικό αυτού του είδους είναι ωστόσο τα λοφία του, τα οποία ξεκινούν λίγο πριν και πάνω απ’τα μάτια, συνεχίζουν στο κεφάλι αρκετά έντονα με φολίδες λεπτές σαν βλεφαρίδες, και καταλήγουν ως τη βάση της ουράς είτε έντονα είτε αρκετά εξασθενημένα, τα οποία υπάρχουν για το λόγο του καλύτερου καμουφλάζ, με παρόμοιες προεκτάσεις του δέρματος για τον ίδιο λόγο με παραλλαγές σε συγγενικά είδη. Το φυσικό χρώμα των σαυρών αυτών ποικίλει αρκετά, από καφέ, γκριζωπό, πορτοκαλί, κόκκινο, κιτρινωπό, πρασινοπώ, έως και σχεδόν μαύρο, και με συνδυασμούς όλων των παραπάνω, αν και με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν δημιουργηθεί αρκετά πιο πολύχρωμα μορφικά ζώα, και πολλά με γραμμές ή κηλίδες. Συνήθως τα σκουρότερα μέρη βρίσκονται στα πλευρά και τα εντονότερα στο κεφάλι και στο ραχιαίο μέρος. Τα χρώματα αυτού του γκέκο εντείνονται περισσότερο το βράδυ, όταν το ζώο βρίσκεται σε καλή διάθεση ή πολλή δραστηριότητα, ή μετά από ψέκασμα στην αιχμαλωσία και μάλλον μετά από βροχή στη φύση, ενώ τη μέρα θολώνουν. Τα αρσενικά μπορεί να είναι μεγαλύτερα απ’τα θηλυκά, και ξεχωρίζουν εύκολα από τη μεγάλη ημιπεϊκή διόγκωση που βρίσκεται πίσω απ’την αμάρα.

Η δραστηριότητά τους στη φύση είναι όπως είπα τη νύχτα, οπότε βγαίνουν απ’τις κρυψώνες τους προς αναζήτηση τροφής. Τρέφονται με μικρά έντομα, σαλιγκαράκια και προνύμφες, αλλά μεγάλο ποσοστό της διατροφής τους αποτελείται από υπερώριμα έως σάπια φρούτα, κυρίως συκοειδή, και νέκτρα. Κινούνται γρήγορα όποτε χρειάζεται, και μπορούν να πηδήξουν αρκετά μακριά με τα πισινά τους άκρα. Στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις δεν είναι συνήθως επιθετικά, κι όπως πολλά γκέκο επικοινωνούν κυρίως ηχητικά. Ευτυχώς η συμπεριφορά αυτή διατηρείται σχεδόν ακέραιη στην αιχμαλωσία, οπότε η παρατήρησή τους είναι ενδιαφέρουσα, ιδίως αν στεγάζονται πάνω από ένα.

Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά το 1866 από το Γάλλο φυσιοδίφη Guichenot, κι έκτοτε θεωρήθηκε εξαφανισμένο, ώσπου ανακαλύφθηκε τυχαία μετά από θύελλα το 1990. Από τότε οι πληθυσμοί του είναι γνωστοί, και πολλές φορές επιστήμονες τό’χουν μελετήσει στη φύση. Ο πληθυσμός ακόμα δεν απειλείται από την ανθρώπινη επέκταση, αν και είναι μικρός κι απομονωμένος, και άρα πιο ευαίσθητος στις απότομες μεταβολές οποιουδήποτε είδους. Τα τελευταία άτομα πιάστηκαν κι εξήχθησαν απ’τη Νέα Καληδονία το 1994, πριν τη θέσππιση του ισχύοντος νόμου που απαγόρεύει την εξαγωγή των άγριων ειδών της Νέας Καληδονίας. Επομένως όσα ερπετά αυτού του είδους έχουμε στην αιχμαλωσία σήμερα προέρχονται από γενιές αναπαραγωγών στην αιχμαλωσία, άρα το επιχείρημα των οικολόγων ότι δήθεν η κατοχή κατοικίδιων ερπετών επηρεάζει αρνητικά τους άγριους πληθυσμούς τους δεν ισχύει απολύτως καθόλου γι’αυτήν την περίπτωση τουλάχιστον. Η ιδρυτική ομάδα του σημερινού αιχμάλωτου πληθυσμού του είδους ήταν μόνο 200 περίπου άτομα σε ερευνητικούς σταθμούς της Αμερικής, τα οποία ωστόσο αποδείχθηκε πως είχαν μεγάλη γενετική ποικιλομορφία, ώστε σήμερα ακόμα δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές αρνητικές συνέπειες λόγω πιθανής αιμομιξίας, ενώ αντίθετα έχουν παραχθεί και συνεχίζουν να παράγονται πάρα πολλές νέες χρωματικές παραλλαγές. Εξαιτίας της ευκολίας διατήρησης και αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία, το γκέκο αυτό γρήγορα διαδόθκε σ’όλον τον κόσμο, οι αριθμοί του σίγουρα θ’ανέβηκαν στις χιλιάδες και παράλληλα η τιμή του έπεσε σημαντικά. Στην Ελλάδα ένα νεογέννητο κανονικό (μη μορφικό) άτομο για παράδειγμα κοστίζει 50-60 ευρώ, κάτι που θεωρώ κάπως πολύ μιας και το ελαφρώς δυσκολότερο αλλά πολύ πιο διαδεδομένο λεοπαρδαλώδες γκέκο (Eublepharis macularius) kοστίζει μόλις 30 ευρώ. Το λοφιοφόρο γκέκο πάντως κατέληξε να’ναι το δεύτερο δημοφιλέστερο γκέκο μετά το λεοπαρδαλώδες, ένα παλιό αγαπημένο των ερπετόφιλων ανά των κόσμο. Το λοφιοφόρο γκέκο είναι το μόνο είδος ερπετού που διαδόθηκε τόσο εύκολα στα πρόσφατα χρόνια.

Η διατήρηση αυτού του ερπετού είναι πανεύκολη όπως είπα και μπορεί να γίνει από σχεδόν οποιονδήποτε, ακόμα κι από κάποιον που κατά τα’άλλα δεν έχει σχέση με ερπετά. Ως δεντρόβια σαύρα θα χρειαστεί προτιμότερα ψηλότερο από μακρύ τερράριο, με ελάχιστες διαστάσεις 30χ30χ45 για ένα άτομο και με δυσκολία ένα ζευγάρι, αλλά φυσικά μπορεί να’ναι και μεγαλύτερο, όπως 40χ40χ60 για ένα ζευγάρι ή τρίο, ή και περισσότερο. Το περιβάλλον εσωτερικά μπορεί να διαμορφωθεί από πολύ απλά, όπως συνήθως γίνεται στις μεγάλες συλλογές εκτροφέων για εύκολο καθάρισμα, π.χ. με χάρτινους σωλήνες για αναρρίχηση και χάρτινο υπόστρωμα, έως αρκετά φυσικά, με φυσικό ξύλο, φυσικό έδαφος, αληθινά φυτά κλπ, ή κάτι ενδιάμεσο, όπως γίνεται συνήθως. Εμένα θα μ’άρεζε πολύ ένα φυσικό περιβάλλον, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο και θεωρώ αρκετά καλό και το παρόν μου σχήμα. Ως υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθαρή τύρφη, όπως είχε και ο προηγούμενος κάτοχος του γκέκο μου, μείγμα τύρφης και χώματος, μείγμα χώματος και άμμου, ή και χαρτιά, αλλά το βασικό είναι σ’όλες τις περιπτώσεις οι κόκκοι του υποστρώματος να’ναι λεπτοί για να μην προκαλέσουν εντερική ενσφήνωση στο ζώο αν καταποθούν. Ακόμα και τα μικρά κομματάκια χαρτιού μπορεί να καταποθούν, όπως διάβασα σε μια πρόσφατη περίπτωση νεογέννητου γκέκο στο φόρουμ, το οποίο ευτυχώς αφόδευσε το χαρτί έπειτα. Από διακοσμήσιες μπορούν να τοποθετηθούν διάφορες, όπως λεία κλαδιά, πλαστικά φυτά με βάση ή βεντουζωμένα στα τιχώματα, ή και χερσαίες κρυψώνες, π.χ. από κομμένες καρύδες ή φλοιούς τις οποίες μπορεί περιστασιακά να χρησιμοποιούν. Σ’ένα σύνηθες ημιφυσικό περιβάλλον τοποθετούνται συχνά ζωντανά φυτά που αντέχουν το κλίμα του τερραρίου, τα οποία παραμένουν μέσα στις γλάστρες τους για ευκολότερο καθάρισμα. Η διακόσμηση θά’ναι καλή εάν υπάρχουν μέρη όπου το γκέκο κρύβεται εντελώς χωρίς να φαίνεται απ’έξω τη μέρα. Αυτό και θα το προστατεύει απ’το φως της μέρας και θα του δίνει αίσθηση ασφάλειας και συνεπώς λιγότερο στρες. Αν και τα γκέκο αυτά πίνουν τις σταγόνες του νερού μετά το ψέκασμα στο τερράριο, το οποίο θα πρέπει να γίνεται περίπου 2 φορές τη μέρα, μια το πρωί και μια καλή το βράδυ, ένα μπολάκι νερού απ’όπου περιστασιακά πίνουν και το οποίο ανέβάζει την υγρασία επίσης είναι καλό. Ο προηγούμενος κάτοχος δεν είχε, εγώ μετά από λίγο όμως έβαλα. Ο ελλειπής ψεκασμός μπορεί να οδηγήσει σε κακή έκδυση ή αφυδάτωση. Η τροφή θα πρέπει επίσης να βρίσκεται σ’ένα μικρό δοχείο ώστε να μη λερώνει το χώρο και το ζώο να την βρίσκει εύκολα, όπως ένα καπάκι μπουκαλιού νερού που χρησιμοποιώ εγώ. Η υγρασία θα πρέπει να κυμαίνεται από 50% έως 80%, το οποίο επιτυγχάνεται παραπάνω από καλά με τους καθημερινούς ψεκασμούς στα συγκεκριμένα διαστήματα της μέρας. Μεταξύ των ψεκασμών ωστόσο η ατμόσφαιρα θα πρέπει να στεγνώνει, για ν’αποτραπεί η ανάπτυξη της μούχλας. Ως νυκτόβιο ζώο, η σαύρα αυτή δε χρειάζεται κάποιον επιπλέον φωτισμό εκτός απ’αυτόν του δωματιου για να καταλαβαίνει τη φωτοπερίοδο, αλλά αν υπάρχουν πολλά φυτά και το περιβαλλοντικό φως δεν αρκεί, θα χρειαστεί μια λάμπα φθορισμού για φυτά. Η χρήση της λάμπας υπεριώδους ακτινοβολίας β, η οποία προκαλεί τη σύνθεση στο δέρμα της βιταμίνης d3, ωφέλιμης για το μεταβολισμό του ασβεστίου στα περισσότερα σπονδυλωτά, που χρειάζεται οπωσδήποτε για τα ημερόβια ερπετά, δεν είναι απαραίτητη γι’αυτές τις νυκτόβιες σαύρες, αν και ορισμένοι κάτοχοι που χρησιμοποιούν μια ελαφριά (περίπου 2% υπεριώδους ακτινοβολίας) για λίγες ώρες τη μέρα αναφέρουν περιστασιακά έξοδο του γκέκο απ’την κρυψώνα για να λιαστεί και ένταση των χρωμάτων, αν και γενεές επί γενεών τέτοιων γκέκο έχουν ζήσει χωρίς αυτήν. Θεωρείται ωστόσο πως ακόμα και τα νυκτόβια ερπετά στη φύση λαμβάνουν λίγη ακτινοβολία απ’τα φυλλώματα όπου κρύβονται ή και βγαίνουν για λίγο να λιαστούν, κι επειδή το δέρμα τους είναι πολύ ευαίσθητο σ’αυτήν την ακτινοβολία, συνήθως λίγα λεπτά έκθεσης τη μέρα αρκούν. Όσον αφορά τη θερμοκρασία, οι σαύρες αυτές είναι απ’τα λίγα ερπετά που λειτουργούν και απαιτούν δροσερό κλίμα. |Αυτό είναι και καλό, εφόσον θερμαντικοί εξοπλισμοί δε χρειάζονται, αλλά και αρνητικό, αφού αυτό σημαίνει πως δε θ’αντέχουν τόσο πολύ στη ζέστη του καλοκαιριού. Η θερμοκρασία δωματίου (22-24 βαθμοί Κελσίου) είναι κατάλληλη, με μια καλή κλίμακα λειτουργικών θερμοκρασιών μεταξύ των 22 και των 27 βαθμών Κελσίου για το περισσότερο του χρόνου, με προσοχή οι θερμοκρασίες να μην ανεβαίνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω απ’τους 30 βαθμούς. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 18-21 χωρίς πρόβλημα. Κατά την προετοιμασία ωστόσο των ενηλίκων για αναπαραγωγή για δύο μήνες το χειμώνα, η θερμοκρασία θα πρέπει να πέσει ακόμα χαμηλότερα, γύρω στους 15-20 βαθμούς, με τις χαμηλότερες της κλίμακας το βράδυ. Σ’αυτήν τη φάση τα ζώα θά’χουν επιβραδυμένο μεταβολισμό, με μειωμένη πρόσληψη τροφής και κινητικότητα, αλλ’αυτό είναι φυσιολογικό και δεν επιβαρύνει την υγεία τους.

Ένα ακόμα θετικό στη διατήρηση αυτών των σαυρών είναι η ευκολία στη διατροφή τους. Εκτός του ότι τρώνε λίγο, τα πράγματα που τρώνε είναι εύκολο να βρεθούν και να παρασκευαστούν – όπως προανέφερα είναι κυρίως φρουτοφάγες. Η βάση της διατροφής μπορεί ν’αποτελείται λοιπόν από έτοιμες φρουτόκρεμες πασπαλισμένες με σκόνη ασβεστίου και d3, ή σπιτικά μείγματα κατάλληλων φρούτων πάλι πασπαλισμένα, ή υπερώριμα αλλά και ψιλοσάπια φρούτα πάλι πασπαλισμένα όποτε βρίσκονται. Όλα τα φρούτα μπορούν να φαγωθούν, εκτός από τα εσπεριδοειδή, και ό,τι άλο ξινό ή άγουρο. Εκτός του ότι δεν ανέχονται τις ξινές γεύσεις, το στόμα τους είναι αρκετά αδύναμο για να κόψει σκληρά φρούτα, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να γλείφουν την επιφάνεια των ζουμερών και πολτοποιημένων φρούτων. Επίσης δε θα πρέπει να τρώνε μέλι, μιας κι αυτό είναι πολύ πηχτό και μπορεί να δυσκολέψει πολύ τις σαύρες κατά την κατάποση, κι επίσης περιέχει υπερβολικά ποσοστά σακχάρων, αν κι αναμεμειγμένο σε μικρή ποσότητα μ’άλλα υλικά δε βλάπτει. Φρούτα υψηλότερα σε ασβέστιο είναι η παπάγια και το μάγκο (περίπου αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 4/1), και το σύκο (2/1), ενώ το χαμηλότερο σε ασβέστιο είναι η μπανάνα (1/3), η οποία ως εκ τούτου θα πρέπει να δίνεται σπάνια ή καλά πασπαλισμένη. Κοινότερα φρούτα όπως το μήλο, το αχλάδι, το πεπόνι, το καρπούζι, η φράουλα, το ακτινίδιο, το ροδάκινο, το δαμάσκινο, το βερίκοκο κλπ έχουν μια ισορροπημένη αναλογία περίπου στο (1/1), τα περισσότερα ερπετά όμως – κι αυτή η σαύρα δεν αποτελεί εξαίρεση – χρειάζονται απαραίτητα αναλογία ασβεστίου φωσφόρου τουλάχιστον 2/1, οπότε κι αυτά τα φρούτα θα πρέπει να πασπαλίζονται. Η σκόνη αυτή ασβεστίου και βιταμίνης d3 είναι λοιπόν απαραίτητη για τη σωστή θρέψη της σαύρας. Θα πρέπει λοιπόν μια πρέζα της να πασπαλίζεται σχεδόν σε κάθε γεύμα και ν’ανακατεύεται με το υλικό, ώστε να ενσωματωθεί. Συμπληρώματα άλλων βιταμινών και μετάλλων πρακτικά δε χρειάζονται, αφού τα γκέκο τα παίρνουν από τη διατροφή. Προσοχή, όταν πρόκειται ν’αγοράσετε σκόνη, να βεβαιωθείτε οπωσδήποτε πως περιέχει και d3 εκτός από ασβέστιο. Η επιπλέον πρωτεΐνη μπορεί να παρασχεθεί με προσθήκη λίγου γιαουρτιού 0% στα σπιτικά μείγματα ή καθαρού ασπραδιού αβγού, χωρίς το λιπαρό κρόκο, ενώ οι φρουτόκρεμες έχουν συνήθως κάποια πρωτεΐνη. Το γιαούρτι είναι το μόνο γαλακτοκομικό προΪόν στο οποίο η λακτόζη στο μεγαλύτερο ποσοστό έχει ζυμωθεί απ’τους μύκητες και τα βακτήρια, με αποτέλεσμα να μην προκαλεί προβλήματα στα περισσότερα ζώα που είναι δυσανεκτικά στη λακτόζη. Φυσικά ο καλύτερος τρόπος είναι με έντομα όπως γρύλλους, κατσαρίδες, αλευροσκούληκα, και σπάνια γιατί είναι πολύ λιπαρά και κηροσκούληκα, τα οποία θα πρέπει νά’ναι πασπαλισμένα με το συμπλήρωμα μιας και είναι χαμηλά σε ασβέστιο και νά’χουν μήκος όσο η διάμετρος του κεφαλιού της σαύρας, η οποία θα τα κυνηγήσει και θα τα καταπιεί ολόκληρα, κάτι που σίγουρα θα ενεργοποιήσει τα κυνηγετικά της ένστικτα και θα της κάνει τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα. Η απουσία εντόμων ωστόσο απ’τη διατροφή δε θα βλάψει σε καμία περίπτωση το ζώο. Ένα γεύμα 2-3 εντόμων την εβδομάδα ή και πιο σπάνια αρκεί, θα πρέπει να θυμόμαστε πως το γκέκο αυτό δεν είναι πολύ εντομοφάγο ούτε στη φύση. Τέλος ένα ακόμα καλό με τη διατροφή αυτών των ερπετών είναι η ύπαρξη ενός έτοιμου παρασκευάσματος που περιέχει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία και αποδεδειγμένα είναι πλήρες χωρίς καμία άλη τροφή ή συμπλήρωμα, της διατροφής για λοφιοφόρα γκέκο (crested gecko diet ή cgd) του Ιαπωνεζοαμερικανού εκτροφέα τέτοιων γκέκο Alen Repashi, το οποίο τώρα εμπορεύεται η εταιρεια T-rex, και δυστυχώς σχεδόν ποτέ δεν πωλείται στην Ελλάδα, αλλά μπορεί να παραγγελθει απ’το Διαδίκτυο. Η τροφή αυτή βασίζεται κυρίως στα φρούτα μ’ένα πρωτεΐνικό συμπλήρωμα, με επιπλέον βιταμίνες, μέταλλα κι ασβέστιο, και είναι μια σκόνη που αναμειγνύεται σε αναλογία 1 προς 2 με νερό πριν την προσφορά. Φυσικά οι σαύρες θα εκτιμήσουν λίγο παραπάνω ποικιλία με περιστασιακά φρούτα και λίγα έντομα. Αρκετοί κάτοχοι εναλλάσουν τα φρούτα, τα έντομα και την έτοιμη τροφή για ποικιλία σύμφωνα μ’ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα που φτιάχνουν. Όπως οι περισσότερες σαύρες, έτσι κι αυτό το είδος έχει χαμηλό μεταβολισμό, κι ως ενήλικη θα πρέπει να τρώει 2-3 φορές την εβδομάδα, ενώ μέχρι τους 5 μήνες καθημερινά και μέχρι το χρόνο κάθε 2 μέρες. Η τροφή που δε φαγώθηκε μπορεί να μείνει για μια ακόμα μέρα στο τερράριο χωρίς πρόβλημα, τα έντομα ωστόσο συνίσταται ν’απομακρύνονται αν δεν είναι περιορισμένα κάπου διότι μπορεί να τραυματίσουν τη σαύρα τσιμπολογώντας την, αν κι αμφιβάλλω ότι θα μπορούν να προλάβουν τη συγκεκριμένη, ιδίως πάνω στα κλαδιά. Η σίτιση γίνεται το βράδυ.

Τα γκέκο αυτά αναπαράγονται πολύ εύκολα στην αιχμαλωσία. Μπορούν να διατηρηθούν σε ομάδες για καλύτερη αναπαραγωγή ενός αρσενικού και 2-3 θηλυκών, αλλά κι ως ζευγάρια τα πάνε καλά, αν και μπορεί το αρσενικο να υπερενοχλεί το μόνο θηλυκό που θα υπάρχει τότε. Δύο αρσενικά δε θα πρέπει να στεγάζονται μαζί γιατί μαλώνουν έντονα, ιδίως στην παρουσία θηλυκού. Μαλώματα και μικροεντάσεις μπορεί ωστόσο να συμβούν όμως κάποτε σε οποιοδήποτε σχήμα συμβίωσης, με κόστη όπως δαγκώματα ή και αυτοτομές. Η συγκατοίκηση ωστόσο πάνω από ενός γκέκο σε κατάλληλου μεγέθους χώρο είναι ωφέλιμη και για τις σαύρες, οι οποίες έχουν ευκαιρία κοινωνικής αλληλεπίδρασης, αλλά και για τους παρατηρητές οι οποίοι μπορούν να παρατηρήσουν πιο πολύπλοκη κοινωνική συμπεριφορά, να δουν την αναπαραγωγική διαδικασία και ν’ακούσουν τους ήχους επικοινωνίας.

Το ζευγάρι ή η ομάδα λοιπόν θα πρέπει να διαχειμάσει στην παραπάνω χαμηλή θερμοκρασία για ενάμισι-δύο μήνες, κι έπειτα να βρεθεί μαζι εάν ως τότε τα ζώα έμεναν χωριστά. Το θηλυκό προς αναπαραγωγή δε θα πρέπει να’ναι ελαφρότερο των 35-40 γραμμαρίων, μείον το 10% εάν δεν έχει ουρά, και θα πρέπει να τρώει καλά. Οι δύο ενδολεμφικοί σάκοι στο πίσω μέρος του στόματός του, οι οποίοι αποθηκεύουν ασβέστιο και υπάρχουν σε πολλά γκέκο θα πρέπει να φαίνονται γεμάτοι και να μην αδειάζουν κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας. Εάν λοιπόν αυτές οι προοΫποθέσεις πληρούνται, τα ζώα μπορούν ν’αναπαραχθούν. Σύντομα μετά το ανέβασμα της θερμοκρασίας σε φυσιολογικά επίπεδα, θ’αρχίσουν τα ζευγαρώματα, με το αρσενικό ν’ανεβαίναι πάνω στο θηλυκό, να του πιάνει το λαιμό κι έπειτα να το γονιμοποιεί. Περίπου 30-40 μέρες μετά τη γονιμοποίηση, το θηλυκό θα ψάξει υγρό έδαφος για ν’αποθέσει τα αβγά του, το οποίο θα πρέπει να του παρασχεθεί σ’ένα μικρό σκεύος ως τύρφη, τυρφόχωμα ή αμμόχωμα, όπου αρχικά θα σκάβει δοκιμαστικά. Το σκεύος μπορεί νά’χει μόνο ένα στενο άνοιγμα εισόδου για τη δημιουργία ασφαλούς αισθήματος στη σαύρα κατά τη γέννα. Εάν υπάρχουν φυτά θα γεννήσει μέσα στις γλάστρες, ενώ σε φυσικο υπόστρωμα μπορεί να γενήσει οπουδήποτε, συνήθως όμως κοντά στις ρίζες των φυτών. Όπως σ’όλα τα γκέκο, κάθε φορά γεννιούνται μόνο δύο αβγά, τα οποία στο συγκεκριμένο είδος δε διακρίνονται εύκολα απ’το εξωτερικό του θηλυκού όπως γίνεται π.χ. στο λεοπαρδαλώδες γκέκο. Μια θηλυκιά μπορεί να γενήσει 7 φορές σε διάστημα 4 εβδομάδων ή και λιγότερο, και θα συνεχίζει ν’αναπαράγεται για όλον τον υπόλοιπο χρόνο θεωρητικά χωρίς τέλος. Επειδή όμως αυτό επιβαρύνει υπερβολικά το θηλυκό και μπορεί να βραχύνει τη διάρκεια ζωής του, θα πρέπει κάθε χειμώνα να περνά από χαμηλές θερμοκρασίες ή να χωρίζεται απ’το αρσενικό για ξεκούραση. Ένα θηλυκό μπορεί να κατακρατήσει το σπέρμα του αρσενικού κι επομένως να γεννήσει λίγα ακόμα γονιμοποιημένα αβγά ακόμα και χωρίς αρσενικό. Τα αβγά έχουν μήκος περίπου 2,5 εκατοστών και πλάτος ενός, και ζυγίζουν περίπου 1,5-2 γραμμάρια. Μετά την εναπόθεσή τους θα πρέπει να μεταφερθούν σ’ένα ρηχό δοχείο γεμάτο με υγρό περλίτη, βερμικουλίτη ή κάποιο παρόμοιο και προτιμότερα αποστειρωμένο υλικό για επώαση, όπου θα θαφτούν περίπου μέχρι τη μέση με τον ίδιο προσανατολισμό όπως γεννήθηκαν. Σε περίπτωση που τα αβγά δε βρεθούν, συνήθως εκκολάπτονται μέσα στο τερράριο των ενηλίκων, όπου όμως οι συνθήκες παρακολουθούνται δυσκολότερα, τα μικρά πάντως δεν κινδυνεύουν να φαγωθούν από τα ενήλικα, γιατί το είδος δεν είναι κανιβαλιστικό, αν και μπορεί να στρεσάρονται απ’την παρουσία τους. Με το υπερβολικό νερό, ιδίως προς το τέλος της επώασης, ενδέχεται τα έμβρυα να πνιγούν ενώ με μη αποστειρωμένα υλικά όπως κανονικό χώμα ενδέχεται τα αβγά να μουχλιάσουν, αν και τα αβγά του συγκεκριμένου είδους αντέχουν εκπληκτικά κααλά σε περιπτώσεις ελαφριάς μυκητικής προσβολής. Τα αβγά επωάζονται σε θερμοκρασίες από 22-25 έως και 28 βαθμούς, με ιδανικοτερες αυτές στη μέση της κλίμακας, οι οποίες μπορούν να πέφτουν λίγο το βράδυ χωρίς πρόβλημα, για χρόνο αντιστρόφως ανάλογο της θερμοκρασίας από 60 έως 75 μέρες. Είναι επομένως ερπετό που μπορεί να εκκολαφθεί και σε θερμοκρασία δωματίου. Αν και δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα εάν η θερμοκρασία επηρεάζει το φύλο των απογόνων, πολλοί εκτροφείς έχουν παρατηρήσει μια σταθερή σχέση εκκόλαψης πολύ περισσότερων αρσενικών στα ανώτερα και στα κατώτερα όρια της επιτρεπτής κλίμακας, και ελαφρώς υψηλότερο ποσοστο θηλυκών στη μέση. Θερμοκρασίες πάνω από 32 βαθμούς σκοτώνουν τα έμβρυα. Μετά την εκκόλαψη λοιπόν τα νεαρά σαυράκια θα αλλάξουν το πρώτο δέρμα τους, κι αρχικά θα τρέφονται ακόμα από τα απομεινάρια του λεκηθικού σάκου, ώστε δε θα χρειαστούν τροφή μέχρι περίπου 2-3 μέρες μετά, η οποία είναι η ίδια μ’αυτήν των ενηλίκων με τις ανάλογες προσαρμογές στο μέγεθος φυσικά. Τα μικρά έχουν περίπου 5 εκατοστά ολικό μήκος κι αναπτύσσονται με μέτριο ρυθμό. Μέχρι τα 10 εκατοστά μπορούν να συστεγάζονται, οπότε μετά θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός κατά φύλα. Θα ωριμάσουν γεννητικά σε 14 περίπου μήνες, αν και τα θηλυκά είναι καλό να κρατηθούν λίγο περισότερο πριν αναπαραχθούν για να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο κι άρα να’χουν περισσότεερα αποθέματα για τις καταπονήσεις της αναπαραγωγής. Εξαιτίας της πρόσφατης εισαγωγής του ερπετού αυτού στο χόμπι, η διάρκεια ζωής του δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, εφόσον πολλά απ’τα πρώτα άτομα ζουν ακόμα, αν και υπολογίζεται στα 15-20 χρόνια με τη σωστή φροντίδα σύμφωνα μ’αυτήν άλλων παρόμοιων γκέκο.

Με σωστή φροντίδα σπάνια εκδηλώνονται προβλήματα υγείας. Το συχνότερο είναι η μεταβολική νόσος των οστών, μια ομάδα παθήσεων προκαλούμενων από έλλειψη ασβεστίου ή βιταμίνης d3 στη διατροφή, ώστε ο οργανισμός του ζώου να παίρνει το απαιτούμενο ασβέστιο για την καρδιακή, τη νευρική λειτουργία κλπ από τα οστά, με αποτέλεσμα αυτά ν’αδυνατίζουν και να παραμορφώνονται. Στα πρώτα στάδια η ουρά ίσως κάμπτεται παράξενα, το σαγόνι μπορεί να φαίνεται πιο μαλακό, αργότερα τα άκρα θα πρηστούν και τα οστά του ζώου θα’ναι επιρρεπέστερα σε κατάγματα, ενώ στο τελικό στάδιο η έλλειψη ασβεστίου μπορεί να επηρεάσει το νευρικο σύστημα προκαλώντας τρόμο και παράλυση. Τα πρώτα στάδια μπορούν ν’αναστραφούν με άμεση διόρθωση της διατροφής χωρίς μόνιμες βλάβες, δυστυχώς όμως οι παραμορφώσεις των επόμενων σταδίων θα παραμείνουν για όλη τη ζωή του ζώου ακόμα και με τη θεραπεία του προβλήματος. Ζώα τελικών σταδίων σπάνια επιβιώνουν. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η παχυσαρκία που προκαλείται από υπερβολικά σακχαρώδεις τροφές όπως οι φρουτόκρεμες. Επίσης ένα μοναδικό πρόβημα σ’αυτό το είδος είναι το σύνδρομο της χαλαρής ουράς (floppy tail syndrome), το οποίο εμφανίζεται σε μερικά ζώα που αναπαύονται ανάποδα στο γυαλί του περιβάλλοντός τους χωρίς να πιάνουν την ουρά τους πουθενά, οπότε πέφτει αυτή προς τα κάτω επιβαρύνοντας και ενίοτε παραμορφώνοντας τα λεκανιαία οστά, κάτι που μπορεί να είναι ιδιαίτερα βλαβερό στα θηλυκά που θα γεννήσουν αβγά. Η μόνη ριζική θεραπεία είναι η πρόκληση αυτοτομής της ουράς. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι εμφάνισης αυτής της πάθησης, ίσως όμως έχει να κάνει μερικές φορές με έλλειψη ασβεστίου ή γενετικά αίτια που προκαλούν μια αρκετά αδύναμη ουρά. Μικροτραυματισμοί μπορούν να προκληθούν από μαλώματα, προσκρούσεις με αιχμηρά αντικείμενα και παρόμοιες αιτίες, και θα πρέπει να φροντίζονται με μπεταντίν ή παρόμοιο αντισηπτικό κι ένα καθαρό περιβάλλον όπου θα επουλωθούν. Σε περίπτωση που μολυνθούν η κατάσταση δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο, μιας και οι εξειδικευμένοι στα ερπετά κτηνίατροι είναι λίγοι στη χώρα μας κι ακόμα λιγότεροι ή πρόθυμοι αυτοί που θα δοκιμάσουν να θεραπεύσουν ένα τόσο μικρό ζώο. Μια αναζήτηση σε ερπετολογικές σελίδες στο Διαδίκτυο θα δώσει απλούς τρόπους προσπάθειας θεραπείας αυτών των καταστάσεων. Το ίδιο όσον αφορά τη δυσκολία θεραπείας ισχύει και γι’άλλες σοβαρότερες καταστάσεις όπως σοβαρή μεταβολική νόσος των οστών, αναπνευστικές μολύνσεις, χρόνια αποστήματα κλπ. Ακόμα η χαμηλή υγρασία μπορρεί θεωρητικά να προκαλέσει προβλήματα στην έκδυση με ξερό παλιό δέρμα να περισφίγγει τα δάχτυλα ή την άκρη της ουράς προκαλώντας διακοπεί της κυκλοφορίας, νέκρωση και τελικά πτώση τους, αν κι αυτό στην περίπτωση του συγκεκριμένου γκέκο που χρειάζεται έτσι κι αλλιώς υψηλή υγρασία για ενυδάτωση δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Όσον αφορά την έκδυση, αυτή είναι αρκετά γρήγορη διαδικασία που γίνεται το βράδυ, οπότε το γκέκο αρχίζει να γλείφει για ν’αποσπάσει τα κομμάτια του παλιού δέρματος κοντά στο ρύγχος, κι έπειτα με τρίψιμο κινείται στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα συνήθως καταναλώνεται ολόκληρο για την ανάκτηση των θρεπτικών συστατικών που περιέχει, και γι’αυτό σχεδόν δεν εντοπίζεται. Τέλος ιδιαίτερη περίπτωση στους τραυματισμούς αποτελεί η αυτοτομή της ουράς, για την οποία δε χρειάζεται καμια σημαντική παρέμβαση πέρα από ένα κάπως καθαρότερο περιβάλλον προσωρινά ώστε ν’αποτραπεί η μικρή πιθανότητα της μόλυνσης, διότι τα αγγεία στο σημείο της αυττοτομής συσπώνται αμέσως σταματώντας την αιμοραγία. Άλλες σαύρες του είδους δε θ’απορρίψουν την ουρά τους ακόμα και σε τρομακτικές καταστάσεις, ενώ μερικές μπορούν να τη ρίξουν φαινομενικά αναίτια, συνήθως όμως πέφτει έπειτα από σφίξιμό της κατά το χειρισμό, κατά κάποιο ατύχημα, ή από επιθέσεις άλλων γκέκο σ’αυτήν, ή σπάνια από απότομο αιφνιδιασμό. Ένα άνουρο γκέκο έχει την ίδια αξία μ’ένα ολόκληρο και μπορεί να λειτουργήσει όπως ακριβώς ένα ολόκληρο, εκτός ότι δε θά’χει την ουρά του για να πιάνεται απ’τα κλαδιά και μ’αυτήν.

Αν και γενικά τα δεντρόβια γκέκο δε ενδείκνυνται για χειρισμό, το συγκεκριμένο είναι κατάλληλο λόγω του δυνατού του σώματος και της ήρεμης συμπεριφοράς, αν και πάλι μερικές φορές μπορεί να πηδήξει εντελώς ξαφνικά. Θα πρέπει να πιάνεται απ’το σώμα, όχι απ’την ουρά, και περισσότερο να τοποθετείται πάνω στα χέρια όπου μπορεί να ψάχνει μόνο του, παρά να πιάνεται σφιχτά. Τέτοιος χειρισμός μπορεί να γίνεται καθημερινά ή πιο σπάνια, το πολύ για 15 λεπτά ώστε να μη στρεσάρεται η σαύρα.

Το δικό μου γκέκο ζει σ’ένα ψηλό τερράριο 30χ30χ45 εκατοστών, με τρία κομμάτια μπαμπού όπως φαίνεται στη φωτογραφία, ένα πυκνόφυλλο πλαστικό φυτό βεντουζωμένο στο πίσω μέρος, ένα άλλο στα δεξιά, ένα κλαδί πλαστικού φυτού που έπειτα πρόσθεσα εγώ προς τα αριστερά και κάτω μπροστά, ένα μπολ νερού, μια μισή καρύδα για χερσαία κρυψώνα στη γωνία πίσω δεξιά, και υπόστρωμα σκληρού χαρτιού. Έναν κύλινδρο χαρτιού κουζίνας που του’βαλα για επιπλέον κρυψώνα παραδόξως δεν τον αγγίζει, μάλλον επειδή προτιμά τις φυλλωσιές. Η αγαπημένη του κρυψώνα είναι ανάμεσα στα φύλλα του πίσω φυτού, αν και περιστασιακά μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στον κύλινδρο και στο φυτό αριστερά ή πιο σπάνια μέσα στην καρύδα, ενώ κανένα 2-3 φορές την έχω πετύχει κάτω από μια μεγάλη δίπλωση που κάνει κάτω το χαρτί. Τη μέρα παρατήρησα ότι σπάνια κινείται, ενώ το βράδυ συχνά το ακούω να κάνει βόλτες, αν κι όχι συνέχεια φυσικά, είναι ερπετό άλλωστε με χαμηλό μεταβολισμό και δε μπορεί να σπαταλά ενέργεια σε άσκοπες κινήσεις. Αν και η θερμαντική πλάκα δε λειτουργεί, το γκέκο έχει δύο περιοχές αυξημένης θερμοκρασίας γι’αρκετές ώρες της ημέρας: το τροφοδοτικό του υπολογιστή που βρίσκεται πάνω στη σίτα του τερραρίου και θερμαίνεται όποτε φορτίζει ο υπολογιστής μου, και το ρούτερ της διαδικτυακής σύνδεσης, που βρίσκεται πίσω και δεξιά στο τερράριο, και είναι αναμένο σχεδόν όλη τη μέρα και νορίς το βράδυ. Το τερράριο ανοίγει μ’ένα δίφυλλο γυάλινο πορτάκι που καταλαμβάνει σχεδόν όλο το μπροστινό του μέρος, καθώς και απ’το σίτινο καπάκι από πάνω, το οποίο ανοίγω μόνο για το καθάρισμα. Ψεκάσματα δέχεται δύο φορές τη μέρα, ένα ελαφρύ το πρωι ή το μεσημέρι κι ένα καλό το βράδυ, μεταξύ των οποίων το τερράριο στεγνώνει πλήρως. Το τάισμα γίνεται μετά από περίοδο νηστίας 2 ή 3 ημερών, οπότε αφήνω μια ποσότητα τροφής σ’ένα καπάκι μπουκαλιού νερού την οποία θα φάει σχεδόν εντελώς μέσα σε δύο μέρες. Πρόσεξα ότι όσο πιο πεινασμένο είναι το γκέκο τόσο πιο πολύ θα φάει, αλλά δεν το αφήνω να πεινάσει πάνω από 3 μέρες. Σήμερα είναι μέρα ταΐσματος. Όταν τρώει στήνω αφτί κι ακούω τον ήχο του γλειψήματος της τροφής του. Μια φορά επίσης το είχα παρατηρήσει να γλείφει τις σταλίτσες μετά από ένα καλό ψέκασμα, με παρόμοιο ήχο. Ο χειρισμός, που ξεκίνησε μια βδομάδα μετά την προσαρμογή, γίνεται συνήθως κάθε 2 μέρες, αν κι έχει τύχει να τον παραμελήσω για 4 μέρες. Στην ουσία γίνεται για να συνηθίσει το ζώο το πιάσιμο κάπως και να μπορώ εγώ να παρατηρώ ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς του από πιο κοντά. Η σαύρα δεν ωφελείται έτσι κι αλλιώς απ’την επαφή μαζί μου, αν και πάλι πιστεύω πως αντιμετωπίζει νέες παραστάσεις και καταστάσεις, που αλλιώς δε θα μπορούσε να συναντήσει στο χώρο της. Ο χειρισμός διαρκεί για λιγότερο από 10 λεπτά κατά τον οποίον γίνονται οι διάφορες παρατηρήσεις, τις οποίες θ’αναλύσω παρακάτω.

Κάθε ζώο λοιπόν το οποίο είναι αρκετά μικρό και στο οποίο μπορώ ν’απλώσω τα χέρια μου γίνεται υποκείμενο διαφόρων παρατηρήσεων και πειραμάτων. Ακόμα και τα παιδάκια δεν είναι εκτός στόχου. Τα πειράματα αυτά έχουν νευρολογικό/ψυχολογικό ενδιαφέρον και δεν προκαλούν προβλήματα στα υποκείμενά τους, συνήθως ωστόσο κάνω απλές, μη παρεμβατικές παρατηρήσεις. Γενικώς έχω παρατηρήσει την κίνηση αυτής της σαύρας, η οποία είναι όπως των περισσότερων άλλων, με σύγχρονη κίνηση των άκρων πρώτα της μια ςπλευράς και μετά της άλλης. Τα άκρα αυτά κολλούν παντού, αν και επανειλημμένα έχω παρατηρήσει πως αν και μπορεί, αποφεύγει να στέκεται ανάποδα σε μια επιφάνεια. Η ουρά χρησιμεύει στο καλύτερο πιάσιμο, στην ομαλότερη κατάβαση από ψηλά και στο κράτημα μιας επιφάνειας. Σχεδόν αντανακλαστικά το άκρο της κάμπτεται και προσκολλάται σε όποιο αντικείμενο την αγγίξει από κάτω. Επίσης δονώντας το δάχτυλό μου κάτω απ’την ουρά, αυτή σφιγκόταν περισσότερο ωσάν να προσπαθούσε να πιαστεί από ένα κλαδί που το κουνούσε ο αέρας. Σε περίπτωση που η σαύρα πιάνεται απ’το σώμα και η ουρά βρίσκεται στον αέρα, θα την φέρει κι αυτήν κοντά της για καλύτερο κράτημα. Δεν κάνει ακροβατικά ωστόσο με την ουρά όπως κρεμάσματα απ’τα κλαδιά, ούτε τη χρησιμοποιεί για άλματα όπως νόμιζα. Τα άλματα τα κάνει με τα πίσω της άκρα, τα οποία αν και μικρά μπορούν να την προωθήσουν κοντά στα 30 εκατοστά. Πηδάει συνήθως σε περιπτώσεις που χρειάζεται γρήγορη κίνηση, π.χ. όταν την πλησιάζω πάλι πίσω στις φυλωσιές του τερραρίου της, όταν τρομάξει απότομα (σπάνιο, η συγκεκριμένη είναι αρκετά ήρεμη), ή, όπως πρόσεξα επανειλημμένα, όταν βρίσκεται σε ανοιχτό χώρο και υπάρχει κάποιο ορατό ψηλό στοιχείο, π.χ. το χέρι μου, δυο φορές το κεφάλι μου (πήδηξε πάνω στη μύτη μου), ένα χαρτί, κλπ. Πριν ένα άλμα συσπιρώνεται με το κεφάλι προς τα πάνω προς στην κατεύθυνση που θέλει να πεταχτεί, αν κι αυτό δεν είναι εμφανές σε περιπτώσεις που ετοιμάζεται να πηδήξει από ψηλά, π.χ. απ’το χέρι σας όταν είστε όρθιοι. Τις έχω κάνει επίσης πειράματα ισορροπίας εκτός από τα παραπάνω με τη χρήση της ουράς, τα οποία δε μπορούν να επαναλειφθούν για ανατομικούς λόγους. Την έχω βάλει να πιαστεί πάνω στον αντίχειρά μου ή σε άλλο δάχτυλο, όπου κουλουριάζεται και πιάνεται μ’όλα της τα άκρα, κι όπως κι αν την γυρίσω δε θα πέσει. Έπειτα, αν το χέρι μείνει σταθερό, θ’αρχίσει να προχωρά πάνω στο χέρι και μετά στη μπλούζα μου, παρά να πηδάει κάπου αλλού. Επίσης όταν σκαρφαλώνει ανυποψίαστη πάνω σ’ένα χαρτί και μετά το γυρίσω προς τα κάτω απότομα, συνήθως δεν προλαβαίνει και πέφτει. Στη φύση πιθανότατα τα πολλά σημεία επαφής στα κλαδιά και στα φύλλα θ’απέτρεπαν αυτήν την κατάληξη. Το είδος γενικώς δε φοβάται καθόλου τα ύψη, αφού είναι εξελιγμένο γι’αυτά, και συμπεριφέρεται εντελώς φυσιολογικά, όπως εμείς στο έδαφος. Τέλος ενδιαφέρουσα ήταν μια έξοδος στο μπαλκόνι που την έκανα ένα μεσημέρι με ήλιο. Η σαύρα απέφευγε πάντοτε τον ήλιο, και παρότι άκουγε ήχους απ’έξω κι έβλεπε τον ήλιο δεν αντέδρασε καθόλου διαφορετικά, όπως λένε για παράδειμα ότι παρατηρούν σε μεγάλα κι εξυπνότερα ερπετά όπως στις πράσινες ιγκουάνες ή στους γενειοφόρους δράκους. Την πήγα κοντά στην αραουκάριά μου και για λίγο την άφησα πάνω της για να δω μήπως έχει κάποια γενετικά καταγεγραμμένη εικόνα για το δέντρο αυτό που βρίσκεται παντού στο φυσικό της περιβάλλον, αλλά δε μου φάνηκε να συγκινείται. Ανάμεσα στα πλατιά και σκιερά φύλλα της μπανανιάς ωστόσο φώλιασε, μάλλον για να κοιμηθεί. Στο χώμα μετακινείται κανονικά, χωρίς κάποια διαφορά. Όλα αυτά μου δείχνουν πως το είδος αυτό δε μπορεί να ξεχωρίσει φυσικό από τεχνητό περιβάλλον και δε δυσανασχετεί καθόλου στο δεύτερο εφόσον οι ανάγκες του καλύπτονται σωστά.

Επίσης έχω κάνει και παρατηρήσεις πάνω στη νοημοσύνη και τις προτιμήσεις αυτού του γκέκο. Αν και ερπετό που λειτουργεί καλά στη δροσιά, δεν έχει πρόβλημα και με λίγη ζέστη, την οποία βρίσκει στα χέρια μου όταν είναι έξω. Συχνά κάθεται τυλιγμένη πάνω στον αντίχειρα ή σ’άλλο δάκτυλό μου ή απλωμένη ακίνητη πάνω στο πάνω μέρος της παλάμης μου, προφανώς για ν’ανεβάσει τη θερμοκρασία της. Συχνά ακόμα, όταν τη μεταφέρω στο τερράριο, διστάζει να μπει μέσα προτιμώντας προφανώς τη θερμότητα των χεριών μου. Όσον αφορά τη νοημοσύνη αυτού του είδους δεν είναι και πολύ υψηλή. Ίσως ακόμα αυτό το είδος και παρομοίου μεγέθους και οικολογίας είδη νάναι μέσα στα χαζότερα ερπετά, αν και σίγουρα θα ξεπερνούν αρκετά φίδια ενέδρας, αδρανείς σαύρες και γεώβια ερπετά στο δείκτη νοημοσύνης. Έως τώρα το γκέκο αυτό δε μού’χει δώσει ενδείξεις ότι με θεωρεί ως ολόκληρο σώμα και ζωντανό. Ανάλογα με τη στάση μου απλώς μπορεί να με θεωρεί ως ακίνητο αντικείμενο, κλαδιά που κουνιούνται ή απειλή. Ενώ δηλαδή τη μεταφέρω απ’το τερράριο στο χέρι μου μπορεί να πιάνεται λίγο περισότερο για να μην πέσει κλπ, μόλις την βάζω στην επιφάνεια των παρατηρήσεων, που είναι το κάτω τέταρτο του κρεβατιού και μένω ακίνητος βάζοντας μπροστά της τροφή, κάποιες φορές πάει και τρώει, σαν να ήταν μόνη της στο περιβάλλον. Ωστόσο η διάρκεια πρόσληψης τροφής σε τέτοια κατάσταση είναι μικρότερη απ’αυτήν που θά’κανε μέσα στο περιβάλλον της, προφανώς επειδή βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο, δε νιώθει τόση ασφάλεια ή αντιλαμβάνεται κάποια κίνηση από μένα και τίθεται σε επιφυλακή. Αρχικά γύριζα το κεφάλι μου από τη μία πλευρά και μόνο την άκουγα που έτρωγε, γιατί υπέθετα πως ίσως τα μάτια ή η αναπνοή την ενοχλούσαν, όμως συμπέρανα πως και στραμμένος προς αυτήν δεν την ενοχλώ καθόλου. Περισσότερη ώρα τρώει εάν είναι καλυμμένη αρκετά καλά με τα χέρια μου, πιθανότατα επειδή νιώθει έτσι περισσότερο ασφαλής. Φυσικά μια απότομη κίνηση από μένα σε τέτοια ήσυχη κατάσταση όπως ένα βήξιμο ή μια αλλαγή θέσεις επειδή πιάστηκα, βάζει τη σαύρα σε επιφυλακή για λίγο, οπότε αρχίζει να φεύγει από εκεί που βρίσκεται και πάει πιο πέρα. Επίσης παρατήρησα αρκετά γρήγορα πως μπορώ να ελέγξω την κίνησή της αρκετά καλά, δείγμα πιστεύω χαμηλής νοημοσύνης. Αν λοιπόν σκουντηθεί ή χαιδευτεί η σαύρα στο πίσω μέρος κινείται προς τα μπροστά, ενώ αν ενοχληθεί από μπροστά θα πάει προς τα πίσω μέχρι να βρει το κατάλληλο σημείο για να στρίψει αλλού, όπως ακριβώς δηλαδή
στους φρύνους,
και σε μεγάλο βαθμό, αλλ’όχι πάντοτε, στις χελώνες, κι ακόμα λιγότερο στα θηλαστικά. Σε πείραμα για να δω αν η σαύρα μπορεί να φοβηθεί με κάποιον τρόπο, γιατί η συγκεκριμένη είναι πολύ ήρεμη κι εξοικιωμένη, την έβαλα πάνω στο χέρι μου και σε σημείο που δεν έβλεπε την γαργαλούσα πολύ ελαφρά. Τις πρώτες φορές πεταγόταν, μετά από 3-4 δοκιμές ωστόσο ή με παρατεταμένη ενόχληση συνήθιζε και σταματούσε να συμπεριφέρεται τρομαγμένα. Πάντως σε καταστάσεις που χρειάζεται κανονικό πιάσιμο και μετακίνηση η σαύρα μπορεί να δυσανασχετήσει προσπαθώντας να φύγει ή ξεφουσκώνοντας απότομα μ’ένα μικρό σφύριγμα, αν κι αυτές οι περιπτώσεις είναι ευτυχώς λίγες. Το φούσκωμα χρησιμοποιείται ως απειλή για τους πιθανούς εχθρούς οι οποίοι ίσως δουν τη σαύρα λίγο μεγαλύτερη και την αφήσουν, ιδίως από τα μη εξοικιωμένα ακόμα μικρά, τα οποία επίσης θ’ανοίξουν το στόμα τους, αν και σε ενδεχόμενο άμεσης απειλης θα τρέξουν μακριά. Επίσης, όπως είπα, το γκέκο δε μπορεί να με ξεχωρίσει ως ολόκληρο σώμα ακόμα και σε επικίνδυνες θεωρητικά καταστάσεις. Για παράδειγμα βάζοντας τα χέρια μου παράλληλα και τη σαύρα στη μέση, κι ενοχλώντας την με το δεξί, κι επαναλαμβάνοντας τη δοκιμή αρκετές φορές και σε διαφορετικές μέρες, πρόσεξα πως η σαύρα θα μετακινηθεί απ’την περιοχή του ενοχλητικού χεριιού και θα πηδήξει όπως κάνει όταν βλέπει κάτι ψηλότερο κι ασφαλέστερο στο εντελώς ακίνητο αριστερό χέρι, χωρίς να μπορεί να καταλάβει πως και το άλλο χέρι ανήκει στο ίδιο σώμα κι επομένως αποτελεί απειλή. Παρόμοιο τρόπο χρησιμοποιούν πολλά δεντρόβια φίδια, που κουνούν την ουρά τους σαν σκουλήκι, ώστε να τραβήξουν την προσοχή μιας σαύρας, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους μένει ακίνητο, και μόλις η σαυρούλα πλησιάσει εκτινάσσονται απευθείας προς τα πίσω και την πιάνουν. Πάντως θα πρέπει νά’χουμε στο μυαλό μας πως ούτε τα φίδια είναι τόσο έξυπνα, αλλά πως αυτή η συμπεριφορά εξελίχθηκε μέσω φυσικής επιλογής και δεν είναι συνειδητή. Ίσως η προσομοίωση ενός εχθρού γι’αυτή τη σαύρα να γινόταν αληθοφανέστερα με κάποιο ανεξάρτητα κινούμενο μικρό σώμα, όπως μια μπαλίτσα ή την ίδια την
κουνέλα μου,
αν και για τη δεύτερη περίπτωση φοβάμαι μην τρομάξει και πηδήξει μακριά.
Τέλος όσον αφορά τη μίμηση κάποιου εντόμου αποτύγχανα πάντοτε. Το πείραμα αυτό περιλαμβάνει την τοποθέτηση της σαύρας στο χέρι με το κινούμενο δάχτυλο, στο άλλο χέρι ή κάτω, και την κίνηση ενός δαχτύλου, κυρίως του αντίχειρα αλλά κι άλλων, σαν σκουλήκι ή έντομο, με παύσεις, εντάσεις και μειώσεις για να φαίνεται πιο αληθεινό. Αρκετά συχνά κατάφερνα έτσι να τραβώ για λίγο την προσοχή της σαύρας, η οποία γύριζε το κεφάλι της προς το κινούμενο αντικείμενο, μετά όμως από λίγο το αγνοούσε και είτε έμενε στη θέση της είτε πήγαινε πιο πέρα. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε κακή μίμηση του εντόμου από εμένα είτε κατανόηση απ’τη σαύρα ότι το πράγμα αυτό είναι πολύ μεγάλο για να φαγωθεί.

Το τερράριο το καθάρισα 2 φορές, και στη δεύτερη έγινε το ατύχημα. Ήταν 25 Νοεμβρίου, οπότε πήρα τη σαύρα κανονικά απ’το τερράριο για να την βάλω στο προσωρινό κουτί φύλαξης. Από υπερβολική μου αυτοπεποίθηση όμως ότι δε θα πηδούσε απ’το χέρι μέχρι να την πάω στο κουτί την είχα πάνω σ’ένα δάχτυλό μου, και στη μέση του δρόμου πήδηξε κάτω εντελώς απότομα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή γύρισα επιτόπου προς τη μεριά που έπεσε και έσκυψα, αλλά κατά το γήυρισμα έπιασα κάτω απ’το πόδι μου την ουρά της με αποτέλεσμα να μου την αφήσει σε μια καλή αυτοτομή και να φύγει. Τη σαύρα τη βρήκα αμέσως στη γωνία σχεδόν κάτω απ’τον καναπέ φοβισμένη κι ακίνητη, ενώ η ουρά συνέχιζε να κινείται για λίγα λεπτά, αν και από την έκπληξή μου δεν κάθισα να την παρατηρήσω. Μετά τις απαραίτητες δουλειές έβαλα τη σαύρα πίσω στο τερράριο, και συνέχισα τη φροντίδα όπως πριν, δηλαδή ψεκασμού στο κανονικό πρόγραμμα, και τάισμα την επόμενη μέρα όπως ήταν κανονισμένο. Αρχικά στεναχωρέθηκα πολύ για το γεγονός, όμως το γεγονός ότι τα περισσότερα μέλη του είδους στη φύση δεν έχουν ουρά και ζουν μια χαρά με παρηγόρησε κάπως. Οι αλλαγές στη συμπεριφορά μετά την αυτοτομή ήταν εκπληκτικά μικρές. Εφόσον όπως είπα δε με καταλαβαίνει ως ολόκληρο σώμα για να με θεωρεί υπεύθυνο της αυτοτομής της, κατά τη μεταφορά της πίσω στο τερράριο συμπεριφερόταν πάνω μου εντελώς κανονικά. Έπειτα όμως το βράδυ που άρχισε να κινείται παρατήρησα πρόβλημα στην ισορροπία, αφού την άκουσα να πέφτει δύο φορές, ενώ έπεσε μια ακόμα φορά πριν τρεις μέρες. Γενικά όμως πιάνεται από παντού πάλι, στα πειράματα ισορροπίας που επανέλαβα λειτουργεί κανονικότατα, ενώ πλέον στο χώρο της κινείται όπως πριν, προτιμά την ίδια κρυψώνα, κλπ. Την επόμενη μέρα μετά τη σωματική αυτή αλλαγή έβαλα το χέρι μέσα για να δω πώς είναι, όχι για να τη χειριστώ, και πρόσεξα πως ακουμπώντας το σημείο της αυτοτομής αυτή το έπαιρνε γρήγορα από εμένα, σημάδι πόνου. Την επόμενη μέρα που υπήρχε και χειρισμός ωστόσο πονούσε ακόμα λιγότερο, αν και πειραματικά σκουντήματα στο πίσω μέρος την έκαναν να πηδά υπερβολικά. Επίσης λύγιζε περισσοτερο το σώμα της προσπαθώντας να πιαστεί από παντού. Μου φαίνεται πως έγινε πιο προσεκτική ως προς το να μην πέσει. Στον τελευταίο χειρισμό ωστόσο συμπεριφερόταν όπως και πριν την αυτοτομή. Πέρα απ’αυτές τις κινητικές μικροαλλαγές που ήταν απαραίτητες για την αναπροσαρμογή του νευρικού συστήματός της σ’ένα νέο ουσιαστικά σώμα, άλλα στοιχεία της συμπεριφοράς της δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Ψυχολογικά για παράδειγμα ήταν κανονικότατη, χωρίς ίχνη φόβου. Ακόμα και τις πτώσεις τις αντιμετώπιζε σαν κανονικά γεγονότα, χωρίς υπερβολικές αντιδράσεις όπως φοβική ακινησία ή κάτι τέτοιο. Μάλιστα την επόμενη μέρα που έφαγε έφαγε πολύ περισσότερο απ’το σύνηθες, προφανώς για ν’ανακτήσει τις δυνάμεις της και παρομοίως πολύ έτρωγε και τις επόμενες φορές. Τώρα αναμένεται να κάνει στη θέση της ουράς μια μικρή απόφυση σαν απλοποιημένη, μικροσκοπική ατροφική ουρά, όχι κάτι παραπάνω. Ακόμα όμως κι αν αναγεννούσε την ουρά όπως τα συγγενικά μέλη του συμπλέγματος του ρακοδακτύλου, αυτή θα ήταν πολύ πιο απλή και αρκετά πιο δυσκίνητη. Το μόνο καλό που θα είχε θά’ταν ότι δε θα μπορούσε να ξανααυτοτομηθεί. Συμπέρασμα απ’το παραπάνω γεγονός: ποτέ δε θα πρέπει νά’μαστε σίγουρη ακόμα και με τα πιο ήρεμα γκέκο. Μπορούν να πηδήξουν απρόβλεπτα οποτεδήποτε, και αυτό θα’ταν πολύ πιο επικίνδυνο αν γινόταν π.χ. πάνω από μια μεγάλη τρύπα ή έξω. Πάντοτε τα κουβαλάμε με κλειστά χέρια. Πάντως η συγκεκριμένη περίπτωση, αν κι ανεπιθύμητη, πιστεύω πως σίγουρα θα γίνόταν τους επόμενους μήνες ή χρόνια ακόμα κι αν είχε προληφθεί τώρα. Ένα ταρακούνημα στο αυτοκίνητο κκατά τη μεταφορά της στο χωριό ότα θα πήγαινα για διακοπές, μία απότομή μου κίνηση κατά το χειρισμό ή τη μεταφορά κατά το καθάρισμα για οποιονδήποτε λόγο, ένα τυχαίο γεγονός θα μπορούσε να προκαλέσει αυτοτομή. Η ουρά τώρα βρίσκεται έξω για αποξήρανση ώστε να μπει στη συλλογή πτωμάτων μου.

Η σαύρα αυτή δε θα μείνει μόνη για πάντα. Προγραμματίζω γι’αυτήν νά’χει απ’την άνοιξη το πολύ και μια κοπέλα, με ή χωρίς ουρά, με την οποία θα μπορεί ν’αναπαράγεται.

Η απόκτηση της σαύρας εντούτοις επέφερε κι ένα μεγάλο συναισθηματικό κόστος. Η μάνα μου δεν την ήθελε καθόλου, οπότε μπορείτε να φανταστείτε πώς μαλώναμε την πρώτη εβδομάδα. Την επόμενη ήμασταν κάπως αποστασιοποιημένοι. Στο θέμα αυτό ίσως έφταιγα κι εγώ εν μέρει, αφού δεν την ενημέρωσα πριν την κίνησή μου ώστε να συνηθίσει το γεγονός, φοβούμενος ακραίες αντιδράσεις. Πάντως κατά βάθος ήξερε πως κάποτε θά’παιρνα ένα ερπετό, αφού τα αγαπούσα τόσο. Τώρα είμαστε καλά, αφού κατάλαβε πως αυτό το ερπετό είναι κάτι περισσότερο από σαν να μην υπάρχει.

Σελίδες για τα λοφιοφόρα γκέκο:
οδηγός φροντίδας για crested gecko στο Reptilesgreece
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λοφιοφόρο γκέκο
η διατήρηση και η αναπαραγωγή του λοφιοφόρου γκέκο
Εξαιρετικό γερμανικό άρθρο (στα αγγλικά) με όλες τις πληροφορίες οργανωμένες, με όλα τα στοιχεία μετρημένα και με πολλές επιστημονικές παραπομπές.
φροντίδα του λοφιοφόρου γκέκο
φύλο φροντίδας του λοφιοφόρου γκέκο
τα λοφιοφόρα γκέκο του jb
Σελίδα Αμερικανού εκτροφέα με πολλές πληροφορίες.
Pangea Reptile
Μεγάλη αμερικανική σελίδα εκτροφέων και πώλησης ερπετοσχετιζόμενων προΪόντων, με μεγάλη εξειδίκευση στα γκέκο του συμπλέγματος. Έχει πολύ μεγάλο φόρουμ.
Moon Valley Reptiles
Αμερικανική σελίδα εκτροφέων κυρίως λοφιοφόρων γκέκο, με πολλά επιμέρους άρθρα για τη φροντίδα τους κι άλλα θέματα.
Φροντίδα και αναπαραγωγή της σαύρας του λοφιοφόρου γκέκο.
Άρθρο στο reptilechannel.com, μια πολύ μεγάλη ερπετική ιστοσελίδα.
rhac-shack
Σελίδα Βρετανού εκτροφέα λοφιοφόρων γκέκο και συγγενικών ειδών του συμπλέγματος με πληθώρα πληροφοριών γι’αυτά τα ζώα.

Ενημέρωση 10/12/2012: Το γκέκο φαίνεται πλέον ακριβώς όπως πριν. Τη μέρα συνήθως κοιμάται ανάμεσα στα φυλλώματα και παραμένει ακίνητο, αν και καμία φορά το ακούω το απόγευμα να κινείται. Το βράδυ μπορεί να κατεβαίνει κάτω, καμιά φορά να πηδάει και να σκαρφαλώνει. Τώρα με το άναμμα της θέρμανσης πρόσεξα αύξηση στην κινητικότητά του. Την τελευταία φορά (πριν δυο μέρες) δεν έφαγε πολύ, αν και η τροφή έμεινε μέσα για τρεις μέρες, γι’αυτό αύριο θα του δώσω την έτοιμη κρέμα μήπως φταίει η έλλειψη ποικιλίας.

Το γκέκο μου πλέον χωρίς την ουρά. Το κεφάλι φαίνεται φωτεινότερο επειδή εκεί χτυπάει περισσότερο φως. Είναι επίσης μαζεμένο επειδή μόλις το ξύπνησα μόνο και μόνο για να το φωτογραφήσω.

Έχω παρατηρήσει ότι όταν έχω ξυπνήσει λίγες φορές τη σαύρα μου, π.χ. αν πρόκειται να καθαρίσω το τερράριο ή για τη φωτογραφία, αυτή παραμένει αδρανείς και κάπως μαζεμένη. Τελευταία φορά που την έβγαλα έξω ήταν πριν τρεις μέρες το βράδυ, οπότε την είχα πάνω στο χέρι μου και την παρατηρούσα. Για λίγο στην αρχή έμενε ήσυχη, μετά όμως που έβηξα εγώ άρχισε να ανησυχεί και να φεύγει. Δεν ξέρω αν ο ήχος ή το τράνταγμα την τρόμαξαν, προφανώς ο συνδυασμός των δύο. Παρόλα αυτά το γκέκο δε φαίνεται να δίνει κάποια σημασία στους συνήθεις μη ενοχλητικούς ήχους, όπως τον υπολογιστή που μιλάει ή την κουνέλα που πίνει νερό, ούτε καν γυρίζει το κεφάλι του. Η τελευταία θα γύριζε το κεφαλάκι ή τα αφτάκια της προς την κατεύθυνση κάθε άγνωστου ή αναπάντεχου ήχου. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει απαραίτητα πως δεν τους προσέχει καθόλου, άλλωστε δε μπορούμε να βρεθούμε στο μυαλό του.

Ενημέρωση 21/12/2012: Χθες, στις 20 του μηνός, έκανα τελικά το πείραμα προσομοίωσης ενός αληθοφανέστερου εχθρού. Έφερα λοιπόν για πρώτη φορά τη σαύρα σε επαφή με την κουνέλα μου, φυσικά η σαύρα είτε ήταν πάνω μου είτε την κρατούσα. Η κουνέλα κατευθείαν από περιέργεια έτρεξε πάνω της κι άρχιζε με τη μυτούλα της να την μυρίζει και να την ψάχνει, με αποτέλεσμα η σαύρα να τρομάξει πρωτοφανώς έντονα και να πηδήξει μακριά. Σε μια δεύτερη δοκιμή έκανε το ίδιο πάλι. Το παράξενο ήταν η μεγάλη επιμονή της κουνέλας μου, η οποία με ακολουθούσε και μ’έσπρωχνε για λίγο αφού είχα σηκώσει τη σαύρα ψηλά κι ετοιμαζόμουν να την βάλω πάλι μέσα, σαν να επρόκειτο να την φάει. Το πείραμα αυτό δε θα επαναληφθεί ποτέ ξανά, αφού ψυχολογικά είναι αγχωτικό και δυνητικά επικίνδυνο για τη σαύρα. Κατά τ’άλλα η σαύρα έχει ηρεμήσει ακόμα πιο πολύ, και κατά το χειρισμό σχεδόν ποτέ δεν πηδάει. Οι κύριες ώρες δραστηριότητάς της είναι αργά το σούρουπο, και λιγότερο το βράδυ, ενώ μερικές φορές που ξυπνάω για λίγο μέσα στη νύχτα κάποτε την ακούω. Συχνά τώρα τελευταία το βράδυ κατεβαίνει κάτω, μάλλον επειδή έχει καταλάβει πως η τροφή βρίσκεται εκεί. Μια φορά πριν λίγες μέρες, επειδή δεν την είχα ταΐσει για 3 μέρες συνεχόμενα, ώστε να ψάξει κι άρα με το επόμενο γεύμα να φάει περισσότερη ποσότητα, την παρατηρούσα να ψάχνει για τροφή κάτω, στις γωνίες και σε παρόμοια μέρη για πολλή ώρα. Οι σαύρες πάντως αυτές μπορούν να συσχετίσουν μια κατάσταση με φαγητό, στην οποία ανταποκρίνονται θετικά. Έχω ακούσει μαρτυρίες μερικών μελών της ελληνικής κοινότητας των ερπετών κι άλλων του εξωτερικού, των οποίων τα λοφιοφόρα γκέκο, μόλις έβλεπαν αυτόν που θα τις τάιζε τη συγκεκριμένη ώρα, ή το κουτί του φαγητού ή τη λαβίδα με την οποία θα προσφέρονταν τα έντομα ή κάτι παρόμοιο σχετικό με την τροφή, θα γύριζαν αμέσως προς τα εκεί ή και θα έτρεχαν προς τα εκεί, ενώ μερικές φορές θα πηδούσαν πάνω στους χειριστές τους, στο σημείο απ’όπου τους φαινόταν πως προέρχεται η τροφή. Και πάλι συσχετίζουν καταστάσεις, όχι συγκεκριμένα άτομα. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα ερπετά μπορούν να κάνουν τέτοιους συσχετισμούς.

Ενημέρωση 7/1/2013: Το γκέκο για τα Χριστούγεννα ήταν στον πατέρα μου, οπότε με το μικρό μου αδερφό, το Σάββα, τον έβγαλαν «Βαρώνο». Ο Βαρώνος είναι καλά, στρουμπουλός και λειτουργεί κανονικά. Ήταν λίγο πιο δραστήριος την πρώτη μέρα που ξαναήρθε σπίτι μέχρι να προσαρμοστεί, στις 4 Ιανουαρίιου, αλλά τώρα είναι όπως πριν. Μου φάνηκε πως μεγάλωσε, αλλά μάλλον είναι ψευδαίσθηση. Το σημείο της ουράς του ωστόσο έχει κάνει μια μικρή προεξοχή – όπως προανέφερα αυτό το είδος αναγεννά μόνο υπόλειμμα ουράς -, και δεν ξέρω πόσο θα μεγαλώσει. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του, έχω κάνει λίγες ακόμα παρατηρήσεις:

Όταν βρίσκεται σ’ένα στενό μέρος, όπως το δάχτυλό μου, και δε θέλει να προχωρήσει αλλά να πηδήξει κάπου αλλού, συνήθως πηγαίνει στην άκρη του στοιχείου, όπου συσπειρώνεται κι εκτινάσσεται απότομα εκεί που θέλει. Ακόμα, αν και γενικά προτιμά να πηδά προς ψηλότερα μέρη, θα πηδήξει και κάπου ανοιχτά προς τα κάτω αν θέλει να φύγει.

Το γκέκο 7/1/2013 πάνω σε χαρτί. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω, αλλά μάλλον θα το κάνω το βράδυ.

Ενημέρωση 16/2/2013: Χθες το γκέκο μου έφαγε για πρώτη φορά έντομο από τότε που το πήρα! Μια μεγάλη μύγα λοιπόν μπήκε στο δωμάτιο το μεσημέρι, κι εγώ, μη χάνοντας την ευκαιρία, έκλεισα την πόρτα για να μη φύγει και μετά την έπιασα στο τζάμι με λίγη προσπάθεια. Έκοψα λίγο το ένα φτερό για να μη μπορεί να πετάξει, ώστε η σαύρα να την πιάσει εύκολα. Μετά ξετρύπωσα τη σαύρα απ’τα φυλλώματα που ήταν χωμένη, πιστεύοντας ότι τότε που την ξύπνησα δε θα είχε όρεξη για φαγητό. Όμως ήμουν λάθος, γιατί μόλις κράτησα τη μύγα με το άλλο μου χέρι ζωντανή και της την έδειχνα και την ακουμπούσα στο ρύγχος της, μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξαφνικά πετάχτηκε, άνοιξε το στόμα της απότομα και μου την άρπαξε απ’το χέρι με εκπληκτική ακρίβεια. Λίγο η μύγα φτερούγιζε μέσα στο στόμα της σαύρας, αλλά σύντομα έκανε κάτι «κρακ κρακ» και μάλλον την συνέθλιψε. Μετά από λίγο κάτι κατέβηκε προς το λαιμό της, μάλλον επειδή την κατάπιε. Για λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σύλληψη της μύγας ή όρεξ΄΄η της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε μου άρπαζε το δάχτυλο με την παραμικρή κίνηση. Το δάγκωμα αυτού του κυρίως φρουτοφάγου είδους με τα μικρά δοντάκια όμως δεν πονάει σχεδόν καθόλου, ιδίως όταν είναι ελαφρύ και τραβάς το χέρι αμέσως.

Ενημέρωση 23/2/2013: Παρατηρώ ότι σε σχέση με τον πρώτο καιρό που το είχα, το γκέκο βγαίνει συχνότερα σε ανοιχτά μέρη το βράδυ και εντοπίζεται ευκολότερα. Η κινητικότητά του άλλες φορές αυξάνεται, άλλες μειώνεται, και δε φαίνεται αυτό νά’χει σχέση με την ποσότητα τροφής που τρώει. Αυτές τις μέρες για παράδειγμα δεν είναι πολύ κινητικό, άλλες ανεβοκατέβαινε στο δάπεδο και στα κλαδιά. Φυσικά σε σχέση μ’ένα θηλαστικό υψηλού μεταβολισμού κινείται πολύ λιγότερο, αυτό εννοείται. Μετά το τάισμα της μύγας πρόσεξα πως τρώει περισσότερο. Έφαγε αρκετή απ’την κρέμα που τού’δωσαν την επόμενη μέρα, την οποία άφησα μέσα για τρεις μέρες για να φάει παραπάνω. Μόλις την πήραν την αντικατέστησα μ’άλλη κρεέμα, αν και κανονικά το αφήνω 1-2 νύχτες νηστικό μέχρι να του ξαναδώσω, γιατί άλλωστε έχει χαμηλό μεταβολισμό και δε χρειάζεται να τρώει καθημερινά. Το πρώτο βράδυ δε μου φάνηκε νά’φαγε πολύ, το δεύτερο όμως έφαγε αρκετά καλά. Επίσης έκανε πρωτοφανώς αρκετά μεγάλα περιττώματα, κυλινδρικά ξηρά στοιχεία. Συνήθως κάνει μικρότερα, ενώ τις προηγούμενες μέρες, που δεν πολυέτρωγε και με ανησυχούσε, ΄δεν έβρισκα κανένα. Τέλος έχω να πω πως μπορεί και πίνει κανονικά από μπολ νερού. Τό’χω παρατηρήσει αρκετές φορές, και πιθανόν όλα τα γκέκο του είδους μπορούν να το κάνουν. Ίσως άλλα δενδρόβια είδη να μη μπορούν, αλλά το συγκεκριμένο μπορεί.
Προχθές ακόμα έκανα ένα νέο πείραμα. Έβαλα το γκέκο στην οθόνη του υπολογιστή κινώντας το δείκτη του ποντικιού για να δω αν τονσυγχύσει με έντομο και προσπαθήσει να τον πιάσει. Αρχικά δεν έδωσε πολύ σημασία, έπειτα έβγαζε για λίγο τη γλώσσα του, προφανώς για να μυρίσει τον αέρα, μετά λίγο κουνούσε το κεφαλάκι του, αλλά τελικά τον απέφευγε σαν να τον φοβόταν. Όσο κι αν προσπαθούσα να μιμηθώ το έντομο με την κίνηση του δείκτη του ποντικιού, η σαύρα δε μπερδευόταν. Πιθανόν σ΄’αυτό το νυκτόβιο είδος η όσφρηση παίζει σημαντικό ρόλο για τη σύλληψη της λείας, γιατί άλλα περισσότερο οπτικά είδη όπως οι εξυπνότεροι γενειοφόροι δράκοι και πολλοί βάτραχοι μπερδεύονται με εικόνες σε οθόνη και προσπαθούν να τις πιάσουν.

Το γκέκο στο χέρι μου 23/2/2013.

Μερικά περιττώματα.

Ενημέρωση 13/4/2013: Έχω πολλά νέα από τότε. Μια βδομάδα περίπου από την τελευταία μου ενημέρωση, το γκέκο μου (Βαρώνος) κατάλαβα πως είχε πρόβλημα στην κολλητικότητά του σε λείες επιφάνειες. Δε μπορούσε να σκαρφαλώσει στο κάθετο τζάμι του τερραρίου του, ούτε όμως και σε μια λεία επιφάνεια 45 μοιρών, π.χ. στην τεντωμένη οθόνη του υπολογιστή μου. Γι’αυτό το πράγμα εγώ αγχώθηκα πολύ, και ζήτησα τη συμβουλη του φόρουμ, η οποία ήταν γενικώς πως το ζώο ήταν αδύναμο, γιατί στην τελευταία φωτογραφία φάνηκε λίγο αδυνατισμένο. Γενικώς η δραστηριότητά του είχε μειωθεί, δίσταζε να πηδήξει και βρισκόταν συνήθως το δάπεδο του κλουβιού, επειδή δυσκολευόταν να σκαρφαλώσει. Τελικά σιγά-σιγά έμαθε να σκαρφαλώνει χρησιμοποιώντας τα νύχια του και κάμπτοντας τα μέλη του όποτε χρειαζόταν, αλλά εξακολουθούσε να μη μπορεί να πιαστεί στις λείες επιφάνειες. Φοβόμουν μήπως είχε έλλειψη ασβεστίου, γιατί τύχαινε, ιδίως στην αρχή, να μην πασπάλιζα μερικές φορές τα γεύματά του νομίζοντας πως σκονισμένα δε θα θέλει να τα φάει, και γιατί είχα διαβάσει ότι η αδυναμία προσκόλλησης είναι στα πρώτα συμπτώματα. Παρόλα αυτά η κίνησή του ήταν κανονική και δεν είχε πουθενά στο σκελετό του πρηξήματα ή στραβώματα. Μια βδομάδα περίπου μετά απ’τη διαπίστωση ότι δεν κολλάει, ξαφνικά κολλούσε και πάλι, πιθανότατα λόγω πρόσφατης αλλαγής δέρματος. Σε δύο μέρες όμως άρχισε να γλιστράει και τελικά δε μπορούσε να ξανακολλήσει στις λείες επιφάνειες. Τότε άρχισα να ψάχνω στο Διαδίκτυο για λύσεις, στην περίπτωση που στα πόδια του είχε κολλήσει κάτι, π.χ. ξερή κρέμα ή δέρμα που δεν εκδύθηκε, αν και η υγρασία ήταν αρκετά υψηλή στα ψεκάσματα για να γίνει αυτό, και βρήκα σε φόρουμ του εξωτερικού τη μέθοδο της σάουνας, ένα κουτί δηλαδή με χαρτί ποτισμένο σε χλιαρό νερό. Ξεκίνησα να βάζω το γκέκο σε σάουνα για περίπου 10 μέρες δύο φορές τη μέρα για 15 λεπτά περίπου, μέχρι δηλαδή να κρυώσει το νερό. Δεν παρατήρησα ωστόσο καμία βελτίωση, πέρα από μια αύξηση της κολλητικότητας αμέσως μετά τη σάουνα, προφανώς εξαιτίας της υγρασίας. Παράλληλα ξεκίνησα προσπάθεια να το στρουμπουλέψω, ταΐζοντάς το με ασπόνδυλα για πρωτεΐνη, όπως μύγες,
σαλιγκάρια
και
γυμνοσάλιαγκες.
Τα σαλιγκάρια προέρχονταν από τη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης, ένα σημείο χωρίς φάρμακα κι απόβλητα, κι έπειτα παρέμεναν εντός ενός δοχείου με χόρτο για να φάνε και να καθαρίσουν το πεπτικό τους σύστημα για 3 περίπου μέρες, έπειτα για δύο μέρες έμεναν νηστικά για να φύγουν όλα τα υπολείμματα της τροφής, και μετά στον καταψύκτη. Τις δύο πρώτες φορές που έφαγε σαλιγκάρια τά’πιασε μόνο του, τη μία φορά ήταν σ’ένα κουτί μαζί με δύο μικροσκοπικά, κι όταν πήγα μετά από λίγο να ελέγξω, υπήρχαν θραύσματα μόνο του ενός, ενώ τη δεύτερη φορά του είχα δώσει ένα μεγαλύτερο, κι αργότερα βρήκα μόνο το πάνω σκληρότερο μέρος του κελύφους με λίγα θραύσματα. Αργότερα όμως, επειδή μάλλον προσπαθούσε να τα φάει αλλά προσέκρουε στο σκληρό κέλυφος, δεν τα ήθελε κι αποφάσισα να του τα δίνω χωρίς το κέλυφος στο στόμα. Έκανα σχεδόν force-feeding (επιβεβλημένο τάισμα) τις δύο πρώτες φορές, αλλά μετά του άνοιγα το στόμα και τά’παιρνε μόνο του. Διάλεξα σαλιγκάρια επειδή έχουν αρκετό μυικό ιστό, δηλαδή πρωτεΐνη, κι επειδή το σώμα τους περιέχει πολύ ασβέστιο για τη δημιουργία του κελύφους. Οι γυμνοσάλιαγκες επίσης περιέχουν ασβέστιο, διότι στο εσωτερικό τους διατηρούν ένα υπολειμματικό, ελαφρώς ασβεστώδες όστρακο ως κατάλοιπο των προγόνων. Συνολικά λοιπόν χρησιμοποίησα 12 σαλιγκάρια κι ένα γυμνοσάλιαγκα, ενώ στο τέλος και μια ζωντανή μύγα, την οποία την έπιασε μόνο του. Παρατήρησα λοιπόν εκείνο το διάστημα ότι το σώμα του ζώου στρουμπούλεψε, η κατανάλωση κρέμας ήταν μεγαλύτερη και η αφόδευση περισσότερη. Μια φορά μάλιστα σχεδόν μια βδομάδα πριν, ενώ το είχα να κάθεται πάνω στο δάχτυλό μου και ζεσταινόταν, ένιωσα κάτι υγρό κι έπειτα βγήκε ένα μεγάλο περίττωμα 15χ8 χιλιοστών περίπου που μύριζε κάπως σαν περίττωμα νεροχελώνας εξαιτίας της σαρκοφαγίας. Την επόμενη μέρα έφαγε όλη την κρέμα του, μάλλον γιατί είχε αδειάσει αρκετός χώρος στην κοιλιά του. Στα επόμενα ταΐσματα ως τώρα τρώει σχεδόν όλη την κρέμα ανελλειπώς. Έχω πλέον σταματήσει να ταΐζω μαλάκια, και μάλλον πρόκειται να κάνω αποικία εντόμων για να’χω μια σταθερή πηγή αξιόπιστης και θρεπτικής τροφής.
Όσον αφορά την κολλητικότητα λοιπόν, περίπου στην αρχή του μηνός ένα βράδυ βρήκα το γκέκο αρκετά ληθαργικό και το δέρμα του ήταν σαν χαρτί. Το πρωί της επόμενης μέρας το βρήκα σφιχτά κολλημένο στο τζάμι, μάλλον είχε αλάξει το δέρμα του. Απ’ό,τι κατάλαβα ο κύκλος έκδυσης είναι περίπου ένας μήνας. Για δύο μέρες συνέχιζε να κολλάει καλά, μετά όμως άρχισε να γλιστράει πάλι, εντούτοις μπορεί καλύτερα απ’τον προηγούμενο μήνα να σκαρφαλώνει σε κεκλιμένες επιφάνειες 45 μοιρών. Μέλη του ελληνικού φόρουμ για τα ερπετά με πληροφόρησαν ότι αυτό μπορεί να συμβεί σ’αυτό το είδος, δηλαδή σκόνη κι άλλα σκουπιδάκια να εμποδίζουν την αναρριχητική ικανότητα του γκέκο μέχρι την επόμενη αλλαγή δέρματος. Επομένως, στην επόμενη αλλαγή, θα βγάλω αμέσως το γκέκο απ’το τερράριο, και θα περάσω το τελευταίο από΄΄ο ένα πολύ καλό καθάρισμα συμπεριλαμβανομένου και καθαρισμού αλάτων απ’τα τζάμια λόγω ψεκάσματος με νερό βρύσης, τώρα χρησιμοποιώ μισό-μισό βρύςης κι απεσταγμένο για να τα αποφύγω, ώστε να μειώσω την πιθανότητα προβλημάτων στη κολλητικότητα.

Ενημέρωση 17/4/2013: Προχθές επισκέφθηυκα το κατάστημα Isle of Eco στη Χαριλάου (γνωστό για όσους έχουν σχέση με την ελληνική κοινότητα τω ερπετών) για ν’αγοράσω σκουλήκια κομποστοποίησης κι έντομα για το γκέκο. Από έντομα είχε μεγάλη ποικιλία:
αλευροσκούληκα (mealworms), κηροσκούληκα (waxworms),
κατσαρίδες αργεντινής (Blaptica dubia), και πολλά άλλα. Διάλεξα δοκιμαστικά αλευροσκούληκα και επιπλέον πήρα 4 δοκιμαστικά κηροσκούληκα, τα οποία είναι αρκετά λιπαρά και στρουμπουλευουν το ζώο. Στο σπίτι μετέφερα ττα αλευροσκούληκα σ’ένα μεγαλύτερο τάπερ, όπου τρώνε ψωμί, μαρούλι, ζοχό και κουνελίνη. Από την πρώτη μέρα δοκιμαστικά ήθελα να δώσω στη σαύρα έντομα, για να δω αν θα τα φάει τελικά. Την έβαλα λοιπόν σ’ένα κουτί μαζί μ’ένα κηροσκούληκο, αλλά για αρκετά λεπτά δεν το άγγιξε. Έπειτα έριξα και δύο πιο δραστήρια αλευροσκούληκα, αλλά άρχικά δεν τα πείραζε, αργότερα όμως που την έλεγξα έλειπαν όλα. Το βράδυ έβαλα σ’ένα μπολάκι στο τερράριό της δύο κηροσκούληκα, και φαγώθηκαν και τα δύο, έπειτα δύο αλευροσκούληκα κι έφυγαν κι αυτά, και μετά θέλησα να την βιντεοσκοπήσω. Την έβαλα πάνω σ’ένα χαρτί μ’ένα αλευροσκούληκο, αλλά γρήγορα το έφαγε. Όταν μετά άνοιξα την κάμερα και της έβαλα ακόμα ένα, δεν ήθελε άλλα. Την επόμενη μέρα της έδωσα και το εναπομείναν κηροσκούληκο, που κανονικά θα τό’βαζα στο ψυγείο για αργότερα αλλά άλλαξα γνώμη, το οποίο έφαγε, αλλά τίποτα άλλο δεν ήθελε. Τώρα θα ταϊστεί σε 2-3 μέρες με κρέμα μονο, κρέας πάλι την επόμενη βδομάδα. Η ποσότητα που έφαγε συνολικά δεν ήταν και τόσο μεγάλη, αν σκεφτείτε πως τα αλευροσκούληκα είναι πολύ λεπτά. Σε βάρος μπορεί να’ταν μικρότερη κι από ένα μεσαίο σαλιγκάρι. Πιθανόν ενθουσιάστηκε πολύ απ’τα πολλά έντομα και του άνοιξε η όρεξη.

Φωτογραφία το μεσημέρι 15/4/2013 πριν φάει τον άμπακο.

Ενημέρωση 21/4/2013: Επιπλέον φωτογραφίες από 19/4/2013:

Το γκέκο πάνω στο μανίκι του δεξιού μου χεριού. Φαίνεται έντονα επειδή το υπόβαθρο είναι μαύρο, είναι βράδυ και στο δωμάτιο υπάρχει κιτρινωπής απόχρωσης λαμπτήρας, και επίσης η φωτογραφική μηχανή είχε φλας.

Ένα ολοκληρωμένο περίττωμα που έκανε κατά τη διάρκεια του χειρισμού. Το λευκό κομμάτι είναι τα ουρικά άλατα, τα οποία αποβάλλουν τα ερπετά για την ελαχιστοποίηση της απώλειας νερού. Όλος ο κλάδος των διαψιδωτών (φίδια και σαύρες, κροκόδειλοι και πουλιά, άρα και δεινόσαυροι), αποθηκεύουν αρχικά τα ούρα στην ουροδόχο κύστη, αλλά μετά τα μεταφέρουν στο παχύ έντερο για την απορρόφηση του νερού. Ορισμένα ξηροανθεκτικά είδη δεν έχουν καν ουροδόχο κύστη. Για όσους αναρωτιούνται επειδή έχουν δει παρόμοια στερεά ούρα και στις χερσαίες χελώνες, κι αυτές έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοιο μηχανισμό, εδώ όμως επαναπορροφώντας το νερό από την κύστη κι αποβάλλοντας το στερεότερο υπόλειμμα.

Ενημέρωση 27/4/2013: Απ’τις 23 μέχρι τις 24 του μήνα το γκέκο ήταν κρυμμένο στη χερσαία φωλιά του. Το βράδυ-πρωί όμως της 25 του μηνός, είχε βγει απ’την κρυψώνα του και το άκουγα να τρίβει τη σίτα. Μόλις πήγα να το δω, το βρήκα έκπληκτος στην κορυφή ενός καλαμιού μπαμπού να προσπαθεί να σπρώξει τη σίτα για να βγει. Είχε αλλάξει δέρμα και η κολλητικότητά του επανήλθε, επομένως μπορούσε να σκαρφαλώσει με ευκολία τόσο ψηλά, και μάλλον έλεγχε το καπάκι του τερραρίου μήπως και μπορούσε να ξεφύγει, γιατί μπορεί να ξέχασε από τόσο καιρό που δεν ανέβαινε εκεί πέρα ότι υπήρχε εμπόδιο πάνω. Από τότε δεν ξαναπροσπάθησε να φύγει έτσι. Την επόμενη μέρα καθάρισα καλά το τερράριο κι έξυσα τα περισσότερα άλατα με ξίδι για να φύγουν, ώστε να μη μαζεύουν σκόνη η οποία ίσως δυσχεραίνει την κολλητικότητα του ζώου, και πάλι δεν έφυγαν όλα. Σύντομα αφότου μπήκε στο τερράριο, έκανε το πρώτο του περίττωμα. Η δραστηριότητά του επίσης έχει αυξηθεί σημαντικά, πιθανόν επειδή μεγάλωσε η μέρα κι αυξήθηκε η θερμοκρασία. Χθες μάλιστα πήγε να μου ξεφύγει όταν άνοιξα το πορτάκι για να του βάλω τροφή. Σήμερα έφαγε λίγη κρέμα και 6 αλευροσκούληκα.

Ενημέρωση 13/5/2013: Γενικώς έχει αλλάξει από το χειμώνα. Χάρη στις υψηλότερες θερμοκρασίες, κινείται περισσότερο και έχει γίνει πιο ανήσυχο όταν το πιάνω. Με έχει συνηθίσει, δηλαδή στις περισσότερες των περιπτώσεων δε θα πηδήξει αν περάσω από δίπλα του, όπως τον πρώτο καιρό της προσαρμογής, αλλά αν πάω να το σηκώσω θα θέλει να ξεφύγει. Ακόμα κι αν τό’χω απλώς στο χέρι μου και δεν το πιάνω, θα θέλει να κινηθεί και να ψάξει το μέρος. Πλέον δεν είναι τόσο χειρίσιμο όπως έλεγα πριν, ότι αν το σπρώξω από πίσω θα φύγει μπροστά κι αν το ακουμπήσω μπροστά θα πάει πίσω ή θα στρίψει. Τώρα μόνο αν αιφνιδιαστεί θ’απομακρυνθεί μ’αυτούς τους τρόπους, αλλιώς δεν πηγαίνει ούτε πηδάει όπου θέλω εγώ, αλλά όπου θέλει αυτό. Για παράδειγμα αν το κρατάω στο ένα χέρι συνήθως δε θα πηδήξει στο άλλο το ακίνητο, αλλά κάτω ή σε κάποιο διπλανό αντικείμενο. Μήπως τελικά έχει κάποια αντίληψη πως όλα τα μέλη μου ανήκουν στο ίδιο σώμα; Επίσης δε θέλει καθόλου να μπαστακώνομαι σε κοντινή απόσταση 10 ας πούμε εκατοστών και να το παρατηρώ, με αντιδράσεις φόβου παρόμοιες μ’αυτές του απότομου χειρισμού (μικρό σφύριγμα, γρήγορη αναπνοή, ελαφριά απομάκρυνση), ωστόσο αν παραμείνω για ώρα ακίνητος συνηθίζει. Σε μεγαλύτερη απόσταση 20-40 εκατοστών δεν υπάρχει πρόβλημα. Τα αντανακλαστικά του έχουν επίσης αυξηθεί, π.χ. μόλις λίγο του πιάσω την άκρη του δαχτύλου θα πεταχτεί. Προσπαθώ να μην το σηκώνω, αλλά πρέπει κάθε φορά που το καθαρίζω, που είναι πολύ συχνότερα απ’το χειμώνα, αφού χέζει πολύ, και τα περιττώματα μυρίζουν περισσότερο εξαιτίας της εντομοφαγίας. Τρώει πλέον απ’όλα και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Μερικά αλευροσκούληκα έχουν μεταμορφωθεί σε σκαθάρια, κι όσο είναι μαλακά του τα δίνω κι αυτά. Η κολητικότητά του είναι πολύ καλύτερη, και μολονότι λίγο γλιστράει στις λείες επιφάνειες, πάλι κατορθώνει να τις σκαρφαλώσει. Προχθές το είδα κολλημένο πάνω στη μπροστινή πόρτα, μέρος που δεν έχει ανέβει ποτέ ως τώρα, όσες φορές τουλάχιστον τό’χω παρατηρήσει. Του αρέσει ακόμα το βράδυ να κάθεται ψηλά στα ξύλα του και να παρακολουθεί έξω.

Ενημέρωση 26/5/2013: Τού’δωσα δοκιμαστικά βερίκοκο την Παρασκευή 24 Μαΐου, για να δω αν το φάει. Έκοψα ένα μαλακό κι ώριμο κομμάτι, το ξεφλούδισα, τό’βαλα σ’ένα καπάκι μπουκαλιού νερού όπως βάζω την κρέμα, και το πολτοποίησα με τα δάχτυλα, αφού ήταν μικρή ποσότητα. Πολτοποιείται εύκολα και το μόνο στερεό που μπορεί να μείνει είναι μικρά κομματάκια που μπορεί να φάει κανονικά. Πίστευα ότι εφόσον είναι έντονο πορτοκαλί, είναι γλυκό και εύοσμο θα τό’τρωγε αμέσως. Το πασπάλισα με ασβέστιο και τό’βαλα στο τερράριο, και το βράδυ δικαιώθηκα, όταν είδα πως ο Βαρώνος είχε καθαρίσει όλο το καπάκι εκτός από μια γραμμούλα. Είναι φανατικός του βερίκοκου επομένως, άρα το φρούτο αυτό θά’ναι ένα απ’τα βασικά που θα τρώει αυτό το διάστημα. Ομοίως σίγουρα θα τρώει και ώριμο ροδάκινο, νεκταρίνι και δαμάσκινο.

Ενημέρωση 27/5/2013: Τρώει επίσης και κεράσι. Σήμερα ακόμα νομίζω πως άλλαξε δέρμα, αφού η κολλητικότητά του είναι ισχυρότερη. Πλέον για το χειρισμό ακολουθώ άλλο σύστημα, το πιάνω για να του αλλάξω πορεία μόνο εάν πάει κάπου που δε θέλω ή κινδυνεύει να μου ξεφύγει. Κατά τ’άλλα το αφήνω να τριγυρίζει πάνω μου νομίζοντας πως κάνει βόλτα.

Ενημέρωση 31/5/2013: Μερικές σημερινές φωτογραφίες:

Ενημέρωση 13/6/2013: Πολλά και διάφορα έγιναν σ’αυτό το διάστημα. Στις 29 Μαΐου αγόρασα νύμφες κατσαρίδων Αργεντινής (Blaptica dubia) και αλευροσκούληκα για να ταΐζω το γκέκο. Δοκιμαστικά το ξύπνησα τη μέρα και τού’δωσα τη μεγαλύτερη κατσαρίδα 2 εκατοστών, την οποία έφαγε αμέσως. Το βράδυ ωστόσο της μέρας αυτής συνέβη ένα αρκετά ανησυχητικό ατύχημα με το Βαρώνο. Ανοίγοντας την πόρτα του τερραρίου του με σβηστό φως για να τον βάλω στο κουτί όπου του δίνω τα έντομα, αυτός καθόταν στο καλάμι μπροστά απ’την πόρτα, αμέσως όμως μετά πήδηξε δεξιά στο τζάμι για να βγει, και καθώς έκλεινα εγώ το δεξιό φύλο της πόρτας για ν’ανοίξω το αριστερό και να τον πάρω από εκεί, τον έπιασα κατά λάθος ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα. Είχε σφνώσει στην πόρτα κι έκανε βαθιά σφυρίγματα φόβου. Μόλις τον άνοιξα, πήδηξε αμέσως κάτω, αλλά καλύτερα να μου χανόταν στο δωμάτιο παρά να τραυματιζόταν. Ήταν πολύ ανήσυχος αρχικά κι εκείνο το βράδυ τον έβγαλα τέσσερις φορές για να τον εξετάσω αν πηδάει και κινείται καλά. Με φοβόταν υπερβολικά, ενώ μόλις τον άφηνα λίγο να φύγει σταματούσε πιο πέρα και μαζευόταν ακίνητο. Τελικά είναι πολύ πιο θηλαστικό απ’ό,τι νόμιζα. Το βράδυ κάνοντάς τις βόλτες του τον άκουγα να σφυρίζει, με τον ήχο που κάνει όταν αναπνέει βαθιά και γρήγορα σε περίπτωση φόβου και μάλλον πόνου. Εκείνη τη μέρα δεν έφαγε, αλλά η όρεξή του άρχισε να επανέρχεται απ’την επόμενη, τρώγοντας λίγη φρουτόκρεμα. Συνέχιζε να πονάει λίγο στη μέση του για 2-3 μέρες, οπότε όταν τον άγγιζα εκεί έβγαζε σφυριγματάκια και δυο φορές κανονική φωνή, και ήμουν σίγουρος πως είχε σοβαρό πρόβλημα που χρειαζόταν ακτινογραφία, αλλά θα τον πήγαινα σε κτηνίατρο μόνο εφόσον χειροτέρευε, γιατί αλλιώς θα υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να ξοδέψω ένα τεράστιο χρηματικό ποσό μόνο για να βεβαιωθώ πως είναι καλά. Μπορούσε ωστόσο να κινηθεί, να σκαρφαλώσει και να πηδήξει κανονικά, και παρά το πάθημά του δε σταμάτησε να τρέχει ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα κάθε φορά που τον άνοιγα. Για να μην τον μετακινώ σε άλλο δοχείο για έντομα, επειδή πλέον νιώθει ανασφαλής εκεί, σφυρίζοντας, αφοδεύοντας και προσπαθώντας να βγει, του τα δίνω περισσότερο τώρα μέσα στο τερράριο μπροστά του ώστε να τα πιάνει γρήγορα γιατί μπορούν αν κρυφτούν. Η πρώτη του κυνηγετική απογοήτευση έτσι έγινε, όταν ένα αλευροσκούληκο κρύφτηκε κάτω απ’τα χαρτιά και παρά τις τέσσερις επιθέσεις που έκανε δεν κατόρθωσε να το πιάσει.
Σιγά-σιγά άρχισε λοιπόν η κολλητικότητά του να μειώνεται και το γκέκο να καταπέφτει, μένοντας για τη νύχτα στην κρυψώνα εδάφους και σπάνια βγαίνοντας έξω, αν και η όρεξή του παρέμενε κανονική. Την Κυριακή στις 9 Ιουνίου είχε χάσει σχεδόν όλη την κολλητικότητά του, και το δέρμα του έγινε σαν χαρτί, ενώ την επομένη στις 11 Ιουνίου άλλαξε επιτέλους δέρμα και επαναδραστηριοποιήθηκε σχεδόν όπως πριν, αν και η κολλητικότητά του δεν είναι πλήρης, κάτι προσωρινό όμως που θα διορθωθεί με την επόμενη έκδυση. Είχα καθαρίσει όσο γινόταν τα άλατα απ’τα τζάμια (ένα διάστημα πάλι δε χρησιμοποιούσα αποσταγμένο νερό), τα οποία δυσχεραίνουν την κολλητικότητα αμέσως μόλις αντιλήφθηκα πως άλλαξε δέρμα, αλλά μάλλον δεν πρόλαβα να την σώσω.
Για να προσπαθήσω ν’αντιμετωπίσω αυτό το σοβαρό πρόβλημα γράφτηκα στο παγκόσμιο φόρουμ για ρακοδακτυλοειδή γκέκο
Pangea Forums
Για το οποίο έβγαλα και τις παραπάνω φωτογραφίες.
Ανάμεσα στην πόρτα πήγε να πιαστεί ακόμα μια φορά λίγο παλαιότερα, κι από τότε άναβα το φως πριν το βγάλω. Επειδή όμως παρατήρησα ότι το φως το ενοχλεί και μαζεύει το κεφάλι του, μια ενόχληση ακόμα δυσκολότερη εφόσον δεν έχει βλέφαρα, τον άνοιγα και με σβηστό φως, με αποτέλεσμα μια φορά να είχε γίνει το ίδιο ατύχημα. Τώρα τον ανοίγω και με σβηστό φως, προσέχοντας όμως πολύ περισσότερο το κενό ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα του τερραρίιου. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα απ’τη συμπίεσή του σωματικά, ψυχολογικά όμως θά’πρεπε να ήταν μια πολύ τρομακτική εμπειρία γι’αυτό το μικρό και μαλακό ερπετό.

Ενημέρωση 22/6/2013: Τις τελευταίες δύο μέρες ήταν αρκετά αδρανές, και συνήθιζε να κοιμάται στη χερσαία φωλιά του αφού τις προηγούμενες φορές γλιστρούσε κι έπεφτε εύκολα απ’το πίσω πλαστικό φυτό στο οποίο σχεδόν πάντοτε κοιμάται. Τελικά χθες το βράδυ άλαξε δέρμα, και τώρα κολάει κανονικά. Η όρεξή του είναι φυσιολογική. Καμιά φορά γίνεται μετά από κάποιο στρεσογόνο γεγονός το πρόγραμμα εκδύσεω να απορρυθμιστεί, αλλά από τώρα και στο εξής πιστεύω πως δε θα υπάρξει άλλο πρόβλημα.

Ενημέρωση 5/7/2013: Δραστηριοποιείται κανονικά το βράδυ, χρησιμοποιώντας όλο το χώρο στο τερράριο. Περνάει αρκετό χρόνο κρεμασμένο από τη σίτα ψηλά, ενίοτε προσπαθώντας να φύγει. Είναι πάντως πολύ ευκίνητο σε οποιαδήποτε κατάσταση, αφού δύο φορές πρόσφατα το παρατήρησα να πηδάει ανάποδα, δηλαδή με την κοιλιά προς τα πάνω. Και τις δύο φορές καθόταν ακίνητο πάνω στο τζάμι, αλλά ήθελε να μετακινηθεί σ’ένα καλάμι πιο πίσω. Αφού κίνησε το κεφάλι του πρός το στόχο, συσπειρώθηκε ελαφρά και μ’ένα άλμα βρέθηκε ανάποδα κρεμασμένο στο καλάμι. Τρώει πολύ, και μάλιστα δείχνει να έμαθε σε ποια γωνία του τερραρίου βρίσκεται ο φρουτοπολτός, αφού η πρώτη του κίνηση αφού ξυπνήσει και σκαρφαλώσει λίγο στα τοιχώματα είναι να κατέβει εκεί κι ενίοτε να ψάχνει με το κεφαλάκι του ή να το ακουμπάει στα τοιχώματα. Προχθές στις 3 του μήνα έφαγε μια μικρή νύμφη από αλογάκι της Παναγίας στα 2,5 εκ. που βρήκα κατά τύχη, μαζί με δύο αλευροσκούληκα. Είναι το μακρύτερο έντομο που έχει φάει, το παχύτερο ήταν η μεγάλη κατσαρίδα που του είχα δώσει πριν. Έχει επίσης φάει και κάποιες μύγες. Γενικώς τα όσα λέγονται για τους κινδύνους των πιασμένων απ’τη φύση εντόμων αποδεικνύονται υπερβολές, ενώ στην πραγματικότητα τέτοια έντομα είναι πιο θρεπτικά, αφού τρέφονται με διάφορες τροφές. Σήμερα έκανε το εξής απροσδόκητο: αφόδευσε ακριβώς μέσα στο καπάκι με το φρουτοπολτό του, αλλ’ευτυχώς τον είχε φάει σχεδόν όλο. Το κύριο φρούτο του αυτό το διάστημα είναι το βερίκοκο. Η μόνη αλλαγή από την προηγούμενη έκδυση είναι ότι κοιμάται πλέον στη χερσαία κρυψώνα, κι όχι στο πλαστικό φυτό πίσω. Τις δύο πρώτες μέρες αφού παρατήρησα την αλλαγή αυτήν το μετακινούσα στο σύνηθες μέρος, όπου παρέμενε ως το βράδυ κανονικά, αλλά τελικά το άφησα να κοιμάται εκεί που θέλει. Αυτή η μεταστροφή ωστόσο με άγχωνε, και γι’αυτό έκανα μια μικρή αναζήτηση, με την οποία οι ανησυχίες μου κατέπαυσαν. Υπήρχε πιθανότητα το γκέκο να κοιμάται εκεί εξαιτίας της χαμηλότερης υγρασίας, αλλά δεν άλλαξε τίποτα ακόμα κι από τότε που αύξησα τον αριθμό τω ψεκασμάτω τη μέρα σε 3-4. Προφανώς απλώς άλλαξε θέση, ίσως επειδή είναι πιο σκοτεινή την προτιμά. Κατά τ’άλλα είναι μια χαρά, και πλέον όλα τα ίχνη του πρότερου σοκ έχουν χαθεί. Δεν ανησυχεί όταν με βλέπει και τρώει το ίδιο άνετα στο κουτί ταΐσματος εντόμων, αν και συχνά ρίχνω τα έντομα μέσα στο τερράριο. Σε λίγες μέρες πρόκειται ωστόσο να τον δώσω στον πατέρα μου, επειδή θα φύγω διακοπές και δε θα μπορέσω να τον κουβαλήσω μαζί μου.

Ενημέρωση 26/7/2013: Ο Βαρώνος είναι πολύ καλά. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να μετακινηθεί από τον τόπο του. Όσο λιγότερες οι μετακινήσεις και οι αλλαγές για τα ερπετά, τόσο το καλύτερο. Στη φύση πολύ σπάνια αλλάζουν περιβάλλον απότομα χωρίς τη θέλησή τους, οπότε είναι γεγονός που τα στρεσάρει πολύ. Σήμερα λοιπόν έγινε το εξής πράγμα: Όταν άνοιξα την πόρτα του για να του βάλω το βερίκοκό του, αυτός πήγε να βγει έξω και τον βρήκα ήσυχο να κάθεται πάνω στη μέσα μεριά της πόρτας. Τον έβαλα στο χέρι μου, αλλά δεν ήθελε να φύγει, επειδή είχε μείνει λίγο βερίκοκο στα δάχτυλά μου, και το έγλειφε με τη μικρή γλωσσίτσα του.

Ενημέρωση 10/10/2013: Ο Βαρώνος είναι πολύ καλά. Τρώει όλο το φαγητό του και σταθερά κάνει βόλτες το βράδυ. Αποδείχθηκε ιδιαίτερα προσαρμοστικός στις μετακινήσεις το καλοκαίρι. Αν και δεν ταξίδεψε πολύ, δύο φορές χρειάστηκε να μετακινηθεί. Τη μία απλώς άλλαξε σπίτι για λίγες μέρες, όσο εγώ έκανα
τη βόλτα με το σκάφος,
οπότε σε λιγότερο από δύο μέρες αφότου γύρισε ήταν και πάλι καλά – απλώς μόλις ήρθε ήταν λίγο στρεσαρισμένος, έτρεχε πολύ και κρυβόταν αρκετά -, στη δεύτερη ωστόσο μετακίνηση πήγε στο Χωριό μαζί μου. Εκεί ήταν στο δωμάτιό μου, πάνω σε μια ντουλάπα για να μην τον πειράζει κανείς, σε θερμοκρασίες δροσερότερες απ’αυτές που είχε εδώ. τις πρώτες τέσσερις μέρες ήταν πολύ στρεσαρισμένος. Αρχικά έτρεχε σαν τρελός όταν πλησίαζα γρήγορα ή ακουμπούσα το τερράριό του, το οποίο δεν ήταν το κανονικό, αλλά ένα αρκετά μικρότερο διαφανές δοχείο για μικρά ζώα, αργότερα παρέμενε ακίνητο την περισσότερη ώρα σαν να είχε πέσει σε κατάθλιψη, και μετά απ’αυτό το διάστημα άρχισε να επανέρχεται. Έφαγε κανονικά την τέταρτη μέρα, και αφόδευσε τη μεθεπόμενη. Από τότε άρχισε να συνηθίζει το νέο του χώρο και να συμπεριφέρεται κανονικά. Όταν ήταν να του δώσω έντομα, τον έβγαζα και τον έβαζα σ’ένα άλο κουτί για να μην τα χάσει κάτω απ’τα χαρτιά στο τερράριο, οπότε αρχικά ήταν πολύ φοβισμένος και μέσα στο κουτί καθόταν ακίνητος χωρίς να τα τρώι ή προσπαθώντας να φύγει εκτός κι αν έφευγα, αλά μετά από λίγες μέρες έγινε και πάλι άνετος. Μόλις επέστρεψε εδώ προσαρμόστηκε πλήρως σε τρεις μέρες, ενώ άρχιζε να τρώι καλά απ’τη δεύτερη μέρα. Προφανώς θυμόταν το χώρο του. Ευτυχώς το γκέκο μου είναι αρκετά ευπροσάρμοστο, γιατί έχω διαβάσει περιπτώσεις άλλων που έπαιρναν και δύο βδομάδες μέχρι να προσαρμοστούν σε νέο περιβάλλον. Επίσης τα έντομα είχαν τελειώσει στο Χωριό, και μόλις έφερα τα νέα στις αρχές του Σεπτεμβρίου, έχοντας σχεδόν δυο βδομάδες να φάει έντομο, έκανε το ρεκόρ του με 13 αλευροσκούληκα.
Όσον αφορά τα έντομα, έχω ν’αναφέρω μια περίπτωση ιδιαίτερης μάθησης που παρατήρησα σ’αυτό το γκέκο. Στις αρχές του Αυγούστου του είχα δώσει μια μύγα, αλά δεν ήταν καλή. Αφού την έφαγε, για λίγη ώρα σήκωνε επίμονα το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα του και ξεφυσούσε, ώσπου την έβγαλε. Το ίδιο βράδυ όμως έφαγε 6 αλευροσκούληκα. Μετά από δύο βδομάδες, όταν του έδωσα δοκιμαστικά μια άλλη μύγα από εντελώς άλο μέρος, την οποία είχα κρατήσει μερικές μέρες με τροφή, αφού την έπιασε και την σκότωσε, την άφησε. Το ίδιο και με επόμενη και με μεθεπόμενη σ’άλες μέρες. Επομένως προφανώς έχει συνδυάσει τη μύγα με κάτι πολύ κακό, και δεν πρόκειται να ξαναγγίξει αυτήν την τροφή ίσως ποτέ. Ιδιότητα χρήσιμη για τη ζωή στη φύση, όπου η γνώση και η μνήμη του τι πρέπει να φαγωθεί και τι όχι είναι ουσιώδης για την επιβίωση. Εγώ τις μύγες ποτέ δεν τις εμπιστευόμουν πολύ ως τροφή. Πετάνε παντού και τρώνε οτιδήποτε, απλώς ήταν τα πιο εύκολα να βρεθούν έντομα για ποικιλία. Τώρα, εφόσον και ο Βαρώνος δε θα τις ξαναφάει, τις αφαιρώ πλήρως από το διαιτολόγιο. Χορτοφάγα ή νεκταροφάγα έντομα θά’ναι πολύ καλύτερα.
Ελάχιστες φορές με έχει δαγκώσει ο Βαρώνος, και η μία ήταν κατά το διάστημα προσαρμογής στο Χωριό. Αφού τον είχα τακτοποιήσει στο τερράριο, πρόσεξα πως το πλαστικό φυτό έπεφτε συνέχεια κάτω κι έπρεπε να το σηκώσω, επειδή έμενε ο περισσότερος χώρος άδειος αλλιώς, άρα να βγάλω το Βαρώνο. Μόλις κατέβασα το τεράριο άρχισε αυτός να τρέχει λες κι επρόκειτο να τον φάνε, και μόλις άνοιξα το καπάκι και τον έβαλα στο χέρι στιγμιαία πήδηξε κι έτρεξε κάτω απ’το κρεβάτι σε μια γωνία του τοίχου. Όταν τον έπιασα γρήγορα για να μη μου ξαναφύγει, με δάγκωσε, και συνέχιζε να προσπαθεί να με δαγκώσει για λίγες ακόμα φορές. Δε μού’κανε ούτε γρατσουνιά, αλλά μου φάνηκε πολύ παράξενο αυτό. Την τέταρτη μέρα που τον ξαναέπιασα ήταν ήρεμος όπως πάντοτε. Η άλη φορά που με δάγκωσε, ή μάλλον με ακούμπησε με τα σαγόνια του, ήταν πρόσφατα. Του είχα λίγα αλευροσκούληκα μπροστά του, κι επειδή καθυστερούσε να επιτεθεί, νόμιζα πως δεν τα έβλεπε και τά’φερα ακόμα πιο κοντά. Αυτός όμως ήδη στόχευε ένα κι έτσι κατά λάθος ακούμπησε το δάχτυλό μου που παρεμβλήθηκε μεταξύ αυτού και του εντόμου, οπότε τραβήχτηκε αμέσως πίσω.
Με τα αλευροσκούληκα είχα ιδιαίτερο θέμα. Όταν τα μετρούσα, μερικά είχαν πέσει στο συρτάρι του γραφείου μου, όπου έτρωγαν σκόνη από ξερά φύλα, και μετά από δύο βδομάδες έκπληκτος ανακάλυψα πως μέσα στο συρτάρι υπήρχαν 5 ενήλικα μαύρα σκαθάρια, μία προνύμφη και μία νύμφη. Τη νύμφη την έσπασα κατά λάθος, αλλά σκότωσα και δύο σκαθάρια. Τα υπόλοιπα σκέφτηκα να του τα δώσω, αλλά πρόσεξα πως έβγαζαν μια μυρωδιά όταν πιέζονταν και σκέφτηκα να ψάξω στο Ίντερνετ για να δω αν είναι τοξικά. Δεν είναι, αν κι εκκρίνουν μια ουσία για νά’χουν κακή γεύση στους εχθρούς. Έτσι τα κούρασα για λίγο, ώστε ν’απελευθερώσουν όλη την ουσία τους, έπειτα έβγαλα τα σκληρά έλυτρα, που πιθανότατα είναι πολύ δύσπεπτα, και του τά’δωσα, οπότε τά’φαγε με ενθουσιασμό. Τα έντομα απ’ό,τι φαίνεται σχεδόν δεν καταλαβαίνουν πως ένα μέλος τους λείπει. Τα σκαθάρια χωρίς τα έλυτρα συνέχιζαν να κινούνται κανονικά, το ίδιο κάνουν και πεταλούδες χωρίς φτερά, που συνεχίζουν να φτερουγίζουν, ενώ αυτό που στην πραγματικότητα κάνουν είναι να χοροπηδούν στο πάτωμα.

Ενημέρωση 3/1/2014: Ο Βαρώνος είναι αρκετά καλά τώρα. Στις 13 Οκτωβρίου, με την απότομη πτώση των θερμοκρασιών, έπεσε απότομα η όρεξή του κι άργισε ανησυχητικά να αφοδεύσει από το τελευταίο γεύμα του με αλευροσκούληκα και ροδάκινο, οπότε φοβήθηκα μήπως έπαθε ενσφήνωση από τα σκληρά αλευροσκούληκα, κάτι ιδιαίτερα απίθανο για ένα υγιές γκέκο, αλλά τελικά, μετά από 9 ημέρες, ξεκίνησε να ξανατρώει. Δοκίμασα διάφορες μεθόδους εκείνο το διάστημα για να τον βοηθήσω να αφοδεύσει, αλλά καμία δεν πέτυχε. Του έκανα μασάζ στην κοιλίτσα, τον έβαζα πάνω στο χέρι μου για να ζεσταθεί, ή τον έβαζα σε ρηχό χλιαρό νερό για να υγρανθεί η αμάρα του. Το τελευταίο περισσότερο κακό παρά καλό του έκανε, αφού τον φόβησε υπερβολικά κι από τότε για αρκετό καιρό δεν ήθελε καθόλου να μπει στο κουτί αυτό, που είναι το ίδιο όπου τον ταΐζω τα έντομα. Κάθε φορά που έμπαινε εκεί προσπαθούσε να φύγει, και μόλις πλησίαζα άρχιζε να τρέχει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μάλιστα δυο φορές μπήκε νερό στη μύτη του και φτερνίστηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα το αναπνευστικό του σύστημα. Το μόνο καλό που μπορεί να του έδωσε αυτό ήταν ότι ήπιε αρκετό νερό. Τελικά αφόδευσε μόνος του μετά από λίγο, και επειδή πήρα εκείνον τον καιρό κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), που είχε καιρό να τις δει, χάρηκε κι άνοιξε η όρεξή του. Μέσα στο Νοέμβριο έβαλα σε λειτουργία και τη θερμαντική πλάκα που έχω για τις ώρες της μέρας, η οποία ζεσταίνει τη χερσαία κρυψώνα του κι ένα μέρος δίπλα της. Παρατήρησα αύξηση της όρεξής του για όλες τις τροφές, της αφόδευσης και της κινητικότητας, αλλά όχι στα καλοκαιρινά επίπεδα κι αυτό είναι φυσιολογικό. Έτσι κι αλλιώς τα ερπετά αυτά πρέπει να καταπέφτουν λίγο το χειμώνα, κι αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο για την αναπαραγωγή τους. Στα τέλη του Οκτωβρίου και στα μέσα του Νοεμβρίουά λλαξε το δέρμα του, με λίγες μέρες κακής κολητικότητας πριν.
Επειδή το μπολ νερού εξατμίζεται γρηγορότερα με τη θερμαντική πλάκα και μπορει να λερώνεται μερικές φορές από περιττώματα που μπορεί να μην εντοπίσω, ενώ το ΄γκέκο μπορεί να πίνει νερό και αλλιώς, το άδειασα εντελώς και πλέον το ζώο ενυδατώνεται μόνο με ψεκάσματα. Μπολ θα χρησιμοποιώ μόνο όταν λείπω και δε μπορώ να ψεκάσω ή κάποιος άλλος΄έχει αναλάβει τη φροντίδα του ζώου, π.χ. τώρα τα Χριστούγεννα που το είχε ο πατέρας μου και δεν ήξερα πόσο ψέκαζε. Γενικώς κάνω δύο ψεκασμούς, έναν αργά το απόγευμα, όταν ξυπνάει, κι έναν άλλον πριν κοιμηθώ, ίσως κι έναν μικρό το πρωί μερικές φορές. Τον παρατηρώ αφού έχω ψεκάσει να ψάχνει με τη μυτούλα του σταγόνες στο τζάμι και να τις γλείφει με τη μεγάλη γλώσσα του. Το ζώο είναι το ίδιο ενυδατωμένο όπως πριν, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την αφόδευση ή την αλλαγή δέρματος.
Το μπολ πλέον το χρησιμοποιώ κυρίως για να βάζω τα έντομα, αν και αρκετές φορές τα ρίχνω έτσι στο χώρο του. Πλέον έχω εντάξει στη διατροφή και τις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς ή red runners (Blatta lateralis), οι οποίες, αν και πιο αδύνατες απ’αυτές της Αργεντινής, είναι πολύ κινητικότερες και του τραβούν την προσοχή, αλλά επίσης μαλακές, εύπεπτες, κι εύκολες στο πασπάλισμα. Αυτές οι κατσαρίδες, επειδή τρέχουν πολύ γρήγορα και δεν κρύβονται πολύ όταν είναι σκοτάδι, μπορώ να τις ρίχνω κατευθείαν στο τερράριο κι αυτός να τις βρίσκει σε λίγο χρόνο. Είναι απ’τις αγαπημένες του τροφές. Την πρώτη φορά που του έδωσα έφαγε 5 στη σειρά, με αποτέλεσμα να βαρυστομαχιάσει για 6 περίπου μέρες! Επ΄΄ισης του έχω δώσει πράσινες κάμπιες, τις οποίες έφαγε με μεγάλη όρεξη. Γενικώς όσες κάμπιες δεν είναι τριχωτές (ερεθίζουν), δεν έχουν έντονα χρώματα (πιθανή τοξικότητα), και τρέφονται από μη τοξικά φυτά είναι κατάλληλες. Μια φορά μέσα στο Νοέμβριο ήθελα να παρατηρήσω την αντίδρασή του σε μερικά διαφορετικά έντομα, γι’αυτό τον έβαλα πάνω σ’ένα χαρτί δίπλα στον υπολογιστή μου και τον παρακολουθούσα. Πρώτα έβαλα την αρκετά αδρανή κάμπια, η οποία του τράβηξε την προσοχή, αφού γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της κι έβγαζε τη γλώσσα του, αλλά επειδή δεν κινούταν πολύ δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να την φάει. Μόλις έβαλα μια κατσαρίδα Αργεντινής, η οποία έσπρωξε την κάμπια κι άρχισε κάπως να κινείται, την άρπαξε αμέσως. Μετά άρπαξε και την κατσαρίδα, όταν αυτή περνούσε κάτω απ’το κεφάλι του, η οποία είχε περάσει πριν μια φορά κάτω απ’το σώμα του χωρίς να της δώσει ιδιαίτερη σημασία. Μετά του έδωσα κι έναν κόκινο δρομέα, αναποδογυρισμένο για να προλάβει να τον πιάσει πρωτού εξαφανιστεί και τρομάξει κανέναν άλλον στο σπίτι. Έκανε κύκλους για να γυρίσει, αλλά προτού προλάβει, ο Βαρώνος τον έπιασε απ’την άκρη της κοιλιάς και μ’ένα σήκωμα του κεφαλιού τον έβαλε στο στόμα ολόκληρο. Μετά πήγε λίγο πιο πέρα, έκανε ένα μεγάλο μακρόστενο περίττωμα και κίνησε να επιστρέψει στο τερράριό του. Όταν είναι πολύ κοντά το τερράριο και μπορεί να το βλέπει, συνήθως θέλει να πηγαίνει προς τα εκεί, αφού εκεί νιώθει ασφαλής.
Επίσης σε καλές μέρες, κι όταν τύχαινε να καθαρίσω το τερράριό του, τον έβγαζα στον ήλιο για να πάρει λίγη βιταμίνη δ με το φυσικό τρόπο, οπότε πρόσεχα ότι το χρώμα του άλλαζε ελαφρώς. Αρχικά καθόταν για λίγο στον ήλιο, αλλά μετά άρχιζε να ενοχλείται και πήγαινε στη σκιά, οπότε τον επέστρεφα πίσω. Γενικά δεν τον βγάζω πολύ έξω, αφού δε φαίνεται να του αρέσει να τον σηκώνω και πιθανότατα ούτε πρόκειται να καταλάβει γιατί, αφού στη φύση τα ζώα αυτά δεν έχουν τέτοιες σχέσεις μ’άλλα μέλη του είδους τους.
Τώρα, που έχει μόνο μια μέρα που ήρθε σπίτι, βρίσκεται στο τερράριο χωρίς τη θερμαντική πλάκα, με αποτέλεσμα να κινείται λιγότερο, αλλά είναι καλά. Οι θερμοκρασίες δεν είναι ακραίες πάντως.

Ενημέρωση 3/5/2014: Είναι καλά. Τρώει και αλλάζει δέρμα κανονικά, και είναι αρκετά στρουμπουλός. Αντιπροχθές τον βρήκα να κοιμάται εκτός της καθιερωμένης φωλιάς του, επειδή είχα κλείσει τα παντζούρια του δωματίου και δεν τον ενόχλησε το φως, και τότε βρήκα την ευκαιρία να τον μετρήσω, επειδή μου φαινόταν μεγάλος. Τον έβγαλα γύρω στα 13 εκατοστά με τη μεζούρα, αλλά μπορεί να είναι ελαφρώς μεγαλύτερος, δηλαδή είναι σε κανονικό μέγεθος προς μεγάλο. Όταν τον μέτρησα ξύπνησε, αλλά μετά πάλι προσπάθησε να κοιμηθεί, κολλώντας επίμονα πάνω στο χαρτί που το είχα και μη θέλοντας να κινηθεί, ενώ μετά έκανε κάτι πολύ παράξενο που με φόβισε πάρα πολύ – κόλλησε τα δύο αριστερά του άκρα μαζί και δέθηκε. Νόμιζα πως είχε επιλειπτική κρίση, αλλά μάλλον ήθελε να μαζευτεί και να κοιμηθεί. Αμέσως μετά τον έβαλα πίσω στην τρύπα του. Μια άλλη φορά θυμάμαι που πάλι είχε κοιμηθεί έξω απ’τη φωλιά του, και μόλις σήκωσα τα παντζούρια βαριεστημένα σύρθηκε μέσα στην τρύπα του, σαν ζαλισμένος. Σίγουρα θα πέρασε μεγάλο φόβο όταν συνειδητοποίησε πως βρίσκεται εκτεθημένος έξω. Μπορεί να νόμιζε πως ήδη τον είχαν φάει! Γενικά έχει πολύ σταθερό πρόγραμμα πάντως, αλά μερικές φορές έχει τύχει να ξυπνήσει λίγο το μεσημέρι. Μια φορά πρόσφατα θυμάμαι επειδή έκανε αρκετή ζέστη – είχαμε καλοριφέρ και την πλάκα -, οπότε βγήκε απ’τη φωλιά του και κοιμήθηκε ανάμεσα στα πλαστικά φυτά ύστερα από λίγη περιπλάνηση, και μια άλλη εξαιτίας βροχής βγήκε έξω για να δει τι γίνεται, και μετά πάλι κρύφτικε. Πολλοί κάτοχοι αυτού του είδους αναφέρουν παρόμοια περιστατικά σε έντονες βροχές ή καταιγίδες.
Επίσης, επειδή πρόσεξα πως κάθε φορά που τον βγάζω απ’το χώρο του κοιτάζει προς τα εκεί και μόλις βρίσκεται κοντά πηδάει μέσα, τον υπέβαλα σε μια μικρή δοκιμασία: Τον έβαλα να σκαρφαλώσει απ΄΄ο κάτω στο γραφείο και να πάει μόνος του στο τερράριο. Μόλις έφτασε πάνω στο γραφείο λοιπόν και είδε το τερράριο, ευθύς σηκώθηκε και γύρισε το κεφάλι του προς τα εκεί, κοιτάζοντάς το επίμονα. Μετά σιγά-σιγά περπάτησε προς τα εκεί, αλλά μόλις συνάντησε το τζάμι μπερδεύτηκε προς στιγμήν, και σταμάτησε. Μετά σκαρφάλωσε, κάθισε πάνω στο άνοιγμα της πορτούλας για λίγο, και στο τέλος έπιασε ένα πλαστικό φυτο και μπήκε μέσα.
Λέγοντας για φυτά, πρέπει να πω πως αναβάθμισα τη διαρρύθμιση του χώρου του τοποθετώντας ακόμα ένα πλαστικό φυτό με καλή βεντούζα. Δεν πέταξα τελικά όμως το προηγούμενο που του είχε ξεκολλήσει η βεντούζα, γιατί το καινούργιο φυτό αποδείχθηκε μικρό και ο χώρος είχε αδειάσει. Επίσης ένα άλλο πλαστικό φυτό που είχα, πολύ σκληρό για να χώνεται άνετα το γκέκο και δύσκολο στο βεντουζοκόλλημα λόγω βάρους, το έκκοψα στο ένα τρίτο.

Ενημέρωση 5/1/2015: Το γκέκο είναι πολύ καλά. Το περασμένο καλοκαίρι δε χρειάστηκε να μετακινηθεί καθόλου, γιατί έφευγα και επέστρεφα ανά τακτά χρονικά διαστήματα για το περισσότερο καλοκαίρι. Όταν έλειπα γέμιζα το μπολάκι του με νερό για να πίνει, κι όσο ήταν άλλος στο σπίτι συνέχιζε να τον ψεκάζει. Για τροφή άφηνα ένα καπάκι φρουτόκρεμα ως συνήθως, και έντομα όποτε είχα σ’ένα ρηχό δοχείο. Πάνω από 5 μέρες συνεχόμενα δεν έμεινε χωρίς τροφή, εκτός από μία φορά κατά το τέλος του Αυγούστου που είχε φάει αρκετά πριν, και έτσι το σύκο που άφησα στέγνωσε πριν προλάβει να το φάει, οπότε έμεινε μια βδομάδα νηστικό χωρίς πρόβλημα, κι έφαγε κανονικά όταν γύρισα. Μετά στα τέλη του Αυγούστου και για σχεδόν όλο το Σεπτέμβρη παρατήρησα ασυνήθιστη έως τρομακτική αύξηση στην όρεξή του. Όλο το καλοκαίρι και γενικώς την πιο δραστήρια περίοδο του έτους έτρωγε κανονικά κάθε δύο μέρες – συνήθως αφόδευε δύο μέρες μετά την κατανάλωση του γεύματος κι έτρωγε μετά. Τώρα έτρωγε κι αφόδευε κάθε μέρα και μάλιστα κανονικές ποσότητες! Αυτό, απ’ό,τι βρήκα αργότερα, παρατηρείται τη συγκεκριμένη περίοδο σε πολλά νεοκαληδονιακά γκέκο και ο λόγος δεν είναι πλήρως γνωστός, αλλά μόνο υποθέσεις γίνονται. Κατ’άλλους τα γκέκο επανέρχονται από τις στρεσογόνες θερμοκρασίες του καλοκαιριού, κατ’άλλους ετοιμάζονται για το χειμώνα. Πάντως εγώ ακόμα δεν έχω παρατηρήσει κάποια αρνητική επίπτωση των υψηλών καλοκαιρινών θερμοκρασιών όπως ευρέως λέγεται, και την εποχή που ξεκίνησε να τρώει πολύ η θερμοκρασία δεν είχε πέσει από την αρχή. Η θερμαντική πλάκα έμενε αναμμένη για τη μέρα τον Ιούνιο, αν και στην αντίθετη πλευρά απ’τη φωλιά του και σε πολύ μικρότερη επιφάνεια απ’ό,τι το χειμώνα, γιατί αλλιώς θα ενοχλούταν και θα έβγαινε απ’τη φωλιά το μεσημέρι, όταν η θερμοκρασία ανέβαινε υπερβολικά. Συχνά το παρατηρούσα να ξαπλώνει στη θερμή περιοχή πριν τη νυχτερινή του δραστηριότητα, ή μετά από ένα μεγάλο γεύμα. Τον Ιούλιο την έσβησα και την ξαναάναψα στα μέσα του Σεπτέμβρη.
Το σύκο έχει ενταχθεί πλέον στα βασικά του φρούτα, μαζί με το ροδάκινο και το βερίκοκο, αφού τελικά το τρώει με πολύ χα΄ρά, αντίθετα με το 2013 που νόμιζα πως δεν πρόκειται να το φάει ποτέ. Και αντίθετα με τα δύο τελευταία φρούτα, έχει 2,5 φορές περισσότερο ασβέστιο από φώσφορο, πράγμα που σημαίνει πως είναι πολύ θρεπτικό και δε χρειάζεται καν συμπλήρωμα ασβεστίου. Τα μικρά σποράκια συνήθως τα αφήνει στον πυθμένα του καπακιού, και μερικά που καταπίνει περνούν από το πεπτικό του σύστημα χωρίς πρόβλημα, αφού είναι μικροσκοπικά. Στη φύση ίσως λειτουργούν ως διανομείς σπόρων διάφορων φρούτων, όπως γίνεται με πολλές άλλες σαύρες. Αποφεύγω ωστόσο τα σύκα γεμάτα σπόρια, τα οποία ούτε εγώ μπορώ να φάω. Αν τύχει να υπάρχει και λίγη φλούδα στον πολτό, δεν πειράζει. Εδώ στην Ελλάδα είμαστε τυχεροί που έχουμε φρέσκα σύκα, και οι Βόρειοι μας ζηλεύουν γι’αυτό. Στο διεθνές φόρουμ για τα ρακοδακτυλοειδή γκέκο Pangea όπου είμαι γραμμένος, πολλοί μου έλεγαν για το πόσο τυχερός είμαι που έχω πολλά σύκα. Σ’εκείνες τις χώρες, αν θέλουν να δώσουν σύκο στο γκέκο τους, συνήθως καταφεύγουν στη λύση της επανενυδάτωσης αποξηραμένων. Το καλοκαίρι αυτό επίσης τού’δωσα δύο φορές πολτοποιημένη ντομάτα, την οποία έφαγε λίγο, δηλαδή δε φάνηκε να την προτιμά ιδιαίτερα.
Από έντομα τρώει ό,τι έτρωγε και πριν. Οι κατσαρίδες red runners παραμένουν οι αγαπημένες του, τις οποίες κυνηγά με πάθος στο τερράριο. Έχει πηδήξει από ψηλά, έχει πηδήξει αρκετές φορές, έχει κάνει απότομα μεταβολή, έχει χωθεί ανάμεσα στα χαρτιά γι’αυτά τα έντομα. Μία φορά μάλιστα το Νοέμβριο άρπαξε μία που κρατούσα απ’το πόδι απ’το χέρι μου κανονικά, ενώ καθόταν στην κορυφή ενός κλαδιού. Ήταν η δεύτερη φορά που έφαγε απ’το χέρι μου έντομο μετά την πρώτη μύγα που έφαγε το Φεβρουάριο του 2013. Όσον αφορά τις μύγες, δοκιμαστικά του έδωσα μία το Σεπτέμβριο για να δω αν ακόμα θυμάται την αρνητική εμπειρία, αλλά πιθανότατα την ξέχασε στο μεσοδιάστημα, αφού την έφαγε αμέσως. Λίγες ακόμα έφαγε αργότερα, κι έπειτα δεν τού’δωσα παραπάνω. Τα ερπετά είναι ικανά για μακροπρόθεσμες μνήμες, αλλά πιθανόν με τόσους μήνες χωρίς να δει τη συγκεκριμένη τροφή ώστε να του υπενθυμίζεται συνεχώς το κακό που έπαθε, όπως θα γινοταν με κάποιο τοξικό έντομο που θα συναντούσε στη φύση συχνά, το ξέχασε. Από πιασμένα έντομα, οι άτριχες κάμπιες από μη τοξικά φυτά είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο, αφού δεν κινούνται από το φυτό που γεννήθηκαν και εξαιτίας της συνεχούς λήψης τροφής είναι πολύ θρεπτικές. Τέτοιες του δίνω όποτε βρίσκω, και τις τρώει αμέσως. Στις 27 Οκτωβρίου πήρα δοκιμαστικά βασιλικά αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio), προνύμφη σκαθαριού συγγενική με το αλευροσκούληκο, αλλά αρκετά μεγάλη, γύρω στα 4 εκ. Αν κι άλλοι θεωρούν πως τέτοια μεγάλα έντομα είναι επικίνδυνα για τα λοφιοφόρα γκέκο επειδή είναι σκληρά, άλλοι τα ταΐζουν σε τακτική βάση αναφέροντας πως είναι τα αγαπημένα των γκέκο τους. Στη δική μου περίπτωση ωστόσο δεν αποδείχθηκαν καλή επιλογή, Αφού έφαγε μερικά τις πρώτες φορές, και μετά σταμάτησε να τα τρώει. Αν και δεν του προκάλεσαν κανένα πρόβλημα, αφού αφόδευσε κανονικά, ίσως τον βαρυστομάχιαζαν λόγω σχήματος και σκληρότητας κι έτσι σταμάτησα να του δίνω. Οπότε θα παραμείνω στα αλευροσκούληκα, και ίσως του δίνω κι από κανένα μικρό τέτοιο τώρα που έχω το γενειοφόρο δράκο που θα τα τρώει ναι, από τις 30 Νοεμβρίου έχω ένα γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps), για τον οποίον θα σας γράψω αργότερα. Την πρώτη φορά που έφαγε δύο superworms και μια red runner πάντως είχε σίγουρα βαρυστομαχιάσει, αφού είχε μαζευτεί στη θερμαντική του πλάκα για να χωνέψει κι έκανε φωνούλες αν προσπαθούσα να τον κουνήσω, μάλλον γιατί ενοχλούταν πολύ. Πρώτη φορά συνέβη αυτό. Σχεδόν το ίδιο ωστόσο, χωρίς όμως να κάνει φωνούλες, έχει ξαναπάθει κι άλλες φορές μόλις έτρωγε πάρα πολλά ή μεγάλα έντομα ύστερα από καιρό έλλειψής τους, οπότε δε μπορώ να κατηγορήσω το superworm για τη συγκεκριμένη φορά τουλάχιστον. Παρεμπιπτόντως, τώρα που είπα για φωνούλες, πρώτη φορά τον άκουσα να φωνεί από μόνος του – τρεις πολύ αχνές συνεχόμενες φωνούλες – σε μία Βροχή του Σεπτεμβρίου, αφού τον επέστρεψα από έξω που τον έβγαλα για να δει τη βροχή. Επίσης το Δεκέμβρη του πήρα ακόμα μια νέα τροφή, προνύμφες της μύγας Hermetia illucens ή Phoenix worms, μίας μύγας που χρησιμοποιείται εκτενώς στην κομποστοποίηση και σχετικά πρόσφατα άρχισε να πωλείται ως ζωντανή τροφή για ερπετά. Οι προνύμφες είναι κινητικές, γύρω στο 1,5 εκ, με αρκετά δύσθραυστο αλλα΄εύκαμπτο εξωσκελετό και μαλακό εσωτερικό. Ο εξωσκελε΄τος αυτος ενδυναμώνεται με ασβέστιο, δίνοντας στην προνύμφη αναλογία ασβεστίου προς φώσφορο περίπου 1,5 προς ένα, δηλα΄δη αρκετά υψηλή ώστε να μη χρειάζεται συμπλήρωμα, ενώ παράλληλα είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και μέτρια σε λίπος. Είναι μία από τις καλύτερες τροφές για ερπετά, αν και λίγο δυσεύρετη εάν κάποιος δεν εκτρέφει ο ίδιος. Αν και φαίνονται σκληρές, στην πραγματικότητα είναι πολύ εύπεπτη τροφή. Τις πρώτες τις έριξα μέσα στο τερράριο να τις βρει, και μολονότι αρχικά δεν τις έδωσε σημασία, σε λίγο τις έφαγε σχεδόν όλες. Επειδή κρύβονταν κάτω απ’τα χαρτιά και δε μπορούσαν μετά να ξανασκαρφαλώσουν έξω, τις έριχνα από τότε και στο εξής στο μπολάκι του. Άνετα έτρωγε 6-7 τη φορά, αφού ήταν μικρές. Ευτυχώς που τις τρώει, γιατί έχω ακούσει για σαύρες που δεν τις δέχονται.
Ο διάκοσμος του τερραρίου άλλαξε από το καλοκαίρι. Το σκληρό φυτό το πέταξα σύντομα μετά την τελευταία ενημέρωση του άρθρου, ενώ πρόσφατα αγόρασα ένα ακόμα βεντουζωτό φυτό ως αντικατάσταση σ’εκείνο το ασταθές που είχα, το οποίο είχα πετάξει τον Ιούλιο, επειτα από μήνες εκνευριστικής συνεχούς επανατοποθέτησης στη θέση του, ενώ αυτό όλο έπεφτε από τη δραστηριότητα του γκέκο. Όταν όμως το αφαίρεσα, παρατήρησα απότομη μεταστροφή στη συμπεριφορά του γκέκο. Το γκέκο έγινε επιθετικό. Ως τοτε μετρημένες φορές με είχε δαγκώσει, αλά τώρα με δάγκωνε κάθε φορά που το ενοχλούσα τη μέρα ή όταν το επέστρεφα πίσω στο τερράριό του από κάποια αναγκαστική απομάκρυνσή του για ώρα π.χ. για καθάρισμα. Αρχικά απλώς με τσιμπούσε στιγμιαία και μ’άφηνε μετά, όπως έκανε και τις προηγούμενες φορές, αλλά αργότερα αγρίεψε πραγματικά, αφού με δάγκωνε και με κρατούσε για ώρα, τραντάζοντας το κεφάλι του όπως κάνουν όταν μαλώνουν μεταξύ τους. Τη μέρα αν ξυπνούσε, που ξυπνούσε πλέον πολύ εύκολα με τον παραμικρό πιο έντονο από το σύνηθες θόρυβο, με απότομες κινήσεις και σκιές γύρω απ’τη φωλιά του ή και απλώς με το άνοιγμα του χώρου του για αναγκαίες πράξεις όπως την αφαίρεση του άδειου δοχείου τροφής, ήταν έτοιμο να δαγκώσει ανά πάσα στιγμή που το πλησίαζα. Μου ήταν πολύ δύσκολο να το επιστρέψω πίσω στην τρύπα του για να ξανακοιμηθεί αμέσως όπως έκανα συνήθως όταν ξυπνούσε, αφού αν πήγαινα να το σπρώξω από πίσω ή να το πιάσω ελαφρά από πάνω σήκωνε αμέσως το κεφάλι του και με την πρώτη ευκαιρία το γύριζε πλάγια και με δάγκωνε. Κι αν το έβαζα στην τρύπα μετά από λίγο συνήθως ξαναέβγαινε ενοχλημένο έξω, κι αν έκανα το λάθος να έχω το δάχτυλό μου μπροστά στην τρύπα, πεταγόταν και με δάγκωνε. Μετά από αρκετή ώρα επέστρεφε μόνο του στην τρύπα του, αλλά επειδή έχανε ύπνοέτσι παρατήρησα πως σύντομα μετά το απογευματινό του ξύπνημα, ξαναέμπαινε στην τρύπα μάλλον για να κοιμηθεί ακόμα λίγο κι έβγαινε πιο αργά το βράδυ. Σε λίγες μέρες άρχισε να γίνεται επιθετικό και το βράδυ. Παρακολουθούσε ανελλειπώς τις κινήσεις μου στο χώρο του, και συχνά πηδούσε δίπλα στο χέρι μου για να με δαγκώσει αν χρειαστεί, ή πηδούσε πάνω στο χέρι μου και με δάγκωνε. Με δάγκωνε απ’όπου βρισκόταν, ακόμα και πάνω στα ξύλα του, όπου συχνά έπιανε το χέρι μου στον αέρα ενώ συνέχιζε να κρατιέται με τα πίσω πόδια του στο ξύλο. Με παρακολουθούσε ακόμα και πίσω απ’το τζάμι αν πλησίαζα επικίνδυνα κοντά κι αρκετές φορές μου έκανε επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι αν έφερνα το δάχτυλο πολύ κοντά ή το κουνούσα. Το δάγκωμά του δεν πονούσε πολύ, ιδίως όταν ήμουν προετοιμασμένος κι έβαζα το δάχτυλο μπροστά, γιατί σε μέρη με πιο μαλακό δέρμα, που με πετύχαινε μερικές φορές όπως ανάμεσα στα δάχτυλα ή στο πάνω μέρος της παλάμης, μου άφηνε γρατσουνιές και ΄ίσως μου είχε βγάλει λίγο αίμα μια φορά. Για να το διώξω φυσούσα έντονα αέρα, κι αυτό συνήθως το ενοχλούσε και με άφηνε. Μια φορά όμως είχε πιαστεί τόσο δυνατά, που ούτε με νερό δεν έφευγε. Τελικα έβαλα το χέρι μου κάτω και το άφησε γρήγορα για να φύγει λίγο πιο πέρα. Έξω απ’το χώρο του, που δεν ένιωθε την ίδια αυτοπεποίθηση, με δάγκωσε μόνο δύο φορές, κι αυτές στιγμιαία. Δεν έχει πάντως ταχύτατα αντανακλαστικά. Αν και συνήθως μ’έπιανε πριν προλάβω να τραβήξω το χέρι μου, τις φορές που τραβούσα το χέρι μου εγκαίρως και είχε ήδη εκτιναχθεί να με δαγκώσει, από την ορμή του προσέκρουε σε οτιδήποτε υπήρχε μπροστά του, ενώ θα μπορούσε να ανακοψει την πορεία του αμέσως. Επανήλθε στα φυσιολογικά περίπου σ’ένα μήνα. Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί το βράδυ, και σιγά-σιγά σταμάτησε να ενοχλείται και να ξυπνά τόσο εύκολα. Αν και συνέχισε να είναι πιο ευερέθιστο την ημέρα για λίγο ακόμα, τελικά ηρέμησε και έγινε ακριβώς όπως πριν. Αν κι άργησα να κάνω τη σύνδεση, το φυτό εκείνο που αφαιρεσα έκανε σκιά στη φωλιά του κι έκλεινε λίγο το πίσω γυαλί του χώρου του, και η απώλειά του πιθανόν του προκαλούσε φόβο, επειδή ξαφνικά ένιωσε ακάλυπτο από παντού. Παρόλα αυτά προσαρμόστηκε στο αρκετά πιο άδειο τερράριό έπειτα κανονικά. Πλέον σκαρφαλώνει αρκετά συχνά στο νέο φυτό που τού’βαλα, αν και τις πρώτες μέρες δεν ανέβαινε. Γενι΄κως έχω παρατηρήσει ότι τα νέα αντικείμενα στο χώρο του μπορέι να μην τα πλησιάζει αμέσως. Αυτό παρατηρείται σε πολλά άλλα μικρά ζώα όπως τρωκτι΄κα, τα οποία έχουν πολλούς εχθρούς και συμπεριφέρονται αρχικά επιφυλακτικά προς νέες αλλαγές στο περιβάλλον τους (νεοφοβία).
Επειδή ανέφερα για τις επιθέσεις πίσω από το τζάμι, έχω να προσθέσω ορισμένες ακόμα παρατηρήσεις μου όσον αφο΄ρα τη σχέση των γκέκο αυτών με το γυαλί, που άλλοτε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως είναι εμπόδιο κι άλλοτε όχι. Αν και δε θα προσπαθήσουν να περάσουν μέσα απ’αυτό όπως κάποια άλλα ζώα, μάλλον επειδή σκαρφαλώνουν συνεχώς πάνω του και γνωρίζουν πως είναι στερεό, αλλά και μάλλον επειδή μπορούν να καταλάβουν μικροδιαφορές στη διαφάνεια σε σχέση με τον αέρα λόγω της καλής τους όρασης, αφού το γκέκο μου για παράδειγμα βλέπει αμέσως αν η πόρτα είναι ανοιχτή έστω και λίγο, κι αν θέλει να βγει προσπαθεί να βγει απ’το άνοιγμα μόνο, άλλες φορές φαίνεται να μην καταλαβαίνουν πλήρως πως το γυαλι είναι πραγματικος φραγμός. Για παράδειγμα το δικό μου γκέκο μου έκανε συχνά επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι, όπως κι άλλα υπερβολικά θυμομένα γκέκο απ’ό,τι διάβασα. Γι’αυτό κι εγώ ξεκίνησα να το ενοχλώ επίτηδες με το δάχτυλο, μήπως και καταλάβει πως η πράξη του είναι μάταια. Αρχικά έκανε απανωτές επιθέσεις, αλλά με το πέρασμα των ημερών λιγόστεψαν, και στο τέλος έγιναν υπερβολικά λίγες και σταμάτησαν εντελώς. Ίσως κατάλαβε πως το χτύπημα της μύτης του στο τζάμι δεν είχε αποτέλεσμα. Άλη φορά που έκανε επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι ήταν για τα γιγάντια αλευροσκούληκα. Δοκιμαστικά του έβαζα το έντομο πάνω στο χέρι μου, το οποίο ακουμπούσα κάθετα ως προς το τζάμι, ώστε το έντομο να πλησιάσει πολύ κοντά, και όχι μόνο πεταγόταν να το πιάσει από το έδαφος, αλά και όταν ήταν στα κλαδιά έκανε το ίδιο. Μετά από λίγες μέρες, όταν άρχισαν να μην του αρέσουν τα έντομα αυτά, συνέχιζε να κάνει επιθέσεις από το τζάμι, ενώ όταν τα συναντούσε μπροστά του δεν τα άγγιζε. Προφανώς πίσω από το τζάμι απλώς τα έβλεπε, ενώ μπροστά του τα μύριζε κιόλας και μπορούσε να τα αναγνωρίσει έτσι. Οπότε το γεγονός ότι τα γκέκο είναι αρκετά οπτικοί κυνηγεί, αλ΄λα με ικανότητα χημικής αναγνώρισης των θηραμάτων τους ισχύει. Τελικά σταμάτησε να κανει επιθέσεις απ’το τζάμι στα έντομα αυτά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο κατάλαβε ότι δεν αποδίδουν οι απόπειρες ή απλώς σταμάτησε ν’ασχολείται με έντομα που δεν τρώει. Έως τώρα, δεν έχω παρατηρήσει επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι προς κατσαρίδες.
Έχω να αναφέρω ακόμα κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την αποφυγή των δυσάρεστων οσμών και την καθαριότητα. Έχω ένα φυτό Orbea variegata, συγγενικό της σταπέλιας. Όπως και οι περισσότερες σταπέλιες, στων οποίων το γένος ταξινομούταν παλαιότερα, τα άνθη του μυρίζουν σαν πτώμα για να προσελκύουν τις μύγες για επικονίαση, αν κι εμένα μου έμοιαζε περισσότερο με κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα παρά σε σκέτο πτώμα. Το φυτό αυτό λοιπόν άνθισε περίπου μεταξύ 17 και 25 Οκτωβρίου. Όταν πρωτοάνοιξε το άνθος, και μύριζε ελαφρά, έφερα το γκέκο δίπλα του. Κάθισε στη θέση του, οπου το μύριζε επίμονα κι έβγαζε τη γλώσσα του. Απόρησα και σκέφτηκα το ενδεχόμενο να είναι πτωματοφάγο στη φύση και να μην το γνωρίζουμε. Την επόμενη με΄ρα όμως, που το άνθος είχε ξεκινήσει να μυρίζει κανονικά κι έφερα το γκέκο πάλι κοντά, κάθισε πάλι για λίγο, το μύρισε, κι αμέσως γύρισε το κεφάλι του στο πλάι κι άρχισε να φεύγει, κάτι που επανέλαβε πολλές φορές, οπότε είναι σιγουρο πως αποφεύγει τέτοιες μυρωδιές. Οι οσμές πτώματος προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε όσα ζώα έχουν μελετηθεί, είτε έλξης σε όσα τρέφονται μ’αυτά είτε αποφυγής στα περισσότερα άλλα. Ένα πτώμα θα μπορούσε να σημαίνει νεκρό μέλος του είδους από κάποια ασθένεια ή εχθρό, οπότε είναι αναμενόμενο να εξελιχθεί μια τέτοια αποφυγή. Την πρώτη μέρα της ανθοφορίας ίσως απλώς η οσμή να μην ήταν αρκετά έντονη ώστε να τον ενοχλήσει, ή μπορεί και να οσμιζόταν ουσίες από το νέκταρ που δε μπορούμε ν’ανιχνεύσουμε εμίς. Οπότε όπως και πολλά άλλα ζώα, δείχνει ν’αποφεύγει μυρωδιές που δηλώνουν αποσύνθεση. Ούτε σάπια φρούτα τρώει, όπως γράφουν πολλά άρθρα, που στην πραγματικότητα βασίζονται σε πολύ ανεπαρκείς πληροφορίες για τη φυσική του διαβίωση. Μπορεί να τρώει υπερώριμα ή τοπικά ελαφρώς σαπισμένα φρούτα, αλλά φρούτα που έχουν αποσυντεθεί εντελώς σίγουρα δεν τρώει. Όσες φορές έχω αφήσει φρούτο για καιρό στο χώρο του, ώστε να καφετιάσει, να γίνει σαν λάσπη και ν’αρχίζει να μυρίζει αλκοόλ από τη ζύμωση, δεν το άγγιξε.
Γενικώς ο Βαρώνος είναι πιο καθαρό ζώο απ’ό,τι νόμιζα. Μόνο 3 φορές τόσο και΄ρο που τον έχω έχει αφοδεύσει μέσα στη φωλιά του, και πάλι δεν είμαι σίγουρος αν πράγματι αφόδευσε στη φωλιά ή απλώς μετακίνησα τη φωλιά πάνω από περιττώματα κατά το καθάρισμα, που βρίσκονταν πίσω απ’τη φωλιά όπου αφοδεύει συχνά. Μια φορά πάντως το καλοκαίρι αρνούταν να μπει στη φωλιά αφού είχε ξυπνήσει, και ανησύχησα γι’αυτό. Όταν ανακάλυψα όμως το περίττωμα μπροστά στην είσοδο της φωλιάς και το απομάκρυνα, μπήκε αμέσως. Αν και δεν έχει συγκεκριμένη γωνία για να τα κάνει όπως κάποια εδαφόβια γκέκο, π.χ. το κηλιδωτό γκέκο (Eublepharis macularius), έχω παρατηρήσει πως προτιμά ορισμένα μέρη από άλλα. Συνήθως αφοδεύει στις γωνίες, δίπλα στα καλάμια, πίσω απ’τη φωλιά, γύρω από το μπολ, και πιο σπάνια μέσα στο μπολ ή πάνω στη φωλιά, ενώ σχεδόν ποτέ δεν έχει αφοδεύσει στην περιοχή μπροστά από τη φωλιά. Όταν το μπολ ήταν γεμάτο νερό, σπάνια αφόδευε εκεί, ενώ στο φαγητό του έχει αφοδεύσει μόνο μια φορά, όπως και στο κάτω μέρος της πόρτας. Στα κλαδιά του ποτέ, όπως και στα πλαστικά φυτά, αν και δύο φορές κάποια υπολείμματα είχαν μείνει σ’ένα πλαστικό φυτό, μάλλον από περίττωμα που προοριζόταν να πέσει κάτω. Στο τζάμι επίσης δεν έχει αφοδεύσει ποτέ, αν και λίγες φορές, περιττώματα που βρίσκονταν στις γωνίες μπορεί να ήταν λίγο κολλημένα στο τζάμι.
Όσον αφορά την κολλητικότητά του, είχα κι εξακολουθώ να έχω λίγα προβλήματα. Τον Ιούνιο είχε κάποια εντονότερα απ’το κανονικό προβλήματα στην κόλληση λίγο πριν την έκδυση, αλλά με την έκδυση επανήλθε. Το πρόβλημα το ξαναέπαθε από τα μέσα του Σεπτεμβρίου και στο εξής.Τότε, άρχισε πάλι να μην κολλάει καλά και να κρύβεται περισσότερο, σημάδι επερχόμενης έκδυσης. Λίγες μέρες μετά το δέρμα του έγινε σαν χαρτί και κρύφτηκε στη φωλιά για να το αλλάξει. Ενώ είχα ψεκάσει προηγουμένως, η υγρασία είχε σχεδόν χαθεί και ξαναψέκασα, αλλά ήταν αργά, γιατί το παλιό δέρμα μάλλον είχε ήδη στεγνώσει και κολλήσει στα δάχτυλά του, κι έτσι ο Βαρώνος μετά την έκδυση είχε σοβαρό πρόβλημα με την κολλητικότητά του. Δε μπορούσε να σκαρφαλώσει στο τζάμι, και πιανόταν με τα νύχια του κατά την αναρρίχηση οπουδήποτε αλλού. Ό,τι και να τον έκανα δεν βοήθησε. Ούτε τα βρεγμένα χαρτιά, ούτε το περπάτημα σε τσιμεντότοιχο για να τριφτεί το παλιό δέρμα, έτσι περίμενα την επόμενη έκδυση. Η επόμενη, που έγινε στις 7 Νοεμβρίου, βελτίωσε αρκετά την κατάσταση. Μπορούσε πάλι να κολλάει στα τζάμια, αν και γλιστρούσε σιγά-σιγά. Την επομένη το έβαλα σε βρεγμένα χαρτιά για να δω αν μαλακώσει τυχόν παλιό δέρμα, και νομίζω πως υπήρξε λίγη ακόμα βελτίωση. Αυτήν και τις επόμενες δύο εκδύσεις τις πέτυχα τη στιγμή που γίνονταν κι έτσι έχω φωτογραφίες. Εκείνη τη φορά, βρήκα το γκέκο μου κολλημένο στο τζάμι με επιδερμίδα σαν χαρτί κι ένα κομμάτι να ξεφλουδίζεται από τη μυτούλα. Φοβήθηκα μήπως διέκοψα τη διαδικασία και δε μπορούσε να ολοκληρωθεί, αλλά αμέσως μετά μπήκε στην τρύπα του και άλλαξε το δέρμα.

Πριν

Μετά

Η επόμενη έκδυση έγινε μόλις 16 μέρες μετά, στις 23 Νοεμβρίου. Πολύ παράξενο που έγιναν τόσο κοντά. Μήπως αναγνωρίζει ο οργανισμός του γκέκο ότι κάτι δεν πάει καλα και προσπαθεί ν’ανανέωσει το δέρμα συντομότερα; Δεν ξέρω. Και πάλι το πέτυχα έτοιμο ν’αλλάζει δέρμα.

Πριν

Μετά

Η τελευταία έκδυση έγινε στις 15 Δεκεμβρίου, 22 μέρες μετά την προηγούμενη. Τότε κατά λάθος ενόχλησα το Βαρώνο κατά τη διαδικασία. Αντικατέστησα μερικά λερωμε΄να χαρτιά του υποστρώματός του, και απόρησα γιατί όλο το βράδυ ήταν χωμένος στην κρυψώνα του. Την σήκωσα και τον πέτυχα εν μέσω της έκδυσης, με το κεφάλι καθαρό από παλιό δέρμα, το οποίο είχε μαζευτεί σαν κολάρο στο λαιμό του, και το υπόλοιπο σώμα καλυμμένο με το παλιό δέρμα, γκριζωπό και σαν χαρτί. Το έβγαλα για να το φωτογραφήσω, και αμέσως το επέστρεψα στην τρύπα του.

Ο Βαρώνος 15/12/2014 εν μέσω έκδυσης. Προσέξτε τη διαφορά μεταξύ του κεφαλιού και του σώματος. Κοιτάζει κάτω. Τι να κάνουμε, δε συνεργάζεται πάντοτε στις φωτογραφίσεις.

Μετά έσβησα το φως κι έστησα αυτί ακίνητος δίπλα στο τερράριο για να ακούσω τη διαδικασία. Τον άκουγα να στριφογυρίζει αρκετές φορές, και μετά να βγάζει τη γλώσσα του και να καταπίνει κάτι, που προφανώς ήταν το παλιό δέρμα του. Πιο αργά το βράδυ εμφανίστηκε φρέσκος και λαμπερός πάλι. Κολλούσε καλύτερα από τις προηγούμενες φορές, αλλά πάλι γλιστρούσε ανεπαίσθητα αν έμενε ακίνητος στο τζάμι, κι όπως και τις προηγούμενες φορές, η κατάσταση χειροτερεύει μέχρι την επόμενη έκδυση. Ακόμα δεν άλλαξε δέρμα, αλλά μπορέι ν’ανέβει στο τζάμι, αν και όχι τόσο καλά όπως στην αρχή. Αυτό που έκανα λίγες μέρες μετά ήταν να ελέγξω τα δάχτυλά του, που ήταν όλα υγιή, με τα νύχια τους. Το πρόβλημα με το παλιό δέρμα δεν είναι ότι δεν κολλάει, επειδή αυτό αντιμετωπίζεται σχετικά εύκολα, αλλά είναι ο κίνδυνος νέκρωσης και πτώσεις των δακτύλων από στιβάδες ξερού παλιού δέρματος που σφίγγουν τα δάχτυλα. Ευτυχώς δεν υπήρξε πρόβλημα.
Ο μόνος υπαίτιος γι’αυτό το πρόβλημα είναι η έλλειψη υγρασίας. Το καπάκι από σίτα, το υπόστρωμα από στεγνό χαρτί και η θερμαντική πλάκα δε βοηθούν στη διατήρησή της εκτός κι αν αρχίζω να αδειάζω μπουκάλια νερού στο τερράριο, που προφανώς κακό θα κάνει. Το μπολ νερού κι αν το γεμίσω δε λύνει το πρόβλημα, αφού το είχα δοκιμάσει για ένα διάστημα και βελτίωση της κολλητικότητας δεν είδα. Ένας τρόπος να λύσω το πρόβλημα είναι να κλείσω με πλαστικό μέρος της σίτας, αλλά αυτό θα φαίνεται πολύ άσχημα. Ένας άλος τρόπος είναι ν’αντικαταστήσω τα χαρτιά με τύρφη ή άλλο υλικό που διατηρεί υγρασία, αλλά εγώ θέλω να βλέπω πόσο αφοδεύει και να καθαρίζω εύκολα, οπότε δε με βολεύει. Αυτό εντούτοις θά’ταν πολύ καλό για ένα μεγαλύτερο τερράριο. Άρα μου μένει η λύση της υγρής κρυψώνας, που χρησιμοποιείται σε πολλά γκέκο. Θα τοποθετήσω ένα κουτί δηλαδή γεμάτο υγρό χώμα ή τύρφη μέσα στο τερράριο με μια τρύπα για να μπαινοβγαίνει, όπου θα βρίσκει υγρασία ανεξαρτήτως με την περιβαλλοντική. Κι επίσης θα μπορεί να σκάψει και να θαφτεί στο χώμα αν θέλει, το οποίο, αν και το κάνουν πολύ σπάνια, μπορούν εντούτοις να το κάνουν, ιδίως αν κάνει ζέστη και θέλουν να δροσιστούν. Μ’αυτήν την προσθήκη πιστεύω πως έχω λύσει μια για πάντα το πρόβλημα.
Τώρα το χειμώνα ο μεταβολισμός του έχει πέσει. Ενώ έτρωγε καθημερινά το Σεπτέμβριο, τώρα τρώει κάθε 4-5 μέρες συνήθως, και κατ’εξαίρεσιν κκάθε 3. Προτιμα φρούτα από έντομα, και σπάνια κυνηγά, ακόμα και τα αγαπημένα του είδη. Από τα μέσα του Δεκεμβρίου έσβησα τη θερμαντική πλάκα εντελώς, έχοντας ημερήσιες θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς και νυχτερινές γύρω στους 17-19, και από τώρα άρχισα να την ξανανάβω σιγά-σιγά για λίγες ώρες το μεσημέρι, με θερμοκρασία γύρω στους 24 στο θερμό σημείο, που είναι κάτω και δίπλα απ’την κρυψώνα. Δραστηριοποιείται κανονικά, αν και κινείται λιγότερο. Πλέον δεν αγχώνομαι όπως τους προηγούμενους χειμώνες, αφού είναι κάτι φυσιολογικό που πρέπει να το περνά ώστε να έχει καλή υγεία και μακροζωία. Ανυπομονώ παρόλα αυτά για την άνοιξη, που θα τον δω και πάλι να καταβροχθίζει τα έντομα!
Την στιγμή αυτήν που γράφω είναι χωμένος μέσα στην τρύπα του, και ίσως ετοιμάζεται για έκδυση.
Ενημέρωση 8/1/2015: Πριν λίγο ολοκλήρωσε την έκδυση, δηλαδή 24 μέρες μετά την προηγούμενη. Γενικώς τις προηγούμενες μέρες κινούταν λιγότερο τρώγοντας λίγο λωτό μόνο, αν και χθες έφαγε δύο κατσαρίδες red runners. Σήμερα βγήκε λίγο το απόγευμακαι μετά ξαναχώθηκε στην κρυψώνα του. Εκεί τον άκουγα να τρίβεται, να ξύνεται και να τρώει κάτι, και μετά από αρκετή ώρα εμφανίστηκε έξω καθαρός και δραστήριος. Μπορούσε και πάλι να σκαρφαλώνει οπουδήποτε, να κρέμεται από τη σίτα ψηλά και να πηδάει. Απ’ό,τι είδα, φαίνεται να κολλάει καλά παντού χωρίς να γλιστράει, αν και λίγο παλιό δέρμα υπήρχε στο αριστερό του λοφίο πάνω από το λαιμό του, το οποίο έβγαλα τραβώντας απλά. Πρώτη φορά το έπαθε αυτό. Αυτές τις μέρες φρόντιζα ν’ανεβάζω την υγρασία με συχνότερους και μεγαλύτερης διάρκειας ψεκασμούς, γι’αυτό ίσως δεν υπήρχε πρόβλημα.

Ενημέρωση 9/1/2015: Τον έβγαλα μερικές καλές φωτογραφίες πάνω στην αραουκάριά μου (Araucaria heterophylla), για το οποίο δέντρο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στον ανάλογο σύνδεσμο προς την αρχή του άρθρου. Αν και το συγκεκριμένο είδος δεν απαντά στην πατρίδα του Βαρώνου, πολλά συγγενικά είδη απαντούν εκεί, επομένως ο Βαρώνος μπορούμε να πούμε πως βρισκόταν πάνω σε φυτό του φυσικού του περιβάλλοντως. Γι’αυτό, αλλά και για την καλή ποιότητά τους, οι φωτογραφίες αυτές πιστεύω πως είναι αρκετά καλές ως αντιπροσωπευτικές του Βαρώνου, κατάλληλες για δημοσίευση σε φόρουμ, προφίλ, ως άβαταρ κλπ. Και χθες έβγαλα μερικές, αλλά στην καλύτερη δεν βρισκόταν στο κέντρο κι έτσι τις έσβησα. Η φωτογράφισή του σε ανοιχτό χώρο δεν είναι εύκολη, αφού με το ένα χέρι πρέπει να κρατάω την κάμερα και με το άλλο να είμαι έτοιμος σε περίπτωση που θέλει να φύγει. Ευτυχώς είναι τόσο ήρεμος που δεν ενοχλούταν σχεδόν από τίποτα. Παρόλα αυτά δεν ήθελε συνέχεια να τον αλλάζω θέσεις, κι έτσι μια φορά που τον ενοχλούσα αρκετά για να τον τοποθετήσω στο ιδανικό σημειο γύρισε το κεφαλάκι του και με δάγκωσε πολύ ελαφρά. Γενικώς του αλλάζω κατευθύνσεις όταμ τον έχω έξω μόνο όποτε είναι απαραίτητο, γι’αυτό ίσως αντέδρασε έτσι. Μετά πάλι ηρέμησε, και τον άφησα να περιπλανηθεί μόνο του ενώ ετοιμαζόμουν να τον βιντεοσκοπήσω. Κινείται με μεγάλη ευκολία ανάμεσα στα κλαδιά του φυτού, και χώνεται ανάμεσά τους σε ανύποπτο χρόνο. Μετά από λίγη ώρα λοιπόν φώνησε! Αν κι ο πατέρας μου μου είχε πει πως το άκουσε μια φορά, ήταν η πρώτη φορά που εγώ άκουσα την πραγματική του φωνή που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία, όχι απλώς τις μικ΄ρές φωνούλες που βγάζει όταν ενοχλείται ή πονάει. Ήταν μια σειρά από σύντομες, βραχνές φωνούλες που διήρκησαν γύρω στα 8-10 δευτερόλεπτα, σε χροιά κάτι ανάμεσα σε βάτραχο και πουλάκι. Τό’κανε ακόμα μία φορά, και πάλι λίγο αργότερα, το οποίο τελευταίο πρόλαβα να το βιντεοσκοπήσω, αν κι όχι από την αρχή. Η βιντεοσκόπηση δεν ήταν πάλι εύκολη, αφού έπρεπε να προσέχω πού πηγαίνει και να βρω τα κατάλληλα εισαγωγικά λόγια. Οι φωτογραφίσεις και οι βιντεοσκοπήσεις έγιναν φυσικά σε εσωτερικό χώρο. Γιατί έκανε τη φωνή; Μήπως ένιωθε πως απειλούσα την περιοχή του, μήπως νόμιζε πως υπάρχει θηλυκό κάπου ανάμεσα στα κλαδιά; Ή μήπως επει΄δη η μέρα μεγαλώνει σιγά-σιγά και ξαναμπαίνει στην αναπαραγωγική περίοδο; Δεν ξέρω. Παρακάτω θα δείτε τις φωτογραφίες, το βίντεο θα το δημοσιεύσω αφού το ανεβάσω στο Youtube. Στην πρώτη μας κοιτάζει και στην τελευταία κρέμεται από την άκρη ενός κλαδιού.

Ενημέρωση 16/3/2015: Το γκέκο στη συνέχεια άλλαξε δέρμα στις 28 Ιανουαρίου, στις 17 Φεβρουαρίου και στις 6 Μαρτίου, Απ’ό,τι έχω υπολογίσει δηλαδή αλλάζει δέρμα περίπου κάθε 20-25 μέρες, αν και κάποιες φορές το κάνει συχνότερα. Τρώει κανονικά. Στις 20 Φεβρουαρίου του έδωσα και τη μικρότερη προνύμφη σκαθαριού Pachnoda butana που είχα, την οποία έφαγε. Οι προνύμφες αυτές είναι αρκετά μεγάλες, και προορίζονταν για το δράκο, ο οποίος τις έχει φάει πλέον όλες. Ο δράκος ξύπνησε από τη νάρκη στις 2 του μηνός, και τελικά δε βρίσκεται στο ίδιο μέρος με το γκέκο ώστε να ανησυχώ για το στρες. Του έδινα επίσης και μελοσκούληκα, γιατί μου φάνηκε πως λίγο αδυνάτισε καθώς η θερμοκρασία, άρα και ο μεταβολισμός του ανέβαινε, αλλά όχι η όρεξή του. Έτρωγε 3 μελοσκούληκα τη φορά. Την τελευταία φορά έφαγε αρκετά μεγάλα, γέμισε η κοιλιά του πολύ, και ξανάφαγε μετά από 5 μέρες. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου λοιπόν, έκανε το εξής παράξενο: Ενώ τον είχα βγάλει έξω και ετοιμαζόμουν να τον βάλω σ’ένα μικρό κουτί για προσωρινή κράτηση, αυτός πιανόταν σφιχτά από το χέρι μου και αρνούταν να κατέβει. Μετά ξαφνικά με δάγκωσε ελαφρά στο δάχτυλο, άρχισε να κουνά δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του, και φώνησε. Δηλαδή προσπάθησε να ζευγαρώσει με το χέρι μου! Δεν είναι ασυνήθιστο αρσενικά, και σπανιότερα θηλυκά λοφιοφόρα γκέκο, να τύχει να προσπαθήσουν να ζευγαρώσουν με το χέρι του κατόχου ή κάποιο άλλο αντικείμενο, ιδίως αν είναι μο΄να ή αντιλαμβάνονται άτομο του αντίθετου φύλου κοντά, αλλά σ’εμένα συνέβη πρώτη φορά. Όταν λοιπόν έφερνα το χέρι μου δίπλα στο Βαρώνο, αυτός γύριζε αμέσως το κεφάλι, δάγκωνε και κρατούσε μια πτυχή δέρματος από το δάχτυλό μου, αγκάλιαζε το χέρι μου και μερικές φορές τράνταζε το κεφάλι του ρυθμικα΄δεξιά κι αριστερά. Επειδή το χέρι μου δεν είναι τόσο λεπτό όπως η πλευρά του θηλυκού γκέκο, τα σαγώνια του γλιστρούσαν κι έπρεπε να διορθώνει τη λαβή του κάθε λίγο. Παρατούσε την προσπάθεια ωστόσο με΄σα σε λίγα δευτερόλεπτα, αφού δεν είμαι θηλυκό γκέκο, και δε θα ξαναπροσπαθούσε εκτός κι αν τον άφηνα για λίγο ΄΄ησυχο. Από τις 25 συνολικές προσπάθειες, μόνο τις 4 έκανε φωνή, και πάλι για πολύ λίγο. Το δάγκωμά του δεν έχει σχέση με το επιθετικό δάγκωμα, το οποίο γίνεται με μένος και μπορεί να κα΄νει γρατσουνιές, ενώ αυτό είναι δυνατό αλλά απαλό, περισσότερο για να πιάσει το θηλυκό παρά να το γρατσουνήσει. Εμένα απλως μου έξυσε λίγο το χέρι, γιατί με έπιανε στο ίδιο σημείο κατ’εξακολούθηση. Επίσης το κούνημα του κεφαλιού είναι πιο αργό και μετρημένο από τα έντονα τινάγματα που κάνει όταν είναι σε επιθετική διάθεση κι έχουν σκοπό να πονέσουν ή και να τραυματίσουν τον αντίπαλο. Πιθανόν το μεγάλωμα της μέρας, ίσως και σε συνδυασμό με το καλό γεύμα εκείνης της μέρας, να του ξύπνησαν τα αναπαραγωγικά ένστικτα. Πάντως δεν το ξανάκανε άλλη μέρα. Του υποσχέθηκα όμως ότι του χρόνου θα έχει, ή τουλάχιστον θα συναντήσει, γκεκοκοπέλα. Φωνή ωστόσο έκανε μια ακόμα φορά το Μάρτιο, επειδή ήταν παραγεμισμένος με μελοσκούληκα και τον έσπρωξα λίγο, αλλά αυτό ήταν ο μακρόσυρτος ήχος της ενόχλησης, όχι το επικοινωνιακό κάλεσμα. Προσπάθησα να βιντεοσκοπήσω την απόπειρα ζευγαρώματος, αλλά λίγα βίντεο είναι αρκετά καλής ποιότητας. Μέχρι όμως ν’ανεβάσω το βίντεο στο Youtube, αρκεί η φωτογραφία.

Ο Βαρώνος προσπαθεί να ζευγαρώσει με το χέρι μου 21/2/2015

Τον Ιανουάριο επίσης του πήρα δοκιμαστικά μία έτοιμη τροφή για λοφιοφόρα γκέκο (crested gecko diet) από το feeders.gr. Είναι της Repashy, οπότε από τις καλύτερες που κυκλοφορούν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αναγράφονται, αποτελείται από 25% πρωτεΐνη, 8% ίνες, 8% υγρασία, 8% μεταλλικά στοιχεία, 1,2% ασβέστιο, και 7% λίπη. Το μίγμα περιλαμβάνει πρωτεΐνη ρυζιού, πρωτεΐνη αρακά, αποξηραμένη μπανάνα, αποξηραμένο μέλι, σταθεροποιημένο πίτυρο ρυζιού, αποξηραμένο χουρμά, άλευρο καρύδας, αποξηραμένο σύκο, αλεσμένο λιναρόσπορο, αποξηραμένο μάγκο, άλευρο μηδικής, μελάσα ζαχαροκάλαμου, λεκιθίνη, αποξηραμένο φύκι κελπ, άλευρο φυκιών, ανθρακικό ασβέστιο, φωσφορικό διασβέστιο, ταυρίνη, αποξηραμένο καρπούζι, κυνόροδα, άνθος ιβίσκου, άνθος καλέντουλας, άνθος κατιφέ, πάπρικα, τουρμερική,κιτρικό κάλιο, αλάτι, προπιονικό κάλιο και σορβικό ασβέστιο (ως συντηρητικά), χηλικό μαγνήσιο με αμινοξέα, χηλικός ψευδάργυρος του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, χηλικό μαγκάνιο του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, χηλικό χαλκό του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, σεληνιούχο μαγιά, και χλωριούχο χολίνη. Ένα μέρος σκόνης αναμιγνύεται με δύο μέρη νερού κατ’όγκο. Αρχικά το μίγμα είναι λασπώδες, αλλά μετά θα πρέπει να πάρει την υφή του κέτσαπ. Μυρίζει πολύ ωραία, σαν φρούτο. Παρόλα αυτά ο Βαρώνος δεν την έτρωγε. Στο πρώτο δοκιμαστικό τάισμα δεν την άγγιξε, κι όταν έβαλα λίγη στη μύτη του για να την γλείψει, πετάχτηκε πίσω, προφανώς ενοχλημένος. Ούτε τη δεύτερη φορά έφαγε. Την Τρίτη ανακάτεψα λίγη στο ροδάκινο, το οποίο έφαγε. Στα επόμενα ταΐσματα, κάθε φορά που είχα ανακατεμένη λίγη με ροδάκινο την έτρωγε, αλλά όταν ήταν σκέτη ή με λίγο φρούτο μέσα λίγο έτρωγε. Όμως πρόσφατα τελείωσαν τα κατεψυγμένα ροδάκινα που αγαπούσε τόσο πολύ, κι έμεινα χωρίς γλυκό φρούτο μέσα στο χειμώνα. Του έδωσα δοκιμαστικά λίγο ακτινίδιο, αλλά ήταν ξινό και δεν το έφαγε. Του έδωσα επίσης μπανάνα, την οποία έφαγε, και μετά ώριμο γλυκο αχλάδι δοκιμαστικά, και είδα πως το τρώει, οπότε το φρούτο που τρέφεται αυτό το διάστημα θα είναι αυτό, και θα του δίνω και ώριμο πατατιασμένο μήλο. Παρόλα αυτά θα πρέπει να τον συνηθίσω και στην έτοιμη τροφή, σε περίπτωση που δε μπορώ να του δώσω φρούτα ή έντομα, αφού είναι αρκετά ισορροπημένη θρεπτικά.
Πρόσφατα επίσης του έδωσα και μία μύγα, την οποία δεν έφαγε. Μάλλον μετά από εκείνο το αρνητικό συμβάν οι μύγες έχουν πέσει πολύ στην εκτίμησή του, και ο μόνος λόγος που τις έφαγε το καλοκαίρι ήταν επειδή είχε καιρό να φάει έντομο. Την συγκεκριμένη την έριξα στο χώρο του με τα φτερά της, και παρότι πετούσε για μέρες, δεν την έφαγε. Ούτε τις μύγες Hermetia illucens από τα Phoenix worms που του είχα δώσει πιο πριν δεν έφαγε, αλλά αυτές ήταν εξαντλημένες και δεν κινούταν πολύ, άρα ίσως φταίει αυτό.

Επειδή λοιπόν το άρθρο έγινε πολύ μεγάλο, παύω τις ενημερώσεις, εκτός και αν βέβαια γίνει κάτι συνταρακτικό. Νέα του γκέκο μου θα μαθαίνετε από νεότερα άρθρα.

Advertisements