νεαρός βλαστός E. arvense μετά από κόψιμο του φυτού


ρίζωμα E. arvense με μάτι, το καλύτερο υλικό για πολλαπλασιασμό.


διακλάδωση υπέργειου βλαστού e. arvense


συστάδα e. arvense από πάνω


συστάδα e. arvense

δομή βλαστού e. arvense


λίγο e. arvense δίπλα σ'ένα ρυάκι


Ρίζωμα με μάτι e. telmatea. Το καταλληλότερο υλικό για πολλαπλασιασμό.


κομμένος βλαστός e. arvense


βλαστός e. telmatea σε φυσικό περιβάλλον


ριζώματα με νεαρούς βλαστούς από E. arvens την άνοιξη


το δικό μου φυτό E. arvens την άνοιξη

Όλες οι φωτογραφίες είναι του 2011.

Από τις φωτογραφίες θα καταλάβατε πως αυτά τα φυτά δεν είναι τα κοινά «χόρτα» που συναντούμε παντού. Η δομή τους και η ανάπτυξή τους είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν των περισσοτέρων γνωστών φυτών του πλανήτη. Μοιάζουν κάπως με χόρτα, με καλάμια ή και με μικρά κωνοφόρα, αλλά δεν είναι τίποτα απ’αυτά, αλλ’είναι πιο συγγενικά με τις φτέρες. Και πάλι απέχουν αρκετά απ’τις φτέρες όμως για ν’αποκαλούνται έτσι. Αποτελούν μια δική τους ομάδα φυτών. Είναι οι ιππουρίδες ή αλλιώς τα πολυκόμπια, τα φυτά του γένους Equisetum. Μπορούν να χαρακτηριστούν ζωντανά απολιθώματα, όρο που εισήγαγε ο Δαρβίνος, αφού ως γένος έχουν ιστορία περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, ως ομοταξία πάνω από 375 εκατομμύρια χρόνια, επιβιώνουν σήμερα με παρόμοια μορφή και οικολογία μ’αυτήν των προγόνων και δεν έχουν ζωντανούς κοντινούς συγγενείς.

Η ξεχωριστή δομή αυτών των φυτών έκανε αρχικά τους επιστήμονες να τα κατατάξουν στη δική τους συνομοταξία ή διαίρεση όπως συνηθίζουν να τη λε΄νε οι βοτανολόγοι, τα ιππουριδόφυτα ((equisetophyta) απ’το όνομα του γένους), σφηνόφυτα ((sphenophyta) από το εξαφανισμένο ιππουριδοειδές σφηνόφυλλο) ή αρθρόφυτα ((arthrophyta) από την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού). Οι εξελικτικές σχέσεις των φυτών αυτών δεν ήταν σαφείς εξαιτίας της αρκετά αποκλίνουσας μορφολογίας τους πριν την ευρεία χρήση της γενετικής ανάλυσης. Κατ’άλλους επιστήμονες κατατάσσονταν πιο κοντά στα λυκόφυτα, κατ’άλλους πιο κοντά στα πτεριδόφυτα (φτέρες). Η γενετική ανάλυση τελικά απέδειξε την τελευταία υπόθεση. Σήμερα τα φυτά αυτά ταξινομούνται στη δική τους ομοταξία μέσα στα πτεριδόφυτα, στα ιππουριδόψιδα (equisetopsida). Οι άλλες ομοταξίες των πτεριδοφύτων είναι τα μαρατιόπσιδα (marattiopsida), μια ομάδα πρωτόγονων γιγάντιων τροπικών φτερών γενετικά πιο κοντά στα πολυκόμπια παρά στις κοινές φτέρες, τα πτεριδόψιδα (pteridopsida) ή όλες οι κοινές φτέρες, και τα ψιλωτόψιδα (psilotopsida), μια παράξενη ομάδα που περιλαμβάνει το μικρό λεπτόκλαδο ψιλωτό (Psilotum) και τους συγγενείς του, καθώς και διάφορα φυτά με κονδυλώδη ριζώματα που βγάζουν κάθε χρόνο από ένα μόνο φύλλο στην επιφάνεια, τις οφιογλωσσοειδείς φτέρες. Περισσότερα για την εξέλιξη των πολυκομπιών θ’αναφέρω παρακάτω. Το σημερινό γένος περιλαμβάνει 15 είδη, τα οποία θ’αναφέρω προς το τέλος, αν και σποραδικές αναφορές για διάφορα είδη όσον αφορά κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό θα γίνονται σ’όλο το άρθρο.

Τα ονόματα που έχουν πάρει αυτά τα φυτά είναι ποικίλα, αλλά κυρίως έχουν να κάνουν με ουρά αλόγου, κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό του φυτού, ή με κάποια παραδοσιακή χρήση του. Στα αρχαία ελληνικά το φυτο λεγόταν «ίππουρις, γεν. της ιππουρίδος», δηλαδή αλογοουρά, ενώ στα λατινικά «equisetum” από το «equus”, το άλογο, και το «seta”, δηλαδή τη σκληρή τρίχα. Επομένως το γένος μεταφράζεται ως «ιππότριχα», επειδή η ίππουρις είναι δεσμευμένη μ’ένα άλλο γένος ανθοφόρου φυτού, το Hippuris, εκτός αν ονομάσουμε ιππουρίδα το γένος του πολυκομπιού και ψευδοΪππουρίδα το άλλο. Στα νέα ελληνικά λέγεται ιππουρίδα, αλογοουρά, πολυκόμπι, εκουιζέτο, κονδυλόχορτο, κλπ. Στα ιταλικά, στα γαλλικά και στ’αγγλικά έχει να κάνει πάλι με αλογοουρά (coda de cavalo, queue du cheval, horsetail), ενώ στα γερμανικά λέγεται «zinnkraut”, δηλαδή τσιγκόχορτο, εξαιτίας της χρήσης του ως γυαλιστικό μεταλλικών σκευών. Απ’αυτή τη χρήση έχει επίσης το αγγλικό όνομα «scouring rush”, δηλαδή καλάμι ξυσίματος, ενώ εξαιτίας του δεδαλώδους σχήματος των ριζωμάτων λέγεται και «puzzlegrass” ή «snake grass”, μπερδευόχορτο ή φιδόχορτο. Τέλος οι κοίλοι βλαστοί του τού’χουν δώσει το όνομα σωληνόχορτο «pipegrass”. Γενικά η σύνδεση με την αλογουρά προήλθε απ’την ομοιότητα των φουντωτών διακλαδιστών βλαστών του φυτού με ουρές αλόγου, ενώ η αλογότριχα έχει να κάνει με τα σκληρά και λεπτά κλαδάκια που μοιάζουν με τις σκληρές τρίχες μιας αλογοουράς. Εγώ γνωρίζω και χρησιμοποιώ περισσότερο το όνομα «πολυκόμπι», κι αυτό θα χρησιμοποιώ στο υπόλοιπο άρθρο.

Το γένος έχει σήμερα παγκόσμια εξάπλωση, εκτός από την Ανταρκτική και μέχρι πρόσφατα την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τις οποίες ωστόσο αποίκισε με τη βοήθεια του ανθρώπου το κοινό πολυκόμπι (Equisetum arvense), το οποίο είναι ανεπιθύμητο και απ’τις δύο χώρες, αν κι ακόμα περιορίζεται σε λίγα μέρη χωρίς να προξενεί καταστροφές. Η μεγαλύτερη ποικιλία ειδών υπάρχει στις εύκρατες περιοχές του Βορείου Ημισφαιρίου απ’τον 45ο παράλληλο έως μέσα στον Αρκτικό Κύκλο, όπου μπορούν να βρεθούν τα περισσότερα γνωστά είδη. Οι τροπικές περιοχές έχουν λίγα είδη, ενώ στο Νότιο Ημισφαίριο η ποικιλία μειώνεται, με 2 μόνο είδη στη Νότια Αμερική, το της Μπογκοτά ή των Άνδεων (E. Bogotense) και το γιγάντιο πολυκόμπι (E. Giganteum), κι άλλα 2 στη Νότια Αφρική, το πολύκλαδο πολυκόμπι (E. Ramosissimum) και το κοινό (E. Arvense), αν και το τελευταίο μπορεί νά’φτασε εκεί λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Στις περιοχές όπου συναντώνται τα είδη αυτού του γένους ωστόσο δεν είναι κοινά παντού? Αλλού μπορει να’ναι τόσο άφθονα ώστε να γίνονται και ζιζάνια, αλλού να υπάρχουν σε περιορισμένους τοπικούς πληθυσμούς, ενώ αλλού να μην υπάρχουν καν.

Όλα τα μέλη του γένους είναι υδρόφιλα, προτιμώντας όχθες ρυακιών, ποταμών, λιμνών, βάλτων κι άλλων υγροτόπων. Ακόμα και τα δύο πιο ανθεκτικά στην ξηρασία είδη, το χειμωνιάτικο πολυκόμπι (E. Hiemale) και το E. arvense, τα οποία μπορούν να βρεθούν να φύονται σε ξηρό έδαφος, στην πραγματικότητα κάπου κάτω τα βαθύτατα ριζώματά τους έχουν βρει μόνιμη πηγή νερού. Επίσης έχω βρει και E. telmateia να φύεται σε φαινομενικά ξηρό μέρος, αλλλά σκάβοντας είδα πως το χώμα ήταν υπερβολικά υγρό, σχεδόν ελώδες. Επειδή λοιπόν οι όχθες των υγροτόπων σπάνια είναι σταθερά περιβάλλοντα, με συνεχείς μετακινήσιες ιζημάτων και έντονο ανταγωνισμό από άλλα ταχέως αναπτυσσόμενα παρυδάτια φυτά, τα πολυκόμπια έχουν εξελίξει στρατηγικές με τις οποίες μπορούν να επιβιώνουν εύκολα σ’αυτές τις περιοχές. Στην πραγματικότητα η εξειδίκευσή τους για τέτοιες περιοχές υπήρχε από πάντοτε κατά την εξελικτική τους ιστορία. Το εκτεταμένο και βαθύτατο σύστημα ριζωμάτων τους τα επιτρέπει λοιπόν να επανέρχονται γρήγορα ύστερα από ακόμα και μεγάλα περιστατικά επιχωμάτωσης ή διάβρωσης, φωτιάς, κοψίματος για κάποιον λόγο, ακόμα και απόθεσης τέφρας από ηφαιστειακή έκρηξη, ενώ η μεγάλη αναγεννητική ικανότητα όλων των μερών του φυτού, περισσότερο όμως των ριζωμάτων, τα επιτρέπει να μετακινούνται αν κοπούν με το ρεύμα ή με το χώμα κάπου αλλού, και το διεισδυτικό ρίζωμά τους τα επιτρέπει να εισβάλλουν σιγά-σιγά σε γειτονικές περιοχές με βλάστηση όπου παραμένουν αραιά μέχρι να βρεθούν οι κατάληλες συνθήκες για τη γρήγορη ανάπτυξή τους. Προτιμούν υγρά αμμώδη ή αργιλώδη εδάφη, ελαφρώς όξινα ως ουδέτερα. Αρκετές φορές τα φυτά αυτά έχουν μεγάλο μέρος του ριζωματικού τους συστήματος και λίγους βλαστούς τους στο νερό, αλλ’ορισμένα είδη όπως το ποταμίσιο πολυκόμπι (E. Fluviatile) είναι προσαρμοσμένα να’ναι ημιυδρόβια ή αναδυόμενα υδρόβια φυτά.

Πριν προχωρήσω στην περιγραφή θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένους βοτανικούς όρους τους οποίους θα χρησιμοποιώ συχνά. Η εφυμενίδα είναι η λεπτή κηρώδης ουσία που καλύπτει την επιδερμίδα των υπέργειων μερών του φυτού, η οποία αποτρέπει την εξάτμηση του νερού και την ανταλλαγή των αερίων, γι’αυτό υπάρχουν εξειδικευμένα ανοίγματα, τα στόματα γι’αυτούς τους σκοπούς. Το γόνατο ενός βλαστού είναι το σημείο απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα ή τα νέ ακλαδιά. Το διάστημα μεταξύ των γονάτων είναι το μεσογονάτιο διάστημα. Η στήλη είναι ο τρόπος διάταξης του αγωγού ιστού μέσα στο βλαστό, απ’τον οποίον υπάρχουν δύο τύποι. Το ξύλωμα, που βρίσκεται προς το κέντρο και στα ξυλώδη φυτά είναι το ξύλο, αποτελείται κατά την ωριμότητά του από νεκρά κύτταρα και μεταφέρει νερό απ’τις ρίζες προς τα φύλλα, ενώ το φλοίωμα, που βρίσκεται κάτω απ’το φλοιό, μεταφέρει τα σάκχαρα από τη φωτοσύνθεση όπου χρειάζεται. Η εντεριόνη είναι ο αδιαφοροποίητος παρεγχυματικός ιστός που γεμίζει συχνά το κέντρο των βλαστών. Ο παρεγχυματικός ιστός είναι ιστός αρχαίας προέλευσης, αυτός που αποτελούσε το σώμα των φυτών πριν την εμφάνιση των αγγειωδών φυτών, ο οποίος έπειτα εξελίχθηκε στους υπόλοιπους πιο εξειδικευμένους τύπους ιστού. Στα αγγειώδη φυτά εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς, από την αποθήκευση αμύλου ή σακχάρων στη σάρκα των καρπών έως τη φωτοσύνθεση στα φύλλα και τη σκλήρυνση του φλοιού με ίνες. Το μερίστωμα είναι το σημείο ανάπτυξης ενός φυτού, όπου υπάρχουν πάντοτε αδιαφοροποίητα κύτταρα που διαμορφώνουν τους νέους ιστούς. Επομένως μπορούμε να πούμε πως τα φυτά μ’αυτό το χαρακτηριστικό καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους, δηλαδή σχεδόν όλα τα πολυετή, δε γερνούν θεωρητικά ποτέ.

Η δομή αυτών των φυτών είναι ξεχωριστή και τα κάνει αμέσως αναγνωρίσιμα. Αποτελούνται από ριζώματα που παράγουν τους υπέργειους φωτοσυνθετικούς βλαστούς. Επειδή ο βλαστός των ειδών του γένους είναι παρόμοιος, θα τον περιγράψω πρώτα γενικά κι έπειτα θ’αναφέρω ειδικά για τις διαφορετικές προσαρμογές των ριζωμάτων και των υπέργειων βλαστών. Οι βλαστοί των φυτών αυτών λοιπόν είναι επιμήκεις, χωρισμένοι εμφανώς απ’τους κόμπους ή γόνατα σε αρθρωτά τμήματα. Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι κυλινδρικά, εξωτερικά αυλακωτά κι εσωτερικά κοίλα σε διάφορα μέρη. Οι εξωτερικές ανασηκωμένες περιοχές λέγονται τρόπιδες και οι αυλακώσεις κοιλάδες. Το κέντρο τους είναι κοίλο, ο κοίλος εντεριόνιος σωλήνας, ο οποίος δημιουργείται απ’την καταστροφή της αρχικής εντεριόνης καθώς ο βλαστός επιμηκύνεται και σταματά σε κάθε γόνατο, το οποίο είναι στέρεο και δημιουργεί διάφραγμα. Κάτω απ’τις τρόπιδες υπάρχουν οι τροπιδικοί σωλήνες, κοίλες περιοχές που προέρχονται απ’την καταστροφή των πρώτων κυττάρων του ξυλώματος, οι οποίοι χρησιμεύουν επίσης στη μεταφορά νερού, ενώ κάτω απ’τις κοιλάδες βρίσκονται οι μικρότεροι κοιλαδικοί σωλήνες, οι οποίοι είναι κοίλα μέρη του φλοιού και χρησιμεύουν στη μεταφορά αέρα προς τα μέρι που βρίσκονται σε αναερόβια στρώματα του εδάφους. Αντίθετα με τον κεντρικό και τους τροπιδικούς σωλήνες, οι κοιλαδικοί σωλήνες συνεχίζονται μετά από κάθε κόμπο. Η στήλη αυτή λέγεται ιππουριδοστήλη και δε συναντάται σε κανένα άλλο φυτό. Αντίθετα η στήλη του γονάτου είναι μια κοινή συφωνοστήλη, με λίγη εντεριόνη στη μέση, γύρω της μια ζώνη ξυλώματος κι ακόμα πιο έξω μια ζώνη φλοιώματος. Μερικά απ’τα ξυλωματικά κύτταρα των γονάτων αυτού του φυτού που ενώνουν τους τροπιδικούς σωλήνες μεταξύ τους μοιάζουν πολύ με τα επίμηκη εξελιγμένα σωληνώδη αγγεία των ανθοφόρων φυτών και λίγων άλλων ομάδων. Όλοι οι βλαστοί διατρέχονται κατά μήκος από σκληρυμένες ίνες του φλοιού και των αγγειωδών περιοχών. Κάθε γόνατο φέρει ένα σπόνδυλο φύλλων, τα οποία είναι απλοποιημένα, μη φωτοσυνθετικά με μια μόνο αγγειακή ίνα, συνενωμένα μεταξύ τους σ’έναν περιγονάτιο κολεό, με μόνο τις άκρες τους ελεύθερες ως δόντια στην κορυφή. Κύριος ρόλος τους έχει γίνει η ισχυροποίηση του βλαστού πάνω απ’το γόνατο και η προστασία των ματιών και του μεριστώματος που βρίσκονται εκεί. Μοναδικά στα αγγειώδη φυτά, το μάτι δε βρίσκεται στη μασχάλη του φύλλου, αλλά εναλλάξ ως προς τα φύλλα, δηλαδή ένα μάτι ανάμεσα σε δύο φύλλα. Κάθε μάτι διαθέτει στον πλησιέστερο προς το βλαστό πόλο του προδρόμους ριζών και στο μακρινότερο πρόδρομο κορυφής βλαστού, και η ανάπτυξη του κάθε μέρους απ’αυτά εξαρτάται απ’τον τύπο του βλαστού, τη θέση του και τις εξωτερικές συνθήκες. Οι τρόπιδες και οι κοιλάδες επίσης εναλλάσσονται σε κάθε γόνατο, δηλαδή ενώ σ’ένα μεσογονάτιο διάστημα υπάρχει μια τρόπιδα με δύο κοιλάδες πλευρικά σε μια ευθεία, μετά το γόνατο στην ίδια ευθεία υπάρχει μια κοιλάδα και δύο τρόπιδες πλευρικά. Αυτό γίνεται γιατί κάθε τρόπιδα οδηγεί σ’ένα φύλλο, όπου απ’τις τρεις κύριες αγγειακές δέσμες που έχει η μία πάει στο φύλλο και οι άλλες δύο τροφοδοτούν τα μάτια πλευρικά αυτού του φύλλου και συνεχίζουν έπειτα στις τρόπιδες δεξιά κι αριστερά του επόμενου μεσογονάτιου διαστήματος. Ένα ακόμα μοναδικό στοιχείο αυτού του φυτού είναι τα διάκενα μεριστώματα που έχει, τα οποία είναι υπεύθυνα για την περισσότερη επιμήκυνση των μεσογονάτιων διαστημάτων, γι’αυτό και τα πλησιέστερα στη βάση μέρη ενός βλαστού είναι μακρύτερα απ’αυτά στην κορυφή. Τα μεριστώματα αυτά όμως δίνουν μόνο μήκος, όχι πλάτος, κι επίσης το φυτό δε μπορεί ν’αυξήσει τη διάμετρο των βλαστών του αφού δεν παράγει ξύλο, ώστε ο μόνος τρόπος να την αυξήσει είναι με ανάπτυξη αργότερα εξ’αρχής παχύτερων τμημάτων βλαστού, έτσι συχνά οι βλαστοί των φυτών αυτών είναι λεπτότεροι στη βάση και χοντρότεροι πιο μακριά. Το διάκενο μερίστωμα δε μπορεί επίσης να παραγάγει νέα κορυφή όπως κάνει παρόμοιο μερίστωμα στα αγρωστώδη, έτσι εάν κοπεί η κορυφή ενός βλαστού θα πρέπει η ανάπτυξη να συνεχίσει μ’άλλους βλαστούς από πιο κάτω. Σε περίπτωση που ο βλαστός είναι υπέργειος κι έχει πολλά λεπτά κλαδιά, απλώς τα κλαδιά αυτά θα αναπτυχθούν περισσότερο, χωρίς κανένα να γυρίζει προς τα πάνω και να παίρνει τη θέση του κεντρικού όπως θα γινόταν στα περισσότερα σπερματόφυτα. Άλλωστε δε μπορούν να παχύνουν σαν το κεντρικό για να μπορούν να τον αντικαταστήσουν επιτυχώς, επομένως αυτή η ικανότητα δεν εξελίχθηκε.

Ο βασικός αυτος βλαστός παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον τύπο του. Τα ριζώματα έχουν πολύ στενότερες κοίλες περιοχές, είναι μαύρα, σκούρα καφέ ή κοκκινοκαφέ, σκληρότερα και πιο εύκαμπτα απ’τους υπέργειους βλαστούς, και στο φλοιό τους αποθηκεύουν άμυλο. Κατά την ανάπτυξή τους μέσα στο έδαφος οι κορυφές τους προστατεύονται απ’τους κολεούς των φύλλων των αμέσως προηγούμενων γονάτων. Τα περισσότερα μάτια αναπτύσσουν μόνο ρίζες, οι οποίες είναι μικρές κι απλές. Όταν γίνεται διακλάδωση, συνήθως ένα, σπανιότερα δύο κι ακόμα σπανιότερα περισσότερα μάτια ενός γονάτου αναπτύσονται αρκετά, γίνονται ωοειδή με οξεία κορυφή, και αναπτύσσονται σε βλαστό παρόμοιας διαμέτρου με το γονικό ρίζωμα. Αυτά μπορούν ν’αναπτυχθούν σε νέο ρίζωμα ή μπορεί, αν βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια, ν’αναπτυχθούν σε κάποιον υπέργειο βλαστό. Όλο το ρίζωμα αποθηκεύει άμυλο για την αδρανή περίοδο του χειμώνα και για τη γρήγορη αναγέννηση του φυτού, αλλ’υπάρχουν και ορισμένες περιοχές του ριζώματος που έχουν τροποποιηθεί σε κονδυλίδια. Τα περισσόττερα κονδυλίδια σχηματίζονται το φθινόπωρο αρκετά βαθιά στο έδαφος, και είναι περιοχές με αρκετά παχιά μεσογονάτια διαστήματα όπου αποθηκεύεται αρκετό άμυλο. Το βάθος των ριζωμάτων ποικίλει, από 4 και μέτρα στο E. arvense και στο E. Telmateia (οι επιστήμονες έβρισκαν και βαθύτερα ρίζωμα, αλλά δεν έσκαψαν παραπάνω), έως πιθανόν λιγότερο στα γιγάντια τροπικά είδη. Θεωρείται ότι πάνω από τα 3/4 της βιομάζας ενός πολυκομπιού αποτελεί το ρίζωμα. Τέλος τα πολυκόμπια είναι τα φυτά με τη συνθετότερη δομή ριζώματος. Αν και η μεγαλύτερη μάζα των ριζωμάτων βρίσκεται σχετικά κοντά στην επιφάνεια (πρώτα 50 εκατοστά για το e. arvense), το ρίζωμα, όπως προανέφερα, συνεχίζεται πολύ βαθύτερα με πολύπλοκη οργάνωση, με στρωματώδεις περιοχές οριζόντιας ανάπτυξης του ριζώματος να ενώνονται με περιοχές κάθετης ανάπτυξης, δίνοντας προφανώς στο φυτό ακόμα μεγαλύτερη στήριξη κι ικανότητα διείσδυσης κι αναγέννησης. Σ’ένα ρίζωμα e. Arvense που σκάφτηκε ως τα δύο μέτρα, βρέθηκαν 5 οριζόντια στρώματα, ενώ παρόμοια δομή βρέθηκε και στο νοτιοαμερικανικό γιγάντιο είδος E. giganteum.

Αντίθετα με τα ριζώματα, οι υπέργειοι βλαστοί έχουν μεγαλύτερης διαμέτρου κοίλες περιοχές, είναι λιγότερο εύκαμπτοι και πιο εύθραυστοι και συνήθως φωτοσυνθέτουν. Το χρώμα τους είναι έντονο ανοιχτό ως σκούρο πράσινο ανάλογα με το είδος και τα επίπεδα φωτός, ενώ οι νεοδημιουργηθήσες απ’το διάκενο μερίστωμα περιοχές στη βάση κάθε μεσογονάτιου διαστήματος είναι λευκότερες. Σε κάποια ειδη, όπως στο ευρασιατικό υποείδος του πολυκομπιού των τελμάτων (E. Telmateia), ολόκληρο το μεσογονάτιο διάστημα του κεντρικού βλαστού είναι σχεδόν λευκό. Οι υπέργειοι βλαστοί κειμαίνονται σε ύψος από τα 3 εκατοστά μέχρι τα 8 μέτρα ανάλογα με το είδος, είναι είτε όρθιοι είτε ελαφρώς κεκλιμένοι, και στηρίζονται μεταξύ τους, ενώ μερικές φορές σχεδόν έρπουν στο έδαφος ή στρέφονται παράξενα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, και σε μερικά είδη αυτός ο τρόπος ανάπτυξης είναι ο συνήθης, όπως στο νάνο πολυκόμπι (E. Scirpoides). Στα διακλαδιζόμενα είδη, τα μάτια αναπτύσσονται σ’ένα σπόνδυλο λεπτών πλευρικών κλαδιών σε κάθε γόνατο, συχνά ακτινωτών και συμμετρικών, τα οποία είναι ίδια με τον κεντρικό βλαστό, αλλά πολύ λεπτότερα και συνεπώς με λιγότερες τρόπιδες, άρα και φύλλα σε κάθε γόνατο. Σε μερικά είδη τα κλαδάκια αυτά μπορούν να διακλαδιστούν περαιτέρω όπως στο E. arvense, ενώ στο πολυκόμπι των δασών (E. silvaticum) κάθε πλευρικό κλαδί φέρει συστηματικά στα γόνατά του έναν ακόμα μικρότερο σπόνδυλο κλαδιών. Το σχήμα αυτό θεωρητικά είναι άπειρο φράκταλ. Στα γενικώς αδιακλάδιστα είδη όπως το E. hiemale οι βλαστοί παράγουν κλαδιά συνήθως μόνο εάν η κορυφή τους κοπεί. Επίσης συχνά τα δόντια των κολεών των φύλλων πέφτουν σε αρκετά είδη. Τα στόματα των φυτών αυτών, που βρίσκονται κυρίως στις κοιλάδες των υπέργειων βλαστών, είναι μοναδικά σ’όλα τα φυτά, έχοντας τα δύο καταφρακτικά κύτταρα, τα οποία κανονικά βρίσκονται στα πλευρά του στόματος και το ανοιγοκλίνουν πιο μέσα, ενώ δύο βοηθητικά κύτταρα, τα οποία βρίσκονται κανονικά πιο μέσα στο στόμα βρίσκονται εξωτερικά, και φέρουν στην εσωτερική τους πλευρά χαρακτηριστικές ανασηκωμένες γραμμές. Επίσης στον υπέργειο βλαστό υπάρχουν υδατοδοί, πόροι απ’όπου μπορεί ν’αποβληθεί το επιπλέον νερό σε συνθήκες υπερβολικής υγρασίας δυσχερείς για τη διαπνοή, προσαρμογή κι άλλων υδρόφιλων φυτών. Μία ακόμα προσαρμογή που έχει αναπτυχθεί και σ’άλλα υδρόφιλα φυτά είναι η μεταφορά αέρα από τους υπέργειους βλαστούς και τα επιφανειακά ριζώματα στα μέρη του φυτού που βρίσκονται σε υδροκορεσμένο κι ανοξικό έδαφος πιο κάτω. Η μεταφορά γίνεται υπό πίεση στους κοιλαδικούς σωλήνες τουφ λοιού, κι από τα είδη που μελετήθηκαν πιο έντονο τέτοιο σύστημα έχει το πολυκόμπι των ελών (E. Paluster) και το E. telmateia, το οποίο όμως, παρά το όνομά του, βρέθηκε σ’άλλη μελέτη νά’ναι το λιγότερο ανθεκτικό στις αναερόβιες συνθήκες είδος του γένους, προτιμώντας τα τρεχούμενα παρά τα στάσιμα νερά, αν και πάλι αρκετά ανθεκτικότερο από τα κοινά πιο χερσαία φυτά. Το πιο ανθεκτικό είναι το E. fluviatile, το οποίο έχει επίσης χάσει την ικανότητα μεταφοράς αέρα, ενώ αυτή η ικανότητα είναι αρκετά μειωμένη στο E. arvense. Τέλος οι υπέργειοι βλαστοί των φυτών αυτού του γένους έχουν στο φλοιό τους αποθέσεις διοξειδίου του πυριτίου το οποίο τα κάνει σχεδόν απρόσβλητα από παθογόνους οργανισμούς και φυτοφάγα. Το πυρίτιιο ενσωματώνεται στα κυτταρικά τοιχώματα με τη βοήθεια του κοινού φυτικού υδατάνθρακα της καλόζης και βρίσκεται παντού, αλλά σε μερικές περιοχές όπως κοντά στις κοιλάδες ή στα πλευρικά κλαδιά βρίσκεται πυκνότερο ως ακανθίδια ή εξογκώματα που μπορούν να φανούν με το μικροσκόπιο. Ως εκ τούτου οι βλαστοί είναι αρκετά σκληροί και τραχείς κατά το τρίψιμο, ενώ τα πλευρικά κλαδιά έχουν επιπλέον εξογκώματα πυριτίου κάνοντάς τα σκληρά κι αποξεστικά. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις πυριτίου βρίσκονται σε αδιακλάδιστα είδη όπως το e. hiemale, με ποσοστό σε ξηρή μάζα των βλαστών 16%, αλλ’όλα τα είδη έχουν αρκετά υψηλά ποσοστά, για παράδειγμα το E. arvense έχει 10% πυρίτιο. Οι υπέργειοι βλαστοί παραμένουν πράσινοι όλο το χρόνο στα τροπικά είδη, ενώ στα εύκρατα παγώνουν κάθε χειμώνα και επανεμφανίζονται νέοι την άνοιξη, με εξαίρεση 4 αειθαλη είδη, το E. hiemale, το E. ramosissimum, το E. laevigatum και το E. scirpoides. Στις περιαρκτικές περιοχές η περίοδος ανάπτυξης είναι πολύ μικρή, έως και 3 μόνο μήνες το καλοκαίρι, κι όλο το υπόλοιπο διάστημα τα αφυτά βρίσκονται ως αδρανή ριζώματα κάτω απ’το έδαφος, τα οποία αντέχουν ως τους -40 βαθμούς ή και χαμηλότερα.

Όπως τα συγγενικά τους φυτά, τα πολυκόμπια αναπαράγονται εγγενώς με σπόρια. Αντίθετα όμως με τα συγγενικά τους φυτά, τα αναπαραγωγικά όργανα είναι οργανωμένα σε κώνους ή στροβίλους στις κορυφές των λεγόμενων γόνιμων βλαστών, ένας σε κάθε βλαστό. Αυτοί οι βλαστοί μπορεί να’ναι ίδιοι με τους μη αναπαραγωγικούς ή στείρους, όπως στο E. hiemale και στα γιγάντια είδη, σχεδόν αδιακλάδιστοι ή ελαφρώς διακλαδιζόμενοι με διακλάδωση μετά την πτώση του κώνου όπως στο E. paluster και στο E. silvaticum, ή βραχύβιοι, μη φωτοσυνθετικοί και εξειδικευμένοι μόνο για το σκοπό της κωνοφορίας, όπως στο E. arvense και στο E. telmateia. Στην τελευταία περίπτωση βγαίνουν νωρίς την άνοιξη, πριν τους πράσινους βλαστούς, είναι κιτρινοκαφέ, παχύτεροι και με μεγαλύτερους κολεούς φύλλων, αλλά πέφτουν σε λίγες εβδομάδες. Οι κώνοι κειμαίνονται από λιγότερο του ενός εκατοστού όπως στο E. scirpoides, έως 2-4 εκατοστά όπως στα περισσότερα είδη, έως 10 εκατοστά ή και περισσότερο στα μεγαλύτερα όπως στο E. telmateia, στο E. hiemale και στα γγιγάντια τροπικά είδη, και μπορεί να’χουν είτε οξεία είται αμβλεία κορυφή. Ο κώνος είναι στην πραγματικότητα ένας τροποποιημένος βλαστός με βραχύτατα μεσογονάτια διαστήματα, στα γόνατα του οποίου φέρει σπονδύλους σποριαγγειοφόρων βλαστών. Οι βλαστοί αυτοί είναι εξαγωνοειδείς κι ασπιδόμορφοι, με σχήμα ασπίδας ή ομπρέλας, δηλαδή με στενή βάση και πλατιά κορυφή, κάτω απ’την οποία βρίσκονται 5-10 σποριαγγεία, τα οποία ανοίγουν για να απελευθερώσουν τα σπόρια. Τα σπόρια είναι σφαιρικά, με λεπτό κυτταρικο τοίχωμα, και φέρουν 4 μοναδικές δομές, τους ελατήρες, ταινιοειδείς αποφύσεις που ξεκινούν απ’το ίδιο σημείο και συστέλλονται ή διαστέλλονται με μεταβολές της υγρασίας (υγροσκοπικοί), ώστε το σπόριο να διασπύρεται ευκολότερα σε υγρό καιρό. Συχνά οι ελατήρες πολλών σπορίων πλέκονται μεταξύ τους, κκάνοντας την επιβίωσή τους ως μάζα πιθανότερη. Τα σπόρια είναι πράσινα, φωτοσυνθετικά και ζουν μόνο γύρω στις 5-17 ημέρες, οπότε θα πρέπει να βρουν γρήγορα κατάλληλες συνθήκες, δηλαδή στρώμα καθαρής λάσπης χωρις ανταγωνισμό από βρύα, άλλα γαμετόφυτα, μονοκύτταρα φύκη κι άλλα μικρά φυτά, για να βλαστήσουν. Επειδή αυτές οι συνθήκες είναι σπάνιες στη φύση και είναι ίδιες για όλα τα είδη του γένους, συχνά βλαστάνουν σπόρια από διάφορα είδη στο ίδιο μέρος και γίνεται υβριδισμός. Τα σπόρια λοιπόν βλαστάνουν σε μικρά πράσινα δισκοειδή γαμετόφυτα διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού, τα οποία αποτελούνται από έναν επίπεδο θαλλό και μερικά επιμήκη κύτταρα που τα κρατούν στο έδαφος, τα ριζωοειδή, όπως στα βρύα και στα γαμετόφυτα άλλων σποριοφόρων φυτών. Όπως σε παρόμοια φυτά, από τα ροπαλοειδή ανθηρίδια παράγονται τα ανθηροζωίδια ή σπερματοζωάρια, τα οποία κολυμπούν με τη βοήθεια μαστιγίων μέσα απ’το υγρό περιβάλλον στα θηλυκά αρχεγόνια, δομές σαν μπουκάλια για να γονιμοποιήσουν το ωάριο που βρίσκεται στη βάση τους, συνήθως από το ένα γαμετόφυτο στο άλλο. Μόλις γίνει η γονιμοποίηση, όπως στα άλλα παρόμοιας αναπαραγωγής φυτά, το έμβρυο αναπτύσσει ένα πόδι που το συνδέει αρχικά παρασιτικά με το γαμετόφυτο, μέχρι να ισχυροποιηθεί εις βάρος του γαμετόφυτου το οποίο τελικά θα πεθάνει. Αρχικά το έμβρυο σχηματίζει δύο πόλους, απ’τους οποίους ο κατώτερους αναπτύσσεται στις πρώτες ρίζες ενώ ο ανώτερος στον πρώτο βλαστό. Σύντομα διακλαδίζονται τα πρώτα ριζώματα, ενώ εάν οι συνθήκες είναι καλές το φυτό μπορει να μεγαλώσει και να γίνει ένα ενήλικο πολυκόμπι. Φυσικά η θνησιμότητα στα πρώτα αυτά στάδια της ζωής είναι πολύ υψηλή. Ο κύριος τρόπος αναπαραγωγής ωστόσο αυτών των φυτών είναι βλαστητικά ή αγενώς με ριζώματα, οπότε τμήματα ριζώματος ή και υπέργειων βλαστών μπορούν ν’αποκοπούν και να βλαστήσουν αλλού με μεταφορά από φυσικά ή τεχνητά αίτια, ή κάποιο άλλωτε μεγάλο φυτό να κατακερματιστεί σε μικρότερα από φυσικά ή τεχνητά αίτια, δημιουργώντας περισσότερα φυτά. Ένα μεγάλο πολυκόμπι, ή αποικία όπως λέγεται συνήθως, επειδή είναι δύσκολη η εύρεση του εάν είναι ένα άτομο ή έχει κατακερματιστεί, είναι ανθεκτικότατο και μπορεί να ζήσει στην περιοχή όπου βρίσκεται για πολλά χρόνια, ακόμα κι επ’αόριστον αφού ανανεώνεται συνεχώς και στην πράξη δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, εφόσον φυσικά οι συνθήκες παραμένουν οι κατάλληλες. Μ’αυτόν τον τρόπο παραμένουν και διαιωνίζονται και τα υβρίδια, τα οποία πιθανότατα είναι σχεδόν πάντοτε στείρα. Όλα τα φυτά του γένους έχουν απλοειδή αριθμό χρωμοσωμάτων 108, και τα περισσότερα είναι διπλοειδή όπως οι περισσότεροι οι πολυκύτταροι οργανισμοί, υπάρχουν όμως και τριπλοειδή και πολυπλοειδή.

Ο ρόλος αυτών των φυτών στο οικοσύστημα δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά, γιατί τα φυτά αυτά θεωρούνται κάτι σαν περιθωριακά και υπολείματα του παρελθόντος. Στην πραγματικότητα όμως παίζουν ενεργό ρόλο στη μείωση της διάβρωσης και στην ανακύκλωση των θρεπτικών συστατικών. Τα εκτεταμένα ριζωματικά τους συστήματα συγκρατούν καλά το έδαφος εμποδίζοντας την έντονη διάβρωση κοντά στο νερό, ενώ η δυνατότητά τους να φέρνουν στην επιφάνεια θρεπτικά στοιχεία όπως φώσφορο και κάλιο και ιχνοστοιχεία απ’το υπέδαφος ωφελή τα γειτονικά φυτά, αφού με την αποσύνθεση των μερών που πέφτουν εμπλουτίζεται το επιφανειακό έδαφος. Όσον αφορά τις σχέσεις τους μ’άλλους οργανισμούς, αυτές είναι λίγες. Οι ρίζες τους μπορούν να συνάψουν
μυκορριζικές σχέσεις
με συμβιωτικούς μύκητες, αλλ’αυτό δεν είναι απαραίτητο και δε γίνεται πάντα, ενώ δεν έχει καταγραφεί καμία σχέση αυτού του φυτού με κάποιο έντομο ή μικροοργανισμό, εξαιτίας μάλλον της πυριτικής του προστατευτικής επίστρωσης. Περιστασιακά το τρώνε τα φυτοφάγα ζώα, κι άλλα το χρησιμοποιούν ως κρυψώνα ή κατασκευάζουν φωλιές απ’αυτό. Όσον αφορά τέλος τον ανταγωνισμό του με τα υπόλοιπα φυτά, τα εύκρατα είδη γενικά τα πάνε πολύ καλά, αφού στις περιοχές που έχουν προλάβει και καταλάβει δε φυτρώνει σχεδόν τίποτα άλλο, ενώ στις παρυφές τους μπορούν να παραμένουν αραιά και σε συνθήκες σκιάς αναπτυσσόμενα αργά μέχρι να γίνει κάποια διαταραχή για να εξαπλωθούν κι άλλο. Αντίθετα τα γιγάντια τροπικά είδη, παρά το μεγάλο και φαινομενικά επιβλητικό μέγεθός τους, θεωρούνται πρώιμοι αποικιστές διαταραγμένων περιοχών, οι οποίοι σιγά-σιγά εκτοπίζονται από τα επόμενα φυτά που τα σκιάζουν και τα ξεπερνούν στην ανάπτυξη.

Το γένος σήμερα περιλαμβάνει 15 είδη, χωρισμένα σε δύο υπογένη ή εξελικτικούς κλάδους, το υπογένος ίππουρις (equisetum) και το υπογένος ιπποχαίτη (Hippochaete). Κύριες διαφορές μεταξύ των υπογενών είναι τα στόματα (επιφανειακά στις ιππουρίδες, βαθουλωμένα στις ιπποχαίτες), η διακλάδωση (συχνή στις ιππουρίδες σπανιότερη στις ιπποχαίτες), η σκληρότητα και η διάρκεια των υπέργειων βλαστών (σκληροί και συνήθως αειθαλείς βλαστοί στις ιπποχαίτες, μαλακότεροι και ετήσιοι συνήθως στις ιππουρίδες), και η εξειδίκευση των κωνοφόρων βλαστών (αδιαφοροποίητοι στις ιπποχαίτες, συχνά διμορφικοί στις ιππουριδες). Τα είδη λοιπόν είναι:
Για το υπογένος Equisetum:
1. E. arvense: το κοινό πολυκόμπι ή το πολυκόμπι των αγρών, το πιο επιτυχημένο είδος όλων, έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση και συχνά θεωρείται ζιζάνιο. Ανθεκτικότατο, ευδοκιμεί από υποτροπικές περιοχές έως και στον αρκτικό κύκλο. Ύψος 60 εκατοστά, πυκνά διακλαδιζόμενο με καφέ φύλλα, με διμορφικούς μη φωτοσυνθετικούς κωνοφόρους βλαστούς νωρίς την άνοιξη.
2. E. pratense: Το πολυκόμπι των λειμώνων, παρομοίων διαστάσεων είδος βορειότερων περιοχών της εύκρατης ζώνης, όχι στην Ελλάδα. Εμφανέστερο διαχωριστικό χαρακτηριστικό του απ’το E. arvense είναι η κάτω διεύθυνση των πλευρικών κλαδιών, ενώ στο δεύτερο τα κλαδιά αναπτύσσονται οριζόντια ή προς τα πάνω.
3. E. telmateia: Το πολυκόμπι των τελμάτων, το μεγαλύτερο είδος του υπογένους, ύψους 1,5-2 μέτρων, κατ’εξαίρεσιν ως και τα 2,5 μέτρα. Διακλαδιζόμενο με πυκνά έντονα πράσινα συμμετρικά κλαδιά και κεντρικούς υπέργειους βλαστούς αρκετά κοίλους και διαμέτρου ως κι 1 εκατοστό ή και παραπάνω, και σχεδόν μαύρα φύλλα. Οι κεντρικοί υπέργειοι βλαστοί του ευρασιατικού υποείδους είναι σχεδόν λευκοί, ενώ του Αμερικανικού πράσινοι. Οι κωνοφόροι βλαστοί διμορφικοί νωρίς την άνοιξη.
4. E. paluster: Το πολυκόμπι των ελών, μοιάζει αρκετά με μια μεγαλύτερη έκδοση του E. arvense, με σκουροπράσινους διακλαδιζόμενους βλαστούς ύψους με δυσκολία ως και το 1 μέτρο, μεγάλης εξάπλωσης κοντά στο νερό. Οι κωνοφόροι βλαστοί ελαφρώς διμορφικοί.
5. E. silvaticum: Το πολυκόμπι των δασών, είδος προσαρμοσμένο συνήθως σε δροσερές κι αρκετά σκιερές περιοχές στις παρυφές των δασών, ύψους 40-50 εκατοστών, με υπέργειους βλαστούς πολύ λεπτούς με κοκκινοκαφέ φύλλα και κωνοφόρους βλαστούς ελαφρώς διμορφικούς. Το βασικό διαχωριστικό χαρακτηριστικό του είναι η περαιτέρω διακλάδωση των πλευρικών του κλαδιών.
6. E. fluviatile: Το ποτάμιο πολυκόμπι, είδος προσαρμοσμένο για υδρόβια ή ημιυδρόβια ζωή, συχνά φυτρώνει μέσα στα ποτάμια. Ύψος μέχρι 1 μέτρο ή και περισσότερο, κεντρικός κοίλος σωλήνας ως και το 80$ της διαμέτρου του βλαστού, σχεδον ανύπαρκτοι κοιλαδικοί σωλήνες και μαύρα ανθεκτικότατα στην ανοξία ριζώματα.
7. E. diffusum: Το διάχυτο πολυκόμπι ή το πολυκόμπι των Ιμαλαΐων, μικρό, περιορισμένο στα Ιμαλάια, λεπτό και με σχεδόν ανύπαρκτο κεντρικό σωλήνα.
8. E. bogotense: Το πολυκόμπι της Μπογκοτά, των Άνδεων ή της Νότιας Αμερικής, το μόνο μέλος του υπογένους προσαρμοσμένο για τροπικές συνθήκες, με εξάπλωση στην Κεντρική και Νότια Αμερική, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, λεπτό, μικρό και αραιά διακλαδιζόμενο.

Τα υβρίδια του υπογένους είναι: E. X bowmanii από το E. silvaticum και το E. telmateia, E. X dycei από το E. fluviatile και το E. paluster, E. X font-queri από το E. paluster και το E. telmateia, E. X litorale από το E. arvense και το E. fluviatile, E. X Mchaffieae από το E. fluviatile και το E. pratense, E. X mildeanum από το E. pratense και το E. silvaticum, E. X robertsii από το E. arvense και το E. telmateia, E. X rothmaleri από το E. arvense και το E. paluster, E. X willmotii από το E. fluviatile και το E. telmateia.

Το υπογένος ιπποχαίτη περιλαμβάνει:
1. E. hiemale: Το χειμωνιάτικο πολυκόμπι, αρκετές φορές γράφεται και E. hyemale, αν και τα λατινικά δε χρησιμοποιούσαν σχεδον ποτέ το y. Αδιακλάδιστο ύψους 1-1,2 μέτρων με εξάπλωση σ’όλο το Βόρειο Ημισφαίριο, με αρκετά σκληρούς βλαστούς, ανοιχτοπράσινους με γκριζωπά φύλλα.
2. E. laevigatum: Το λείο πολυκόμπι, ύψους ως και 1,5 μέτρων με αρκετά λείους βλαστούς, συνήθως αδιακλάδιστο και αμερικανικής εξάπλωσης. Συχνά οι υπέργειοι βλαστοί του πέφτουν το χειμώνα, ασυνήθιστα γι’αυτό το υπογένος.
3. E. variegatum: Το ποικιλόχρωμο πολυκόμπι, είδος βόρειας περιαρκτικής εξάπλωσης, όχι στη χώρα μας, ύψους 40-80 εκατοστών, συνήθως όμως κοντό, με πρασινομπλέ τραχείς βλαστούς που συχνά συστρέφονται ή έρπουν και μικροσκοπικούς κώνους.
4. E. scirpoides: Το καλαμοειδές ή νάνο πολυκόμπι, είδος περιαρκτικής εξάπλωσης το μικρότερο απ’όλα τα σημερινά είδη με βλαστούς ύψους 4-12 εκατοστών, σπανιότατα ως τα 30 εκατοστά, διάμετρο βλαστών τα 0,5-1 χιλιοστά με 3-6 αυλακώσεις, σχεδόν μαύρα φύλλα, ανοιχτοκαφέ ριζώματα με λεπτές ρίζες και μικροσκοπικούς κώνους γύρω στα 3 χιλιοστά σε ύψος. Συχνά οι βλαστοί έρπουν ή συστρέφονται.
5. E. ramosissimum: Το πολυκλαδότατο πολυκόμπι, με εξάπλωση από τις εύκρατες περιοχές του Βορείου ημισφαιρίου έως όλη την Αφρική, μέχρι το Νότιο άκρο. Αρκετά διακλαδιζόμενο για το υπογένος του, με πυκνά κλαδιά περίπου μέχρι τη μέση των βλαστών, οι οποίοι είναι σκληροί και σκουροπράσινοι. Ορισμένοι πληθυσμοί του ρίχνουν τους υπέργειους βλαστούς το χειμώνα.
6. E. myriochaetum: Το μυριόχαιτο πολυκόμπι, το μεγαλύτερο σήμερινό είδος με ρεκόρ ύψους τα 8 μέτρα, ιθαγενές του Μεξικού και της Κεντρικής Αμερικής, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, αρκετά σκληρό και έντονα διακλαδιζόμενο.
7. E. giganteum: Το γιγάντιο πολυκόμπι, κι αυτό τεράστιο είδος της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, με ρεκόρ ύψους τα 5 μέτρα, πιο λείο κι έντονα διακλαδιζόμενο.

Τα υβρίδια αυτού του υπογένους είναι: E. X ferrissii από το E. hiemale και το E. laevigatum, E. x moorei από το E. hiemale και το E. ramosissimum, E. x nelsoni από το E. laevigatum και το E. variegatum, E. x schaffneri από το E. giganteum και το E. myriochaetum, E. x trachydon από το E. hiemale και το E. variegatum.

Η χρήση των φυτών του γένους από τον άνθρωπο είναι αραιή αλλά συνεχής, όπως και το γένος στη φύση και κατά την εξελικτική του ιστορία. Οι υπέργειοι βλαστοί του E. arvense έχουν χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά από πολύ παλιά ως διουρητικό, τονωτικό και επουλωτικό των πληγών σε τσάι, αν και ανησυχίες για την πιθανή τοξικότητά του έχουν περιορίσει τη χρήση του σήμερα. Σήμερα το πυρίτιο [που περιέχει θεωρείται πως τονώνει το συνδετικό ιστό, την επιδερμίδα, τα μαλλιά και τα νύχια, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικώς. Χρησιμοποιείται επίσης απ’την ομοιοπαθητική. Η μεγάλη σκληρότητα των βλαστών του, η χαμηλή θρεπτική του αξία και η τοξικότητά του σε μεγάλες ποσότητες δεν το έκαναν ποτέ καλή τροφή, αν και οι αρχαίοι Ρωμαίοι και οι Ιάπωνες έτρωγαν τους νεαρούς κωνοφόρους βλαστούς ξεφλουδισμένους προσεκτικά και βρασμένους σαν σπαράγγια, ενώ οι Ινδιάνοι της βορειοδυτικής Βόριεας Αμερικής έτρωγαν τους νεαρούς πράσινους βλαστούς ωμούς. Το πράσινο ζουμί των βλαστών έχει επίσης χρησιμοποιηθεί ως βαφή, ενώ τα μεσογονάτια διαστήματα του E. hiemale ως ανταλλακτικά καλαμιών για κλαρινέτα. Μία σημαντική χρήση των σκληρότερων κυρίως ειδών ήταν ως μέσα ξυσίματος ξύλινων και μεταλλικών αντικειμένων για καθάρισμα. Στην Ιαπωνία ακόμα χρησιμοποιείται έτσι για το γυάλισμα παραδοσιακών ξύλινων αντικειμένων. Το πυρίτιο και οι άλλες ουσίες που περιέχει χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά κι ακόμα στη βιολογική καλλιέργεια ως διάλυμα για την κάλυψη των φυτών για προστασία κατά των μυκήτων και των παθογόνων μικροοργανισμών, πρακτική που φαίνεται νά’χει αποτέλεσμα.

Το πολυκόμπι ωστόσο δεν είναι πάντοτε δεκτό απ’τον άνθρωπο. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βγάλει αποτελέσματα κυρίως για την αντιμετώπισή του ως ζιζάνιο, λιγότερο για τη βοτανική του, κι ακόμα λιγότερο για οτιδήποτε άλλο. Το πολυκόμπι, και ιδιαίτερα το E. arvense, μπορεί να διεισδύσει σε καλλιεργίσιμες εκτάσεις απ’όπου έπειτα η εξάλειψή του είναι σχεδόν αδύνατη. Χάρη στα βαθιά του ριζώματα δεν ξεριζώνεται ποτέ, και το βαθύ όργωμα απλώς το διαταράσσει, δεν το καταστρέφει όμως, και ίσως βοηθά στην αναγέννησή του αλλού από θραύσματα ριζώματος. Το συνεχές κόψιμο των υπέργειων βλαστών επίσης δε φαίνεται να’χει αποτέλεσμα, ακόμα κι αν γίνει 12 φορές το χρόνο σύμφωνα με μια μελέτη. Η χρήση γεωργικού ασβέστη για το ανέβασμα του ph στο έδαφος δίνει κάποια αποτελέσματα, όμως αυτή η πρακτική μπορεί επίσης να βλάψει και κάποια απ’τα καλλιεργούμενα φυτά, και πάλι το πολυκόμπι δεν καταστρέφεται πλήρως. Τέλος η παχιά του εφυμενίδα αποκλείει τα περισσότερα ζιζανιοκτόνα, και γι’αυτό πριν τον ψεκασμό του θα πρέπει οι βλαστοί του να σπαστούν κάπως, ώστε να περάσει περισσότερο φάρμακο μέσα. Η ανθεκτικότητά του στο γνωστό Roundup της Monsanto, στο κοινότερο ζιζανιοκτόνο, είναι αρκετά υψηλή. Στην κτηνοτροφία το πολυκόμπι δηλητηριάζει τα φυτοφάγα ζώα με την παρατεταμένη κατανάλωση, ιδίως τα μη μηρυκαστικά όπως τα άλογα. Τα ζώα συνήθως βοσκώντας το αποφεύγουν εξαιτίας της σκληρότητάς του και της κακής του γεύσεις, όμως ανακατεμένο μέσα στα άχυρα δε θα το καταλάβουν και θα το φάνε. Εκτός απ’τον ερεθισμό στο πεπτικό σύστημα που μπορεί να προκαλέσει το πυρίτιο που περιέχει το φυτό σε μεγάλες ποσότητες, το πολυκόμπι επίσης έχει αλενεργά χημικά όπως το αλκαλοειδές παλουστίνη, το ιππουριδικό οξύ κι άλλες ουσίες που επηρεάζουν πολλαπλά οργανικά συστήματα του ζώου, ενώ η θιαμινάση που περιέχει διασπά τη θιαμίνη (βιταμίνη β1), η οποία ωφελεί το νευρικό σύστημα οδηγώντας σε νευρολογικά συμπτώματα, η κύρια κατάληξη δηλητηρίασης από E. arvense. Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν μετά από εβδομάδες ή και μήνες συνεχούς κατανάλωσης του φυτού. Ο μόνος τρόπος πρόληψης είναι η αποφυγή ανάμειξης του πολυκομπιού μαζί με άλλα χόρτα που πρόκειται να ξεραθούν. Αναφέροντας τα χημικά των φυτών, θα πρέπει να πω πως τα φυτά του γένους είναι τα μόνα μη ανθοφόρα φυτά που παράγουν νικοτίνη σε ιχνώδεις όμως ποσότητες, καθώς κι ότι έχουν πολυφαινόλες και λοιπά αντιοξειδωτικά τα οποία ίσως χρησιμοποιηθούν ως συμπληρώματα.

Ίσως εξαιτίας των δύο παραπάνω αρνητικών πλευρών του φυτού, τα φυτά του γένους καλλιεργούνται αρκετά σπάνια σε σχέση μ’άλλα πτεριδόφυτα. Ακόμα και για μη ψαγμένους με τα φυτά, όπως εμένα, που το καλλιεργούν κυρίως για τη μοναδικότητά του και το ιστορικό κι εξελικτικό του ενδιαφέρον, τα φυτά του γένους αυτού έχουν καλλωπιστική αξία. Είδη μέτριου ύψους όπως το E. arvense και το E. paluster δημιουργούν πράσινες φουντωτές συστάδες με λεπτά κλαδάκια, που με κοντινότερη ματιά αποκαλύπτουν τη συμμετρικότατή τους δομή. Το E. silvaticum, με τις ακόμα λεπτότερες διακλαδώσεις του, γίνεται ακόμα πιο όμορφο σε μια συστάδα. Από τα μεγάλα είδη, το E. telmateia μπορεί να δημιουργήσει ψηλές επιβλητικές συστάδες έντονων πράσινων φουντωτών βλαστών με συμμετρικότατα λεπτά κλαδιά σε κάθε κόμπο, ενώ τα αδιακλάδιστα είδη όπως το E. hiemale, μπορούν να κάνουν παρόμοιες συστάδες με τους γυμνούς και ψηλούς βλαστούς τους, κάπως σαν καλαμιές αλλά στην πραγματικότητα πολύ πιο ξεχωριστά. Τα τροπικά γιγάντια είδη δημιουργούν ακόμα πιο επιβλητικές συστάδες με τη μοναδική δομή αυτού του φυτού, ενώ οι κώνοι των μεγάλων ειδών, όπως του E. telmateia, του E. hiemale και των γιγάντιων τροπικών ειδών έχουν κι αυτή τη διακοσμητική τους αξία ως κάτι το ξεχωριστό και παράξενο. Τα μικρά είδη όπως το E. scirpoides μπορούν να δημιουργήσουν χαλιά από συρματώδεις παράξενους βλαστούς σκληρούς στην υφή. Τέλος όλα τα φυτά του γένους ως μοναδικά κι αρχέγονα σίγουρα θα δίνουν μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα όπου βρίσκονται. Τα είδη που καλλιεργούνται σχετικά συχνότερα είναι το E. hiemale, κυρίως ως φυτό τεχνητών λιμνών, το E. scirpoides, και σπανιότερα όλα τα άλλα. Παραδόξως τα τροπικά γιγάντια είδη, αν κι ενδιαφέροντα κι εύκολα στην καλλιέργεια, δεν έχουν διαδοθεί πουθενά εκτός των βοτανικών κήπων, επειδή μάλλον κανείς δεν τα ξέρει. Όπως όμως έχω πει και για την
Αραουκάρια,
Ένα αρχέγονο και πανέμορφο κωνοφόρο, για να υπάρχει ενδιαφέρον γι’αυτά τα φυτά απ’τον κόσμο θα πρέπει να’χει γίνει και μια διαφήμιση από πριν, ώστε οι άνθρωποι να τα ξέρουν, να εκτίθενται σ’αυτά. Εάν τα πολυκόμπια δεν τα ξέρει κανείς και δεν τα βλέπει κανείς να καλλιεργούνται κάπου, πώς κάποιος θα τα εκτιμήση, πόσο μάλλον να ενδιαφερθεί να τα καλλιεργήσει εάν κιόλας δεν έχει σχέση με παράξενα φυτά; Γι’αυτό και θεωρώ τα φυτά αυτά εξωτικά σε περιβάλλον καλλιέργειας, ακόμα κι αν ζουν άγρια στη χώρα του καλλιεργητή, γιατί είναι παράξενα, σχεδόν αφανή και σπανιότατα καλλιεργούμενα.

Επομένως εάν θέλετε να καλλιεργήσετε ένα τέτοιο φυτό θα πρέπει να ξεκινήσετε με υλικό απ’τη φύση. Όπως είπα όμως πιο πάνω, τα φυτά αυτά μπορεί να’ναι άφθονα σε μια περιοχή, αλλά σε μια άλλη να μην υπάρχουν πουθενά. Στην Ελλάδα συνήθως συναντώνται σε απομονωμένους πληθυσμούς σε δυσπρόσιτες περιοχές κοντά σε ποτάμια, λίμνες κι άλλους υγρότοπους. Εάν λοιπόν δεν ξέρετε κάποιο μέρος για να κόψετε, τότε θα’ναι πολύ δύσκολο να βρείτε τέτοια φυτά εκτός κι αν έχετε καλή τύχη. Σε τέτοια περίπτωση φυσικά δε θά’χετε την πολυτέλεια να επιλέξετε το είδος που προτιμάτε. Αφού έχετε βρει ένα φυτό λοιπόν, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να κάνετε είναι η εύρεση κατάλληλου μέρους και κατάστασης για την αφαίρεση μοσχεύματος ή μοσχευμάτων για μεγαλύτερη επιτυχία ριζώματος, της πρώτης κίνησης προς την επιτυχή καλλιέργεια. Η διαδικασία είναι δυσκολη, διότι τα φυτά αυτά αναπτύσσονται συχνά σε πετρώδη κι αργιλώδη εδάφη, και τα ριζώματα χώνονται ανάμεσα στις πέτρες. Το έδαφος αυτό είναι δύσκολο στο σκάψιμο ακόμα και με τα κατάλληλα εργαλεία, τα οποία μπορούν επίσης να κόψουν τα ριζώματα. Το τράβηγμα των βλαστών και των ριζωμάτων δε συνίσταται σε καμία περίπτωση σε τέτοιο περιβάλλον επειδή σπάνε εύκολα στους κόμπους και τελικά δε βγαινει τίποτα. Ετοιμαστείτε για πολλά αποτυχημένα κοψίματα βλαστών. Θεωρητικά αναφέρεται ότι ευκολότερο είναι το τράβηγμα των ριζωμάτων σε υγρή λάσπη, όπως μετά από πολλή βροχή ή μέσα στα ποτάμια, αλλά κατά την εμπειρία μου η λάσπη είναι πολύ παχιά και βαριά για εύκολο σκάψιμο. Επίσης τα ριζώματα από κορεσμένα μέρη του εδάφους είναι μαλακότερα και πιο επιρρεπή στη σήψη έπειτα. Ευκολότερο είναι το τράβηγμα ή το σκάψιμο με κάποιο εργαλείο σε πλαγιές ή μικρές ανηφόρες με χαλαρό σχετικά χώμα και πέτρες, κι ακόμα ευκολότερο σε μέρη με σκέτο χώμα ή οργανική ύλη, σπάνια περιβάλλοντα σε μέρη που φυτρώνει πολυκόμπι αλλά υπαρκτά. Μία ακόμα δυσκολία κατά τη συλλογή ριζωμάτων είναι και το περιβάλλον του φυτού, για παράδειγμα η συλλογή θα’ναι αρκετά δύσκολη σε απότομες πλαγιές, σε μέρη με αγκάθια κι άλλα φυτά κλπ, επομένως ετοιμαστείτε να λερώσετε ή να χαλάσετε τα ρούχα και τα παπούτσια σας, γι’αυτό να φοράτε παλιά κατά τη διαδικασία. Κατάλληλα μπορούν επίσης να’ναι τμήματα βάσεων υπέργειων βλαστών, υπέργειοι βλαστοί ή και πλευρικά κλαδιά, αν και θα πρέπει να φροντίζονται πολύ περισσότερο αρχικά και η αποτυχία είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τα ριζώματα. Τα κομμένα ριζώματα λοιπόν θα πρέπει νά’χουν μήκος τουλάχιστον 15 εκατοστών και να φέρουν τουλάχιστον ένα ορατό μάτι, και όσο μεγαλύτερα και με περισσότερα μάτια τόσο καλύτερα, και θα πρέπει να τοποθετηθούν αμέσως σ’ένα δοχείο με υγρασία και δροσιά μέχρι να φυτευθούν, κάτι που θα πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα, επειδή τα ριζώματα συνεχίζουν να μεταβολίζουν την αποθηκευμένη τους ενέργεια κανονικά. Μικρότερα κομμάτια ριζώματος έχουν λίγο άμυλο αποθηκευμένο για την υποστήριξη της αρχικής νέας ανάπτυξης, και η επιτυχία τους είναι μικρή. Τα κονδυλ΄΄ιδια έχουν πολύ υψηλο ποσοστό επιτυχίας, αν και το μεγάλο βάθος όπου βρίσκονται κάνει σχεδον αδύνατη την εύρεσή τους. Τέλος καλό είναι το ρίζωμα που θα κοπεί να’χει σχετικά πολλές ρίζες, αν κι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η εποχή της συλλογής προτείνεται να’ναι η αδρανής περίοδος ή νωρίς την άνοιξη πριν την ανάπτυξη του φυτού, αν και μπορεί να είναι οποτεδήποτε.

Τα μοσχεύματα έπειτα θα πρέπει να φυτευθούν οριζόντια ή τουλάχιστον αρκετά οριζόντια ανάλογα με το μέγεθός τους σε γλαστράκια με έδαφος κυρίως αργιλώδες σε βάθος 1-2 εκατοστών απ’την επιφάνεια και σε μόνιμα υγρο περιβάλλον. Πολλοί καλλιεργητές τοποθετούν τα γλαστράκια σε νερό μέχρι το χείλος τους, άλλοι όπως εγώ απλά ποτίζουν συστηματικά. Είναι αναμενόμενο μερικά μοσχεύματα να σαπίσουν, σίγουρα όμως εάν είναι όλα των παραπάνω προδιαγραφών μερικά θα επιβιώσουν και θ’αναπτυχθούν. Σε λίγες μέρες έως και πάνω από 2 εβδομάδες σηκώνεται στην επιφάνεια το πρώτο ματάκι, το οποίο αναπτύσσεται σιγά-σιγά σε πράσινο φωτοσυνθετικό βλαστό με τις διακλαδώσεις του. Έπειτα μπορούν να εμφανιστούν άλλοι δίπλα, αλλά λίγοι. Μετά από λίγο καιρό το φυτό θ’αρχίσει απ’τα λεπτά ριζώματα που έχει στείλει ήδη να εμφανίζει πολλούς λεπτούς υπέργειους βλαστούς, οι οποίοι θα βγαίνουν παχύτεροι με το χρόνο. Το νεαρό φυτό μπορεί να μεταφυτευθεί σε μεγαλύτερη γλάστρα σύντομα μετά την αρχική ανάπτυξη ή αργότερα. Μια γλάστρα διαμέτρου 30 εκατοστών είναι κατάλληλη για τα νεαρά ταχέως αναπτυσσόμενα άτομα, ενώ μια 60 ή και μεγαλύτερη για τα αρκετά μεγάλα. Τα πολυκόμπια επιβιώνουν και σε μικρότερες γλάστρες, ακόμα και τα γιγάντια είδη, αλλά οι βλαστοί τους παραμένουν λεπτοί και κοντοί. Το έδαφος μπορεί να’ναι οτιδήποτε, εκτός από υπερβολικά αλκαλικό ή οργανικό. Καλύτερο είναι ένα μείγμα κοινού χώματος, αργίλου και άμμου σε διάφορες αναλογίες. Η οργανική ύλη θα πρέπει να λείπι απ’το μείγμα ή να περιορίζεται στην επιφάνεια, δι΄΄ότι οι ανοξικές συνθήκες που θα επικρατούν πιο κάτω θα προκαλέσουν αναερόβια αποσύνθεσή της με αρνητικά αποτελέσματα. Η μόνη παράμετρος που θα πρέπει να παραμένει σταθερή στην καλλιέργεια αυτών των φυτών είναι η συνεχής υγρασία του εδάφους, επειδή τα φυτά αυτά δεν αντέχουν καθόλου στην ξηρασία κι ακόμα και η βραχεία ξήρανση μπορεί να τα σκοτώσει γρήγορα. Αυτοποτιζόμενες γλάστρες που έχουν δοχείο που γεμίζει με νερό ή γλάστρες που θα στέκονται σ’ένα δοχείο με νερό βάθους τουλάχιστον 6 εκατοστών θα είναι ιδανικές γι’αυτά τα είδη. Θεωρητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και δοχεία χωρις αποστράγγιση, αλλά δεν προτείνονται εξαιτίας της δυσκολίας ανακύκλωσης του νερού που είναι καλό να γίνεται. Τα φυτά αυτά ευδοκιμούν σε διάφορα επίπεδα φωτισμού, από απευθείας ήλιο ως αρκετή σκιά? Στον ήλιο γίνονται ανοιχτοπράσινα και συμπαγή, ενώ στη σκιά σκουρότερα και πιο λεπτά. Γενικά συνθήκες απευθείας ήλιου ή ημισκιάς είναι ιδανικές, εκτος απ’τα γιγάντια τροπικά είδη που ευδοκιμούν καλύτερα στον έντονο ήλιο. Εξαιτίας των λεπτών βλαστών τους τα φυτά ίσως χρειαστούν προστασία απ’το δυνατό άνεμο. Η λίπανση θα πρέπει να γίνεται πολύ αραιά και με ελαφρύ διάλυμα λιπάσματος, γιατί το πολύ λίπασμα μπορεί να τα σκοτώσει εύκολα. Τα πολυκόμπια είναι τα μόνα φυτά που χρειάζονται το πυρίτιο ως απαραίτητο συστατικό, το οποίο τους το δίνει η άργιλος. Με τον καιρό τα φυτά αυτά θα γίνουν πυκνά και θα γεμίσουν τη γλάστρα με ρίζωμα. Κάποια απ’τα ριζώματα θα βγουν απ’τις τρύπες τις γλάστρας, άλλα θα βγουν στην επιφάνεια όπου είτε θα επιστρέψουν κάτω είτε η κορυφή τους θα γίνει υπέργειος βλαστός, ενώ τα περισσότερα θα συσσωρεύονται στην περιφέρεια και τον πυθμένα της γλάστρας καθώς αναπτύσσονται μακριά απ’το κέντρο του φυτού, οδηγώντας σε συσσώρευση υπέργειων βλαστών στην περιφέρεια και αραίωση στο κέντρο. Τότε το φυτό θα πρέπει ειτε να μεταφυτευθεί, είτε τα ριζώματα να αναδιοργανωθούν, ή να διαιρεθούν, οπότε τα κομμένα τμήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολλαπλασιασμό. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί επίσης να γίνει και με σπόρια, τα οποία θα πρέπει να σπαρούν αμέσως μετά τη συλλογή τους σ’ένα δοχείο με αποστειρρωμένο ελαφρύ έδαφος κατάλληλο για σπόρια φτερών καλυμμένο με μια λεπτή στρώση αποστειρωμένης αργιλώδους λάσπης, το οποίο θα πρέπει να διατηρείται μονίμως υγρό και σε έντονο φως ή στον ήλιο. Σύντομα θα βγουν τα γαμετόφυτα, ενώ τα νεαρά φυτά μπορούν να μεταφυτευθούν μόλις φτάσουν λίγα εκατοστά σε ύψος σε μερικούς μήνες. Με τη σωστή καλλιέργεια τα περισσότερα φυτά κωνοφορούν 2-3 χρόνια μετά τη φύτευσή τους. Τα φυτά αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν σε οποιοδήποτε εύκρατο κλίμα, αφού αντέχουν τους δρυμύτερους χειμώνες στα βορειότερα όρια της εξάπλωσής τους, με εξαίρεση τα γιγάντια τροπικά που δεν αντέχουν σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός και θα πρέπει να προστατευτούν. Τα δύο αυτά είδη θα ευδοκιμήσουν καλύτερα σε θερμοκήπιο σε κλίματα με λίγη ηλιοφάνεια και δροσερά καλλοκαίρια, ενώ έχουν καλλιεργηθεί και ως φυτά εσωτερικού χώρου με λάμπες από πάνω τους. Αναφέρεται γενικά πως προτιμότερη είναι η καλλιέργεια αυτών των φυτών σε δοχεία, ώστε ν’αποτραπεί η ανεξέλεγκτη εξάπλωσή τους στο έδαφος, αν και μόνο το E. Arvense μπορεί να γίνει πραγματική απειλή, γιατί τα υπ΄΄ολοιπα είδη είναι περισσότερο υδρόφιλα. Όταν καλλιεργούνται στους κήπους λοιπόν, τα πολυκόμπια προληπτικά φυτεύονται σε μεγάλα βαθιά δοχεία θαμμένα στο έδαφος χωρίς τρύπες στον πυθμένα και με το χείλος ψηλότερα απ’την επιφάνεια του εδάφους, ώστε ν’αποτραπεί όσο γίνεται η πιθανή απόδρασή τους. Στους κήπους καλλιεργούνται συχνότερα διπλα σε τεχνητές λίμνες κι άλλα μέρη με νερό.

Πριν κλείσω με τις δικές μου παρατήρήσεις, θα πρέπει να κάνω μια παράγραφο για την εξέλιξη αυτής της ομάδας ειδών. Όπως είπα στην αρχή, τα φυτά αυτά θεωρούνται ζωντανά απολιθώματα χωρίς κοντινούς συγγενείς, με εξελικτική ιστορία πάνω από 370 εκατομμυρίων ετών απ’το ύστερο Δεβόνιο. Οι πρόγονοι των ιππουριδόψιδων πιθανότατα ήταν η ομοταξία των κλαδοξυλόψιδων, μια ετερόκλιτη ομάδα πρωτόγονων πτεριδόφυτων, άλλα ξυλώδη κι άλλα όχι, τα περισσότερα ριζωματώδη με λεπτούς και πολύπλοκα διακλαδιζόμενους υπέργειους βλαστούς, τα οποία ζούσαν κατά τη Δεβόνιο περίοδο και ήταν οι πρόγονοι των φτερών και των υπόλοιπων πτεριδόφυτων. Οι λεπτές ακραίες διακλαδώσεις των κλαδοξυλόψιδων ανεξάρτητα στα πτεριδόψιδα, στα μαρατιόψιδα και στα ψιλωτόψιδα ενώθηκαν με παρεγχυματικό ιστό σε λεπτά φύλλα, οι υπέργειοι βλαστοί δισδιαστατοποιήθηκαν για την καλύτερη συλλογή του φωτός, και έτσι προήλθαν τα φύλλα της φτέρης. Τα ιππουριδόψιδα όμως διατήρησαν τους υπέργειους βλαστούς με τα μικρά φύλλα, τους οποίους αρκετά νωρίς τροποποίησαν στη σημερινή χαρακτηριστική μορφή. Μεταβατικά απολιθώματα απ’τα κλαδοξυλόψιδα στα ιππουριδόψιδα δεν έχουν βρεθεί, αλλά θα βρίσκονται σίγουρα στο ύστερο Δεβόνιο. Το πρώτο μέλος των ιππουριδόψιδων είναι η ψευδοβόρνια (Pseudobornia), ένα δενδρώδες πολυκόμπι που ζούσε σε όχθες ποταμών πριν 375 εκατομμύρια χρόνια και τοποθετήθηκε σε δική του τάξη, τα ψευδοβορνιώδη (pseudoborniales). Ήταν δέντρο ύψους περίπου 10 μέτρων με ξυλώδεις βλαστούς διαμέτρου έως και 60 εκατοστών, με σπονδύλους κλαδιών τα οποία έφεραν σπονδύλους 4 διχοτομητικών και σςχιστών σε πολλά μέρη φύλλων. Δεν είναι γνωστό αν είχε ριζώματα, αλλά προφανώς θα είχε όπως οι πρόγονοί της και τα επόμενα μέλη της ομοταξίας της. Κατά την πρώιμη λιθανθρακοφόρο εμφανίστηκαν οι δύο επόμενες αρκετά γνωστές τάξεις της ομοταξίας, τα ιππουριδώδη (equisetales) και τα σφηνοφυλλώδη (sphenophyllales). Η τελευταία περιλαμβάνει φυτά με γνωστότερο το γένος του σφηνόφυλλου (Sphenophyllum) της οικογένειας των σφηνοφυλλιδών (Sphenophyllaceae), φυτά ποώδη ή ημιξυλώδη προς τις βάσεις τους ημιαναρριχώμενου τρόπου ανάπτυξης με μακριούς βλαστούς που έφεραν σφηνοειδή φύλλα ανά σπονδύλους, στενότερα προς τη βάση και πλατύτερα στο τέλος, αλλά κλαδιά μεμονωμένα. Τα φύλλα σε πολλά είδη είχαν έλικες στις άκρες τους για να πιάνονται. Τα φυτά αυτά ήταν ριζωματώδη και ζούσαν σε τροπικές περιοχές. Η άλλη τάξη έχει τρεις οικογένειες, η επόμενη απόγονος της προηγούμενης: τους αρχαιοκαλαμιτίδες (archaeocalamitaceae), τους καλαμιτίδες (calamitaceae), και τους ιππουριδίδες (equisetaceae), με μια ακόμα συγγενική των τελευταίων, τους φυλλοθηκίδες (Phyllothecaceae). Τα μέλη αυτής της τάξεις έχουν εξελίξει τους χαρακτηριστικούς σωληνωτούς βλαστούς, τη σπονδυλώδη διάταξη των κλαδιών και των φύλλων, τους χαρακτηριστικούς σποριαγγειοφόρους βλαστούς των κώνων και απ’την αρχή της ύπαρξής τους προσαρμόστηκαν σε διαταραγμένα παρυδάτια περιβάλλοντα. Οι αρχαιοκαλαμιτίδες ζούσαν κατά το πρώιμο Λιθανθρακοφόρο, ήταν ψηλά ξυλώδη φυτά με σπονδυλωτά κλαδιά, φύλλα διχοτομητικά και σχιστά, και μεγάλους κώνους με φύλλα εναλλασσόμενα με τους σποριαγγειοφόρους. Η νεότερη οικκογένεια είναι η πιο μελετημένη του παλαιοζωικού, οι καλαμιτίδες με το κύριο γένος τους, τον
Καλαμίτη
(Calamites). Το όνομα αυτό αρχικά δόθηκε σε απολιθώματα των εσωτερικών εκμαγείων του κεντρικού σωλήνα των πλαστών του φυτού – στην παλαιοβοτανική είναι κοινή συνήθεια η τοποθέτηση ενός φυτικού μέρους σ’ένα μορφογένος, επειδή συνήθως τα φυτικά μέρη ενός είδους συναντώνται αποκομένα και διασκορπισμένα, έτσι τα φύλλα του καλαμίτη λέγονται Annullaria αν είναι πλατιά ή Asterophyllites αν είναι στενά, ο κώνος λέγεται Calaμostachys, το εκμαγείο της ρίζας Astromyelon, κλπ. Από τα πολλά απολιθώματα των ανθρακωρυχίων της Λιθανθρακοφόρου που σώθηκαν, έχουμε πολύ καλή εικόνα αυτού του φυτού. Ήταν λοιπόν ένα τεράστιο ξυλώδες ριζωματώδες φυτό με υπέργειους βλαστούς διαμέτρου 20-30 εκατοστών και ύψους έως και 30 μέτρων, οι οποίοι προφανώς σε μεγαλύτερα ύψη θ’αλληλοστηρίζονταν με τα πλευρικά κλαδιά τους όπως κάνουν τα σημερινά είδη, ο καθένας με σπονδύλους πλευρικών κλαδιών τα οποία διακλαδίζονταν περαιτέρω. Τα λεπτότερα ακραία τμήματα των βλαστών ήταν πράσινα με στόματα κι έφεραν φύλλα με τις βάσεις τους συνενωμένες σ’έναν περιγονάτιο κολεό, είτε πλατιά είτε βελονοειδή ανάλογα με το είδος. Οι κώνοι ήταν μεγάλοι, με βράκτια φύλλα εναλλασσόμενα με τους σποριαγγειοφόρους βλαστούς, δηλαδή ανάμεσα σε δύο σπονδύλους σποριαγγειοφόρων βλαστών παρεμβαλλόταν ένας σπόνδυλος προεξεχόντων φύλλων, αν κι αυτό το χαρακτηριστικό χάθηκε αργότερα για τη μείωση του μεγέθους σε μερικά είδη, και οι κώνοι έγιναν όπως οι σημερινοί. Μερικές ιδιαιτερότητες αρκετων καλαμιτών ήταν η μη εναλλαγή των αυλακώσεων μετά από κάθε γόνατο και η προέλευση των ριζών απευθείας απ’το ρίζωμα κι όχι από μάτια του ριζώματος. Οι καλαμίτες φύονταν σε αναχώματα άμμου, όχθες ποταμών και παρόμοιες περιοχές, όχι μέσα στους ανθρακοβάλτους των μεγάλων λυκοφύτων κλασικών της Λιθανθρακοφόρου, και αποτελούσαν μικρό σχετικά ποσοστό της βιομάζας εκείνων των οικοσυστημάτων. Με την έλευση της Πέρμιας περιόδου και τη συνένωση των δύο υπερηπείρων Λαυρασίας και Γκοντβ άνας, το κλίμα άρχισε να ξηραίνεται, οι βάλτοι της Λιθανθρακοφόρου να περιορίζονται, κι ο καλαμίτης να πιέζεται όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος εξαφανίστηκε. Από τότε κανένα άλλο πολυκόμπι δεν έφτασε το μέγεθός του, αν και γιγάντια είδη συνέχιζαν κατά καιρούς να εξελίσσονται. Σχετικά νωρίς όμως κατά την εξέλιξη των καλαμιτιδών, μια ομάδα τους προσαρμόστηκε για ακόμα πιο πιεσμένες συνθήκες σε μικρότερα και κατά βάση ποώδη φυτά, κι έγινε η οικογένεια των ιππουριδιδών που επιβιώνει ως σήμερα.

Συγγενική όμως της οικογένειας των ιππουριδιδών είναι και η πολύ λιγότερο γνωστή οικογένεια των φυλοθηκιδών, με ιστορία απ’τα τέλη της Λιθανθρακοφόρου ως το τέλος της Τριαδικής περιόδου. Την αποτελούσαν φυτά ποώδη με πλατιά συνενωμένα φυλλαράκια σε κάθε κόμπο, με γνωστότερο το πέρμιο γένος φυλλοθήκη (Phyllotheca), με διάμετρο βλαστών τα 2 εκατοστά και ύψος περίπου τα 2 μέτρα. Εξαφανίστηκαν κατά τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος του Τριαδικού, μαζι με τα λίγα σφηνοφυλλώδη που είχαν απομείνει. Οι ιππουριδίδες εμφανίζονται κατά την Πέρμιο περίοδο, πρώτα ως απολιθώματα σκέτων κολεών φύλλων σημερινού τύπου που πιθανότατα ανήκαν σε παρόμοια φυτά, αν και τη βέβαιη εμφάνιση την κάνουν κατά την Τριαδική εποχή. Το κύριο γένος του Μεσοζωικού είναι ο ιππουριδίτης (equisetites), μια ομάδα μεγάλων ποωδών παρυδάτιων φυτών όμοιων κατά βάση με τα σημερινά. Θεωρείται πως πολλά μέλη αυτού του γένους θά’πρεπε να καταταχθούν στο σημερινό γένος, μιας και δεν υπάρχει σημαντική διαφορά πέρα απ’το μεγαλύτερο μέγεθός τους, όχι όμως όλα. Κατά το διάστημα λοιπόν της Τριαδικής περιόδου, οπότε η βλάστηση ακόμα επανερχόταν απ’τη μεγάλη περμοτριαδική εξαφάνιση, τα πολυκόμπια γρήγορα κατέλαβαν τις παραποτάμιες περιοχές όπου αρκετά εξελίχθηκαν σε γίγαντες. Απ’τα σημαντικότερα είναι ο νεοκαλαμίτης (Neocalamites), ένα γιγάντιο πολυκόμπι με βλαστούς διαμέτρου 10 εκατοστών και ύψους 10 μέτρων ή και περισσότερο. Προς το τέλος της Περιόδου εμφανίστηκε ο αμμώβιος ιππουριδίτης (Equisetites arenaceus), ένα άλλο μεγάλο αλλ’αρκετά κοντόχοντρο είδος με βλαστούς διαμέτρου 25 εκατοστών και ύψους 2,5-3 μέτρων, με πολλά μακριά πλευρικά κλαδιά και κώνους ανά τρεις στις κορυφές των βλαστών, έναν στην κορυφή όπως σήμερα κι άλους δύο στο σπόνδυλο αμέσως από κάτω. Το φυτό αυτό χρησιμοποιούσε έναν ιδιότυπο τρόπο αγενούς πολλαπλασιασμού? Έριχνε αρκετά κλαδιά τα οποία γρήγορα ρίζωναν στο έδαφος, γι’αυτό και σε περιοχές με απολιθώματα αυτού του ειδους συχνά διατηρείται ένα στρώμα ριζωμένων κλαδιών κάτω απ’τους μεγάλους βλαστούς. Δεν ήταν όμως όλα τα τριαδικά ιππουριδοειδή τεράστια? Το είδος Spaciinodum collinsonii, φυτό μικρό και διακλαδιζόμενο όμοιας δομής μ’αυτά του σημερινού γένους, ζούσε κατά το μέσο Τριαδικό στην Ανταρκτική, η οποία βρισκόταν και τότε στο Νότιο Πόλο, όπου είχε εξελιχθεί να περνά σε νάρκη τις εξάμηνες πολικές νύχτες. Κατά την επόμενη Ιουρασική εποχή τα παχύτερα πολυκόμπια έφταναν περίπου τα 14 εκατοστά σε διάμετρο. Δεν έχουν βρεθεί ίχνη ξυλώδους ανάπτυξης σ’αυτούς τους χοντρούς βλαστούς, οι οποίοι πιθανότατα ενδυναμώνονταν με λιγνοποίηση των ιστών τους όπως γίνεται στα σημερινά μπαμπού ή κι ελαφρώς σε μεγάλα σημερινά πολυκόμπια όπως το E. hiemale. Το μέγεθος ωστόσο των ιππουριδιδών άρχισε να μειώνεται κατά την Ιουρασική περίοδο, ώσπου στις αρχές της επόμενης Κρητιδικής είχε φτάσει περίπου στα σημερινά επίπεδα. Επίσης με τη γρήγορη επέκταση των ανθοφόρων φυτών η ομάδα αυτή περιορίστηκε σημαντικά ακόμα κι απ’το παραδοσιακό μονοπώλιό της, τις όχθες. Το πρώτο είδος που επίσημα κατατάσσεται στο σημερινό γένος είναι το ύστερο ιουρασικό θερμώδες πολυκόμπι (E. thermale), ένα κοντό το πολύ 12 εκατοστών είδος προσαρμοσμένο για διαβίωση κοντά σε θερμές ηφαιστειακές πηγές στην περιοχή της σημερινής Αργεντινής. Διέθετε χαρακτηριστικά και των δύο υπογενών, όπως τα επιφανειακά στόματα του υπογένους των ιππουρίδων και τους σπάνια διακλαδιζόμενους βλαστούς του υπογένους των ιπποχαιτών. Ο διαχωρισμός στα δύο σημερινά υπογένη έγινε σύντομα κατά το πρώιμο Κρητιδικό. Από τότε ως όλη την επόμεν καινοζωική εποχή τα πολυκόμπια συνεχίζουν να εξελίσσονται πάνω-κάτω κατά τα σημερινά πρότυπα, και παρόλο που εκτοπίστηκαν σημαντικά από τα αθοφόρα φυτά, τα απολιθώματά τους δε χάνονται ποτέ. Κι έτσι φτάσαμε στα σημερινά 15 είδη, εκ των οποίων τα περισσότερα όχι μόνο δεν απειλούνται, αλλ’όπως είπα έχουν μετακινηθεί πέραν της αρχικής τους εξάπλωσης με τη βοήθεια του ανθρώπου. Παράλληλα με τη μακροσκοπική μετάβαση από τους καλαμίτες στα μικρότερα ποώδη πολυκόμπια, έγιναν κι άλλες λεπτές διαφοροποιήσεις, όπως η σταδιακή εξέλιξη των σπορίων από αρχικά ανθεκτικά και σκληρά όπως αυτά στις φτέρες στα λεπτά, ελατηροφόρα κι εφήμερα του σημερινού γένους, όσο η βλαστητική αναπαραγωγή με ριζώματα γινόταν όλο και πιο σημαντική σ’έναν ταραχώδη κι ανταγωνιστικό κόσμο.

Και τώρα προχωρώ στις προσωπικές μου παρατηρήσεις. Τα πολυκόμπια τα γνώρισα διαβάζοντας για τα αρχαία φυτά σε διάφορες ιστοσελίδες. Μια φορά λοιπόν εντελώς τυχαία το καλοκαίρι του 2009, περπατώντας με το φίλο μου σ’ένα χωματόδρομο στο Χωριό μου των Πύργων της Κοζάνης, αυτός μου επισήμανε ένα παράξενο φυτό στα αριστερά μας. Μου έκοψε ένα κομμάτι, το πήρα, κι αμέσως υποψιάστηκα για την ταυτότητά του, αν και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος. Προσπάθησα να ξεριζώσω ένα, αλλά απλώς κοβόταν μ’ένα μικρό μόνο ίχνος ρίζας όπως νόμιζα, κανονικά ήταν ρίζωμα ή μάλλον το υπόγιεο τμήμα του υπέργειου βλαστού που έκοβα. Την επόμενη χρονιά ξαναπεράσαμε από εκεί, αλλά πριν προχωρήσουμε στο μέρος που βρηκαμε την προηγούμενη χρονιά το φυτό ο φίλος μου εντόπισε ένα παρόμοιο στην απότομη όχθη του ρυακιού που περνούσε από εκεί, κι έστειλε ένα παιδάκι να κατέβει και να κόψει. Φέρνοντάς το σ’εμένα πάλι εξεπλάγην απ’την ομοιότητά του μ’αυτό που έπρεπε να είναι, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Αυτήν τη φορά όμως έβγαλα φωτογραφίες, αλλά δε χρειάστηκε τελικά να τις ανεβάσω στο Διαδίκτυο, επειδή έμαθα αμέσως την ταυτότητα των φυτών μέσω αναζήτησης. Το πρώτοτ ελικά ήταν E. arvense, ενώ το δεύτερο και μεγαλύτερο E. Telmateia. Όλες οι παρατηρήσεις μου θά’χουν να κάνουν μ’αυτά τα δύο είδη που γνώρισα. Το φθινόπωρο λοιπόν του 2010 ενδιαφέρθηκα να καλλιεργήσω αυτά τα φυτά, και η προσπάθειά μου ήταν επιτυχής, αλλά γι’αυτό θα γράψω παρακάτω, πρώτα να κάνω μια περιγραφή για τον τρόπο ανάπτυξης αυτών των φυτών.

Τα παρακάτω ισχύουν για όλους τους πληθυσμούς και των δύο ει΄δων που έχω συναντήσει. Τα φυτά αυτά λοιπόν μεγαλώνουν σε μια σχετικά μικρή περιοχή (εξαίρεση ένας πληθυσμός που θα περιγράψω παρακάτω), όπου προς το κέντρο της ή σε πολλές εστίες αποτελείτια μόνο από πολυκόμπι, χωρίς να φυτρώνει τίποτα άλλο. Συνήθως όμως υπάρχουν διασκορπισμένα λίγα φυτά άλλων ειδών, ενώ στα όρια το πολυκόμπι ανακατεύεται με διάφορα άλλα φυτά της περιοχής, ώσπου χάνεται. Οι βλαστοί του πολυκομπιού αλληλοστηρίζονται με τα πλευρικά κλαδιά τους, γιατί αλλιώς λυγίζουν εύκολα, αν και σε πολλές περιπτώσεις μεμονωμένοι βλαστοί στέκονται αρκετά καλά, αν και θα’ναι ευάλωτοι στον αέρα. Πραγματικά όρθιοι βλαστοί είναι σπανιότατοι, οι περισσότεροι έχουν μια ελαφριά έστω κλίση. Στις πλαγιές πολλοί λυγίζουν προς τα κάτω κατευθείαν ή μετά από λίγο, ενώ μερικοί έρπουν στο έδαφος. Βλαστοί πιεσμένοι από κάποιο εμπόδιο όπως μια πέτρα, ένα χοντρό κλαδί ή πολλά πεσμένα μεγάλα φύλλα μπορεί αρχικά να έρπουν στο έδαφος, στο σημείο όμως που ελευθερώνονται στρέφονται απότομα προς τα πάνω, ενώ αυτοί που έπρεπε να περάσουν κάθετα από πολλά πεσμένα ξύλα, φύλλα, κλπ παραμένουν αδιακλάδιστοι για μεγάλο μέρος τους που βρίσκεται σε σκοτεινές και στενές συνθήκες. Οι βλαστοί του πολυκομπιού, όπως όλων των χερσαίων φυτών, στρέφονται προς το φως όταν βρίσκονται στη σκιά. Συχνά σε σκοτεινά μέρη μπορεί μόνο η μία πλευρά να διακλαδιστεί, άλλες φορές παίρνουν δισδιάστατη μορφή διακλαδιζόμενοι μόνο πλευρικά ή με τα κλαδιά τους να στρέφονται προς ένα επίπεδο, για την καλύτερη συλλογή του φωτός. Οι βλαστοί σε περιοχές πρόσφατης εξάπλωσης, αναγέννησης, έπειτα από πολύ κόψιμο ή ανάμεσα σε πολλά άλλα φυτά είναι αρκετά λεπτότεροι. Οι νεαροί υπέργειοι βλαστοί είναι σαν μικροσκοπικές φουντωτές αλογοοουρές ή βούρτσες, με τη βάση γυμνή και το υπόλοιπο μέρος με τα μικρά ακόμα κλαδάκια των συμπτυγμένων κόμπων σχεδόν κολλημένα μεταξύ τους. Από ριζώματα έχω μελετήσει μόνο το πολύ επιφανειακό μέρος, όπου τα περισσότερα είναι διαγώνια ή σχεδόν κάθετα, σπάνια συνάντησα οριζόντια. Συνήθως στο μέρος όπου έπεσε ή κόπηκε ένας υπέργεος βλαστός το ρίζωμα παράγει νέα μάτια από κάτω, οδηγώντας σε μια συστάδα δύο, τριών, τεσσάρων ή και περισότερων υπέργειων βλαστών στο ίδιο σημείο που αντιστοιχεί σ’ένα διακλαδιζόμενο ρίζωμα. Άλλες φορές τα ριζώματα διακλαδίζονται πιο αραιά. Μάτια στα επιφανειακά ριζώματα υπάρχουν λίγα εκατοστά κάτω απ’την επιφάνεια του εδάφους όλες τις εποχές, αν και νωρίς την άνοιξη μειώνονται επειδή τα περισσότερα έχουν αναπτυχθεί στους υπέργειους βλαστούς και τα επόμενα δεν έχουν προλάβει να διογκωθούν. Το πιο παράξενο πάντως μ’αυτά τα φυτά στη φύση είναι η σχεδόν παντελής έλλειψη νεκρών μερών τους, αν και θεωρητικά απ’τους υπέργειους βλαστούς που πέφτουν το χειμώνα κάτι θά’πρεπε να είχε μείνει. Όσο κι αν προσπάθησαν να κάνω το φυτικό ιατροδικαστή ανάμεσα στα ξερά φύλλα, δε βρήκα ίχνη από πολυκόμπι. Μόνο λίγες φορές έτυχε να βρω βάσεις κομμένων βλαστών και λίγα εκατοστά ξερού και σχεδόν διαλυμένου βλαστού ενωμένα με το φυτό. Κατάλαβα όμως γιατί γίνεται αυτό φέτος την άνοιξη, οπότε έκοψα ένα κωνοφόρο κλαδί E. arvense για φωτογράφηση, και τό’βαλα μέσα στη θήκη του υπολογιστή μου. Σε περίπου 4 μέρες είχε γίνει ένα πανάλαφρο, ξερό καιέτοιμο να διαλυθεί κομματάκι. Παρόμοια παθαίνουν και οι βλαστοί και των δύο ειδών που ξέρω όταν ξεραθούν, και προφανώς όλων των ειδών του γένους. Όσο λοιπόν το φυτό είναι ζωντανό και διατηρείται απ’την εσωτερική πίεση του νερού, φαίνεται ισχυρό. Μόλις όμως ξεραθεί, τα πολλά κοίλα μέρη κάνουν το βλαστό να καταρρέει σ’ένα δισδιάστατο, λεπτό και σχεδόν διαλυμένο πράγμα, το οποίο προφανώς στη φύση θα καταστρέφεται αμέσως. Ευτυχώς όμως αυτά τα φυτά ζουν κοντά στο νερό, και πάντοτε κάποια μέρη τους πέφτουν στη λάσπη και στο παρελθόν λίγα σώζονταν ως απολιθώματα, ώστε να γνωρίζουμε σήμερα αρκετά καλά την εξελικτική τους ιστορία. Αλλιώς από μια τέτοια εύθραυστη δομή λίγα πράγματα θα μας είχαν μείνει σήμερα, και η ιστορία αυτών των φυτών θα’μενε ένα αίνιγμα. Τώρα θ’αναφέρω για τους πληθυσμούς, τους οποίους ονομάζω αριθμητικά.

Ο πρώτος πληθυσμός E. arvense που βρήκα είναι ο πληθυσμός 1 γι’αυτό το είδος, απ’το οποίο δεν έχω βρει ως τώρα άλλους. Βρίσκεται στο πλάι ενός χωματόδρομου σε μια πολύ μικρή κατηφόρα που καταλήγει στην όχθη ενός μικρού ρυακιού. Το έδαφος της περιοχής είναι πολύ πετρώδες κι αργιλώδες. Στο ύψωμα πριν την πλαγιά καθώς και στην όχθη οι περισσότεροι βλαστοί είναι όρθιοι, στην πλαγιά όμως πολλοί κρέμονται, και σχετικά λίγοι στέκονται προς τα πάνω για όλο τους το ύψος. Στο κεντρικό μέρος της περιοχής του πληθυσμού δε φυτρώνει τίποτα άλλο, και ο τόπος είναι στο μεγαλύτερο μέρος του κάτω από μια
καρυδιά,
η οποία υποτίθεται πως είναι αληλοπαθητική αναστέλλοντας την ανάπτυξη άλλων φυτών, αλλά μάλλον το πολυκόμπι δεν επηρεάζεται. Προς το ένα όριο της αποικίας οι βλαστοί αραιώνουν κι ανακατεύονται με διάφορα φυτά μέχρι που εξαφανίζονται σχετικά απότομα, από την άλλη όμως μεριά παραμένουν αραιοί αλλά σταθεροί για τις επόμενες δεκάδες μέτρα, μάλλον επειδή από εκείνη τη μεριά η όχθη συνεχίζεται όπως πριν, ενώ απ’την άλλη στενεύει και γίνεται πετρώδεις απότομα. Το ρίζωμα έχει περάσει και στην απέναντι μεριά του χωματόδρομου διαμέτρου σίγουρα 2 μέτρων, όπου λίγοι βλαστοί εμφανίζονται κάθε χρόνο στην όχθη ενός άλλου ρυακιού. Επίσης έχει περάσει το ρυάκι που είναι δίπλα του, κι από την άλλη πλευρά υπάρχει πιο αραιό αλά σε αρκετά μεγάλη έκταση κάτω απ’τη σκιά διάφορων άλλων φυτών. Λίγοι βλαστοί φυτρώνουν στο ρηχό νερό. Μία μικρή συστάδα βρίσκεται επίσης λίγες δεκάδες μέτρα πιο μακριά απ’το ρυάκι κατά μήκος ενός άλλου, υπάρχει μια μικρή συστάδα, πιθανότατα προερχόμενη απ’τον αρχικό πληθυσό που κάποτε έφτασε ως εκεί, ανακατεμένη με διάφορα άλλα φυτά σε αργιλώδες έδαφος με πλούσια οργανική επίστρωση. Τον πληθυσμό αυτόν τον έχω επισκεφθεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον και κάθε εποχή. Το χειμώνα και πολύ νωρίς την άνοιξη δεν υπάρχουν υπέργειοι βλαστοί, όμως τα ριζώματα βρίσκονται στη θέση τους και μπορώ να τα εντοπίσω εύκολα. Νωρίς την άνοιξη το έδαφος γεμίζει με μικρά ματάκια. Ένα μάτι πρόσεξα μια φορά πως ήταν αρκετά μεγαλύτερο, μάλλον κάποιος κωνοφόρος βλαστός. Έχω πετύχει μόνο το τέλος της κωνοφορίας, οπότε οι κωνοφοόροι βλαστοί ήταν ελάχιστοι, αλλά και νωρίτερα θα’ταν πολύ πιο λίγοι από το δάσος των πράσινων έπειτα. Επισκέφθηκα επίσης το μέρος έναν Οκτώβριο μετά από μια μικρή παγωνιά και δε βρήκα σχεδόν τίποτα, παραμόνο λίγους πράσινους βλαστούς σε πιο προστατευμένα μέρη. Μια φορά σκάβοντας βρήκα ένα ρίζωμα που κοντά στην επιφάνεια διακλαδιζόταν σ’ένα παχύτερο τμήμα, που ίσως όπως σκέφτομαι τώρα ήταν κονδυλίδιο, σπάνιο εύρημα. Μετά από πολύ κόψιμο, π.χ. από εμένα που προσπαθούσα να κόψω καλά κομμάτια ριζώματος, οι βλαστοί που ξαναφύτρωναν σ’εκείνο το σημείο ήταν λέπτότεροι και κοντότεροι, αλλ’αυτό ίσως είχε να κάνει και με την εποχή που ήταν αρχές φθινοπώρου, οπότε το φυτό δε θα ξόδευε έτσι κι αλλιώς ενέργεια στην υπέργεια ανάπτυξη προτιμώντας να την αποταμιεύει στα ριζώματα. Φέτος την άνοιξη ο πληθυσμός αυτός δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα: Το μέρος εκείνο του δρόμου διαπλατύνθηκε για να περνούν καλύτερα τα πολυτελή τρακτέρ των αγροτών, κι αρκετό χώμα αδειάστηκε στην πλαγιά εκείνη. Αρχικά νόμιζα πως το πολυκόμπι είχε καταστραφεί ανεπιστρεπτή, αλλά ο φίλος μου το εντόπισε το καλοκαίρι και μου είπε να πάω, όπου πράγματι υπήρχε στο μεγαλύτερο μέρος της πρώην εξάπλωσής του με σποραδικούς λεπτούς βλαστούς στις επιχωματωμένες περιοχές, υποδηλώνοντας πρόσφατο αποικισμό τους απ’τα ριζώματα. Του χρόνου αναμένω να καλύψει σχεδόν όλο το μέρος ξανά.

Εκείνο το πρώτο κλαδί E. telmateia άνηκε σ’ένα μικρό πληθυσμό σε μια απότομη πλαγιά στο ίδιο ρυάκι στην αρχή όμως αυτού του χωματοδρόμου, που είναι ο πληθυσμός ένα γι’αυτό το είδος. Ο συγκεκριμένος πληθυσμός καλύπτει μια αρκετά μικρή περιοχή, με υπέργειους βλαστούς απ’το χείλος της πλαγιάς ως κάτω στο ποτάμι, περίπου 3 μέτρα απόσταση, αν και πολύ πιο αραιούς και μεγάλους. Σ’ένα μέρος οι βλαστοί αυτοί είναι αρκετά πυκνοί, όπου επίσης ανακατεύονται με τσουκνίδες. Στο υπόλοιπο μέρος το φυτό είναι αρκετά αμιγές, ενώ στο αντίθετο όριο του πληθυσμού οι βλαστοί είναι σχετικά λεπτότεροι κι ανακατεύονται με αγρωστώδη, κλαδιά κι άλλα χόρτα. Εδώ το έδαφος είναι αργιλώδες προς τα πάνω κι αρκετά αμμώδες προς το ποτάμι, και μερικά μέρη είναι αρκετά εύκολα στο σκάψιμο. Μεγάλη διαφορά με το E. arvense είναι ότι σ’αυτό το είδος οι περισσότεροι βλαστοί ακόμα και σ’αυτήν την απόκριμνη πλαγιά στέκονται προς τα πάνω ή λυγίζουν προς τα μπροστά, σπάνια κρέμονται. Οι περισσότεροι βλαστοί φύονται είτε μεμονωμένοι είτε σε μικρές συστάδες, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψα παραπάνω, και δεν υπάρχει συνεχής έκταση μ’αυτό το φυτό. Τα μάτια των ριζωμάτων φαινομενικά είναι βαθύτερα, αυτό επειδή όλο το φυτό είναι μεγαλύτερο και οι υπόγειες βάσεις των υπέργειων βλαστών είναι αναλογικά βαθύτερες. Τα μάτια είναι συνήθως 2 φορές μεγαλύτερα απ’το προηγούμενο είδος, εάν δηλαδή το E. arvense είχε ματάκια μεγέθους καλαμποκιού αυτά έχουν μέγεθος φασολιού, και μερικά, πιθανόν ανερχόμενων μεγάλων βλαστών, έχουν το μέγεθος ξεφλουδισμένου καρυδιού. Μια ιδιαιτερότητα αυτού του είδους που πρωτοπαρατήρησα σ’αυτόν τον πληθυσμό είναι η προέλευση μερικών υπέργειων βλαστών από περιοχή που θα θεωρούταν περισσότερο του υπόγειου μέρους ενός υπέργειου βλαστού παρά του ριζώματος. Επίσης στο είδος αυτό δεν έχω συναντήσει ποτέ περαιτέρω διακλάδωση στα πλευρικά κλαδιά. Μια άλλη φορά βρήκα υπέργειο βλαστό αυτού του πληθυσμού μισοβυθισμένο σε υγρό έδαφος με ξερά χόρτα από πάνω να είχε πετάξει ένα μικρό ρίζωμα 1,5 περίπου εκατοστού σ’έναν κόμππο. Και μιλώντας για ιδιομορφίες των φυτών του γένους, έχω ν’αναφέρω και τις ανωμαλίες που περιστασιακά εμφανίζονται σ’αυτά τα φυτά. Για παράδειγμα έχουν καταγραφεί περιστατικά διχοτομητικής ή τριπλής διακλάδωσης σε υπέργειους βλαστούς με κλαδιά σχεδόν ίσης διαμέτρου με τους γονικούς βλαστούς όπως και στα ριζώματα, μικροί ατροφικοί κώνοι στους πράσινους βλαστούς διμορφικών ειδών, φύλλα σπειροειδώς διατεταγμένα σ’έναν κόμπο, κλπ. Δεν έχω επισκεφθεί τον πληθυσμό εποχές πεέρα από καλοκαίρι, και γενικά δεν τον επισκεπτόμουν συχνά, εξαιτίας της απόκριμνης τοποθεσίας του. Ο πληθυσμός 2 ωστόσο, τον οποίον ανακάλυψα φέτος, είναι πολύ πιο προσβάσιμος και ο μεγαλύτερος που έχω συναντήσει. Βρίσκεται αρκετά μακριά απ’τους προηγούμενους, αν και σε σχεδόν την ίδια ευθεία με τον πληθυσμό 1, στις παρυφές ενός χωραφιού με μηλιές κατά μήκος ενός χωματόδρομου, και απλώνεται ακόμα περισσότερο μετά από ένα ρυάκι που περνά από εκεί. Εδώ το πολυκόμπι καλύπτει αμιγώς μεγάλες περιοχές σαν δάσος ποωδών καλαμιτών. Στις παρυφές του πληθυσμού πολυκόμπι υπήρχε στην αρχή κάθε σειράς του χωραφιού απ’τη μία μεριά, ενώ μικρές ανηφόρες απ’την άλλη ήταν καλυμμένες μ’αυτό. Ένα μέρος σ’εκείνες τις ανηφόρες φέτος το καλοκαίρι που το επισκέφθηκα είχε αρκετά κοντούς βλαστούς, περίπου στο μισό μέτρο ή και λιγότερο, επειδή είχε κοπεί εκείνο το διάστημα, υπήρχαν οι βάσεις των παλιών βλαστών. Λίγο πιο κάτω οι βλαστοί γίνονται αρκετά ψηλοί, και μερικοί με ξεπερνούσαν στο ύψος, δηλαδή είχαν πλησιάσει ή και ξεπεράσει τα 2 μέτρα, γενικά όμως το σύνηθες ύψος ήταν γύρω στα 0,6-1,5 μέτρα. Μερικές κομμένες περιοχές επίσης υπήρχαν πιο κάτω, όπου εμφανίζονταν πολλοί νέοι φουντωτοί βλαστοί δίπλα στις βάσεις των προηγούμενων. Προφανώς εκεί θα υπήρχε υπόγειο νερό, γιατί υπήρχαν και καλάμια πολύ κοντά. Δεν παρατήρησα διαφορά στους βλαστούς που βρισκόταν στον ήλιο απ’αυτούς στη σκιά των δέντρων, αν και μπορεί σ’εκείνα τα σκιερά σημεία να χτυπούσε ο ήλιος άλλες ώρες της μέρας που δεν ήμουν, μάλλον το απόγευμα, όπως υπολογίζω τώρα τη διεύθυνση της δύσης σ’εκείνο το μέρος, αν και πάλι πολύ λιγότερες ώρες απ’ό,τι στις ανοιχτές περιοχές. Η περιοχή δίπλα στο ρυάκι και απ’τις δύο πλευρές καλυπτόταν από σχεδόν αμιγές πολυκόμπι αρκετά μεγάλου ύψους, ενώ παρόμοιες περιοχές συνεχίζονταν σπαστά πιο κάτω. Σε μια πλευρά του δρόμου μάλιστα που είχε μια μικρή κατηφόρα κι έπειτα μια στενόμακρη επίπεδη παράλληλη με το δρόμο περιοχή αμιγούς πολυκομπιού, έτρεξα κι έπεσα μέσα απ’τη χαρά μου για να δω πωως είναι, στριφογύρισα, κολύμπησα εκεί μέσα κι έπειτα ξανασηκώθηκα, και παρά το βάρος μου λίγοι βλαστοί έσπασαν, γιατί ήταν τόσοι πολλοί ώστε μοίραζαν το βάρος μου εξίσου. Δεν προτείνω ωστόσο κάποιος να πέσει μέσα στο πολυκόμπι, επειδή είναι αρκετά σκληρό κι ενοχλητικό στο δέρμα. Ο πληθυσμός αυτός είναι ο μεγαλύτερος που ξέρω, εκτεινόμενος για αρκετές δεκάδες τετραγωνικά μέτρα. Το έδαφος σ’όλη την περιοχή είναι πετρώδες κι αργιλώδες, εκτός από τις περιοχές με πολλά άλλα χόρτα, κάτω απ’τη σκιά μεγάλων δέντρων και κοντά στην όχθη όπου καλύπτεται από μια οργανική επίστρωση. Τέλος ο πληθυσμός 3 βρίσκεται στη Νάουσα κοντά στη |Σχολή του Αριστοτέλους, όπου πάλι ο φίλος μου, που κατάγεται απ’τη Νάουσα, με οδήγησε εκεί πέρσι το φθινόπωρο για να κόψω μερικά ριζώματα που ήθελα. Ήταν μια μέτρια έκταση με αργιλώδες έδαφος επιφανειακά οργανικό, που εξωτερικά φαινόταν αρκετά κανονικό, αλλά σκάβοντας μέσα ήταν σχεδόν ελώδες, αφούάλλωστε έτρεχαν αρκετά ρυάκια δίπλα. Τότε ήταν Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος, κι όλο το μέρος ήταν γεμάτο κοντούς γύρω στα 30-50 εκατοστά βλαστούς κι αρκετούς μικρότερους κι ορισμένους αρκετά λεπτούς, επειδή το φυτό είχε πρόσφατα κοπεί, όπως έδειχναν οι πάρα πολλές βάσεις βλαστών που βρίσκονταν δίπλα στους νέους. Δεν έχω επισκεφθεί το E. telmateia όπως είπα στην εποχή κωνοφορίας ή γενικά άλλες εποχές εκτος του καλοκαιριού, αν και τώρα που γνωρίζω τον προσιτό πληθυσμό 2 θα το κάνω συστηματικά και θα καταγράφω τις παρατηρήσεις μου.

Μόλις κατάλαβα πως είχα τέτοια φυτά σε προσιτή περιοχή αμέσως θέλησα να τα καλλιεργήσω. Διάβασα λοιπόν όσες λίγες πληροφορίες καλλιέργειας που βρήκα στο Διαδίκτυο, που πραγματικά σε σχέση μ’άλλα φυτά είναι ελάχιστες και σποραδικές, και ξεκίνησα την προσπάθεια της συλλογής ριζωμάτων. Προτρέχω όμως εδώ στην περιγραφή του δικού μου τρόπου καλλιέργειας αυτών των φυτών, που είναι και το εύκολο κομμμάτι, και μετά έπονται οι περισσότερες παρατηρήσεις που έχω κάνει πάνω στη συλλογή των ριζωμάτων και στα αρχικά στάδια της καλλιέργειας των μοσχευμάτων. Τα φυτά λοιπόν, και το E. arvense που είχα καλλιεργήσει αρχικά και το E. telmateia που καλλιεργώ τώρα, τά’χω σε μια μεσαίου μεγέθους ψηλή γλάστρα (η ίδια ήταν και στην προηγούμενη φορά) γεμάτη μέχρι πάνω με βαρύ χώμα κάκιστης ποιότητος για σχεδόν οποιοδήποτε άλλο φυτό, κυρίως μείγμα αργίλου και κανονικού χώματος, με λίγη τύρφη στην προηγούμενη καλλιέργεια και λίγη άμμο τώρα. Το κύριο πρόβλημα με τη φυσική άργιλο είναι τα οργανικά κομματάκια κλαδιών και φύλλων που υπάρχουν μέσα, τα οποία θα πρέπει να καθαρίζω όσο μπορώ πριν γεμίσω τη γλάστρα, για να μην αποσυντεθούν αναερόβια έπειτα, και οι σπόροι των αγριόχορτων που φυτρώνουν συνεχώς και με κάνουν να τους κόβω όποτε βγαίνουν. Κατά τα’άλλα το έδαφος αυτό είναι πολύ καλό, επειδή κρατά πολύ νερό και σε συνδυασμό με τις λίγες τρύπες αποστράγγισης της γλάστρας που βρίσκεται, το νερό παραμένει για περισσότερες μέρες, ώστε δε χρειάζεται να ποτίζω καθημερινά ή τόσο συχνά όσο αναφέρεται από άλλους καλλιεργητές. Τις δροσερές εποχές όπως τώρα ένα πότισμα την εβδομάδα ή και σπανιότερα αρκεί. Μια φορά στέγνωσε αρκετά το χώμα κυρίως επιφανειακά, το Πάσχα του 2011 οπότε το E. arvense που είχα έμεινε απότιστο για 5 μέρες, αλλά το φυτο δεν έπαθε τίποτα και το πότισα αμέσως μόλις γύρισα. Γενικά όμως όταν λείπω έχω το
Αυτόματο πότισμα,
Και το νερό δε θα πρέπει νά’ναι μεγάλη αιτία ανησυχίας. Αντίθετα με τις μεθόδους άλλων καλλιεργητών, εγώ δεν έχω τη γλάστρα μου μονίμως μέσα στο νερό, αλλ’αδειάζω το πιατάκι όπως στα υπόλοιπα φυτά. Κατά τα’άλλα η γλάστρα έχει κανονική έκθεση στον ήλιο και το φυτό λιπαίνεται σπάνια. Το πρώτο πολυκόμπι που καλλιέργησα όπως είπα ήταν E. arvense από τον παραπάνω πληθυσμό, το οποίο αναπτύχθηκε από ριζώματα που έκοψα στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 2010, πέρασε ένα χειμώνα, την επόμενη άνοιξη γέμισε όλη τη γλάστρα, αν και λίγο μετά το αραίωσα για να εξετάσω λίγο το ρίζωμα για δειγματοληπτικούς σκοπούς, αλλλά δεν ανησυχούσα, επειδή Λίγο αργότερα το φυτό θα επανερχόταν αμέσως. Το ίδιο ωστόσο δεν ανησύχησα και για την
κουνέλα μου,
την οποία άφηνα ελεύθερη εκεινες τις μέρες στο μπαλκόνι με τα φυτά, η οποία βόσκησε σχεδόν εντελώς το φυτό σε δύο βόλτες της, αφήνοντας μόνο λίγους μικρούς μισούς βλαστούς. Εγώ, με διάθεση να βοηθήσω το φυτό να επανέλθει, έσκαψα το χώμα για να εκθέσω στην επιφάνεια τα ματάκια του ριζώματος μήπω ςκαι οι επόμενοι βλαστοί έβγαιναν πιο γρήγορα με φτιάρι κι έπειτα με το χέρι, όμως αυτό που έκανα στην πραγματικότητα ήταν να κόβω τα εναπομείναντα ριζώματα σε ακόμα μικρότερα κοματάκια, με αποτέλεσμα να σκοτώσω το φυτό. Έπειτα φύτεψα νέα ριζώματα E. arvense, αλλ’ήταν πολύ μικρά και κανένα δεν επιβίωσε, μετά πήρα E. telmateia μερικές φορές, μετά E. arvense το χειμώνα, και τέλος στις αρχές του Σεπτεμβρίου φέτος έκοψα λίγα καλά ριζώματα E. telmateia απ’τον πληθυσμό 2 ταοποία επιβίωσαν. Από τα δύο είδη προτιμώ το E. telmateia ως πολύ πιο όμορφο, πιο φουντωτό, πιο συμμετρικό και πολύ πιο μεγάλο. Και τώρα το δύσκολο κομμάτι, η συλλογή και η υποστήριξη των ριζωμάτων.

Ποτέ δε μου ήταν η συλλογή των ριζωμάτων εύκολη. Το φθινόπωρο του 2010 θυμάμαι, όταν πήγα για πρώτη φορά με μεγάλη αυτοπεποίθηση να κόψω E. arvense, σύντομα απογοητεύτηκα απ’τη δυσκολία ξεριζώματος των ριζωμάτων, τα οποία έσπαγαν αμέσως με το τράβηγμα αντί να βγουν. Ξόδευα μερικές ώρες για λίγες μέρες εκεί μέχρι να βγάλω μερικά κάπως καλά ριζώματα ανάμεσα από σφιχτά πιεσμένες πέτρες, ώσπου τελικά βρήκα ένα ανάχωμα με χαλαρή άργιλο, απ’το οποίο έβγαιναν λίγοι υπέργειοι βλαστοί και με λίγο χτύπημα για να πέσει αρκετό χώμα τράβηξα αρκετά μεγάλα κομμάτια τιζώματος χωρίς δυσκολία. Έπειτα επιτέθηκα στο E. telmateia, όπου είχα καλή τύχη κι εύκολα τράβηξα αρκετά ριζώματα από αμώδες χαλαρό έδαφος, αν και θυσίασα το παντελόνι μου κατεβαίνοντας στην απόκριμνη πλαγιά, το οποίο ευτυχώς ήταν παλιό. Η πλαγιά αυτή δεν είναι πολύ ψηλή, το πολύ 3 μέτρα όπως είπα, και το σημειο απ’όπου κατέβαινα ήταν κάπως λιγότερο απότομο και με πολλά κλαδιά για πιάσιμο. Εκεί η κατάβαση γίνεται με τον κώλο, σε καμία περίπτωση όρθιος. Τις επόμενες φορές άλλοτε έκοβα καλά ριζώματα, άλλοτε μικρά, ανάλογα με το χρόνο που είχα. Όσο πιο πολύ αγχωνόμουν, τόσο χειρότερη ήταν η δουλειά και τόσο μικρά και προβληματικά τα κομμάτια. Γενικά ωστόσο από τον πληθυσμό 1 του E. telmateia έβγαλα αρκετά καλά κομμάτια, αλλά και το χειμώνα απ’το E. arvense, οπότε το χώμα ήταν μονίμως νοτισμένο και μαλακό, μπορούσα να τραβήξω αρκετά καλά κομμάτια ριζώματος. Η προτελευταία συλλογή E. arvense έγινε φέτος τον Ιανουάριο, οπότε έσκαψα λίγα εκατοστά χιόνι, έβγαλα την παγωμένη στρώση πεσμένων φύλλων και με λίγο σκάψιμο πέτυχα ένα καλό επιφανειακό κομμάτι ριζώματος. Η τελευταία έγινε φέτος το φθινόπωρο μαζί με το E. telmateia που καλλιεργώ, το οποίο όμως πέταξα έπειτα προτιμώντας μόνο το E. telmateia, αν και θά’πρεπε να το κρατούσα. Η τέχνη μου είχε βελτιωθεί αρκετά φέτος το φθινόπωρο, οπότε μόνο μετά από μιάμισι μέρα κακών κοπών κατάφερα κι έβγαλα ικανοποιητικό αριθμ΄΄ο κατάλληλων ριζωμάτων, βρίσκοντας ανηφόρες με χαλαρό χώμα και τραβώντας έπειτα από λίγο επιφανειακό σκάψιμο αργά και σταθερά τα ριζώματα, μέχρι να βγει το επιθυμητό μήκος και να το αποσπάσω. Χρειάζεται λίγη προσοχή κατά το τράβηγμα, οπότε δε θα πρέπει να πιάνεται πολύ σφιχτά το ρίζωμα, γιατί υπάρχει κίνδυνος να συμπιεστεί ή ν’αποφλοιωθεί σ’εκείνο το σημείο οδηγώντας σε μειωμένη επιτυχία έπειτα ή και στην αχρήστευσή του. Το απόσταγμα των εμπειριών μου με το κόψιμο μοσχευμάτων ριζώματος βρίσκεται πιο πάνω, στην παράγραφο για τη συλλογή απ’τη φύση. Προτιμώ περισσότερο όπως είπα τις ανηφόρες με χαλαρό έδαφος γι’αυτόν το σκοπό. Μετά το κόψιμο των ριζωμάτων, κόβω όλους τους υπέργειους βλαστούς και τοποθετώ τα ριζώματα τυλιγμένα σε υγρό χαρτί κουζίνας ή υγείας σε μια σακούλα σε σκιερό και δροσερό μέρος μέχρι να τα φυτέψω, το οποίο συνήθως γίνεται μέσα στην ίδια ή την επόμενη μέρα, αν και τα ριζώματα της πρώτης συλλογής περίμεναν σε μια κουφάλα δέντρου με άμμο για 4 μέρες. Οι υπέργειοι βλαστοί δεν αφαιρούνται εξολοκλήρου από άλλους καλλιεργητές, οι οποίοι θεωρούν πως ίσως παρέχουν λίγη φωτοσύνθεση στο ρίζωμα, όμως κατά την εμπειρία μου μόνο επιβαρύνουν το νεαρό φυτό, και γρήγορα ξεραίνονται, ενώ ακόμα και τα υπόγεια τμήματα των υπέργειων βλαστών σαπίζουν κατά την ανάπτυξη του μοσχεύματος του ριζώματος, οπότε ούτε αυτά χρειάζονται. Φυτεύω τα ριζώματα αφού τά’χω μετρήσει, διαλέξει και καθαρίσει από κακώς σχισμένες άκρες σε γλαστράκια διαμέτρου συνήθως 15 εκατοστών με το χώμα που περιέγραψα παραπάνω και ποτίζω έπειτα υπερβολικά. Αρχικά ποτίζω κάθε μέρα, αν κι αν το χώμα παραμένει υγρό αυτό δε χρειάζεται. Φυτεύοντας το ρίζωμα προσέχω το μάτι ή τα μάτια να βρίσκονται 1-2 εκατοστά απ’το έδαφος ώστε οι βλαστοί που θα βγουν από εκεί να βρουν το φως αμέσως για να φωτοσυνθέσουν κα να τροφοδοτήσουν μ’ενέργεια το υπόλοιπο μόσχευμα, ενώ το υπόλοιπο ρίζωμα προςπαθώ να το προσαρμόσω στη γλάστρα, εάν γιαπαράδειγμα είναι πολύ μακρύ το στρίβω γύρω απ’το τοίχωμά της, εάν έχει διακλαδώσεις ή γενικά πολύπλοκο σχήμα θάβω μέρος του βαθύτερα, χωρίς αυτά να επηρεάζουν την επιβίωσή του. Άλλες φορές έχω φυτέψει πάνω από ένα ρίζωμα σε μια γλάστρα. Αν και με τα κατάλληλα ριζώματα και φύτευση η επιβίωση είναι υψηλή, πάντοτε σ’εμένα σάπιζαν μερικά ακόμα κι έτσι. Στην πρώτη φορά είχαν επιβιώσει τα 6 απ’τα 8, ενώ τώρα στην τελευταία τα 2 απ’τα 6. Η διαφορά στην επιβίωση δεν έχει να κάνει με χειρότερη δική μου φροντίδα την τελευταία φορά? απλώς στην αρχή απ’τα 8 τα 3 ήταν E. arvense, τα οποία επιβίωσαν όλα. Το E. arvense αναπτύσσεται πολύ γρηγορότερα κι από πιο μικρά κομμάτια από το E. telmateia. Ενώ για παράδειγμα το E. arvense βγάζει βλαστό σε λίγες μέρες με μια βδομάδα, το E. telmateia θα βγάλει σε 1-2 βδομάδες ή και αργότερα. Το σάπισμα ενός ριζώματος στη γλάστρα που βρίσκεται ένα άλλο υγιές δε φαίνεται να προκαλεί προβλήματα στο δεύτερο κατά την εμπειρία μου. Επίσης μια ακόμα μεγάλη αιτία αποτυχίας είναι το κατά λάθος σπάσιμο της κκορυφής με το άγγιγμα. Συχνά άγγιζα τις πρώτες κορυφές για να δω πώς τα πάνε, κι έτσι έσπασα πολλές, καταστρέφοντας τελικά και το υπόλοιπο ρίζωμα που δεν είχε συνήθως την απαιτούμενη ενέργεια για την παραγωγή νέου βλαστού, ενώ έχει τύχει σε μεγάλα ριζώματα να σπάσω μετά την πρώτη κορυφή και νέες που πήγαν να βγουν. Επομένως θα πρέπει ν’αγγίζουμε ελάχιστα και πολύ μαλακά ή και καθόλου αρχικά τις κορυφές, ούτε όμως και τους νεαρούς βλαστούς, επειδή έχω προσέξει πως τα μέρει που αγγίζονται περισσότερο δεν παράγουν τόσο εύκολα πλευρικά κλαδιά, προφανώς επειδή η τριβή με το χέρι ειδοποιεί το βλαστό πως έξω το περιβάλλον είναι άγριο και τα κλαδάκια που θά’βγαιναν πρόκεται να σπάσουν. Με κατά λάθος σπάσιμο της κορυφούλας έχω σκοτώσει το ρίζωμα E. telmateia πού είχα πάρει απ’τον πληθυσμό 3, το E. arvense που έκοψα φέτος το χειμώνα, το οποίο λόγω απότομης εναλλαγής θερμοκρασίας στο σπίτι ενεργοποιήθηκε αμέσως, βγάζοντας την κορυφή έξω σε δύο μέρες κι επιμηκυνόμενο στα 5 εκατοστά πολύ γρήγορα με λίγα κλαδάκια, και πολλά άλλα. Τα γλαστράκια με τα νεαρά φυτά λοιπόν μπορεί να βρίσκονται είτε στον ήλιο είτε στη σκιά αρχικά χωρις πρόβλημα, αν και προτιμώ να τά’χω με λίγες ώρες ήλιο τη μέρα, επειδή έχω παρατηρήσει πως αναπτύσσονται γρηγορότερα με τον ήλιο, αλλά δε θέλω πάλι να τα στρεσάρω σε τόσο ευαίσθητη φάση με πολλές ώρες έντονου φωτός και ζέστης. Σιγά-σιγά απ’τη μυτούλα θ’αναπτυχθεί ο πρώτος υπέργειος βλαστός που θα διακλαδιστεί, αλλά για τους πρώτους μήνες η ανάπτυξη θα’ναι μικρή, με λίγους ή και καθόλου διπλανούς υπέργειους βλαστούς, αλλά με αρκετή αθέατη ανάπτυξη των ριζωμάτων, ή τουλάχιστον έτσι γίνεται το φθινόπωρο που έχει τύχει να μου επιβιώσουν και τις δύο φορές τα μοσχεύματα. Η έκταση του ριζώματος θα φανεί την επόμενη άνοιξη μόλις όλη η γλάστρα αρχίζει να πετάει παντού λεπτούς βλαστούς. Γι’αυτό κι εγώ, για να βοηθήσω τη γρήγορη εξάπλωση των ριζωμάτων στη γλάστρα, μεταφυτεύω γρήγορα τα νεαρά φυτά από τα γλαστράκια τους σε μεγαλύτερη γλάστρα, συνήθως στον πρώτο μήνα. Η διαδικασία είναι λίγο αγχωτική, επειδή το φυτό δεν έχει κάνει ακόμα πυκνό ριζωματικό σύστημα για να συγκρατεί το χώμα, οπότε αρκετό πέφτει κατά τη μετακίνηση, αν κι αν γίνουν οι διαδικασίες γρήγορα το νεαρό φυτό δεν ενοχλείται και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται όπως πριν στο νέο του μεγαλύτεροπεριβάλλον. Εννοείται πως μετά τη μεταφύτευση το φυτό θα πρέπει να ποτιστεί αμέσως πολύ καλά. Ένα άλλο φαινόμενο που έχω παρατηρήσει σ’αυτά τα φυτά είναι η ξήρανση της κορυφής του πρώτου συνήθως υπέργειου βλαστού αφού αυτός έχει αναπτυχθεί καλά, μάλλον επειδή οι ρίζες ακόμα δεν επαρκούν για την υποστήριξή του. Συνήθως ξεραίνεται μόνο η κορυφή, αν και μπορεί να ξεραθεί πιο κάτω, αλλ’αυτό δεν είναι θέμα ανησυχίας διότι μετά από λίγο τα πλευρικά κλαδιά ή και νέοι υπέργειοι βλαστοί θα συνεχίζουν την ανάπτυξη. Επιπλέον έχω παρατηρήσει ότι ακόμα κι αν αυτά τα φυτά δε ρίχνουν προγραμματισμένα τους βλαστούς τους πριν την παγωνιά, όπως κάνουν τα φυλλοβόλα δέντρα, επιβραδύνουν πάραυτα αισθητά την ανάπτυξη με την πτώση της θερμοκρασίας και τη μείωση των ωρών της μέρας καθώς προχωρά το φθινόπωρο, διοχετεύοντας μάλλον την περισσότερη ενέργειά τους στην προετοιμασία του ριζώματος για το χειμώνα. Έχω τέλος δοκιμάσει μια φορά εναλλακτικό τρόπο βλάστησης ενός μοσχεύματος ριζώματος E. telmateia μέσα σε νερό, αλλ’αυτό σάπισε σε μια βδομάδα, μάλλον επειδή δεν οξυγονωνόταν επαρκώς.

Το E. telmateia που καλλιεργώ τώρα το Νοέμβριο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Γενικά:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Equisetum
εισαγωγή στα σφηνόφυτα
τα γιγάντια πολυκόμπια
διάφορα είδη του γένους Equisetum
ο κόσμος του πολυκομπιού
διάλυμα από πολυκόμπι για την προστασία των φυτών

Επιστημονικές μελέτες ενδεικτικά:
Equisetum arvense: φαρμακολογία και φυτοχημεία (pdf)
δομικές και αναλυτικές μελέτες της συσσώρευσης πυριτίου στο Equisetum hiemale
η οικοφυσιολογία της αντοχής στην αλατότητα του Equisetum giganteum στη Νότια Αμερική, μια μελέτη 11 τοποθεσιών που έδιναν διαβάθμιση στρες αλατότητας
το ξύλωμα των φυτών του γένους Equisetum, οι μελέτες ηλεκτρονικής μικροσκοπικής σάρωσης και τα αποτελέσματά τους
φλαβονολικές γλυκοζίδες από το Equisetum myriochaetum (pdf)
Equisetum thermale sp. Nov. (ιππουριδώδη από τις ιουρασικές αποθέσεις θερμών πηγών στο San Agusti της Παταγονίας: ανατομία, παλαιοοικολογία, και συμπερασμένη παλαιοοικοφυσιολογία)
η ανάπτυξη και οι οικολογικές συνέπειες των λανθανόντων ματιών στο υψηλού παλαιογεωγραφικού πλάτους τριαδικό σφηνόφυτο Spaciinodum (equisetaceae)
οι κόνδυλοι και τα θραύσματα του ριζώματος ως μονάδες πολλαπλασιασμού: η ικανότητα βλαστητικής αναπαραγωγής στο Equisetum arvense
η δομή του ριζώματος του Equisetum giganteum
μεγάλης κλίμακας συγκριτική πρωτεΪνωματική ανάλυση των αναπτυσσόμενων ριζωμάτων του αρχαίου αγγειώδους φυτού Equisetum hiemale
η οικοφυσιολογία και η εμβιομηχανική του Equisetum giganteum στη Νότια Αμερική (pdf)
οι ρίζες του Equisetum limosum (E. fluviatile pdf)
η φυλογενετική ποικιλοποίηση του Equisetum (equisetales) όπως συμπεραίνεται από είδη του κατώτερου Κρητιδικού από τη Βρετανική Κολομβία του Καναδά
καταγεγραμμένοι ρυθμοί πιεσμένης ροής αερίων στο γιγάντιο πολυκόμπι, Equisetum telmateia. Αεριζόταν παρομοίως ο λιθανθρακοφόρος καλαμίτης;
ο μηχανικός ρόλος της ενδοδερμίδας στους βλαστούς των φυτών του γένους Equisetum
χαρακτηρισμός των πυριτικών αλάτων στο Equisetum hiemale (pdf)
ανακαλύψεις για τη χημική σύνθεση του Equisetum hiemale με υψηλής ανάλυσης απεικόνιση Raman
τριπλοΪδότητα στο Equisetum του υπογένους Hippochaete (pdf)
οντογένεση των ηθμοστοιχείων στον υπέργειο βλαστό του Equisetum hiemale
η φυσική ιστορία των φυτών του γένους Equisetum στην Κόστα Ρίκα (pdf)
περί ενός διακλαδιζόμενου κώνου του Equisetum maximum (Equisetum telmateia pdf)
τα αποτελέσματα της αλοιφής Equisetum arvense στην επούλωση των δερμικών πληγών στους αρουραίους (pdf)
αναστολή της ανθρώπινης οστεοκλαστογένεσης σε κυτταροκαλλιέργεια από το Equisetum arvense
η ανταλλαγή αερίων μεταξύ του Equisetum limosum (E. fluviatile) και του περιβάλλοντός του
ο κυτταροσκελετός και τα εκριτικά κυστίδια στα ριζικά τριχίδια του Equisetum και του Limnobium και η κυτταροπλασματική ροή στα ριζικά τριχίδια του Equisetum
άρθρα και περιλήψεις άρθρων πάνω στο γένος Equisetum

Ενημερώσεις για το φυτό που καλλιεργώ καθώς και για τους πληθυσμούς στη φύση, αλλά και φωτογραφίες, θα αναρτώνται συνεχώς.

Ενημέρωση 23/3/2013: Το φυτό μου πέταξε τον πρώτο νέο του βλαστό γι’αυτόν το χρόνο. Η μυτούλα είχε εμφανιστεί στα μέσα του Φεβρουαρίου, και τώρα έχει ψηλώσει λίγα εκατοστά με πυκνά κλαδάκια.

Ο νεαρός βλαστός του φυτού 21/3/2013. Ακόμα δεν έχει πετάξει περισσότερους δίπλα, αλλά μέσα στην άνοιξη σίγουρα θα γίνει. Σε σχέση με το E. arvense που είχα παλαιότερα, το συγκεκριμένο είδος αναπτύσσεται πολύ πιο αργά.

Ενημέρωση 2/5/2013: Αυτό το διάστημα είμαι στο Χωριό για το Πάσχα, κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να επισκεφθώ τους δύο κύριους πληθυσμούς και των δύο ειδών για να δω τι γίνεται. Η εποχή της κωνοφορίας έχει περάσει, και τώρα τα φυτά βρίσκονται λίγο πιο μετά απ’την αρχή της φάσης της βλαστητικής ανάπτυξης. Το E. arvense σαφώς αναπτύσσεται γρηγορότερα από το E. telmateia, μιας κι ανακατέλαβε πλήρως μέσα σ’ένα χρόνο το κομμάτι της αποικίας που είχε καταστραφεί από τα σκαπτικά μηχανήματα όταν έγινε η διάνοιξη του δρόμου όπως είχα προαναφέρει. Το E. telmateia αντίθετα, αν κι έχει εμφανιστεί σ’όλη την έκταση που ήταν και πέρσι, ποικίλει ακόμα στο ύψος και στην πυκνότητα των υπέργειων βλαστών ανά τόπο. Στα μέρη όπου έχουν προλάβει να μεγαλώσουν αγριόχορτα όπως αγρωστώδη, ραδίκια κι άλλα ταχυαυξή, οι βλαστοί του είναι ακόμα πολύ κοντοί και πιο αραιοί, συνήθως όμως όχι αδύναμοι ή λεπτοί, οπότε θα ψηλώσουν γρήγορα, ενώ στα μέρη που ήταν αμιγές συνεχίζει νά’ναι έτσι, με αρκετά ψηλότερους βλαστούς σχηματίζοντας ένα πολύ πυκνό, ανοιχτοπράσινο και κάπως αποξεστικό χαλί, αφού ακόμα τα κλαδιά δεν έχουν μακρύνει αρκετά. Επίσης στο ότι όλοι οι περσινοί ξεροί βλαστοί των φυτών αυτών χάνονται δεν ήμουν απολύτως σωστός. Αν και είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν σε μέρη μ’άλλα χόρτα ή φύλλα, στα σημεία όπου η αποικία του E. telmateia ήταν αμιγείς και σε ανοιχτό μέρος, βρήκα πολλούς, ώστε στις παρυφές να δημιουγούν στρώμα όπως αυτό των πεσμένων φύλλων, συνήθως συνδεδεμένους με το υπόλοιπο φυτό κι άλλους πεσμένους κάτω και μερικούς ακόμα ελαφρώς σηκωμένους. Είχαν γκριζοκίτρινο χρώμα και πολλοί διατηρούσαν το σχήμα τους, χωρίς νά’χουν καταρρεύσει, έχοντας πάνω τους φύλλα και συχνά αρκετές απ’τις βάσεις των κλαδιών τους. Σπάγανε εύκολα, αλλά ήταν πιο ανθεκτικοί απ’ό,τι περίμενα. Δε βρήκα πάντως κανένα υπόλειμμα κώνου, που σίγουρα θα υπάρχει, και την επόμενη φορά που θα πάω εκεί θα πρέπει να ξαναψάξω οπωσδήποτε μήπως και βρω κάτι.

Όσον αφορά το E. telmateia που καλλιεργώ, πράγματι αναπτύσσεται πολύ πιο αργά. Μέχρι τα μέσα του Απριλίου ο βλαστός, αν και ψήλωσε πολύ και τα κλαδιά του μεγάλωσαν πάρα πολύ από τον καιρό της φωτογράφησης, δεν είχε κανέναν άλλον υπέργειο βλαστό. Μόλις στα μέσα του Απριλίου βγήκε ο πρώτος, και σε μικρό χρονικό διάστημα έπειτα βγήκαν άλλοι δύο, οι οποίοι τώρα αναπτύσσονται γρηγορότερα. Συγκριτικά το E. arvense άρχιζε να γεμίζει τη γλάστρα με υπέργειους βλαστούς ήδη απ’τις αρχές του Μαρτίου. Η διαφορά του όμως με το E. telmateia ήταν ότι εκείνοι οι βλαστοί, βγαίνοντας από λεπτά νέα ριζώματα ενός μικρής διαμέτρου είδους, ήταν πολύ πιο λεπτοί, ενώ αυτοί, που πάλι βγαίνουν από λεπτά νέα ριζώματα ενός όμως παχύτερου είδους, έχουν τις διαστάσεις μεσαίων βλαστών E. arvense.

Ενημέρωση 9/6/2013: Το πολυκόμπι μου έχει αναπτυχθεί αρκετά, με αρκετούς ακόμα νέους βλαστούς, άλλους μεγαλύτερους κι άλλους μικρότερους. Μερικοί μάλιστα έχουν φτάσει σε αρκετά καλό πάχος κοντά στο μισό εκατοστό, όπως δηλαδή ενός κανονικού E. arvense και το ύψος τους αυξάνεται. Όλοι φέρουν πυκνά και μακριά κλαδάκια, και το φυτό έχει γίνει απροσδόκητα πυκνό για τον πρώτο του χρόνο. Έχει μπροστά του αρκετούς μήνες ανάπτυξης. Η γλάστρα λαμβάνει αρκετές ώρες ήλιο και το χώμα της διατηρείται υγρό, αλλά έχω παρατηρήσει πως το φυτό δε βλάπτεται κι αν τα πρώτα εκατοστά της επιφάνειας στεγνώσουν.

Το φυτό μου 9/6/2013.

Ενημέρωση 8/8/2013: Το πολυκόμπι έπαθε ένα μικρό σοκ στα μέσα του Ιουλίου, οπότε σχεδόν οι μισοί βλαστοί του ξεράθηκαν. Κάποιους τους έκοψα, άλλους τους άφησα για να κάνουν σκιά στο χώμα. Τώρα η γλάστρα του είναι συνδεδεμένη με το αυτόματο πότισμα, το μπεκ του οποίου είναι ρυθμισμένο να ρίχνει λίγο περισσότερο νερό απ’το κανονικό, ώστε να μένει το χώμα πάντοτε υγρό. Παρότι άντεχε και με λιγότερο νερό, σ’εκείνη την κατάσταση προσπαθούσε περισσότερο να διατηρήσει ό,τι είχε, παρά να επεκταθεί. Μπορεί να μην αναπτυσσόταν πολύ επίσης επειδή το καλοκαίρι ίσως αυτά τα φυτά να μειώνουν αισθητά την υπέργεια ανάπτυξη, αφού και στη φύση δε βρίσκω τόσο εύκολα νεαρούς υπέργειους βλαστούς εκείνη την εποχή, εκτός κι αν το φυτό έχει κοπεί πριν και βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης. Πρόσεξα λοιπόν πως με μόνιμα υγρό χώμα η ανάπτυξή του είναι πολύ γρηγορότερη. Σύντομα μετά το αυτόματο πότισμα σε όλα εκείνα τα άδεια σημεία της γλάστρας με τους πρώην μεγάλους βλαστούς, εμφανίστηκαν νέοι, άλλοι χοντρότεροι κι άλλοι λεπτότεροι. Έχω μετρήσει περίπου 12, αλλά μπορεί νά’ναι και περισσότεροι.

Το φυτό μου 7/8/2013.

Ενημέρωση 28/8/2013: Το φυτό σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη έως τώρα. Όλες οι άδειες περιοχές της γλάστρας έχουν συμπληρωθεί, και ίσως οι βλαστοί είναι περισσότεροι από πριν. Φυσικά η ανάπτυξη δεν τελείωσε, αφού οι περισσότεροι βλαστοί ψηλώνουν ακόμα, τα μεσοδιαστήματα δεν έχουν επιμηκυνθεί πλήρως, κι ακόμα υπάρχουν μικρότεροι βλαστοί στο κέντρο που δε λαμβάνουν τόσο φως, οι οποίοι μάλλον θ’αναπτυχθούν αργότερα. Πρόσεξα και αυτήν και την προηγούμενη φορά που μεγάλωσε πολύ, πως ακόμα κι αν οι νεαροί βλαστοί φέρουν κλαδιά από τη βάση τους, με την ανάπτυξη το φυτό ρίχνει συνήθως όσα χαμηλότερα κλαδιά δε φωτίζονται επαρκώς.

Το πολυκόμπι στις 26/8/2013.

Ενημέρωση 10/9/2013: Μερικές φωτογραφίες που τράβηξα στα τέλη του Αυγούστου των φυτών στη φύση, καθώς και τμημάτων τους:

Equisetum telmateia:

Απ’αυτό το φυτό πήρα το ρίζωμα που έδωσε το δικό μου. Σε σχέση μ’αυτόν το γίγαντα, που ξεπερνά το ενάμισι μέτρο και καλύπτει τεράστια έκταση, το δικό μου είναι πολύ μικρό.

Τμήμα του υπέργειου βλαστού από κοντά.

Ριζώματα με μάτια (το καλύτερο τμήμα για πολλαπλασιασμό), μαζί με τα κατώτερα μέρη των υπέργειων βλαστών.

Εσωτερικό του βλαστού. Χοντρικά φαίνεται σαν ο βλαστός ν’αποτελείται από δύο σωλήνες ο ένας μέσα στον άλλον, στην πραγματικότητα όμως το εξωτερικό δεν είναι σωλήνας, αλλά χωρίζεται με διαμήκη διαφράγματα και υποδιαφράγματα που δημιουργούν το σύστημα σωληνών του φυτού. Στα διαφράγματα ο κεντρικός σωλήνας σταματά.

Equisetum arvense:

Προσέξτε πως είναι πολυ κοντότερο από το E. telmateia.

Κατώτερο τμήμα υπέργειου βλαστού με κλαδιά, αλλά και με μικρό κομμάτι ριζώματος με μάτι, αρκετά μικρό για εύκολο πολλαπλασιασμό. Αν προσέξετε, τα κλαδιά του δεύτερου είδους είναι πολύ μακρύτερα, κάνοντας το βλαστό να μοιάζει λίγο περισσότερο με αλογοουρά απ’ό,τι το πρώτο είδος – και πάλι θέλει πολύ φαντασία για να το παρομοιάσει έτσι κανείς -, κι επίσης φέρουν συχνότερα δικές τους διακλαδώσεις, που στο E. telmateia είναι σπάνιες, αν κι έχω βρει σε αρκετούς βλαστούς εκείνου του είδους, και στη φύση αλλά και στο φυτό που καλλιεργώ, όπως πρόσεξα μόλις σήμερα. Επίσης το E. arvense είναι πιο ασύμμετρο απ’το E. telmateia, και ιδίως σε συνθήκες χαμηλού φωτός μπορεί πολύ πιο εύκολα να δισδιαστατοποιηθεί, αναπτύσσοντας κλαδιά μόνο σ’ένα επίπεδο για την ελαχιστοποίηση της σκίασης απ’τον εαυτό του.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τελικά δεν είναι απαραίτητος ο πλήρης θάνατος των παλαιών βλαστών από κάποια παγωνία για να αναπτυχθούν οι νέοι. Στο μαλακό κλίμα της Θεσσαλονίκης και στο ακόμα μαλακότερο του μπαλκονιού μου, όπου βρίσκεται το φυτό, η διαδικασία αποβολής των παλαιών βλαστών έγινε σταδιακά καθ’όλο το χειμώνα. Παρατήρησα πως η ανάπτυξη σχεδόν σταμάτησε μέσα στον Οκτώβριο, με τον τελευταίο νεαρό βλαστό, ο οποίος όμως ήταν μικρός και λεπτός, εκείνο το μήνα. Έπειτα το φυτό παρέμεινε στατικό για όλο το Νοέμβριο, αν και το ρίζωμα μπορεί ν’αναπτυσσόταν, σίγουρ απάντως αποθήκευε άμυλο για το χειμώνα και ετοίμαζε τα μάτια της άνοιξης. Μέσα στο Νοέμβριο άρχισε η σταδιακή γήρανση των βλαστών, οπότε άρχισαν να χάνουν την ελαστικότητά τους, να σπάνε πιο εύκολα, και οι κορυφές να ξεραίνονται σε πολλούς. Σταδιακά τους επόμενους μήνες ξεραίνονταν μερικοί βλαστοί, αν και πολλούς άλλους τους έκοψα εγώ. Στις 15 Φεβρουαρίου, οπότε άρχισε πάλι η νέα ανάπτυξη με την σχεδόν σύγχρονη εμφάνιση δύο ματιών στην επιφάνεια του΄εδάφους, απέμεναν ακόμα ελάχιστοι ππράσινοι περσινοί βλαστοί,. Τώρα όλη η γλάστρα έχει γεμίσει με νεαρούς, συμπιεσμένους ακόμα βλαστούς και πολλά μάτια. Το απροσδόκητο ωστόσο ήταν η εμφάνιση του πρώτου αναπαραγωγικού κώνου! Επειδή ήταν μικρός ο βλαστός, καφέ και στη γωνία της γλάστρας, κι επειδή ακόμα τα φυτά βρίσκονται σε λήθαργο,και δεν βγαίνω συχνά έξω να τα ελέγξω, τον πρόσεξα μόλις στις 5 του μηνός. Τότε ήταν ακόμα γύρω στα 5 εκατοστά με τον κώνο μικρό και συμπτυγμένο σε μέγεθος φουντουκιού, αλλά στις 9 του μηνός είχε πάρει σχεδόν το τελικό του ύψος των 14 εκατοστών, με τη μεγαλύτερη επιμήκυνση στο προτελευταίο μεσογονάτιο διάστημα.
Είναι τυπικός μη φωτοσυνθετικος αναπαραγωγικός βλαστός του φυτού, όπως αυτός ενός E. arvense. Παχύτερος και πιο λείος απ’τους άλλους, χρώματος ανοιχτού καφέ με σκουρότερα φύλλα, που είναι αρκετά μεγαλύτερα απ’αυτά των φωτοσυνθετικών βλαστών, με τον κυλινδρικό και κιτρινωπό κώνο στην κορυφή μήκους περίπου 4 εκατοστών, με τους σπονδύλους των πολυάριθμων και πυκνών σποριαγγειοφόρων. Ο κωνοφόρος βλαστός πιθανότατα θα πέσει στις επόμενες εβδομάδες.
Το άλλο αξιοσημείωτο με την κωνοφορία είναι η εμφάνιση του βλαστού όχι πριν όπως αναφέρεται στα χαρτιά, αλλά μετά την εμφάνιση των υπέργειων βλαστών. Ίσως είναι αντίδραση του φυτού σε περίπτωση λίγων αποθεμάτων στο ρίζωμα για να περιορίσει τις δαπάνες ενέργειας, αν και δεν πιστεύω να υπήρχε πρόβλημα με τα αποθέματα. Η πρωιμότητα του κώνου αυτού δηλώνει τις καλές συνθήκες υπό τις οποίες ζει το φυτό, άπαξ και η ηλικία κωνοφορίας των φυτών σε καλλιέργεια αναφέρεται τα 2-3 χρόνια, και προφανώς σε δύο χρόνια κωνοφορούν μόνο τα πολύ δυνατά φυτά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το φυτό κωνοφόρησε στον πρώτο του πρακτικά χρόνο. Έχει περάσει δύο χειμώνες, αλλά στον πρώτο ήταν ακόμα πολύ μικρό. Ίσως η εναλλαγή των εποχών να ενεργοποιεί την κωνοφορία κι όχι μόνο το μέγεθος τελικά. Δυστυχώς τα φυτά του γένους αυτού δεν είναι και τόσο μελετημένα ως προς τέτοιες λεπτομέρειες.
Τα σπόριά του κώνου, ως βραχύβια και φωτοσυνθετικά, προφανώς δε θα βλαστήσουν όπου κι αν πέσουν.

Το φυτό με τον κώνο 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Ο κώνος άρχισε να μαραίνεται στις 16 του μηνός από την κορυφή προς τα κάτω, οπότε τον έκοψα. Έπειτα το φυτό αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα γεμίζοντας όλη τη γλάστρα, με αποτέλεσμα να χρειαστει να το μεταφύτεύσω, γιατί σίγουρα το ρίζωμά του θά’πρεπε να επεκταθεί, και πράγματι είχε γεμίσει όλη τη γλάστρα, αρχίζοντας να κάνει κύκλους κατά μήκος της περιμέτρου. Ήταν λίγο στάσιμο μετά τη μεταφύτευση, αλλά σε μια βδομάδα ξεκίνησε και πάλι την ανάπτυξη, με επέκταση του ριζώματος στα τοιχώματα της νέας γλάστρας και παραγωγή νέων υπέργειων βλαστών εκεί. Επειδή το φυτό είχε καταλήξει με πολλούς πυκνούς βλαστούς, άρχισε να ρίχνει όσα εσωτερικά κλαδάκια δεν έπαιρναν φως. Μέχρι τα τέλη του Ιουνίου ήταν καλά, οπότε άρχισαν τα προβλήματα, αφού αποδείχθηκε στην πράξη πως πράγματι αυτό είναι το λιγότερο ανθεκτικό είδος πολυκομπιού σε αναερόβιες συνθήκες, διότι από το πολύ το πότισμα που του έδινα από φόβο μην ξεραθεί το καλοκαίρι, άρχισε να δείχνει συμπτώματα στρες, με ξήρανση πολλών κλαδιών και μαρασμό των περισσότερων νεαρών βλαστών λίγες μέρες μετά την εμφάνισή τους. Τα ριζώματα ωστόσο, τουλάχιστον όσα λίγα έβγαλα απ’την επιφάνεια, δεν έδειχναν σημεία σήψης. Στο τέλος αναγκάστηκα να καθαρίσω το φυτό κόβοντας τους περισσότερους βλαστούς, και τώρα το φυτ΄δείχνει να επανέρχεται σιγά-σιγά με νέες μυτούλες στην επιφάνεια, που όμως δεν ξέρω κατά πόσο θα μεγαλώσουν. Έχω αραιώσει τα ποτίσματα. Το χειμώνα θα πρέπει να βελτιώσω λίγο το χώμα στον πυθμένα της γλάστρας με άμμο, ώστε να κυκλοφορεί το οξυγόνο καλύτερα στα βαθύτερα ριζώματα.

Ενημέρωση 10/7/2015: Τώρα πια δεν έχω πολυκόμπι. Το φυτό συνέχισε να καταπέφτει μέχρι το Νοέμβριο, οπότε και ξεράθηκε για το χειμώνα. Κάθε βλαστός που έβγαζε ξεραινο΄ταν γρήγορα, και όσοι επιβίωναν ήταν πολύ ασθενική. Το Φεβρουάριο άνοιξα περισσότερες τρύπες στον πυθμένα της γλάστρας για καλύτερη αποστ΄ραγγιση. Την άνοιξη άργησε πάρα πολύ να δώσει σημεία ζωής, με τις πρώτες μυτούλες προς τα τέλη του Μαρτίου, παρόλο που ο και΄ρος ήταν καλός. Οι μυτούλες αυτές όμως δεν αναπτύχθηκαν περαιτέρω. Έπειτα απλώς πότιζα το φυτό μέχρι το Μάιο, οπότε το παραμέλησα, αφού δε μεγάλωνε. Στα μέσα του Μαΐου το έσκαψα για να δω τι γίνεται, και προς έκπληξή μου διαπίστωσα ότι τα περισσότερα ριζώματα ήταν ζωντανά. Μερικά είχαν βγάλει υπέργειους βλαστούς, οι οποίοι όμως ήταν πολύ αδύναμοι και λεπτοί, οπότε δε μπόρεσαν να φτάσουν στην επιφάνεια, και πολλά ριζώματα είχαν κάνει κονδυλίδια, τις δομές όπου αποθηκεύουν άμυλο και χρησιμοποιούν στις δύσκολες εποχές. Καταλάβατε πόσο ανθεκτικό είδος είναι. Προφανώς το φυτό περίμενε καλύτερες συνθήκες, αλλά δε μπορούσα να καταλάβω ποιες είναι αυτές. Έκοψα λοιπόν μερικά ριζώματα με κονδυλίδια, τα οποία φύτεψα σε γλαστράκια με παρόμοιο χώμα, και τα περισσότερα άλλα ριζώματα τα πέταξα. Μετά από 2 βδομάδες, κανένα μόσχευμα δεν έδωσε σημεία ζωής, οπότε τα πέταξα κι αυτά. Τώρα αν ξαναβλαστήσει κάποιο κομμάτι απ’αυτά που έμειναν στη γλάστρα καλώς, αλλιώς θα προσπαθήσω να ξεκινήσω με νέο μόσχευμα κι αυτήν τη φορά με ελαφρύτερο και καλύτερα αεριζόμενο χώμα, γιατί υποψιάζομαι ότι το χώμα φταίει για την κατάπτωση του φυτού μου. Μπορεί στη φύση να ζουν σε αργιλώδες χώμα, αλλά σε μια μικρή γλάστρα, με περιορισμένο χώρο και προβλήματα εξαερισμού, ίσως αυτό να μην είναι και η καλύτερη επιλογή.
Παρακάτω η φωτογραφία με τα κονδυλιοφόρα ριζώματα:

Advertisements