Ολόκληρο το μανιτάρι.

Ο πίλος από πάνω.

Η κάτω μεριά του πίλου χωρίς το στύπο πλέον, τα ελάσματα.

Τμήμα του πίλου με την κάτω πλευρά και του στύπου με τη βάση του και κομμένο πιο πάνω για να φανεί το εσωτερικό.

Βρέθηκε τυχαία χθες το βράδυ καθώς μάζευα χόρτα για τα κουνέλια μου στη σχολή τυφλών. Κόβοντας διάφορα φρέσκα δροσερά χόρτα στα σκοτεινά, ακούμπησα με το δεξί χέρι κάτι σφαιρικό και γλοιώδες που κουνήθηκε λίγο σαν νά’ταν δεμένο με κοτσάνι. Μετά από λίγο γύρισα προς τα εκεί νομίζοντας πως είναι κάποιος μεγάλος καρπός φυτού που δεν είχα παρατηρήσει ως τότε, αν και το μέρος ήξερα πως ήταν γυμνό σχεδόν το καλοκαίρι και καλυμμένο με χόρτα τις υπόλοιπες δροσερές και κρύες εποχές. Ακουμπώντας το κατάλαβα πως ήταν ασυνήθιστα μεγάλο μανιτάρι – μέσα στην πόλη σε παρόμοιες περιοχές έχω βρει σπανιότατα λίγα μικρά καφέ -, και γι’αυτο τό’κοψα, το φύλαξα προσεκτικά κι έπειτα το φωτογράφισα για αναγνώριση. Για την καλύτερη περιγραφή αυτού κι άλλων μετέπειτα μανιταριών που θα βρίσκω, έψαξα στα γρήγορα και έμαθα
τη βασική ανατομική ορολογία τους.

Το κοτσάνι, ο ποδίσκος, ή ο βλαστός ας πούμε του μανιταριού λέγεται στύπος, η ομπρέλα επάνω πίλος (καπέλο δηλαδή), ενώ το παχύ ή γενικός διαφορετικό δακτυλιοειδές μέρος που έχουν πολλά στη βάση λέγεται κολεός. Ο κολεός δεν είναι το ίδιο με την πιθανή διόγκωση της βάσης που μπορεί νά’χει το μανιτάρι ανάλογα με το είδος. Ο κολεός και συχνά στίγματα πάνω στον πίλο προέρχονται από το καθολικό πέπλο, έναν υμένα που καλύπτει όλο το μανιτάρι κατά την ανάδυσή του. Μερικά μανιτάρια έχουν επίσης ένα μερικό πέπλο που καλύπτει τα ελάσματα στην κάτω πλευρά του πίλου, το οποίο σπάει τελικά και μπορεί να μείνει είτε ως λεπτά κομμάτια στις άκρες του πίλου είτε ως δακτύλιος στο μέσο του στύπου. Οι ακτινωτές πτυχώσεις στην κάτω πλευρά του πίλου λέγονται ελάσματα, και φέρουν τα βασίδια (ροπαλοειδείς μικροσκοπικές δομές) που παράγουν τα σπόρια. Στα αγγλικά λέγονται «gills», δηλαδή βράγχια. Τα παραπάνω ισχύουν για τη μεγαλύτερη τάξη των μανιταριών, τα αγαρικώδη (agaricales). Άλλα καρποσώματα μυκήτων και οι τρούφες μπορεί νά’χουν πόρους αντί για ελάσματα, ενώ τα μέλη της συνομοταξίας των ασκομυκήτων (αυτοί παράγουν τα σπόριά τους σε ασκούς, τα παραπάνω ίσχυαν για τη συνομοταξία των βασιδιομυκήτων), δεν έχουν στύπο και γενικά δε μοιάζουν με ομπρελοειδή μανιτάρια. Ο λεπτός ιστός στον οποίον σχηματίζονται τα βασίδια ή οι ασκοί λέγεται υμένιο, και η εξέταση της θέσης του με μικροσκόπιο πάνω στα ελάσματα ή στους πόρους είναι κι αυτό στοιχείο ταξινομικής σημασίας.

Το συγκεκριμένο μανιτάρι ήταν περίπου 12 εκατοστά ψηλό, αλλά μπορεί και λίγο ψηλότερο, με πλάτος πίλου περίπου 6 εκατοστά. Τη βάση του δεν την καθάρισα καλά από χώμα φοβούμενος μην το χαλάσω, γι’αυτό είναι σκούρη. Είχε ομως κολεό μικρό και πλατύ που γύριζε προς τα πάνω σαν γύσσος πλατύγυρου καπέλου. Ο στύπος ήταν ανοιχτότατου καφέ, λεπτός και ινώδεις, αρκετά δύσκολος στο κόψιμο. Αντίθετα ο πίλος ήταν εύθραυστος, ταλαντευόμενος μόλις κουνούσα το μανιτάρι, και μου φθάρθηκε λίγο κατά τη μεταφορά του σε μερικά σημεία. Από πάνω ήταν μέτριου ελαιώδους καφέ και γλοιώδης, ενώ τα ελάσματα από κάτω ήταν ανοιχτού καφέ και έφταναν μέχρι τα όρια του μανιταριού, όπου ο πίλος ήταν αρκετά λεπτός. Το αναφέρω αυτό γιατί στα κοινώς καλλιεργούμενα μανιτάρια (Agaricus bisporus) ο πίλος είναι μαζεμένος στις άκρες όταν κόβονται μικρά. Επίσης ο πίλος ήταν ολόκληρος πολύ θολωτός, πιο απότομος από ημισφαίριο, κι αρκετά γεμάτος προς την κορυφή, αλλά φυσικά κυρίως νερό. Το μανιτάρι μύριζε πιο έντονα απ’αυτά που τρώμε συνήθως, αλλά όχι ιδιαίτερα.

Φύτρωνε με κλίση περίπου 15-20 μοιρών ανάμεσα στα φυλλώματα χόρτων, τα οποία τη μέρα ίσως του πρόσφεραν κάποια σκιά. Το έδαφος δεν είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε χούμο, έχει μόνο μια λεπτή σκούρη επιφάνεια που φαίνεται κυρίως τις βροχερές περιόδους, το καλοκαίρι το έδαφος εκει γίνεται λεπτή, σχεδόν αμμώδης σκόνη. Επίσης φύλλα πολλά δεν έχουν πέσει ακόμα, κι αυτά που έπεσαν δεν άρχισαν να σαπίζουν. Σας βοηθώ επίσης μήπως είναι μυκορριζικό είδος λέγοντας πως κοντά του υπάρχουν αρκετοί θάμνοι και δέντρα. Δίπλα υπάρχει ακακία και ιβίσκος, πιο πέρα πικροδάφνη, μουριά, κι ακόμα πιο μακριά κέδρος και αγγελική, ενώ υπάρχουν και δύο ακόμα ξυλώδεις θάμνοι που δε γνωρίζω. Ακόμα πιο μακριά, σε διάστημα που καλύπτεται από δρόμο, υπάρχει ελιά, κισσός, και αρκετές ακακίες.

Φυσικά δεν επρόκειτο να το φάω, απλώς θέλω να μάθω για το είδος του. Ποιο είδος άραγε να είναι; Εάν υπάρχει αμφιβολία για το ακριβές είδος, μπορείτε να με κατατοπίσετε και με γένος, δεν πειράζει.

Ενημέρωση 24/11/2012: Χθες αργά το βράδυ βρήκα ένα παρόμοιο, αυτό όμως με τον πίλο πλήρως ανοιχτό σ’ένα δίσκο διαμέτρου γύρω στα 10 εκατοστά μ’ένα μόνο μικρό ανασηκωμένο σημείο στο κέντρο. Τα ελάσματα ήταν πιο έντονα, και προφανώς αυτή ήταν η ώριμή του μορφή.

Advertisements