Πριν τρεις μέρες, 12 Νοεμβρίου, ήταν παγκόσμια ημέρα για το Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ. Η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, θέμα αρκετά γνωστό στους τακτικούς αναγνώστες μου, είναι μια ταχέως εξελισσόμενη, πάντοτε θανατηφόρος νευροεκφυλιστικη πάθηση προκαλούμενη από την παθολογική μορφή της κυρίως του νευρικού συστήματος φυσιολογικής πρωτεΐνης πριόν ή πρίον (prion), η οποία με κάποιον τρόπο καταλύει τη μεταβολή των φυσιολογικών αντιστοίχων στο σχήμα της. Η αιτιολογία αυτή, όχι δηλαδή από κάποιον παθογόνο μικροοργανισμό με νουκλεΪκά οξέα όπως dna ή rna με τα οποία πολλαπλασιάζεται, αλλά από πρωτεΐνη, ξένησε αρκετά τους επιστήμονες αρχικά κι ακόμα συνεχίζει να προκαλεί την αμφιβολία σε λίγους, αν και το θέμα γενικώς είναι επιβεβαιωμένο όσον αφορά την πρωτεϊνική αιτιολογία. Η παθολογική αυτή πρωτεΐνη είναι αμυλοειδωτική, αποτελούμενη δηλαδή κυρίως από β πτυχωτές επιφάνειες κι ευρισκόμενη πάντοτε σε μορφή αδιάλυτων συμπλόκων . Η μέθοδος με την οποία τα αμυλοειδή καταστρέφουν τους ιστούς δεν είναι απολύτως γνωστή, είτε όμως προκαλούν βλάβη με τη συσσώρευσή τους είτε κατά τη γένεσή τους. Όποια κι αν είναι η αιτία όμως, η αδυναμία απομάκρυνσής τους απ’το σώμα προκαλεί την υπερβολική τους συγκέντρωση, η οποία τελικά καταστρέφει τα κύτταρα. Επιπλέον όλα πιθανόν τα αμυλοειδή μεταδίδονται, τουλάχιστον υπό ορισμένες συνθήκες, όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες με το
Αλτσχάιμερ
Και τη
Συστημική αμυλοείδωση.
Το πριόν αυτό λοιπόν είναι ανθεκτικότατο στις συνήθεις μεθόδους αποστείρωσης, γι’αυτό σημειώνονται οι λεγόμενες ιατρογενείς περιπτώσεις ακόμα και σε πλήρως αποστειρωμένες συνθήκες, κρούσματα δηλαδή από ιατρικές διαδικασίες. Αντέχει αρκετά στις πρωτεάσες (πρωτεϊνοδιασπαστικά ένζυμα), εξού και το όνομα της πρωτεΐνης prp (protease resistant protein = pρωτεΐνη ανθεκτική στις πρωτεάσες), στην ιονίζουσα ακτινοβολία, στην υπεριώδη ακτινοβολία, στα ακραία ph, στο αλκόολ και στη φορμόλη, στην ψύξη, στη θέρμανση έως 300 βαθμούς υπό ξηρές συνθήκες και για λίγο ως και στους 600 βαθμούς, ενώ υπό πίεση ατμού όπως στους αποστειρωτές ως και 140 βαθμούς για μια ώρα ή και παραπάνω. Επίσης με οργανικές προσμείξεις, προσροφημένη πάνω σε μέταλλα, πλαστικά ή στο έδαφος γίνεται ακόμα πιο ανθεκτική, με ρεκόρ περιβαλλοντικής μόλυνσης τα 16 χρόνια, αν κι αν η συγκεκριμένη μελέτη διαρκούσε περισσότερο σίγουρα θ’ανιχνευόταν πρωτεΐνη και για τα επόμενα πολλά χρόνια, ίσως και επ’αόριστον. Σε περίπτωση ενδεχόμενης πριονικής μόλυνσης λοιπόν σήμερα εφαρμόζονται αυστηρά πρωτόκολλα τοποθέτησης των στοιχείων προς αποστείρωση πρώτα σε πυκνότατο διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου (χλωρίνης) ή υδροξειδίου του νατρίου (καυστικής σόδας) για 24 ώρες, έπειτα πέρασμα από κλίβανο για 1 ώρα στους 140 βαθμούς υπό πίεση ατμού, ενώ απόρριψης κι αποτέφρωσης των αναλώσιμων κι όσων μπορούν ν’αντικατασταθούν και πέρασμα από τα παραπάνω ισχυρά χημικά για τα μολυσμένα υγρά πριν αποχετευθούν με σχετική ασφάλεια. Παρόλα αυτά οι ιατρογενείς περιπτώσεις δε μπορούν ποτέ να εξαλειφθούν, διότι πάντοτε θα υπάρχουν άνθρωποι στη φάση επώασης ή με μη διαγνωσμένο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ που θα υπόκεινται σε ιατρικές διαδικασίες.

Το Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ είναι το όνομα για τη νόσο στον άνθρωπο. Η πάθηση γενικά λέγεται μεταδόσιμη σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια (μσε), εξαιτίας της σπογγώδους εκφύλισης που εμφανίζει ο εγκεφαλικός ιστός υπό το μικροσκόπιο με μικροσκοπικές οπές εκεί που θα υπήρχαν νευρώνες και οι συνδέσεις τους, ή πριονική νόσος. Σε κάθε είδος το όνομα αλλάζει, κι έτσι στα αιγοπρόβατα έχουμε την τρομώδη νόσο, στα βοοειδή τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, στα ελάφια τη χρόνια εξασθενητική νόσο, στα αιλουροειδή τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των αιλουροειδών, στις ικτίδες (βιζόν) τη μεταδόσιμη εγκεφαλοπάθεια των ικτίδων, κλπ. Μόνο τα μηρυκαστικά κι ο άνθρωπος εμφανίζουν από μόνα τους σποραδική νόσο, ή τουλάχιστον αυτό γνωρίζουμε προς το παρόν επειδή τα υπόλοιπα είδη δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Η ασθένεια αυτή είναι η μόνη που μπορεί να είναι είτε σποραδική, είτε κληρονομική (εφόσον η πρωτεΐνη πριόν είναι γραμμένη στο γονιδίωμα του οργανισμού, ορισμένες μεταλλάξεις εκεί μπορούν να κάνουν πιο επιρρεπή στη μεταβολή την πρωτεΐνη), ή μολυσματική. Στον άνθρωπο για παράδειγμα το 85% των περιπτώσεων υποτίθεται πως είναι σποραδικές, το 15% περίπου κληρονομικές και λιγότερο του 1% επίκτητες, αν και θεωρείται πως αρκετές σποραδικές έχουν στην πραγματικότητα επίκτιτη βάση. Η πάθηση χτυπά έναν στο εκατομμύριο, αν και μερικές περιπτώσεις σίγουρα διαφεύγουν λόγω λανθασμένης διάγνωσης, κι εμφανίζεται συνήθως στις ηλικίες των 50-70 ετών, με περιπτώσεις κάτω από 20 και πάνω από 90 γνωστές. Η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια έχει μακρόχρονη περίοδο επώασης, συνήθως χρόνια, ενώ τα συμπτώματα είναι ταχέως εξελισσόμενα, δραματικά και τρομακτικά. Επειδή η προβληματική πρωτεΐνη έχει την ίδια αλληλουχία με τη φυσιολογική μορφή, δεν αναγνωρίζεται απ’το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να παραχθούν αντισώματα, να γίνει φλεγμονή και τελικά να γίνει η αντιμετώπισή της, έτσι η νόσος προχωρά ανεμπόδιστη, όπως όλες οι νευροεκφυλιστικές παθήσεις.

Στον άνθρωπο η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 16 μήνες έως και 50 χρόνια, με συνηθέστερο διάστημα τα 6-20 χρόνια. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως έπειτα από μια βραχεία περίοδο προδρομικών ελαφριών συμπτωμάτων, όπως διαταραχές στον ύπνο, στην όρεξη και στο βάρος, πονοκέφαλοι, ελαφριά νοητικά συμπτώματα όπως σύγχυση ή ελαφριά νευρολογικά συμπτώματα όπως ζάλη, ανισορροπία και μικροπροβλήματα στην όραση, ή μπορεί να εμφανιστούν απότομα. Τα συμπτώματα συνήθως περιλαμβάνουν ταχέως εξελισσόμενη άνοια (κατάπτωση των νοητικών λειτουργιών) με στοιχεία όπως απώλεια μνήμης, σύγχυση, αποπροσανατολισμός κι αδυναμία αναγνώρισης, αδυναμία κατανόησης, αλλαγές στη συμμπεριφορά και στην προσωπικότητα, ψυχιατρικά συμπτώματα όπως κατάθλιψη, απάθεια, απόσυρση, άγχος, επιθετικότητα, παράνοια (μανία καταδιώξεως), φόβος, παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, έντονες συναισθηματικές μεταβολλές, και κινητικά όπως τρόμος, αταξία (απώλεια του συντονισμού των κινήσεων), δυσαρθρία (πρόβλημα άθρωσης των λέξεων λόγω κινητικής δυσλειτουργίας), δυσμετρια (δυσκολία υπολογισμού της απόστασης των κινήσεων), δυσδιαδοχοκινησία (δυσκολία στην εκτέλεση γρήγορων διαδοχικών κινήσεων), καθώς κι άλλα συμπτώματα όπως διαταραχές στην όραση ή και σ’άλλες αισθήσεις, παρκινσονισμός, επιλειπτοειδείς κρίσεις, παραισθησία, αΫπνία, δυσαυτονομία (προβληματα στο αυτόνομο νευρικό σύστημα), αυξημένα αντανακλαστικά κλπ. Τα συμπτώματα αυτά χειροτερεύουν, ώστε στην τελική φάση ο ασθενείς βρίσκεται σε κατάσταση ακινητικής αλαλίας, οπότε ούτε μιλάει ούτε κινείται, ενώ αργότερα πέφτει σε κόμμα και μετά επέρχεται ο θάνατος, συνήθως από πνευμονία, μολύνσεις κλπ. Μόνο σ’αυτήν την τελική φάση λόγω ακινησίας το σώμα καταπέφτει κι αυτό, με μυική ατροφία, μειωμένη πρόσλειψη τροφής, πληγές από την κατάκλιση κλπ. Στο 90% των περιπτώσεων ο θάνατος επέρχεται μέσα στο χρόνο, ενώ για το υπόλοιπο 10% η ασθένεια μπορεί να κρατήσει περισσότερο, με ρεκόρ τα 13 χρόνια. Συνήθεις διάρκεια για την κοινότερη ανθρώπινη μορφή είναι οι 5 μήνες.

Λόγω έλλειψης χρόνου δε μπορώ να κάνω εκτενέστερη αναφορά στην ασθένεια σ’αυτό το άρθρο, η οποία άλλωστε θα’ταν αρκετά μεγάλη. Τώρα λοιπόν θα προχωρήσω στην ιστορική αναδρομή των ανθρώπων και των γεγονότων που βοήθησαν στην κατανόηση της ασθένειας αυτής.

Η προέλευση αυτών των παθήσεων δεν είναι, ούτε πιθανότατα θα γίνει ποτέ πλήρως γνωστή. Όλες οι σημερινές περιπτώσεις περιορίζονται στα πλακουντοφόρα θηλαστικά και ιδίως στα οπληφόρα μηρυκαστικά, τα οποία ίσως είναι και τα μόνα ζώα που εμφανιζουν τέτοιες ασθένειες σχετικά συχνά. Ίσως λοιπόν εμφανίστηκαν με τα πρώτα πλακουντοφόρα θηλαστικά, ίσως παλαιότερα, ίσως αργότερα. Σίγουρα η πρώτη εμφάνιση έγινε μέσω σποραδικής μετατροπής της φυσιολογικής πρωτεΐνης σε παθολογική ή σποραδικής σωματικής (όχι γαμετικής για να’ναι κληρονομική) μετάλλαξης του γονιδιίου αυτής της πρωτεΐνης, αποδεδειγμένοι τρόποι εμφάνισης της σποραδικής μορφής της ασθένειας. Έπειτα ανάλογα με το είδος η μεταδοσιμότητα ήταν πποικίλη, και οι σποραδικές περιπτώσεις συνέχιζαν να εμφανίζονται ως σήμερα. Η πρώτη πιθανή μαρτυρία αυτών των ασθενειών έγινε απ’τον Ιπποκράτη κατά των 5ο αιώνα π.Χ. στο βιβλίο του για την ιερά νόσο, δηλαδή την επιλειψία, στο οποίο αναφέρει πως στις κατσίκες και στα άλλα ζώα των κοπαδιών εμφανίζεται μια πάθηση στην οποία ο εγκέφαλος καταστρέφεται. Προφανώς συνέχυσε την επιλειψία με διάφορες άλλες νευρολογικές παθήσεις, ίσως και με τη μσε. Έπειτα κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. ο Ρωμαίος συγγραφέας Publius Flavius Vegetius Renatus στο κτηνιατρικό έργο του Digesta Artis Mulomedicinae περιγράφη μια νευρολογική νόσο στις αγελάδες που αποκαλει μανία, αν και πάλι η φύση της παραμένει αμφιλεγόμενη. Γενικά όμως οι παθήσεις εκείνες εκείνο τον καιρό ήταν άγνωστες, μάλλον δι΄΄ότι αιτίες θανάτου στα ζώα τότε ήταν πολύ περισσότερες και οικονομικά σοβαρότερες, και μάλλον γιατί λόγω μικρού ανθρώπινου πληθυσμού τα κρούσματα της ανθρώπινης μορφής ήταν ελάχιστα. Σίγουρα κάποιοι θα πέθαιναν παράξενα, όμως μπροστά στους τόσους θανάτους από επιδημίες, πολέμους και στη δεισιδαιμονία των ανθρώπον τότε που μπορεί ν’απέδιδαν το θάνατο σε κακόβουλαπνεύματα, η αιτία δε θά’ταν γνωστή. Ακόμα όμως κι αν η ιατρική παρατηρούσε αυτές τις περριπτώσεις, τα μέσα και η μεθοδολογία της τότε απείχαν ακόμα αρκετά απ’τα σημερινά πρότυπα ώστε να αποκαλυπτόταν η πραγματική φύση των παθήσεων αυτών. Όλη η ανθρωπότητα μπορούμε να πούμε απ’την αρχή της ως περίπου τον 18ο αι. είτε είχε πολύ μικρή είτε μηδενική γνώση των ασθενειών που αργότερα θ’αποκαλούνταν μσε.

Κάτι παράξενο όμως παρατηρήθηκε κατά τον 18ο αι. Ένας αγρότης στη Σκοτία περίπου το 1732 παρατήρησε πως τα πρόβατά του έτρεμαν και ξύνονταν έντονα στα σύρματα των περιφράξεών τους, βγάζοντας το μαλλί τους. Σύντομα η ασθένεια καταγράφηκε στην υπόλοιπη Αγγλία, στην Πορτογαλία, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Η νόσος λόγω του ξυσίματος ονομάστηκε στα αγγλικά «scrapie”, ενώ στα γαλλικά «la tremblante du mouton”, δηλαδή η τρομώδης νόσος των προβάτων, απ’όπου προήλθε το ελληνικό όνομα. Δεν ξέρουμε πώς προήλθε αυτή η ασθένεια στην επιδημική κατάσταση που συνεχίζεται ως σήμερα, προφανώς όμως ήταν τυχαίο γεγονός. Σποραδικά ή και σε μικρές επιδημίες ίσως υπήρχε παντού και πάντοτε, π.χ. η τρέλα των προβάτων όπως αναφέρεται από τους Σαρακατσαναίους. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ένας Ιταλός πέθανε στη Βενετία το 1765 έπειτα από συνεχή αϋπνία, όντας το πρώτο καταγεγραμμένο κρούσμα θανατηφόρου αΫπνίας ή θαλαμικού Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, μιας συνήθως κληρονομικής παραλλαγής του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ που επηρεάζει το θάλαμο του εγκεφάλου προκαλώντας διαταραχές σε πολλές βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος. Κατά τον επόμενο 19ο αι. δεν έγινε κάποια σημαντική πρόοδος σ’αυτόν τον τομέα, πέρα από διαφωνίες επιστημόνων κυρίως στην Αγγλία για το αν η τρομώδης νόσος είναι κληρονομική ή περιβαλλοντική πάθηση. Οι ραγδαίες εξελίξεις θα σημειωθούν κατά τον 20ο αι.

Το 1920 λοιπόν, ο Γερμανός νευρολόγος Hans Gerhard Creutzfeldt περιέγραψε την περίπτωση μιας 22χρονης γυναίκας με νοητικά και κινητικά προβλήματα και σπαστικότητα. Την επόμενη χρονιά, το 1921, ένας άλλος Γερμανός νευρολόγος, ο Alfons Maria Jakob, περιέγραψε άλλες 4 περιπτώσεις. Με σημερινά κριτήρια μόνο οι δύο περιπτώσεις του τελευταίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν γνήσια κρούσματα αυτής της πάθησης, με τα υπόλοιπα να’ναι πολύ άτυπες μορφές ή εντελώς άλες παθήσεις. Η ασθένεια λοιπόν ονομάστηκε αρχικά νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, νόσος Γιάκομπ-Κρόιτσφελντ, υποξεία σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια, σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια, κλπ, και παρέμεινε στην αφάνεια για αρκετές δεκαετίες έπειτα. Το 1930 ο Γερμανός νευρολόγος και ψυχίατρος Friedrich Meggendorfer περιέγραψε για πρώτη φορά την κληρονομική μορφή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ σε μια οικογένεια της βόρειας Γερμανίας. Μια περίπτωση αυτής της οικογένειας είχε περιγραφεί από τον Kirschbaum το 1924, αλλά δεν είχε γίνει σύνδεση με την υπόλοιπη οικογένεια. Το 1936 ο Αυστριακοεβραίος Josef Gerstman μαζί με τους Αυστριακούς Erns Straussler και Ilya Scheinker περιέγραψαν ένα νευρολογικό σύνδρομο σε μια αυστριακή οικογένεια, το οποίο ονομάστηκε σύνδρομο Γκέρστμαν-Στράουσλερ-Σάινκερ, μια συνήθως κληρονομική παραλλαγή του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ με σχετικά μακρόχρονη πορεία. Το 1939 η θανατηφόρος αϋπνία αναγνωρίστηκε ως ασθένεια. Το 1947 ξέσπασε η πρώτη επιδημία μεταδόσιμης εγκεφαλοπάθειας των ικτίδων σε γουνοπαραγωγική μονάδα των ΗΠΑ, κι έπειτα σημειώθηκαν παρόμοια ξεσπάσματα και σ’άλλες χώρες, όπως στη Φινλανδία, στη Ρωσία και στη Γερμανία. Το τελευταίο ξέσπασμα σημειώθηκε το 1980 στις ΗΠΑ. Αρχικά δεν ήταν γνωστή η αιτιολογία, ίσως όμως η σίτιση των ζώων με μέρη από πιθανώς μολυσμένα βοοειδή και αιγοπρόβατα ακατάλληλα για κατανάλωση να τους μετέδωσε τη νόσο. Επίσης κατά τα μέσα του 20ου αι. ανακαλύπτεται η μεταδοσιμότητα της τρομώδους νόσου.

Οι εξελίξεις πληθαίνουν απότομα από τα μέσα του 20ου αι. όμως. Κατά τις δεκαετίες του 1950-1960 παρατηρείται μια παράξενη, νευρολογική και πάντοτε θανατηφόρος νόσος στη νότια περιοχή της φυλής των Φόρε της Παπούα Νέας Γουινέας, τότε ακόμα υπό την κατοχή της Αυστραλίας, την οποία οι ιθαγενείς αποκαλούσαν «κούρου», δηλαδή τρόμο. Οι ασθενείς ήταν κυρίως γυναίκες και παιδιά που έτρεμαν, έχαναν την ισορροπία τους, παρουσίαζαν έντονες συναισθηματικές μεταβολές και μέσα σε μήνες πέθαιναν. Ο ιατρός της περιφέρειας Vincent Zigas καλεί τον Ουγγροαμερικανό Daniel Carleton Gajdusek, που τότε εργαζόταν στην Αυστραλία, για να εξηγήσει το φαινόμενο. Καταφθάνει λοιπόν το 1957 σχεδόν ταυτόχρονα με τον Αυστραλό γιατρό Michael Alpers και την Αυστριακοαμερικανίδα ανθρωπολόγο Shirley Lindenbaum και λίγους ακόμα, όπου
ανακαλύπτουν διάφορα πράγματα.
Βρήκαν λοιπόν ότι τα νέα κρούσματα είχαν σταματήσει μετά το 1950, τη χρονιά δηλαδή που η αυστραλιανή κυβέρνηση απαγόρευσε στους ιθαγενείς να τρώνε τελετουργικα τους νεκρούς τους. Επίσης οι γυναίκες και τα παιδιά, οι οποίοι έτρωγαν τον εγκέφαλο κι άλλα όργανα του σώματος παρά το εκλεκτό κρέας που προοριζόταν για τους άντρες, ήταν πολύ πιθανότερο να εμφανίσουν την ασθένεια. Κανένα πείραμα μετάδοσης ή ανίχνευσης του αίτιου παράγοντα ωστόσο δεν απέδιδε καρπούς, ώστε ο Γκάιντουσεκ παρατήρησε πως οι προσβεβλημένοι εγκέφαλοι των ασθενών παρουσίαζαν όμοια βλάβη μ’αυτή των προβάτων με τρομώδη νόσο, για την οποία ήταν γνωστή η μεταδοσιμότητά της και η μακ΄ρα περίοδος επώασης, καθώς και οι ασυνήθιστες ιδιότητες του αιτίου παράγοντα. Έτσι το 1962 έγινε πείραμα μόλυνσης δύο χιμπατζήδων σε εργαστήριο των ΗΠΑ, οπότε σε 2 χρόνια (το 1966) αυτοί εμφάνισαν τα συμπτώματα επιβεβαιώνοντας την υπόθεση και όντας η πρώτη πειραματική μετάδοση μιας μη φλεγμονώδους εκφυλιστικής ανθρώπινης πάθησης. Οι δύο αυτές παθήσεις έμοιαζαν πολύ επίσης με την ήδη γνωστή αλλά παραμελημένη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, η οποία με τη σειρά της μεταδόθηκε επιτυχώς σε χιμπατζήδες το 1968, ύστερα από επώαση 18 μηνών από την αρχή του πειράματος το 1966. Οι ασυνήθιστοι αυτοί αίτιοι παράγοντες ονομάστηκαν από το Γκάιντουσεκ βραδείς ιοί (slow viruses) λόγω της μακράς περιόδου επώασης, αν κι αργότερα ο ίδιος επιστήμονας αναγνώρισε την εναλλακτική και πειστικότερη θεωρία των πριόν. Ο Γκάιντουσεκ πήρε το βραβείο Νόμπελ για τη δουλειά του το 1976.

Η ιδέα της πρωτεΐνικής αιτίας αυτών των ασθενειών προτάθηκε από τον ακτινολόγο Tikvah Alper, ο οποίος παρατήρησε το 1966 ότι ο αίτιος παράγοντας της τρομώδους νόσου αντέχει ασυνήθιστα για νουκλεϊκό οξύ στην ιονίζουσα ακτινοβολία (ραδιενέργεια). Το 1967, ο μαθηματικός John Stanley Griffith πρότεινε τρεις τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να γίνει: ή ότι υπήρχε μια πρωτεΐνη που ενεργοποιούσε από μόνη της τη μεταγραφή της, ή ότι μια μεταλλαγμένη πρωτεΐνη καταλύει τη μετατροπή των φυσιολογικών αντιστοίχων της στο σχήμα της, ή ότι είναι ένα αντισωμα που προκαλεί την παραγωγή ομοίων του. Η δεύτερη υπόθεση αργότερα ήταν αυτή που επιβεβαιώθηκε, αν και σ’εκείνο το διάστημα ακόμα οι επιστήμονες δεν είχαν υποστηρίξει θερμά την άποψή τους. Ο Francis Crick πάντως, ο ένας των δύο ευρετών του dna, πήρε υπόψη του ως δόκιμη υπόθεση τη συγκεκριμένη στη δεύτερη έκδοσή του για το κεντρικο δόγμα της βιολογίας το 1970. Το 1967 σ’ένα σταθμό μελέτης άγριων ζώων στο βόρειο Κολοράντο αναγνωρίστηκε ένα εξασθενητικό σύνδρομο στα ελάφια κατά το οποίο τα ζώα έχαναν ανεξήγητα βάρος και παρουσίαζαν αλλαγές στη συμπεριφορά και στην κίνηση, το οποίο ονομάστηκε χρόνια εξασθενητικη νόσος. Αυτή η πάθηση αναγνωρίστηκε ως μσε το 1978, κι έμελλε να εξαπλωθεί σε πάρα πολλές πολιτείες των ΗΠΑ και λίγο στον Καναδά, και σε ράντσα και σε άγριους πληθυσμούς, χωρίς ακόμα αποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης, μόνο ημίμετρα. Είναι η μόνη γνωστή μσε που εξελίσσεται ως επιδημία στη φύση.

Μια παρά λίγο ανακάλυψη της πρωτεΐνης πριόν θα γινόταν από τον Dickinson το 1968, ο οποίος ανακάλυψε το υπεύθυνο γονίδιο το οποίο επηρέαζε την ευαισθησία στην τρομώδη νόσο στα ποντίκια, αλλά δεν υποψιάστηκε καν ότι η παραγόμενη πρωτεΐνη αυτού του γονιδίου ήταν η υπεύθυνη. Το 1974 αναγνωρίστικε η πρώτη ιατρογενείς περίπτωση Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ 18 μήνες μετά τη μεταμόσχευση κερατοειδούς, με ακόμα άλλες 3 καταγεγραμμένες έπειτα, όλες στις ΗΠΑ και μία στην Ιαπωνία.

Η μεγάλη καμπή στην ιστορία της μελέτης αυτών των ασθενειών έγινε το 1982, οπότε ο Αμερικανοεβραίος ερευνητής Stanley B. Prusiner με τους συνεργάτες του, έπειτα από
πολύ δουλειά ετών
Ανακάλυψε την υπεύθυνη πρωτεΐνη πριόν. Εντόπισε το γονίδιο αυτής της πρωτεΐνης στα ζώα, αναγνώρισε τη φυσιολογική μορφή και την παθολογική ανθεκτική, έκανε πειράματα με διαγονιδιακά ζώα κι επίσης έκανε πειραματικές μεταδόσεις διαφόρων τύπων πριόν, ακόμα κι από φαινομενικά καθαρά κληρονομικές περιπτώσεις, αποδεικνύοντας πως η παθήσεις αυτές προκαλούνται εξολοκλήρου απ’αυτήν την πρωτεΐνη. Αρχικά η άποψή του θεωρήθηκε αιρετική, με κύρια ένσταση την αδυναμία απομόνωσης καθαρού πριόν, αν κι αργότερα έγινε σχεδον καθολικά αποδεκτή με επιπλέον επιβεβαιωτικές δοκιμές. Το πριόν απομονώθηκε εντελώς μόλις το 2011, ενώ ο Προύσνερ πήρε το Βραβείο Νόμπελ για τη δουλειά του το 1997. Το 1985 αποσύρθηκε παγκοσμίως η χρήση της ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης προερχόμενης από εγκεφάλους πτωμάτων για τη θεραπεία σοβαρών αναπτυξιακών προβλημάτων στα παιδιά, η οποία είχε ξεκινήσει σε διάφορες χώρες γύρω στο 1960, λόγω της εμφάνισης μερικών ιατρογενών περιπτώσεων Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ μ’αυτόν τον τρόπο. Η σύγχρονη αυξητική ορμόνη παράγεται από διαγονιδιακούς μικροοργανισμούς και δε φέρει κανέναν κίνδυνο. Σήμερα τα ιατρογενή κρούσματα από αυξητική ορμόνη ανέρχονται λίγο πάνω από τα 200 παγκοσμίως, κι αναμένονται ακόμα λίγα λόγω του μεγάλου χρόνου επώασης. Το Νοέμβριο του 1986 καταγράφηκε η πρώτη εμφάνισης σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην Αγγλία. Σύντομα κι άλλα αγροκτήματα άρχιζαν ν’αναφέρουν αγελάδες με επιθετική και φοβισμένη συμπεριφορά, αταξία, τρόμο κι ανισορροπία, οι οποίες ονομάστηκαν τρελές. Η επιδημία προήλθε έπειτα από τη σίτιση των ζώων με οστεάλευρα από πρόβατα κι αγελάδες με πιθανή μσε ως πρωτεΐνικό συμπλήρωμα. Το κράτος της Βρετανίας, σε μια απαράδεκτη προσπάθεια προστασίας των εξαγωγών του βοδινού – άλλωστε η Αγγλία ήταν απ’τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως -, συγκάλυψε το γεγονός για 2 ολόκληρα χρόνια, όμως και μετά απ’αυτά λίγοι ήταν οι επιστήμονες που εξέφραζαν ανησυχία για την πιθανή μετάδοση της νόσου στον άνθρωπο. Στο διάστημα της επιδημίας σεβ στην Αγγλία θεωρείται πως προσβλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο βοοειδή. Το 1987 καταγράφηκε η πρώτη ιατρογενείς περίπτωση Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ έπειτα από μεταμόσχευση σκληράς μήνιγγας, κι έκτοτε αναφέρθηκαν πάνω από 100 παρόμοιες παγκοσμίως, κυρίως στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία.

Το 1990 εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας σε γάτα στην Αγγλία, η εικόνα της οποίας έμοιαζε πολύ μ’αυτήν στα βοοειδή, υποδηλώνοντας μόλυνση απ’αυτά μέσω της διατροφής. Μέχρι το 2000 καταγράφηκαν άλλα 100 περίπου κρούσματα σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των αιλουροειδών σε γάτες και μεγάλα αιλουροειδή των ζωολογικών κήπων, με αναζωπυρωμένες της ανησυχίες μόλυνσης του ανθρώπου. Το αναμενόμενο τελικά επιβεβαιώθηκε το 1996, οπότε περιγράφηκαν 10 περιπτώσεις ασυνίθιστα νεαρών ατόμων (μέση ηλικία τα 28, η μικρότερη τα 16) με Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, που είχαν χαρακτηριστικά όμοια συμπτωματολογία και νευροπαθολογία. Ένας απ’αυτούς είχε αρρωστήσει το 1994, φέρνοντας την ημερομηνία του πρώτου κρούσματος νέας παραλλαγής του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ τότε. Οι ασθενείς είχαν αρχικά ψυχιατρικά συμπτώματα κι έπειτα εμφανίζονταν τα νευρολογικά, ενώ ο εγκέφαλός τους παρουσίαζε ασυνήθιστα πολλές αμυλοειδείς πλάκες και μεγαλύτερη συγκέντρωση της παθολογικής πρωτεΐνης. Το νέο αυτό έσπειρε το φόβο σ’όλον τον κόσμο, κάτι που ήταν αρκετά δικαιολογημένο, αφού τα βρετανικά βοδινά προΪόντα είχαν παρεισφρήσει παντού, οι άνθρωποι που είχαν επισκεφθεί τη βρετανία και φάει φυσικά εκεί ήταν πολλοί, ενώ επίσης, έπειτα από την ανακάλυψη ότι στη συγκεκριμένη παραλλαγή η πρωτεΐνη βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα ποσοστά και στα υπόλοιπα μέρη του σώματος, η οδός μετάδοσης μέσω του αίματος και των οργάνων ήταν πραγματική πιθανότητα. Το τελευταίο αποδείχθηκε στην πράξη το 1998, οπότε σημειώθηκε ιατρογενές κρούσμα νέας παραλλαγής έπειτα από μετάγγιση, με ακόμα άλλα 2 ή 3 έπειτα. Το 1998 επίσης αναγνωρίστηκε μια νέα, σποραδική μορφή της τρομώδους νόσου στα πρόβατα μεγάλης ηλικίας πρώτα στη Νορβιγία, εξού και το όνομά της nor98, η οποία παρατηρήθηκε έπειτα γύρω στο 2007 και σε χώρες που υποτίθεται δεν πλήττονταν απ’την τρομώδη νόσο, όπως στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία. Εντωμεταξύ κατά τη δεκαετία του 1990 αναγνωρίστηκαν κι άτυπες μορφές της σεβ, όπως ο τύπος H κι ο τύπος L, οι οποίες προφανώς ήταν σποραδικές και λόγω καλύτερου ελέγχου έτυχε να εντοπιστούν. Τέτοιες περιπτώσεις πλήττουν και τις ΗΠΑ, όπου η κλασική μορφή της σεβ είναι άγνωστη, με την τελευταία
Τον Απρίλιο του 2012.
Τα θύματα της νέας παραλλαγής του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ ανέρχονται γύρω στα 270, με τα 170 περίπου στη Βρετανία, και τα υπόλοιπα στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ολλανδία, στον Καναδά, στις ΗΠΑ κι αλλού, ακόμα και στη Σαουδική Αραβία. Το έτος με τα περισσότερα κρούσματα στην αγγλία ήταν το 2000 (22), κι αντίθετα με τις προειδοποιήσεις πολλών επιστημόνων που βασίστηκαν στα δεδομένα της παραλλαγής του κούρου, τα περιστατικά της πάθησεις μειώνονται συνεχώς, αντί να εμφανιστεί δεύτεορ κύμα επιδημίας για τους περισσότερο γενετικά ανθεκτικούς με το μεγαλύτερο χρόνο επώασης.

Σήμερα, το 2012, η γνώση μας για τις πριονικές παθήσεις είναι αρκετά καλή, αν κι όχι ακόμα ολοκληρωμένη. Δε γνωρίζουμε για παράδειγμα με ποιον ακριβώς τρόπο η παθολογική πρωτεΐνη πριόν καταλύει τη μετατροπή της φυσιολογικής. Η μελέτη εντούτοις απ’την εποχή της επιδημίας σεβ στην Αγγλία έχει εντατικοποιηθεί ακόμα περισσότερο, και συνεχώς μας δίνει νέα αποτελέσματα. Για παράδειγμα έχουν γίνει μελέτες για την ανθεκτικότητα του παθολογικού πριόν και για πιθανούς τρόπους απενεργοποίησής του, χωρίς ενθαρρυντικά αποτελέσματα. |Βρέθηκε για παράδειγμα ότι ορισμένα βακτήρια κι
ένζυμα λειχηνών
μπορούν να μειώσουν τη μολυσματικότητα δειγμάτων, αλλ’αυτό δε μπορεί να εφαρμοστεί σε μη εργαστηριακές συνθήκες. Αντίθετα η αντοχή των πριόν στο έδαφος είναι πλέον πολύ καλά τεκμηριωμένη. Επίσης γίνονται έρευνες για πιθανές θεραπείες με κάποια ασαφή αποτελέσματα. Για παράδειγμα το φάρμακο
πολυθειική πεντοζάνη,
το οποίο χρησιμοποιείται για την ανακούφηση της κυστίτιδας, μείωσε τον αριθμό των πριόν σε κυτταροκαλλιέργειες στο εργαστήριο, αλά δεν έσωσε τους ασθενείς. Ίσως
παρέτεινε τη ζωή σε ορισμένες περιπτώσεις,
αν και δεν είναι βέβαιο αν αυτο οφειλόταν στο φάρμακο ή αν η πορεία θά’ταν η ίδια και χωρίς αυτό. Το αντιελονοσιακό φάρμακο
κινακρίνη
έχει επίσης μειώσει τους αριθμούς πριόν στο εργαστήριο, αλλά δεν είχε καμία αποτελεσματικότητα υπό κανονικές συνθήκες. Η μόνη σίγουρη θεραπεία είναι η απενεργοποίηση του γονιδίου της πρωτεΐνης πριόν, η οποία έχει γίνει σε μεταλλαγμένα ποντίκια (prion nockout mice) ή με αναστολή του γονιδίου σε ήδη πάσχοντα ποντίκια (η πορεια της νόσου σταμάτησε), μολονότι η μη ακριβής γνώση για την κανονική λειτουργία αυτής της πρωτεΐνης δε μας επιτρέπει ακόμα να κάνουμε τέτοια μεγάλα βήματα. Έως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί σαφείς λειτουργίες αυτής της πρωτεΐνης, ίσως συμβάλλει περισσότερο στο μεταβολισμό του χαλκού. Εντούτοις η παρουσία της σ’όλα τα σπονδυλωτά σημαίνει πως έχει κάποια ζωτική λειτουργία για ναδιατηρείται. Πλέον όμως η αντιμετώπιση αυτών των παθήσεων έχει μετακινηθεί σε μεγάλο βαθμό στο πολύ μεγαλύτερο πεδίο της αντιμετώπισης των κοινότερων νευροεκφυλιστικών παθήσεων όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ και του Πάρκινσον, με τις οποίες άλλωστε λειτουργεί παρόμοια.

Όσον αφορά την εξάπλωση αυτών των ασθενειών, έχουν σημειωθεί και θετικές και αρνητικές εξελίξεις. Η παραλαγή κούρου της Νέας Γουινέας πιθανότατα έχει εξαφανιστεί με το τελευταίο κρούσμα το 2008, ενώ σχεδόν έχει εξαλειφθεί και η κλασική μορφή της σεβ στην Ευρώπη, με ταυτόχρονη εξαφάνιση όλων των περιστατικών στα υπόλοιπα ζώα και σχεδόν εξάλειψη της νέας παραλλαγής του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ. Η τελευταία όμως, λόγω της μακράς περιόδου επώασης, αναμένεται νά’χει λίγα ακόμα κρούσματα στο μέλλον, μπορεί οχι τόσα πολλά όσα αναμένονταν αρχικά, αλλά λίγα ακόμα σίγουρα θά’ρθουν. Το κύριο πρόβλημα με τη νέα παραλλαγή του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ είναι η μεγαλύτερη πιθανότητα μετάδοσής της μέσω ιατρικών διαδικασιών, κάτι που πιθανόν μπορεί να διατηρηθεί επ’αόριστων, εφόσον ταάτομα στην επώαση δεν εντοπίζονται. Κάποια τεστ είχαν δημιουργηθεί το 2011 που θα εντόπιζαν απ’το αίμα το πριόν στους φορείς, αλλά δεν κυκλοφόρησαν λόγω ηθικών υποτίθεται προβλημάτων, π.χ. μπορεί να μην είναι σωστή η ανακοίνωση σε κάποιον ότι πρόκειται να πεθάνει απ’αυτήν την ασθένεια στο μέλλον. Όμως καλό θά’ταν να γνώριζε και ο ίδιος και οι γιατροί, ώστε να προστατεύσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Οι σποραδικές μορφές του Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ παρουσιάζουν επίσης μια μικρή αύξηση σε σχέση με πριν, αλλά δεν είναι γνωστό αν αυτό το φαινόμενο οφείλεται σε πραγματική αύξηση ή σε εντατικότερη διάγνωση. Οι κληρονομικές περιπτώσεις επίσης συνεχίζονται όπως πριν, εφόσον δεν έχουν εφαρμοστεί τεχνικές επέμβασης στο γονιδίωμα ή ευγονικά μέτρα, π.χ. επιλογή΄εμβρύων, για την αντιμετώπισή τους. Άλλες επιδημικές μσε στα ζώα, όπως η μεταδόσιμη εγκεφαλοπάθεια των ικτίδων έχουν εκλείψει, ενώ η κλασική μορφή της τρομώδους νόσου προσπαθείται ν’αντιμετωπιστεί με αναπαραγωγή γενετικά ανθεκτικότερων προβάτων, τα οποία στην πραγματικότητα απλώς έχουν μεγαλύτερο χρόνο επώασης, επομένως η παθολογική πρωτεΐνη δε φαίνεται, αλλά παραμένει στο κρέας που καταναλώνουμε. Επίσης αυτά τα πρόβατα δεν είναι λιγότερο επιρρεπή στις άτυπες μορφές της τρομώδους νόσου. Οι άτυπες μορφές και της τρομώδους νόσου και της σεβ αυξάνονται, ίσως λόγω εκτενέστερης αναζήτησης γι’αυτές. Δυστυχώς η εξάλειψη των σποραδικών μορφών και στα ζώα και στον άνθρωπο είναι ακόμα αδύνατη. Μόνο μια πριονική πάθηση παραμένει εκτός ελέγχου, η χρόνια εξασθενητική νόσος των ελαφιών της Αμερικής, η οποία συνεχίζει να εξαπλώνεται χωρίς επαρκεί μέτρα περιορισμού. Ευτυχώς δεν έχει περάσει ακόμα το Βερίγγιο Πορθμό προς την Ευρώπη. Η μόνη χώρα εκτός Βόρειας Αμερικής όπου σημειώθηκε ήταν η Νότιος Κορέα σε μερικα ελάφια για αναπαραγωγή που είχαν έρθει απ’την Αμερική. Τέλος η ιδέα ότι υπάρχουν είδη ζώων ανθεκτικά στα πριόν πλέον έχει καταρριθφεί, με καταγραφές της νόσου σε σκυλιά και
στα κουνέλια,
και τα δύο ζώα με υψηλή αντοχή στις μσε.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τα πριόν
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη θανατηφόρο αϋπνία
ιστορία της τρομώδους νόσου, της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ και της νόσου κούρου
οι ανθρώπινες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (pdf)
οδηγός απολοίμανσης κι αποστείρωσης πριόν (pdf)

Προσέξατε κάτι στους επιστήμονες που έκαναν τις μεγάλες ανακαλύψεις; Πάρα πολλοί ήταν Εβραίοι. Δεν έψαξα τις βιογραφίες όλων των παραπάνω, αλλά σίγουρα και μερικοί άλλοι των οποίων δεν ανέφερα επακριβώς την εθνικότητα ήταν Εβραίοι. Αυτό επίσης ταιριάζει με το γεγονός ότι μέχρι τα μισά του 20ου αι. οι μεγάλες ανακαλύψεις πάνω σ’αυτόν τον τομέα κι αλλού φυσικά γίνονταν κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη, ενώ έπειτα στην Αμερική, αντανακλώντας τη μετανάστευση των εύπορων Εβραίων ω΄στε ν’αποφύγουν τους Ναζί. Άλλωστε
οι Ευρωπαίοι Εβραίοι έχουν αναπτύξει υψηλή νοημοσύνη
λόγω μοναδικών εξελικτικών πιέσεων κατά το Μεσαίωνα κι αυτό θά’ταν αναμενόμενο. Ως εκ τούτου έχουν δυσανάλογα μεγάλη αντιπρωσώπευση στις σπουδαίες ανακαλύψεις και στα Βραβεία Νόμπελ. Υπό το πρίσμα αυτό λοιπόν, ο διωγμός τους απ’τους Γερμανούς ίσως είχε κατά βάθος, ίσως και υποσυνείδητα, εξελικτική βάση. Οι Γερμανοί, βλέποντας την ανησυχητική κυριαρχία των Εβραίων στους οικκονομικούς και διανοητικούς τομείς και μη μπορώντας εύκολα να τους χτυπήσουν αλλιώς, προσπάθησαν να τους εξοντώσουν.

Advertisements