Ο ρυθμός όλων των χημικών αντιδράσεων αυξάνεται με τη θερμοκρασία, γιατί η αυξανόμενη θερμοκρασία σημαίνει αυξανόμενη ενέργεια κι επομένως αυξανόμενη κινητικότητα μορίων. Αυτος ο νόμος δεν αποκλείει τις βιοχημικές αντιδράσεις, αν και σ’αυτές λόγω της ευαισθησίας των πολύπλοκων συχνά χημικών ουσιών η θερμοκρασιακή ανοχή είναι μικρότερη. Σε οποιονδήποτε οργανισμό όμως και σε οποιαδήποτε λειτουργία, ο μεταβολισμός αυξάνεται προς τις υψηλότερες ανεχόμενες θερμοκρασίες του εκάστοτε είδους. Οι περισσότεροι οργανισμοί του πλανήτη όπως βακτήρια, πρωτόζωα, μύκητες, φυτά κι ασπόνδυλα, έχουν εξελιχθεί κατά το κλίμα της περιοχής που ζουν, κι αναγκάζονται ν’ανέχονται όλο το θερμοκρασιακό εύρος αυτού του κλίματος χωρις να μπορούν να ελέγξουν τη σωματική θερμοκρασία τους (θερμοσυμμορφωτές). Φυσικά εξαιρέσεις υπάρχουν στην παραπάνω ομάδα, όπως θερμογόνα άνθη φυτών, ο παλμός των φτερών μελισσών που ανεβάζει τη θερμοκρασία, κλπ. Από τα σπονδυλωτά, τα ψάρια και τα αμφίβια έχουν συνήθως ευρεία ανοχή θερμοκρασιών, αν κι αυτά τείνουν ν’αποφεύγουν τα άκρα που ποικίλουν ανά είδος. Πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής ζωής του πλανήτη, τα πτηνά και τα θηλαστικά, έχουν εξελιχθεί να διατηρούν μέσω του υψηλού μεταβολισμού τους τη σωματική τους θερμοκρασία σταθερή παρά τις συνήθεις περιβαλλοντικές αλλαγές του εκάστοτε περιβάλλοντος (ενδόθερμα ή αυτόθερμα). Σχεδόν όλα τα υπόλοιπα ζώα είναι εκτόθερμα ή ετερόθερμα, δηλαδή λαμβάνουν τη θερμότητα απ’το περιβάλλον, διότι ο μεταβολισμός τους παράγει αμελητέα ποσότητα. Οι όροι ομοιόθερμα και ποικιλόθερμα δε σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα με τους όρους ενδόθερμα κι εκτόθερμα. Ομοιόθερμοι είναι οι οργανισμοί που διατηρούν όμοια τη θερμοκρασια τους ανεξαρτήτως δυνατότητας παραγωγής της δικής τους θερμότητας, αν και η συντριπτική πλειονότητα των ομοιόθερμων είναι και ενδόθερμοι, ενώ ποικιλόθερμοι είναι οι οργανισμοί των οποίων η θερμοκρασία ποικίλει, που εκτός των εκτόθερμων περιλαμβάνει και μερικά πτηνά και θηλαστικάπου ρίχνουν τη θερμοκρασία του σώματός τους για εξοικονόμηση ενέργειας σε αντίξοες συνθήκες, π.χ. οι
Σκαντζόχοιροι
σε χειμέρια νάρκη. Και ο κανόνας των πτηνών και των θηλαστικών ως τα μόνα ενδόθερμα όμως έχει τις εξαιρέσεις του, με καλύτερα παραδείγματα τους λευκούς καρχαρίες, τους τόνους, τους ξηφίες και της δερματοχελώνες (Dermochelys coriacea), όλα εκ των οποίων διατηρούν με κάποιον τρόπο τη θερμοκρασία ολόκληρου ή τουλάχιστον των κυριότερων μερών του σώματος υψηλότερη απ’την περιβαλλοντική. Τα ερπετά λοιπόν βρίσκονται σε ενδιάμεση θέση, όντας εκτόθερμα αλλά παράλληλα θερμόφιλα περισσότερο ή λιγότερο, προτιμώντας υψηλότερη απ’τη γενική περιβαλλοντική θερμοκρασία για να λειτουργήσουν σωστά. Αυτό το επιτυγχάνουν με διάφορους τρόπους, για τους οποίους θ’αναφέρω παρακάτω.

Η εκτοθερμία των ερπετών έχει δημιουργήσει μια μικρή ορολογία σχετική με τις σωματικές τους θερμοκρασίες. Η κλίμακα θερμοκρασιών λοιπόν όπου ένα ερπετό συναντάται να λειτουργεί σωστά σε φυσικές ή ημιφυσικές συνθήκες είναι η κλίμακα των ανεκτών θερμοκρασιών γι’αυτό το είδος. Ο μέσος όρος αυτών των θερμοκρασιών είναι η προτιμώμενη σωματική θερμοκρασία γι’αυτό το είδος. Λίγους βαθμούς πάνω και λίγους κάτω απ’την κλίμακα ανεκτών θερμοκρασιών βρίσκεται η ανώτερη και η κατώτερη κρίσιμη θερμοκρασία αντίστοιχα, κατά τις οποίες το ερπετό χάνει την ικανότητα συντονισμένης κίνησης, άρα και την ικανότητα διαφυγής απ’την κατάσταση, και πιθανότατα πεθαίνει στη φύση. Εντούτοις η κατώτερη κρίσιμη θερμοκρασία χρησιμοποιείται κάποιες φορές, π.χ. κατά τη χειμέρια νάρκη. Λίγους βαθμούς πάνω και λίγους βαθμούς κάτω απ’τις κρίσιμες θερμοκρασίες βρίσκονται οι ανώτερη και η κατώτερη θανάσιμη θερμοκρασία αντίστοιχα, οπότε το ερπετό πεθαίνει σίγουρα, γι’αυτό και καλό θά’ταν αυτές να μη μετρώνται συστηματικά. Η θερμομέτρηση των ερπετών γίνεται με διάφορους τρόπους, όπως με τοποθέτηση επιφανειακού θερμομέτρου πάνω τους, με τοποθέτηση θερμομέτρου στην αμάρα, ή με τη χρήση θηράματος που φέρει θερμομετρικο τσιπ, μέθοδος αρκετά χρήσιμη για τα φίδια.

Η διαδικασία με την οποία ένας οργανισμός ρυθμίζει τη θερμοκρασία του λέγεται θερμορρύθμιση, και είναι μέρος της ομοιόστασης, της προσπάθειας διατήρησησς του εσωτερικού περιβάλλοντος ενός οργανισμού όσο το δυνατόν σταθερότερο. Ενώ στα θηλαστικά και στα πτηνά η θερμορρύθμιση είναι κατά βάση μια ασυνείδητη διαδικασία εκτελούμενη απ’το αυτόνομο νευρικό σύστημα (αυτόνομη ή φυσιολογική θερμορρύθμιση) υπό φυσιολογικές συνθήκες, γιατί προφανώς σε ακραίες καταστάσεις ολόκληρος ο οργανισμός θα πρέπει να μετακινηθεί σε ασφαλέστερο μέρος, στα ερπετά απαιτεί τη συνεργασία πολλών περισσότερων μερών του νευρικού συστήματος για την εκτέλεση συγκεκριμένης συντονισμένης συμπεριφοράς (συμπεριφορική θερμορρύθμιση), άρα είναι κατά βάση συνειδητή διαδικασία. Και στις δύο παραπάνω ομάδες ζώων εντούτοις, τα κέντρα του εγκεφάλου που ελέγχουν τη διαδικασία είναι τα ίδια. Κέντρα του υποθαλάμου είναι υπεύθυνα για την ανίχνευση των μεταβολών της σωματικής θερμοκρασίας και για την εκκίνηση της θερμορρυθμιστικής λειτουργίας, ο υπερχιασματικός πυρήνας του υποθαλάμου είναι το βιολογικό ρολόι που ελέγχει μεταξύ άλλων και τη θερμορρύθμιση ανάλογα με την ώρα της μέρας, κλπ. Σημειωτέον ότι τα κέντρα αυτά εξυπηρετούν μια κατά πολύ βασικότερη λειτουργία, και δεν είναι υπεύθυνα για την αίσθηση της ζέστης και του κρύου. Η τυπική διαδικασία της ερπετικής θερμορρύθμισης συνήθως περιγράφεται πολύ απλά: Σ’ένα σύνηθες περιβάλλον το ερπετό λιάζεται για να ζεσταθεί, έπειτα πηγαίνει στη σκιά όταν υπερθερμανθεί, έπειτα όταν κρυώσει ξαναβγαίενι στον ήλιο, και ούτω καθεξής. Στην πραγματικότητα όμως η διαδικασία είναι πολύ πιο πολύπλοκη και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, και φυσικά δεν είναι τόσο εύκολη, γιατί δεν είναι κάθε μέρα οι θερμοκρασίες ιδανικές.

Τα ερπετά χρησιμοποιούν και τους τρεις κύριους τρόπους μετάδοσης της θερμότητας, την αγωγή, τη μεταγωγή και την ακτινοβολία. Η αγωγή΄είναι η απευθείας μεταφορά της από το ένα σώμα στο άλλο όταν αυτά εφάπτονται, η μεταγωγή γίνεται μέσω άλλου μέσου όπως ο αέρας και το νερό, ενώ η ακτινοβολία γίνεται με ακτινοβόληση υπέρυθρης ακτινοβολίας απ’το θερμαινόμενο σώμα. Κυρίως χρησιμοποιείται η αγωγή και η ακτινοβολία, γιατι η μεταγωγική ικανότητα του αέρα είναι πολύ μικρή, κι ευτυχώς γιατί αλλιώς θα χανόταν εύκολα η θερμότητα, αυτή όμως του νερού είναι αρκετά μεγαλύτερη, ώστε τα ερπετά εκεί να χάνουν πολύ ευκολότερα θερμότητα στο περιβάλλον τους. Έτσι λοιπόν έχουμε τα ηλιόθερμα είδη, αυτά που ζεσταίνονται κυρίως απ’τον ήλιο με ακτινοβολία, τα οποία είναι κατά βάση ημερόβια, και τα θιγμόθερμα, αυτά που ζεσταίνονται με αγωγή μ’επαφη σε ήδη ηλιοθερμασμένα αντικείμενα του περιβάλλοντος, και συνήθως είναι νυκτόβια, αν κι αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι πάντοτε σαφής, διότι πολλά νυκτόβια ερπετά λιάζονται φευγαλέα τη μέρα, ενώ και τα ημερόβια δεν αφήνουν την ευκαιρία ενός θερμού σώματος αν δεν έχει ήλιο. Παρόλο που θ’αναμενόταν τα ερπετά να χάνουν το ίδιο εύκολα θερμοκρασία με τους ίδιους τρόπους με τους οποίους την αποκτούν, αυτό δε γίνεται, εξαιτίας σωματικών προσαρμογών. Για παράδειγμα τα αιμοφόρα αγγεία κοντά στην εξωτερική επιφάνεια ενός ερπετού διαστέλλονται ενώ αυτό λιάζεται, ώστε να θερμανθεί το αίμα γρηγορότερα, όμως σε περίπτωση κρύου συστέλλονται μειώνοντας την περιφερειακή κυκλοφορία. Επίσης υπάρχει και η συμπεριφορική αποφυγή υπερβολικά κρύων περιοχών.

Η έκθεση στον ήλιο, η πλέον αναγνωρίσιμη μορφή θέρμανσης ενός ερπετού και η πλέον μελετημένη, δεν είναι μια απλή διαδικασία όπου ένα ερπετό λιάζεται μέχρι να ζεσταθεί, μετά φεύγει, μετά ξανάρχεται να λιαστει κι ούτω καθεξής. Επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες όπως η γενική περιβαλλοντική θερμοκρασία, η κατάσταση του ερπετού, η γενική ηλιοφάνεια κλπ. Ο χρόνος της έκθεσης στον ήλιο είναι αντιστρόφως ανάλογως με την περιβαλλοντική θερμοκρασία, δηλαδή όσο πιο πολύ κρύο κάνει έξω, τόσο περισσότερη ώρα θα λιάζεται το ερπετό κι όσο περισσότερη ζέστη κάνει τόσο λιγότερο για ευνόητους λόγους. Το ποσό της ακτινοβολίας ακόμα ρυθμίζεται από το ερπετό, π.χ. όταν είναι πρωί και το ζώο θέλει ν’αυξήσει γρήγορα τη θερμοκρασία του για της καθημερινές λειτουργίες εκτίθεται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου συνήθως απλωμένο. Τα φίδια για παράδειγμα μπορεί ν’απλωθούν σχεδόν ολόκληρα ή οι νεροχελώνες να κάθονται με το κεφάλι, την ουρά και τα άκρα πλήρως εκτεταμένα. Έπειτα, όταν το ζώο ζεσταθεί αρκετά, μπορει να κουλουριαστεί ή με κάποιον άλλον τρόπο να περιορίσει την επιφάνεια του σώματός του που εκτίθεται στην ηλιακή ακτινοβολία, αλλά και να αλλάξει προσανατολισμό με έκθεση παράλληλη τώρα με τις ακτίνες του ήλιου, π.χ. σε κάποιο φυτό ή σ’άλλο μέρος με λιγότερο απευθείας ήλιο. Σε ακόμα μεγαλύτερη ζέστη, αν την υπομείνουν, πολλά είδη λαχανιάζουν μ’ανοιχτό το στόμα για να εξατμίσουν τη θερμότητα, π.χ. οι ιγκουάνες (Iguana iguana) που λιάζονται συχνά έχουν ανοιχτό το στόμα. Συνήθως όμως σ’αυτό το σημείο το ζώο φεύγιε απ’τον ήλιο σε πιο σκιερά μέρη, όπως σε τρύπες, κάτω απ’το χώμα, σε χόρτα ή στο νερό, ανάλογα με την οικολογία του κάθε είδους. Έπειτα το ερπετό μπορεί να επιστρέψει πάλι στον ήλιο ή σε κάποια ηλιοθερμασμένη επιφάνεια. Ακόμα η έκθεση στον ήλιο εξυπηρετεί μια ακόμα σημαντική λειτουργία, τη σύνθεση της βιταμίνης d3 μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας, η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου στον οργανισμό.

Η γενική θερμορρύθμιση ήταν λοιπόν αυτή που περιέγραψα παραπάνω. Ανάλογα όμως με το κλίμα της κάθε περιοχής, ο τρόπος της θερμορρύθμισης παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Στις εύκρατες περιοχές για παράδειγμα σημαντική δυσκολία είναι οι έντονες εποχιακές αλλαγές με αυξομειώσεις της θερμοκρασίας, ο άστατος καιρός και η βραχεία περίοδος του καλοκαιριού σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή γεωγραφικά πλάτη. Στα θερμότερα μέρη της εύκρατης ζώνης το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο, μιας και κατά μεγάλο μέρος του έτους επικρατούν ευνοΪκές συνθήκες. Για το ψυχρότερο όμως υπόλοιπο του έτους, ή σε μεγαλύτερα υψόμετρα και γεωγραφικά πλάτη, τα ερπετά αυτά πρέπει ν’αντιμετωπίσουν το κρύο. Εφόσον λοιπόν ο ρυθμός απόκτησης θερμοκρασίας υπό κανονικές συνθήκες είναι μεγαλύτερος απ’αυτόν της απώλειας, τα ερπετά αυτά αξιοποιώντας στο έπακρο τις παραπάνω μεθόδους λιασήματος, κατορθώνουν ακόμα και με λίγες ώρες έκθεσης στον ήλιο να διατηρούν αρκετά υψηλή θερμοκρασία για το υπόλοιπο της ημέρας, στην προτιμώμενη ζώνη θερμοκρασιών τους γύρω στους 30-33 βαθμούς Κελσίου. Σε περίπτωση όπου ο ήλιος δεν επαρκεί, όπως όταν περνούν συνεχώς σύννεφα από πάνω, τα ερπετά αυτά μπορούν να παραμένουν στη θέση του λιασήματος για σχεδόν όλη τη μέρα. Επίσης σε ψυχρές συνθήκες αποφεύγουν το κρύο έδαφος και τα χαμηλά μέρη, ενώ οι νυχτερινές κρυψώνες που επιλέγουν θερμαίνονται πιο εύκολα από τον ήλιο τη μέρα. Έτσι ένα τέτοιο ερπετό μπορεί ν’ανεβάσει τη θερμοκρασία του αρκετά ψηλά, για παράδειγμα σ’ένα ψηλό βουνό έχει μετρηθεί αύξηση της σωματικής θερμοκρασίας κατά 30 βαθμούς σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο, εφόσον δε φυσάει και η μεταγωγή είναι αμελητέα. Μ’αυτόν τον τρόπο μερικά ερπετά έχουν κατορθώσει να ξεπεράσουν τον αρκτικό κύκλο, όμως εκεί αντιμετωπίζουν ακόμα ένα πρόβλημα. Η αναπαραγωγή απαιτεί υψηλότερες θερμοκρασίες απ’τη συνήθη θερμοκρασία λειτουργίας, ενώ η επώαση των αβγών στο έδαφος είναι αβέβαιη, γι’αυτό και τα περισσότερα είδη εκεί είναι ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα, μεταφέροντας τα έμβρυα μαζί τους όπου υπάρχει ζέστη, και λιάζονται περισσότερο όταν αναπαράγονται. Ακόμα πιο ψηλά όμως η αναπαραγωγή των ερπετών είναι αδύνατη, εξαιτίας της υπερβολικής βραχύτητας του καλοκαιριού και συνεπώς της έλλειψης χρόνου για τη γαμετική ωρίμανση και την εμβρυική ανάπτυξη.

Στις ερήμους το πρόβλημα είναι η πολλή ζέστη. Εδώ τα περισσότερα ερπετά λιάζονται νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα, ή σε περίπτωση μαλακού κλίματος πολλά είναι νυκτόβια θερμαινόμενα από είδη ζεστές επιφάνειες, ενώ στη ζέστη της μέρας κρύβονται υπογείως, όπου το περιβάλλον είναι σημαντικά δροσερότερο και η υγρασία υψηλότερη, άλλωστε θα πρέπει να εξοικονομήσουν και νερό. Οι χελώνες της ερήμου της Βόρειας Αμερικής (γένους Gopherus) για παράδειγμα κατασκευάζουν σύρραγγες μήκους έως κι 8 μέτρων και βάθους 3, τις οποίες χρησιμοποιούν για μεγάλο μέρος της ζωής τους. Οι ιγκουάνες των βράχων της Αμερικής (Dipsosaurus dorsalis) και οι ακάνθουροι βαρανοί της Αυστραλίας (Varanus acanthurus) σφηνώνονται σε στενές δροσερές σχισμές βράχων, ενώ η κερασφόρος οχιά της ερήμου της Β. Αφρικής και της Μέσης Ανατολής (Cerastes cerastes) θάβεται ολόκληρη στην άμμο με μόνο το κεφάλι έξω για την παρακολούθηση πιθανής λείας. Μ’αυτους τους τρόπους τα ερπε΄τα αυτά κατορθώνουν να διατηρούν το σώμα τους σε ζώνη προτιμώμενων θερμοκρασιών όμοια με των εύκρατων ειδών, δηλαδή γύρω στους 30-33 βαθμούς Κελσίου. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες σαύρες που κυνηγούν αρθρόποδα με το μάτι όλη τη μέρα, οι οποίες έχουν προσαρμόσει τους ιστούς και τα ένζυμά τους ν’αντέχουν υψηλότερες θερμοκρασίες, με προτιμώμενη θερμοκρασία τους 37 βαθμούς Κελσίου και κρίσιμη τους 42 (στα περισσότερα ερπετά αυτές οι θερμοκρασίες θ’απειλούσαν τη ζωή). Η προσαρμογή αυτή όμως τις έχει κάνει συνάμα ευάλωτες στο κρύο, με κρίσιμη θερμοκρασία τους 15 βαθμούς Κελσίου, ενώ τα περισσότερα εύκρατα είδη και πολλά ερημικά έχουν τους 3 βαθμούς.

Στα τροπικά δάση η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. Εδώ η θερμοκρασία ποικίλει σχεδόνο όλο το χρόνο στα στενά όρια των 20-30 βαθμών Κελσίου, και η θερμική διαφορά μέρας και νύχτας είναι σχετικά μικρή. Επίσης η αγωγή μέσω των φυτών και του υγρού εδάφους είναι μικρή, ώστε ρτα περισσότερα είδη να χρησιμοποιούν αποκλειστικά την έκθεση στον ήλιο. Η ανάγκη για θερμορρύθμιση εδώ δεν είναι τόσο μεγάλη, ώστε πολλά είδη φαίνεται συνήθως να μην προσπαθούν να θερμορρυθμίζονται. Η ζώνη προτιμώμενων θερμοκρασιών είναι χαμηλότερη, γύρω στους 27-30 βαθμούς, ενώ για γεώβια είδη που ζουν στο έδαφος των τροπικών δασών ίσως φτάνει και στους 25.

Οι παραπάνω είναι οι τυπικές περιπτώσεις, αλλά τα ερπετά δε ζουν μόνο σε χερσαία περιβάλλοντα. Τα υδρόβια ερπετά έχουν για παράδειγμα ν’αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη απ’τον αέρα αγωγιμότητα του νερού, το οποίο τους μετάγει τη θερμότητα εξισώνοντάς την με το περιβάλλον σχετικά γρήγορα. Η δυνατότητες θερμορρύθμισης είναι λιγότερες, με κύριο τρόπο τη χρήση θερμών ρευμάτων ή του επιφανειακού ηλιοθερμασμένου νερού. Όσα ερπετά λιάζονται στην ξηρά, όπως οι κροκόδειλοι και οι περισσότερες νεροχελώνες, το κάνουν συχνά. Άλλα ημιπροσαρμοσμένα θαλάσσια είδη χρησιμοποιούν την ξηρά για πολλές λειτουργίες που απαιτούν υψηλή θερμοκρασία. Οι θαλάσσιες ιγκουάνες των νησιών Γκαλαπάγκος (Amblyrynchus) μπαίνουν στο κρύο νερό της περιοχής τους μόνο για να βοσκήσουν φύκη, αλλ’οι υπόλοιπες δραστηριότητες γίνονται στην ξηρά. Τα ημιθαλάσσια φίδια του γένους Laticauda (πλατύουρος) του Ινδικού και του νότιου Ειρηνικού βγαίνουν στην ξηρά για πέψη της τροφής κι αναπαραγωγή. Τα ολικά θαλάσσια φίδια ωστόσο έχουν προσαρμόσει το μεταβολισμό τους για ψυχρότερο περιβάλλον, με αραιότερη πρόσληψη τροφής και μακρύτερο διάστημα κυοφορίας σε σχέση με χερσαίους συγγενείς τους. Τα γεώβια ή σκαπτικά ερπετά, όπως οι αμφίσβαινες, μερικά φίδια κι άποδες σαύρες, είναι επίσης μια ομάδα που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Θεωρείται πως ανεβαίνουν σε θερμότερα στρώματα του εδάφους τη μέρα ή αγγίζουν θερμασμένα αντικείμενα για την άνοδο της σωματικής τους θερμοκρασίας, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί στις περισσότερες περιπτώσεις. Η μελέτη του κονακιιού (Anguis fragilis), μιας γεώβιας άποδης σαύρας με μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη, δείχνει πως αυτό το ερπετό είναι καλά προσαρμοσμένο για ψυχρότερες θερμοκρασίες, μιας και κυνηγά κυρίως σκουλήκια και γυνοσάλιαγκες που βγαίνουν στη δροσιά και την υγρασία μετά τη βροχή. Έχει παρατηρηθεί ωστόσο ακόμα κι αυτό το είδος να λιάζεται στις περιόδους της γαμετικής ωρίμανσης. Τέλος ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το τουατάρα της Νέας Ζηλανδίας (γένος Sphenodon), ένα πανάρχαιο γένος δύο ειδών ερπετών, το μόνο επιζών της τάξης των σφηνοδοντίων, συγγενικής με τα φολιδωτά (φίδια, σαύρες, αμφίσβαινες). Το ερπετό αυτό έχει προσαρμοστεί για νυκτόβια διαβίωση σε δροσερό κλίμα, και τους χειμώνες πέφτει σε χειμέρια νάρκη, ενώ θερμοκρασίες πάνω από 25 βαθμούς ενδέχεται να το σκοτώσουν. Αντίθετα μ’άλλα νυκτόβια ερπετά της ίδιας περιοχής κι άλλων, τα οποία θερμαίνονται μέσω ήδη θερμασμένων επιφανειών όπως πέτρες, ξύλα ή και με μικρή έκθεση στον ήλιο, το συγκεκριμένο δεν παρατηρείται να θερμορρυθμίζεται, υποδηλώνοντας καλή προσαρμογή στο κρύο. Παρατηρήσεις σε άγριους πληθυσμούς έδειξαν πως τα ζώα είναι κατανεμημένα στον ήλιο και στη σκιά εξίσου. Παρόλα αυτά έχει βρεθεί ακομα και σ’αυτό το είδος μια σύνδεση μεταξύ της ποσότητας τροφής που καταναλώθηκε την προηγούμενη μέρα με τη θερμοκρασία που επιλέγεται την επόμενη, με μια προτίμηση για ελαφρώς υψηλότερες θερμοκρασίες με το περισσότερο φαγητό.

Ορισμένες λειτουργίες των ερπετών όπως είπα, απαιτούν υψηλότερη θερμοκρασία απ’αυτήν της συνήθους λειτουργίας. Τέτοιες είναι ενεργοβόρες λειτουργίες όπως η λεκηθογένεση (λέκηθος στ’αρχαία ο κρόκος του αβγού), η παραγωγή δηλαδή του κρόκου των αβγών, του θρεπτικού μέσου για τα έμβρυα, και η σπερμιιογένεση, η τελική φάση της διαίρεσης των σπερματοζωαρίων που δημιουργήθηκαν κατά τη σπερματογένεση. Στις εύκρατες περιοχές οι λειτουργίες αυτές ξεκινούν μετά τη χειμέρια νάρκη, ενώ και σ’άλλα κλίματα συνήθως μετά από μια έστω και ελαφριά ψυχρή περίοδο. Το διάστημα αυτό τα αρσενικά τείνουν να βγαίνουν απ’τη νάρκη νωρίτερα απ’τα θηλυκά και λιάζονται περισσότερο, ενώ τα θηλυκά βγαίνουν λίγο αργότερα κατά την περίοδο του ζευγαρώματος και την ανάπτυξη των αβγών. Αυτή η συμπεριφορά έχει και το κόστος της όμως, αφού πολλά είδη, ιδίως τα αρσενικά, δεν τρώνε εκείνο το διάστημα και η απώλεια βάρους τους είναι ταχύτερη απ’αυτήν κατά τη χειμέρια νάρκη λόγω υψηλότερης περιβαλλοντικής θερμοκρασίας. Επίσης η πέψη απαιτεί συνήθως υψηλότερη θερμοκρασία απ’τη συνήθη, ιδίως για μεγάλα γεύματα όπως αυτά που καταναλώνονται απ’τα φίδια. Σε μια μελέτη θερμομετρήθηκαν ευρωπαϊκές οχιές (Vipera berus) νηστικές και ταΪσμένες υπό ημιφυσικές συνθήκες, και βρέθηκε πως οι ταϊσμένες λιάζονταν πολύ περισσότερο, ανεβάζντας τη θερμοκρασία τους στους 33 βαθμούς απ’τη συνήθη των 30 βαθμών γι’αυτό το είδος. Αντίθετα στις εντομοφάγες σαύρες η πέψη γίνεται κανονικά και υπό την συνήθη θερμοκρασία λειτουργίας, διότι αυτά τα ζώα θα πρέπει να τρώνε πολύ συχνότερα μικρά γεύματα, τα οποία βρίσκουν και σε πιο κρύα σημεία.

Τα ερπετά πάντως δεν είναι αυτοματισμένα να επιλέγουν πάντοτε τη ζέστη. Όπως όλοι οι οργανισμοί, η θερμοκρασία τους θα πρέπεινα ποικίλει για να λειτουργήσουν σωστά. Ακόμα και τα θηλαστικά συμπεριλαμβανομένων κι εμάς, ρίχνουν τη θερμοκρασία τους ελαφρώς κατά τον ύπνο για παράδειγμα. Έτσι και τα ερπετά το βράδυ χρειάζονται πτώση της θερμοκρασιας για να παραμείνουν υγιή κι αποφεύγουν τη ζέστη τότε. Σ’ένα πείραμα που είχα κάνει κάποτε αυτό ήταν πολύ φανερό: Είχα ένα σούρουπο μια μικρή χελώνα ξηράς (Testudo hermanni) σ’ένα μικρό τάπερ, το μισό πάνω απ’τον ανεμιστήρα του φορητού μου υπολογιστή, το άλλο μις΄΄ο πάνω στο τραπέζι σ’εξωτερικό χώρο. Όσες φορές κι αν την έφερνα στη ζεστή μεριά, πάντοτε πήγαινε απ’την άλλη και μαζευόταν στο καβούκι της. Συμπέρανα λοιπόν πως χρειάζεται δροσιά για να κοιμηθεί σωστά. Πράγματι ερπετά που διατηρούνται σταθερά στην προτιμώμενη θερμοκρασία τους στο εργαστήριο πεθαίνουν σε λίγους μήνες. Επίσης στις εύκρατες περιοχές, όταν ο καιρός είναι ασυνήθιστα κρύος, τα ερπετά θα κάνουν αυτό που κοστίζει λιγότερο ενεργειακά, δηλαδή θα παραμείνουν σε χαμηλές θερμοκρασίες 4-8 βαθμών, μέχρι νά’ρθει η ευκαιρία να λιαστούν, παρά να ψάχνουν τη ζέστη. Τέλος η χειμέρια νάρκη είναι το κύριο παράδειγμα επιλογής του κρύου. Πολλά ερπετά εύκρατων κι ερημικών περιοχών έχουν προσαρμοστεί να πέφτουν σε χειμέρια νάρκη ή τουλάχιστον να ψύχονται για ένα διάστημα, κάτι που θα τα ρυθμίσει σωστά ως προς την αναπαραγωγή κι άλλες λειτουργίες για το επόμενο έτος. Κατά την προετοιμασία λοιπόν για τη χειμέρια νάρκη, τα ζώα αρχίζουν να τρώνε λιγότερο, ν’αποφεύγουν τη ζέστη και να ψάχνουν κατάλληλο σημείο διαχείμασης. Ακόμα και στην αιχμαλωσία, ιδίως τα ερπετά πιασμένα απ’τη φύση, αποφεύγουν τη ζεστή πλευρά του περιβάλλοντός τους μένοντας στη δροσερή κι αρνούμενα τροφή για το διάστημα της νάρκης. Οι συνήθης κλίμακα θερμοκρασιών κατάλληλων για χειμέρια νάρκη είναι 2-5 βαθμοί Κελσίου, ενώ μερικα είδη αντέχουν και ως τους -2-4 βαθμούς. Πολλοί νεοσοί αμερικανικών εύκρατων νεροχελωνών για παράδειγμα, συμπεριλαμβανομένης της κοινής κοκκινομάγουλης νεροχελώνας (Trachemys scripta elegans), μπορούν να διαχειμάσουν στις φωλιές τους αν δεν έχουν προλάβει να πάνε στο νερό, όπου η θερμοκρασία μπορεί να πέσει κάτω απ’το μηδέν, ενώ και οι ενήλικες βαμμένες νεροχελώνες (Chrysemys picta), ένα αμερικανικό είδος αρκετά βόριεας εξάπλωσης, αντέχουν θερμοκρασίες υπό του μηδενός. Γενικά όμως τα περισσότερα ερπετά δεν είναι προσαρμοσμένα να παγώνουν, και θ’αποφύγουν όσο μπορούν τις θανάσιμες αυτές θερμοκρασίες με τη μειωμένη κινητικότητά τους σ’αυτήν την κατάσταση. Πολλά είδη που σκάβουν στο έδαφος για νάρκη, όπως οι περισσότερες χελώνες, σε περίπτωση παγωνιάς σκάβουν σιγά-σιγά βαθύτερα ώστε να βρεθούν σε πιο προστατευμένο βάθος. Η αμερικανική αρπακτική νεροχελώνα (Chelydra serpentina) ακόμα, σε θερμοκρασίες που πλησιάζουν το 0 παρουσιάζει ευερεθιστότητα του ψύχους, μια παράδοξη αντίδραση όπου το ζώο εμφανίζει σπασμωδικές κι ασυντόνιστες κινήσεις, οι οποίες ίσως το βοηθούν ν’αποφεύγει πολύ κρύα περιβάλλοντα στη φύση. Επιπλέον, αν κι εκτός του θέματος της θερμορρύθμισης, αρκετά ερπετά όπως πολλά μικρά φίδια, σαύρες και νεροχελώνες, καθώς και πολλά αμφίβια, δεν πέφτουν σε πλήρη χειμέρια νάρκη, ιδίως αυτά των θερμότερων εύκρατων περιοχών. Τα ζώα αυτά γενικά αδρανοποιούνται το χειμώνα, αλλά θα βγουν ενίοτε να λιαστούν σε ασυνήθιστα ζεστές μέρες.

Οι παραπάνω τακτικές και συμπεριφορές εφαρμόζονται από υγιή ερπετά. Τι γίνεται όμως αν ένα ερπετό ασθενήσει; Όπως λοιπόν τα θηλαστικά έχουν πυρετό, έτσι και τα ερπετά εμφανίζουν συμπεριφορικό πυρετό, δηλαδή προτιμούν της υψηλότερες θερμοκρασίες της ανεκτής κλίμακάς τους, ώστε το ανοσοποιητικό τους σύστημα να λειτουργεί στο μέγιστο. Εάν όμως η ασθένεια είναι πολύ σοβαρή, ή το στρες μεγάλο, το ερπετό θα κατεβάσει το μεταβολισμό του ώστε να εξοικονομήσει όσο περισσότερη ενέργεια γίνεται, επιλέγοντας τη χαμηλότερη δυνατή θερμοκρασία ακόμα και το καλοκαίρι, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μολυσματικού παράγοντα είναι βραδύτερος, βραδύτερη όμως θάναι και η λειτουγία του ανοσοποιητικού συστήματος, αν κι ορισμένα στοιχεία του τελευταίου συνεχίζουν να λειτουργούν. Έτσι δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία στον οργανισμό να καταπολεμήσει την ασθένεια. Αρκετά ερπετά βγαίνουν υγιή απ’αυτήν τη διαδικασία, θνησιμότητα ωστόσο λόγω ασθενειών πάλι υπάρχει. Στην αιχμαλωσία οπότε θα πρέπει να παρέχεται διαβάθμιση θερμοκρασιών από αρκετά υψηλές έως αρκετά χαμηλές σ’ένα άρρωστο ερπετό, ώστε αυτό να μπορεί να επιλέξει τη σωστή τακτική άμυνας ανάλογα με την κατάστασή του. Η παλαιότερη αντίληψη ότι το άρρωστο ερπετό θα πρέπει πάντοτε ν’αναρρώνει σε υψηλές θερμοκρασίες έχει σκοτώσει πολλά ζώα.

Η λιγότερο μελετημένη ως τώρα πλευρά της θερμορρυθμιστικής συμπεριφοράς είναι αυτή που έχει να κάνει με τη συναισθηματική κατάσταση του ζώου. Τα ερπετά, όπως και πολλά άλλα σπονδυλωτά, έχουν τις απαραίτητες εγκεφαλικές δομές για τη βίωση των βασικών συναισθημάτων όπως του φόβου, του θυμού και της ευχαρίστησης, ενώ κάποια πιο πολύπλοκα ή κοινωνικά είδη μπορεί να’χουν και κοινωνικά αισθήματα. Ο εγκέφαλος των ερπετών άλλωστε είναι σχεδόν ίδιος στη δομή μ’αυτόν των πουλιών. Επειδή λοιπόν τα ζώα αυτά δεν εκφράζουν έντονα τη συναισθηματική τους κατάσταση δε σημαίνει πως δεν καταλαβαίνουν τίποτα κιόλας. Οι μελέτες λοιπόν σ’αυτόν το χώρο, αν και λιγοστές, συμφωνούν με δεδομένα μελετών σε θηλαστικά, τα οποία παρουσιάζουν ελαφριές αυξομειώσεις στη σωματική τους θερμοκρασία ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση. Ακόμα κι εμείς ζεσταινόμαστε περισσότερο όταν φοβόμαστε ή θυμώνουμε, ενώ κρυώνουμε όταν θλιβόμαστε. Και τα ερπετά λοιπόν έχουν παρόμοιες αντιδράσεις. Ερπετά που εκτίθενται συνεχώς σε στρες, είτε λόγω κακού περιβάλλοντος, είτε λόγω συνεχούς παρουσίας ανθρώπων κι άλλων ζώων γύρω, ή λόγω παρενόχλησης από πιο κυρίαρχα μέλη του είδους τους, γίνονται ληθαργικά, κρύβονται πολύ κι αποφεύγουν την πηγή θερμότητας, ενώ στα είδη που αλλάζει το χρώμα του δέρματος σκουραίνουν, ειτε για να καμουφλαριστούν με το έδαφος σε παρόμοιες φυσικές καταστάσεις είτε για ν’απορροφήσουν όση ακτινοβολία υπάρχει. Αυτή η συναισθηματική κατάσταση μπορεί να συγκριθεί με το χρόνιο φόβο, την ανασφάλεια, το άγχος ή την κατάθλιψη. Σε μια άλλη κατάσταση παρόμοια της κατάθλιψης, η οποία παρατηρείται σε ερπετάπου ζουν σε στείρα και σταθερά περιβάλλοντα, το ζώο απομακρύνεται απ’τη θερμότητα όντας ληθαργικο κι αρνούμενο τροφή. Εάν αυτή η κατάσταση αναστραφεί με τη δημιουργία ενός πιο ενδιαφέροντος περιβάλλοντος, πράγμα που γίνεται συχνά, πρόκειται για θέμα ψυχολογικό. Αντίθετα, σε περιπτώσεις οξέος στρες, ανάλογο του έντονου φόβου, π.χ. κατά τις μετρήσεις ή το χειρισμό, τα ερπετά παρουσιάζουν συμπεριφορικό πυρετο και ταχυκαρδία προτιμώντας για το επόμενο μικρό χρονικο διάστημα υψηλότερη θερμοκρασία, όπως και στα μικρά θηλαστικά, τα οποία ανεβάζουν τη θερμοκρασία τους (συναισθηματικός πυρετός) μετά το χειρισμό απ’τους επιστήμονες. Η αντίδραση αυτή ωστόσο μειώνεται με το χρόνο στα θηλαστικά όσο συνηθίζουν την ενόχληση, και το ίδιο συμβαίνει και στα ερπετά. Στα αμφίβια δεν παρατηρήθηκε συμπεριφορικός συναισθηματικός πυρετός.

Στην αιχμαλωσία επομένως, με γνώση της κλίμακας των ανεκτών θερμοκρασιών ενός είδους ερπετού, η διατήρησή του δεν είναι και τόσο δύσκολη. Σχεδόν όλα τα ερπετά απαιτούν θερμοκρασίες υψηλότερες απ’αυτές του περιβάλλοντος, κι αυτές θα πρέπει να παρέχονται με ειδικό εξοπλισμό. Όλα τα ερπετά χρειάζονται διαβάθμιση των θερμοκρασιών στο περιβάλλον τους, με διαίρεση του τελευταίου σε μια θερμή και μια δροσερή πλευρά, οπότε το ζώο μπορεί να θερμορρυθμίζεται ανεμπόδιστα. Για τα ημερόβια είδη κι όχι μόνο, διατίθεται ακόμα και μια ακόμα θερμότερη περιοχή πάνω σε μια επιφάνεια της θερμής πλευράς, το σημείο λιασήματος (basking spot), όπου με τη βοήθεια συνήθως μιας λάμπας πυρακτώσεως όπως μια τύπου σποτ ή με μιας προσαρμοσμένης σε θερμαντικη με ανακλαστήρες γύρω της η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω απ’τους 30 βαθμούς, συνήθως 30-32, αλλά και 32-35 για είδη θερμότερων περιοχών, ενώ για μερικά ερημικά και βαρανούς έως και 37-40 ή και περισσότερο. Οι γενικές θερμοκρασίες διατήρησης των ερπετών είναι περίπου 23-30 βαθμοί για τη μέρα και 18-25 για τη νύχτα, αυτά πολύ γενικά και σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να διατηρηθει κάποιο είδος με βάση τα παραπάνω. Κάθε είδος ή τουλάχιστον κάθε οικολογική ομάδα ειδών απαιτεί συγκεκριμένες κλίμακες, οι οποίες δίνονται στα άρθρα φροντίδας για ερπετά: θερμοκρασία ημέρας, θερμοκρασία σημείου λιασήματος και θερμοκρασία νύχτας. Εάν το είδος πέφτει σε νάρκη ή χρειάζεται κάποια ψύξη το χειμώνα για την αναπαραγωγή, δίνονται κι αυτές τις θερμοκρασίες. Εκτός απ’τις θερμαντικές λάπες, ως θερμαντικοί εξοπλισμοί χρησιμοποιούνται σπανιότερα και θερμαντικά πάνελ για θέρμανση από πάνω, και οι εφαπτόμενες θερμαντικές πλάκες, τα θερμαντικά καλώδια κλπ, κατάλληλα για νυκτόβια θιγμόθερμα είδη ή συμπληρωματικά οπουδήποτε αλλού. Για τον έλεγχο των θερμοκρασιών χρησιμοποιούνται θερμόμετρα, τουλάχιστον ένα κάτω απ’το σημείο λιασήματος κι ένα στη μέση του περιβάλλοντος, και για καλύτερη ρύθμιση της θερμοκρασίας κι εξοικονόμηση ενέργειας μπορούν να τοποθετηθούν θερμοστάτες στις θερμαντικές συσκευές. Ο κακός έλεγχος της θερμοκρασίας φένει ανεπιθύμητες συνέπειες. Σε περίπτωση υπερθερμίας το ζώο κινδυνεύει άμεσα να πεθάνει από θερμοπληξία, κατάσταση αρκετά επικίνδυνη σε ερπετά που εκτίθενται έξω στον ήλιο χωρίς προστασία ή σε περιβάλλοντα με υπερβολικό θερμαντικό εξοπλισμό για το μέγεθός τους. Πιο συχνή όμως και πιο ύπουλη αιτία προβλημάτων είναι μακράν η υποθερμία. Το υποθερμικό ερπετο γίνεται ληθαργικό και ίσως τρώει λίγο ή αρνείται την τροφή εντελώς, μένοντας σε μια κατάσταση συνεχούς στρες και ευπάθειας σε ασθένειες. Αν υπάρχει έστω και η μικρότερη πηγή θερμότητας το ζώο θα βρίσκεται συνεχώς κολλημένο πάνω της, κι αν αυτή είναι υπερβολικά ζεστή ή απροστάτευτη η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα. Ευτυχώς η παροχή των κατάλληλων θερμοκρασιών για τα περισσότερα αιχμάλωτα ερπετά δεν είναι δύσκολη υπόθεση.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τα εκτόθερμα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη θερμορρύθμιση
άρθρο της Αγγλικής Wikipedia για τη σχετικά ενδόθερμη δερματοχελώνα
θερμορρύθμιση σε διάφορα ερπετά με έμφαση στο τουατάρα
φυσιολογικές μεταβολές των ερπετών κατά τη θερμορύθμιση
ευερεθιστότητα του ψύχους στις αρπακτικές χελώνες και αντοχή ερπετών κάτω απ’το 0
φωτισμός και θέρμανση για ερπετά|
αλλαγή στις προτιμώμενες θερμοκρασίες σχετιζόμενη με ασθένεια
συμπεριφορικός συναισθηματικός πυρετός στα ερπετά
συναισθηματικός πυρετός σε νεροχελώνες έπειτα από έντονο χειρισμό (pdf)

Καθώς και διάφορα άλλα μικρά αποσπάσματα από πολλές περισσότερες.

Advertisements