Πριν λίγο καιρό, σας είχα πει πως
Έγινε μια συνάντηση της Ελληνικής Πύλης για τα ερπετά,
Όπου συμμετείχα κι εγώ. Μετά απ’αυτήν σκέφτηκα πώς θά’ταν πολύ χρήσιμο να επισκεφθώ τις συλλογές κάποιων μελών από κοντά για να γνωρίσω τα ερπετά καλύτερα και τον τρόπο διατήρησής τους, καθώς και τις εμπειρίες καθενός ερπετοχομπίστα. Κανόνισα λοιπόν μέσω του φόρουμ να επισκεφθώ τον οργανωτή της συνάντησης, ο οποίος συνίδρυσε τη σελίδα μαζί μ’έναν ακόμα admin απ’την Αθήνα. Όπως σας είχα πει και στο προηγούμενο θέμα, είναι μόλις 21 χρόνων, αλλ’έχει στη συλλογή του αρκετά σπάνια και δηλητηριώδη φίδια δύσκολα να τα βρει κανείς. Μένει στο σπίτι με την κοπέλα του, όχι με τους γονείς του, το αναφέρω αυτό διότι μου είχε φανεί πολύ παράξενο πώς οι γονείς του τον άφησαν νά’χει συλλογή με τέτοια είδη. Πήγα λοιπόν με δύο φίλους μου σήμερα στο σπίτι του, και τα είδαμε όλα από κοντά.

Το σπίτι ήταν ένα απλό μικρό ισόγειιο σχετικά κοντά στην περιοχή μου, ίσως νοικιασμένο αλλά δε ρώτησα. Μόλις μπήκαμε καθίσαμε λίγο, γνώρισε ο αντμίν τους άλλους δύο, μας γνώρισε και η γατούλα του, κι έπειτα μπήκαμε μέσα. Η γατούλα ήταν ένα πανέμορφο αρσενικό 6 μηνών, που την ονόμασε Μόρις, βρετανικής κοντόμαλλης φυλής (british shorthair). Οι γάτες αυτές γίνονται ως και 10 κιλά, και την επέλεξε επειδή είναι ήσυχη και δεν πηδάει παντού λόγω βάρους και κοντών ποδιών. Στο λαιμό της είχε ένα λουράκι με κουδουνάκι για να τη βρίσκει, επειδή δεν ήθελε να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα φίδια. Το μικρό μπαλκονάκι ήταν η βάση της με την άμμο, με τις φωλίτσες και με διάφορα άλλα πράγματα για να παίζει, κι έμπαινε μέσα στο σπίτι συχνά. Ήταν πολύ ήρεμη, στρουμπουλή και φιλική. Πιστεύω πως αν έφερνα την κουνέλα μου δε θα υπήρχε πρόβλημα, αν κι ο αντμίν δεν ήθελε να την φέρω επειδή ίσως αναστάτωνε τη γάτα. Ο ίδιος είχε έναν κούνελο για 12 χρόνια, μεγάλης όμως ράτσας, περίπου 5 κιλών. Ήταν ήσυχος και καλός. Άρχισε να δείχνει σημάδια κατάπτωσης στα 9 του χρόνια με πέσιμο μαλλιών και μειωμένη δραστηριότητα, και την πρωτοχρονιά μετά από 3 χρόνια, πέθανε ήσυχος. Είχε δηλαδή φτάσει στο ανώτερο όριο της συνήθους διάρκειας ζωής των κουνελιών, σπάνια μερικά την ξεπερνούν. Μακάρι η Λίμπο μου να ζήσει κι αυτή τόσο.

Στο δωμάτιο με τα φίδια μετά υπήρχε ο Ρίο, ένας παπαγάλος. Δε ρώτησα το είδος, ήταν όμως πολύ άγριο πουλί. Τον άκουγα πρι μπω στο σπίτι να κράζει άγρια, και την περισσότερη ώρα που μείναμε εκεί δε σταματούσε. Ήταν μόνο 200 γραμμάρια, όμως μπορούσε να δαγκώσει πολύ άσχημα, ως και να χρειαστεί ράμματα μας είπε. Ο ίδιος τον είχε από μικρό, κι ακόμα και η κοπέλα του που τον ήξερα από παλιά δέχεται λίγη επιθετικότητα. Ήταν σ’ένα κλουβί αρκετά μεγάλο και σε περίπτωση που το καθάριζε ή σπάνια κι άλλες φορές των έβγαζε ελεύθερο για λίγο στο σπίτι. Μιλούσε πάντως λίγο. Μπορούσε να πει κούκου, να δώσει φιλάκι κι άλλα, όμως δεν τα είχε πει όλα τότε, επειδή στρεσαριζόταν από εμάς. Όταν αργότερο ο αντμίν έκανε να φύγει λέγοντας «φεύγω» και κκουνώντας τα κλειδιά, ο παπαγαλάκος ξέσπασε σε φιλάκια κι άγριες φωνές μετά. Γενικα είναι ζώο που απαιτεί κάτι έντονα, δεν είναι χαδιάρικο ούτε ζητάει κάτι ήσυχα. Είναι κοινωνικό και πανέξυπνο και ζητά συνέχεια την προσοχή των άλλων. Όταν μετά καθώς μιλούσαμε έκλεισε την πόρτα του δωματίου του, άρχιζε να κράζει συνέχεια και πολύ αγριεμένα, αργότερα όμως σταμάτησε. Για να μάθει κάτι θα πρέπει μας λέει να το συνδυάσει με κάτι άλλο, π.χ. μια κίνηση του σώματος.

Και τέλος μένει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, τα φίδια. Για το συγκεκριμένο θέμα στο ιστολόγιο του ζήτησα μερικές φωτογραφίες, τις οποίες μου έδωσε σήμερα στο φλασάκι μου. Δεν είναι όλων των φιδιών, αργότερα όμως μάλλον θα πάρω κι άλλες. Η συλλογή του τότε είχε 8 φίδια, 4 οχιές της Μήλου που έχει τις είχε μετακινήσει προσωρινά στο πατρικό του μας είπε. Εδώ να κάνω μια σημείωση: Τα περισσότερα φίδια του τά’χει πάρει απ’τη Γερμανία. Ταξίδευε με το αυτοκίνητό του ως εκεί και μ’άλλους φίλους του, διέμεναν στη Γερμανία και σε γειτονικές ευρωπαΪκές χώρες για καμία βδομάδα, κι έτσι και τα έξοδα μοίραζαν, και διακοπές στο εξωτερικό πήγαιναν, και τα φίδια έπαιρναν. Παρόλα αυτά, ακόμα δε συμπαθεί τους Γερμανούς.

Το πρώτο φίδι που μας έδειξε λοιπόν ήταν ένας μικρός αρσενικός πύθωνας γόμα (woma python) της Δυτικής Αυστραλίας, με επιστημονική ονομασία Aspidites ramsayi. Ο συγκεκριμένος γεννήθηκε από ένα ζευγάρι που είχε παλιά μαζί μ’άλλα 4 μικρά, τα οποία πούλησε 250 ευρώ. Σημειωτέον ότι οι μεγάλοι έκαναν 1500 ευρώ. Τον συγκεκριμένο θα τον πουλούσε σίγουρα στα 300 ευρώ, έπειτα όμως αποφάσισε να τον κρατήσει. Ήταν υψηλής αντίθεσης (high contrast) με κίτρινες ρίγες στο καφέ σώμα.

Ο μικρός αρσενικός woma πύθωνας.

Το είδος αυτό είναι αρκετά λεπτό για πύθωνα, αν και πάλι χοντρό από μικρό. Το συγκεκριμένο είχε μήκος πάνω από 30 εκατοστά, με ενήλικο μέγεθος το 1,5 μέτρο. Ήταν ήσυχος και αργοκίνητος.

Το επόμενο ήταν μια κοραλόκομπρα (coral cobra) της Νότιας Αφρικής, ε.ο. Aspidelaps lubricus lubricus (το τρίτο όνομα δηλώνει το υποείδος). Το είδος αυτό είναι κοκκινωπό με μαύρες γραμμές, φτάνοντας μόνο τα 60 εκατοστά και ζούσε σ’ένα μικρό τερράριο. Είναι πολύ γρήγορο, αλλά συνήθως δεν επιτίθεται στον άνθρωπο. Το δηλητήριο της θεωρείται ασθενές σχετικά πάντοτε μ’άλλες κόμπρες, και δύσκολα εγχέεται στον άνθρωπο. Θυμάμαι παλιά που είχε
Κάνει ένα θέμα
Στο φόρουμ όταν τις πήρε δύο, έπειτα μια έδωσε σ’ένα φίλο του. Αρχικά έτρωγαν πόδια από κοτόπουλο, τώρα τρώνε ποντικάκια όπως όλα τα φίδια.

Η μικρή κοραλόκομπρα, είναι θηλυκή.

Τα περιβάλλοντα της κοραλόκομπρας και του μικρού πύθωνα ήταν κοντά-κοντά και θερμαίνονταν από μια κοινή θερμαντική πλάκα (heat pad). Η πλάκα αυτή, που χρησιμοποιείται ευρέως στη διατήρηση των ερπετών, έχει το πάχος μόνο μιας ταυτότητας και περιβάλεται με πλαστικό σαν αυτήν, ενώ μέσα είναι η αντίσταση που θερμαίνει, λειτουργώντας ακριβώς όπως μια θερμοφόρα. Τέτοιες πλάκες υπάρχουν από πολλύ μικρές ως αρκετά μεγάλες. Θερμαινουν με αγωγή κυρίως τις επιφάνειες που βρίσκονται από πάνω τους ή από δίπλα τους, και γι’αυτό είναι κατάλληλες για εδαφόβια ή νυκτόβια είδη, ή συμπληρωματικά οπουδήποτε αλλού. Τα υπόλοιπα τερράρια θερμαίνονταν με θερμαντικά πάνελ (heat pannel), μεγαλύτερα συστήματα αντιστάσεων που ακτινοβολούν τη ζέστη από ψηλά όπως υποτίθεται κι ο ήλιος, που φυσικά κοστίζουν πολύ περισσότερο. Επίσης στα υπόλοιπα τερράρια υπήρχαν και λάμπες φωτισμού για να μιμούνται το φως της μέρας, αν και τα φίδια επιβιώνουν κανονικά και με τον εξωτερικο φωτισμό, μιας και δε χρειάζονται υπεριώδη ακτινοβολία.

Μετά είδαμε τους χοντροπύθωνες ή πράσινους δεντρόβιους πύθωνες (green tree pythons), με ε.ο. Morelia viridis. Είναι αποκλειστικά δεντρόβιοι πύθωνες ιθαγενείς της Νέας Γουινέας, των γύρω νησιών και του βορειοανατολικού άκρου της Αυστραλίας, όπου ζουν τυλιγμένοι πάνω στα κλαδιά περιμένοντας τη λεία τους. Το χρώμα τους είναι συνήθως πράσινο. Από 5 που είχε έδωσε τα 2 και τώρα έχει τρεις. Είναι δύσκολοι στην αναπαραγωγή και δε σκοπεύει να τους αναπαραγάγει. Όλοι ζούσαν σε τερράρια με κλαδιά και φυλλωσιές, τα δύο κύβοι πλευράς 60, το άλλο μακρύτερο. Εκείνος στο μακρύτερο ήταν εμφανής, αφού καθόταν τυλιγμένος πάνω σ’ένα κλαδί χωρίς φύλλα κάτω απ’το φως, οι άλλοι ήταν πιο κρυμμένοι. Είναι αρκετά νωχελικά φίδια που θα κινηθούν, αν κινηθούν, κυρίως το βράδυ. Πίνουν νερό από τις σταγόνες στο περιβάλλον και πάνω τους, γι’αυτό χρειάζονται ψεκασμό. Η θερμοκρασία στο φυσικό τους περιβάλλον δεν πέφτει συνήθως κάτω από 24 βαθμούς, γι’αυτό χρειάζονται πολύ προσοχή με το κρύο. Γίνεται να τους χειριστείς, αλλά γενικά γίνονται επιθετικοί όταν αφαιρούνται απ’το κλαδί τους. Τα δόντια τους είναι μακριά για να πιάνουν αμέσως τη λεία τους στο δύσκολο περιβάλλον των δέντρων, σαν ενός αρκετά μεγαλύτερου φιδιού. Το αντμίν τον δάγκωσε ένας μια φορά, και δε θέλει να το θυμάται. Όμορφα φίδια, αλλά δύσκολα.

Ένας χοντροπύθωνας στα κλαδιά με τα φυλλώματα σ’έναν κύβο.

Ο χοντροπύθωνας που ζει στο μεγαλύτερο τερράριο, τυλιγμένος στο ίδιο κλαδί που τον είδαμε κι εμείς σήμερα.

Το επόμενο φίδι ήταν ένας βόας της μαδαγασκάρης (Madagascare tree boa), με ε.ο. Sanzinia madagascariensis. Απ’τα πιο σπάνια είδη του, τον έχει 7 χρόνια και δεν τον δίνει πουθενά. Στη φύση το είδος απειλείται με εξαφάνιση. Πρόσφατα μας είπε είχε αλλάξει το δέρμα του κι άφησε μαζί σπερματικά υπολείμματα (sperm plugs), δηλώνοντας την αναπαραγωγική του ετοιμότητα. Η αναπαραγωγή του όμως είναι δύσκολη, αφού το είδος χρειάζεται περίοδο αρκετά καλής ψύξης πριν το ζευγάρωμα. Μας τον έβγαλε να τον πιάσουμε, όχι όμως στο κεφάλι, γιατί θα μπορούσε να μας δαγκώσει. Ήταν μυώδες μεγάλο φίδι (το είδος κυμαίνεται από 120 εκ. έως 2 μμέτρα, αυτός θα’ταν 150 εκ. περίπου), κι αρκετά δυνατός με λείες φολίδες. Ήρεμος κι αργοκίνητος. Δεν έχω φωτογραφία απ’αυτό το είδος.

Και τέλος περάσαμε στα αρκετά επκίνδυνα, ένα ζευγάρι οχιές κεράστες ή οχιές της ερήμους ή desert horned vipers (Cerastes cerastes), είδος ενδημικό της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής με χαρακτηριστικό τα δύο κερατάκια στο κεφάλι τους. Η αρσενική βρισκόταν σε κουτί Ικέα ημιδιαφανές, η θηλυκή σε πιο διαφανή χώρο. Ήταν αρκετά εκνευρισμένη κι έτριβε τις φολίδες της, μεήχο που ακουγόταν σαν συρριγμος ή βρασμός. Το είδος αυτό δε συρρίζει για να διατηρήσει την υγρασία του στην έρημο, όπως και Οικολογικά αντίστοιχα με δηλητήριο που έχουν επίσης αντικαταστήσει το συριγμό με άλλους τρόπους παραγωγής ήχου, π.χ. το κροτάλισμα στους κροταλίες. Ο Αντμίν σημειωτέον ότι θα πάρει κροταλία μάλλον του χρόνου, αρχικά κάποιο μικρό κι όχι θανατηφόρο είδος. Οι συγκεκριμένες οχιές, αν και μ’όχι τόσο ισςχυρό δηλητήριο όσο άλλων φιδιών εκείνων των περιοχών, μπορούν αρκετές φορές να σκοτώσουν. Η θηλυκή λοιπόν ήταν τόσο θυμωμένη, ώστε μας επιτέθηκε δύο φορές στο τζάμι. «Έκανε strike,” μας είπε ο Αντμίν αρκετά ήσυχος. Σκέφτηκα όμως εγώ αμέσως τι θα γινόταν αν αντί για το τζάμι ήταν ένα χέρι εκεί. Όλα τα φίδια λοιπόν τρώνε αποψυγμένα κατεψυγμένα ποντίκια, εκτός απ’τη συγκεκριμένη θηλυκή, η οποία τρώει ακόμα ζωντανό. Κάθε βδομάδα συνήθως λοιπόν ο Αντμίν αγοράζει ένα ποντικάκι και της το δίνει. Δύσκολα θα’δινα εγώ ένα μικρό μαλιαρό φοβισμένο και ζεστό θηλαστικάκι για βορά σ’ένα φίδι.

Το αρσενικό.

Το θηλυκό.

Κι έτσι είδαμε όλα τα φίδια. Τα αποχαιρετήσαμε πιάνοντας το γόμα ακόμα μια φορά, και καθίσαμε στο σαλόνι όπου συζητούσαμε για διάφορα θέματα, ώστε η επίσκεψή μας κράτησε 3 ώρες περίπου. Αυτό που με παραξένεψε αρκετά λοιπόν και για το οποίο τον ρώτησα είναι πόσο εύκολα δίνει τα φίδια του σ’άλλους. Μου ειπε πως κυρίως τά’χει για ζωολογικό ενδιαφέρον, και θέλει να τα παρατηρεί πώς ζουν, πώς τρώνε, πώς αναπαράγονται κλπ. Γι’αυτό αν βρει είδος μεγαλύτερου ενδιαφέροντος, επειδή δε μπορει να τα κρατήσει όλα, δίνει μερικά, αφού έχει παρακολουθήσει τον κύκλο τους. Άλλα όπως τη σανζίνια δε θα τα δώσει ποτέ υπό κανονικές συνθήκες. Έπειτα συζητούσαμε για ποιο είδος ερπετού θα πάρω εγώ. Του είπα για crested gecko,
κερασφόρο βάτραχο
ή
Αφρικανικό υδρόβιο βάτραχο
Ως τα τρία πρώτα ένα απ’τα οποία θά’παιρνα εύκολα ως πρώτο μου είδος. Και μου είπε πως βατράχια του τελευταίου είδους βρίσκω εύκολα, και πως παίρνει. Ξέρω όμως πως σαύρες, βατράχια, και παρόμοια ερπετά κι αμφίβια δεν έχει τώρα στη συλλογή του, προτιμώντας κατ’αποκλειστικότητα τα φίδια. Δε θα τα πάρει λοιπόν για να τα προσθέσει στη συλλογή του? Τα θέλει επιδή μια απ’τις οχιές της Μήλου που έχει δεν τρώει ποντίκια, και έτσι αναγκάζεται να τις δίνει βατράχια αρχικά. Ενώ λοιπόν οι άλλες έχουν φτάσει τα 50-60 εκ., η συγκεκριμένη είναι ακόμα στα 20. Ο εκτροφέας όμως ήταν ο απατεώνας, ο οποίος αφού του την έδωσε τον ενημέρωσε πως δεν τρώει ακόμα ποντίκια. Ήταν και υποτίθεται έντιμος Γερμανός. Το είδος αυτό στη φύση τρέφεται με αποδημιτικά πτηνά κυρίως, και σε μικρή ηλικία με σαύρες, βατράχια και σαλαμάνδρες. Ο ίδιος λοιπόν δεν έχει πρόβλημα να ταΐζει τέτοια ζώα σ’ένα φίδι που δε μπορεί να φάει ποντίκια. Άλλωστε ταΐζει και ζωντανά ποντίκια όποτε χρειάζεται, σ’αυτό θα είχε πρόβλημα; Όταν τον ρώτησα γι’αυτούς που έχουν οφιοφάγα φίδια όπως βασιλικές κόμπρες και τις ταΐζουν άλλα φίδια, δεν παραξενεύτηκε. Ούτε παραξενεύτηκε αν κάποιος δώσει ένα φίδι στη γάτα του. Εφόσον ένα ζώο δηλαδήέτσι τρέφεται στη φύση, δε θα πρέπει εμείς να ενοχλούμαστε. Ο ίδιος ίσως έτρωγε φίδι αν του δινόταν η ευκαιρία. Όμως τώρα δεν έχουμε αυτά τα ζώα στη φύση, κι επίσης έχουμε γνωρίσει τη συνειδητότητά τους από κοντά για να μην τα δίνουμε ως τροφή, ή τουλάχιστον να τα δώσουμε αφού πρώτα έχουν θανατωθεί κατάλληλα. Επίσης θα μπορούσε να εκτρέφει κότες κι άλλα παραγωγικά ζώα αν γινόταν, να τα σφάζει και να τα τρώει. Δε συμφωνεί ωστόσο με την κακοποίηση των ζώων ή το σκότωμά τους για πλάκα. Το κρέας πάντως του αρέσει, και δε θα σκεφτεί ποτέ να το εγκαταλείψει. Ούτε εγώ είμαι χορτοφάγος, αλλά πιστεύω πως καλύτερη θα’ταν μια διατροφή με μαλάκια κι έντομα. Λέγοντας για έντομα, μας είπε πως στην Αργεντινή τις κατσαρίδες Blaptica dubia, Που εκτρέφονται συχνά ως τροφή για τα ερπετά, τις αποκαλούν γαρίδες της ξηράς και τις τρώνε. Τις βράζουν χωρίς το κεφάλι και τα πόδια, μαζί με μακαρόνια ή άλλα φαγητά και μετά τις τρώνε, με γεύση λίγο εντονότερη απ’αυτήν της γαρίδας. Μία κοπέλα που είχε γνωρίσει απ’την Αργεντινή είπε πως αν ερχόταν θα του έκανε. Εγώ αν είχα τέτοια έντομα σίγουρα αργά ή γρήγορα θά’τρωγα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση ενός τέτοιου μεγάλου, ακίνδυνου και θρεπτικού εντόμου δε διαφέρει καθόλου απ’την κατανάλωση μιας γαρίδας ή ενός αστακού. Απλώς το ένα είναι αρθρόποδο της ξηράς, το άλλο της θάλασσας.

Σκυλιά και γάτες ωστόσο δεν τρώει, όπως και κουνέλια, ίσως όμως δοκίμαζε αργότερα τα τελευταία. Γι’αυτό κι εγώ του πρότεινα να πάρει ένα ακόμα κουνελάκι από μένα ως θεραπευτική δώσει κατά των ανερχόμενων κουνελοφαγικών ορέξεών του, αλλά αρνήθηκε. Όσον αφορά το κόστος, επειδή πολλά φίδια που έχει κοστίζουν αρκετά, μου φάνηκε απ’την αρχή πως είχε πολλά ΧΡΉΜΑΤΑ. Όπως μας λεέι όμως δεν έχει και τόσα. Απλώς αν αγαπάει κάποιο χόμπι είναι σε θέση να μαζεύει λεφτά ως και για 10 μήνες για να πάρει αυτό που του αρέσει. Όπως ο πατέρας μου δηλαδή, που ενώ γενικά δεν πολυξοδεύει λεφτά, για το σκάφος/βαρκούλα του έχει δώσει αρκετά ως τώρα για μηχανήματα, εξοπλισμούς, μπαταρίες κλπ., ή ο γυμναστής μου που πάλι γενικά δεν ξοδεύει και τόσα, αλλά για ψαροντούφεκα δίνει αρκετά. Ο Αντμίν λοιπόν παλιά έβγαζε αρκετά λεφτά απ’τις δουλειές του, τώρα έχει λιγότερα. Είναι προπονητής κολύμβησης.

Και με τις πολλές συζητήσεις πέρασε αρκετά η ώρα κι έπρεπε να φύγουμε. Τον ευχαριστήσαμε λοιπόν πολύ, αφού θα μπορούσε κάποιος άλλος στη θέση του να μη μας δεχόταν, και φύγαμε. Στο φλασάκι μου, όπου πήρα τις φωτογραφίες, μετέφερα το βιβλίο
Το όνειρο του φαραώ,
Το οποίο σίγουρα θα τον ενδιαφέρει. Μου έμεινε ως μια εμπειρία αρκετά εποικοδομητική και χρήσιμη. Πιστεύω πως θα μπορέσω να κρατήσω επικοινωνία μ’αυτόν τον άνθρωπο κι εκτός του φόρουμ. Τώραπεριμένω μήνυμά του για την άφιξη των βατράχων, αν γίνιε αυτή. Θα ενημερώσω για εξελίξεις.

Ενημέρωση 28/5/2013: Ο πύθωνας γόμα πουλήθηκε, οι χοντροπύθωνες έχουν αναπαραχθεί, και τελικά εγώ δεν πήρα βάτραχο, αλλά ένα
λοφιοφόρο γκέκο
που έχω εδώ και 6 μήνες.

Advertisements