Σ’αυτό το θέμα θα μιλήσω ολοκληρωμένα επιτέλους για τη φυτική συλλογή μου, ένα απ’τα πιο αγαπημένα και σταθερά χόμπι μου. Η συλλογή αυτή έχει ιστορία απ’το 2005, επομένως φέτος κλείναι τα 7 χρόνια. Έχω μάθει πολλά από κάθε οργανισμό ξεχωριστά, άλλοτε παρατηρώντας, άλλοτε με λάθη, τα οποία κάποιες φορές, ιδίως στα πρώτα μου βήματα, μπορεί ν’απέβαιναν μοιραία για τα φυτά. Αποτέλεσμα όμως εκείνων των περιπτώσεων είναι σήμερα νά’χω αρκετά καλή εμπειρία πάνω στα φυτά, κι όλα μου τα είδη γενικώς να τα πηγαίνουν πολύ καλά.

Η αγάπη μου για τους ζωντανούς οργανισμούς είναι πολύ παλιά, σίγουρα θα την είχα από 6 χρόνων. Δεν καλλιεργήθηκε συστηματικά, απλώς, επειδή εγώ ενδιαφερόμουν για όλα αυτά και το περιβάλον μου δεν ήταν αρνητικό, σιγά-σιγά αναπτύχθηκε. Ο πατέρας μου ειδικότερα είχε κι έχει αρκετά μεγάλο μπαλκόνι με πολλά φυτά από παλιά, όπου περνούσα αρκετή ώρα. Από νωρίς άρχισα να μαθαίνω διάφορα είδη φυτών, καθώς και να κάνω φυτολόγια στην 5η και 6η δημοτικού, τα οποία σήμερα όμως δεν είναι καλά διατηρημένα και θέλουν πέταμα. Τα ζώα αι οι υπόλοιποι οργανισμοί φυσικά δεν ήταν εκτός στόχου μου. Ζώντας σε διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη δε γίνεται νά’χω υπαίθριο κήπο (τον κήπο τον επισκεπτόμουν πάντως αρκετά στο Χωριό), κι έτσι επικεντρώθηκα απ’την αρχή στο μπαλκόνι. Σε λίγα πράγματα είμαστε τυχεροί σ’αυτήν τη χώρα, κι ένα απ’αυτά είναι η ύπαρξη μπαλκονιών σε κάθε σχεδόν πολυκατοικία. Στο εξωτερικό, τουλάχιστον στην Ευρώπη, το μπαλκόνι είναι προνόμιο, αν και παρόλα αυτά οι περισσότεροι έχουν εσωτερική αυλή, αλλά δεν είναι το ίδιο φυσικά νά’χεις ένα μικρό κοινόχρηστο χώρο από το να βγαίνεις έξω ή να καλλιεργείς μόνος σου, στο σπίτι σου. Έχουν φυσικά κι αυτοί τα φυτά εσωτερικού χώρου και τα περβάζια των παραθύρων, όμως η ποικιλία ειδών που μπορείς να διαλέξεις καθώς και οι χώροι που μπορείς να τα βάλεις είναι πολύ πιο περιορισμένα απ’ό,τι σ’ένα μπαλκόνι. Το πρώτο μου φυτό ήταν λιπόν ένας βασιλικός στην τρίτη δημοτικού απ’την ανθοέκθεση, τον οποίον όμως έπειτα παραμέλησα και σε 3-4 μέρες ξεράθηκε. Θυμάμαι ότι η μάνα μου με μάλωσε γι’αυτό το γεγονός, αλλά δεν πειράζει. Δίκιο είχε άλλωστε. Το επόμενο φυτό το πήρα τον επόμενο χρόνο, ένα μικρό παχύφυτο με χνουδωτά και σαρκώδη φύλλα, κρασουλοειδές όπως το σκέφτομαι τώρα, το οποίο αργότερα έδωσα στη θεία μου για να το μεταφυτεύσει, για να μην το ξαναπάρω από εκεί ποτέ. Ούτε όμως κι εγώ δεν είχα και πολύ ενδιαφέρον για να το ζητήσω πίσω.

Η συλλογή στη σημερινή οργανωμένη μορφή της, όπου φροντίζω τα φυτά εντατικά, ξεκίνησε το 2005 προς το τέλος της 5ης δημοτικού, οπότε έφυγε και η τελευταια μου νεροχελωνίτσα (γι’αυτές και την κακοτυχία τους μ’εμένα θα πρέπει να κάνω άλλη δημοσίευση), κι έτυχε να πάω στην ανθοέκθεση. Το πρώτο φυτό που πήρα από εκεί ήταν μια κράσουλα, η οποία έπειτα μου έζησε για 6 χρόνια, περνώντας από πολλές δυσκολίες ώσπου πέθανε κάπως παράξενα – την έφαγε σχεδόν όλη η
κουνέλα μου,
έπειτα ξανάβγαλε ματάκια, αλλά για κάποιον λόγο κιτρίνισαν κι έπεσαν, κι από τότε ο κορμός σάπισε, αν κι απόγονός της από κλαδί ζει στον πατέρα μου. Σύντομα ππηρα μια μολόχα, μια αγγελική, μια λιγουστρίνη, έναν καλλιστήμονα, έναν ιβίσκο, ένα φούλι (πέθανε σε μια βδομάδα), μια μαυρομάτα και μια γκαζάνια (κανονικά δεν είναι γκαζάνι), αλλά κι ένα βασιλικό. Αυτή ήταν η πρώτη συλλογή μου, απ’την οποία σήμερα δεν έμεινε τίποτα, παρά η λιγουστρίνη, η οποία είναι φυτεμένη στο έδαφος στο Χωριό (Πύργοι Κοζάνης) και πλέον μ’έχει ξεπεράσει στο ύψος. Την αγγελική επίσης την είχαμε φυτέψει εκεί, αλλά με το βαρύ χειμώνα που χτυπάει και -20 στο υψόμετρο των 800 μέτρων πάγωσε. Για τη γκαζάνια είχα μάθει λοιπόν πως ήθελε αρκετό νερό, και την πότιζα καθημερινά, με αποτέλεσμα να μου σαπίσει. Μόνο μετά το θάνατό της, καθώς την ξερίζωνα, κατάλαβα τι έκανα. Με τον καιρό η συλλογή αυξομειωνόταν, ώσπου ένα άλλο φυτό ήρθε: το γιούκα. Τα γιούκα είναι καλά φυτά, αλλ’όχι τα αγαπημένα μου, επειδή έχουν πολύ άκαμπτη εμφάνιση και υπερβολικά αργή ανάπτυξη. Αρχικά είχα δεχτεί ένα ως δώρο, όμως έπειτα η μάνα μου και η θεία μου σκέφτηκαν να μου αντικαταστήσουν όλα τα ψηλά φυτά με τέτοια μονοκοτυλήδονα, διότι δεν έριχναν φύλλα (τότε ήμουν και πιο απρόσεκτος) και χρειάζονταν λιγότερη φροντίδα, γι’αυτό μεταφυτεύθηκαν η λιγουστρίνη και η αγγελική αλλού. Είχα φτάσει στην κατάσταση νά’χω 5 τέτοια φυτά για πολύ λίγοόμως, όσες δηλαδή και οι μεγάλες γλάστρες μου, αλά από πρόπερσι άρχισα να τα μειώνω, με σκοπό μου ν’αφήσω ένα, το μεγαλύτερο συμβολικά.Το πρώτο το αφαίρεσα γιατί νόμιζα πως χάλασε η κορυφή του, τα υπόλοιπα τά’δωσα σε άλλους κρυφά. Πάντως σήμερα η συλλογή βρίσκεται υπό πλήρως δική μου διαχείριση και δεν ανακατεύεται κανένας άλλος.

Με τον καιρό λοιπόν άρχισαν να προστίθενται και πιο εξωτικά φυτά, τα οποία σιγά-σιγά αυξήθηκαν. Ένα διάστημα πριν 3-4 χρόνια πειραματιζόμουν πολύ με τα λαχανικά, τα οποία όμως κατάλαβα πως δε θα μπορούσα νά’χω σε ικανοποιητική ποσότητα αν δεν τους έδινα και το χώρο που πιάνουν τα υπόλοιπα καλλωπιστικά. Έτσι παρέμεινα κυρίως στα κρεμμύδια, στις φράουλες και στα μυρωδικά ως τα μόνα μου παραγωγικά φυτά, τα οποία απαιτούν λίγο σχετικά χώρο και παράγουν πολύ. Επίσης αντικατέστησα δύο γκαζάνιες που είχα σε μια ζαρντινιέρα με πιο ενδιαφέροντες βολβούς και μονοετή. Κι έτσι αποφάσισα να μαζεύω κυρίως εξωτικά και σπάνια είδη από εκεί και πέρα.

Σήμερα πλέον έχει ωριμάσει η ιδέα της συλλογής μου στο μυαλό μου κι αποτελεί σταθερό χόμπι. Θα νιώθω πολύ δυσάρεστα αν για κάποιον λόγο τη χάσω. Σ’αυτό συνέβαλε και συμβάλλει η αναζήτησή μου τα τελευταία χρόνια για τη φυτική βιολογία, απ’όπου έχω μάθει πάρα πολλά για την ανατομία, την ταξινόμηση, την εξέλιξη και τις χρήσεις των φυτών. Στη συλλογή μου κάθε φυτό είναι ένας αυτοτελής δαρβινικός οργανισμός, ο οποίος έχει εξελιχθεί για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον μέσα σε εκατομμύρια χρόνια διά της φυσικής επιλογής, και διατηρεί αυτά τα χαρακτηριστικά. Φυσικά υπάρχουν και ανθρωπογενείς ποικιλίες, αλλά και σ’αυτές διακρίνονται ευκολότατα τα αρχικά φυσικά χαρακτηριστικά τους. Στα φυτά μου είναι καθαρές οι εξελικτικές διαφορές, τις οποίες μπορώ να συγκρίνω από το ένα είδος στο άλλο. Συχνά κάθομαι κι αναλογίζομαι πώς όλα αυτά τα είδη προήλθαν από έναν κοινό φυτικό πρόγονο πριν 420-430 εκατομμύρια χρόνια κατά το ύστερο Σιλούριο, και πώς εξελίχθηκαν με το δύσκολο κι οδυνηρό τρόπο της φυσικής επιλογής ώστε να φτάσουν στη φαινομεμική σχεδόν τέλεια σημερινή περιβαλλοντική τους προσαρμογή την οποία βλέπουμε. Γι’αυτό και στόχος μου είναι να περιλάβω φυτά όλων των σημερινών μεγάλων ταξινομικών ομάδων/συνομοταξιών/διαιρέσεων (βρυόφυτα (αν γίνεται), λυκόφυτα, πτεριδόφυτα, κυκαδόφυτα, γινκγόφυτα, κωνοφόρα, γνητόφυτα, κι αγγειόσπερμα/ανθοφόρα (μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα), πράγμα που κατάφερα, αν και ακόμα λείπουν τα λυκόφυτα και τα γνητόφυτα.

Τα φυτά στη συλλογή μου επίσης μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε 4 ομάδες: τα αρχαία ή ζωντανά απολιθώματα, τα παράξενα εξελιγμένα, τα εθνοβοτανικά και τα κοινά. Τα αρχαία φυτά ή ζωντανά απολιθώματα είναι είδη ταξινομικών ομάδων με πολύ παλιά εξελικτική ιστορία, τα οποία έχουν αλλάξει λίγο απ’τις εποχές που ήταν άφθονα ως απολιθώματα εκατομμύρια χρόνια πριν. Άλλα εξ αυτών σήμερα έχουν περιοριστεί σημαντικά, άλλα ωστόσο παραμένουν επιτυχημένα. Τέτοια φυτά είναι το γίνκγο, η αραουκάρια, το πολυκόμπι, κλπ. Τα παράξενα εξελιγμένα φυτά είναι φυτά παλιά ή προσφατότερα που η εξέλιξή τους τά’χει οδηγήσει σε αρκετά αποκλίνουσα μορφή ή ανάπτυξη, π.χ. σαρκοφάγα, κάκτοι, βρομελιίδες, κλπ. Τα εθνοβοτανικά είναι φυτά που έχουν ιστορία χρήσης απ’τον άνθρωπο, π.χ. ντατούρα και μπρουγκμάνσια, λινάρι, φασκόμηλο, κλπ. Τέλος τα κοινά είναι ήδη κοινά, είτε καλλωπιστικά είτε βότανα είτε λαχανικά, π.χ. τουλίπες, φραουλιές, βασιλικός, κρεμμύδι, κλπ. Ένα φυτό μπορεί ν’ανήκει σε πάνω από μια των παραπάνω κατηγοριών.

Ποτέ δεν αντιμετώπισα σοβαρά προβλήματα σ’όλη τη συλλογή, ιδίως τα τελευταία χρόνια, οπότε η γνώση και η εμπειρία μου γύρω απ’τα φυτά έχει αυξηθεί αρκετά. Οι ασθένειες ήταν περιορισμένες, κυρίως από αφίδες, τις οποίες καταπολεμούσα αμέσως. Όποιες κάμπιες κι αγριόχορτα βρίσκω επίσης τα απομακρύνω αμέσως. Ένα ανεξήγητο ως τώρα πρόβλημα ήταν ένα κακό χώμα πιθανόν που έφερε κάποιον παθογόνο μικροοργανισμό, ίσως μύκητα, που κατέστρεψε μερικά φυτά. Πρώτος νόσησε ο καλλιστήμονας, ο οποίος απέκτησε ξερά φύλλα κι έπειτα ξεράθηκε. Έπειτα νόσησε μια δάφνη που είχα στη θέση του, μπορεί όμως νά’ταν και πρόβλημα του δικού της χώματος. Τέλος νόσησε ένα νυχτολούλουδο και μια καλαγχόη που είχα φυτέψει σ’αυτό το χώμα, κι από τότε το πέταξα και δεν ξαναείδα τέτοιο πρόβλημα. Φυσικά έχουν σαπίσει και ξεραθεί λίγα φυτά κατά την πρόσφατη ιστορία της συλλογής μου, κυρίως όμως μονοετή. Σημαντικό πρόβλημα κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο είναι οι δυνατοί άνεμοι, που φυσούν πολύ άγρια στο μπαλκόνι, οι οποίοι λυγιζουν φύλλα και κλαδιά, ρίχνουν γλάστρες κι αφυδατώνουν γρήγορα την επιφάνεια του χώματος. Για παράδειγμα φέτος με τους δυνατούς ανέμους των αρχών του Σεπεμβρίου, το γίνκγο μου έχασε πολλά φύλλα επειδή λύγισαν στους μίσχους τους και σχεδόν έσπασαν, αφήνοντας το μισό δέντρο γυμνό με όψη φαινομενικά κατεστραμμένη, δεν πειράζει όμως, γιατί έτσι κι αλλιώς θα τα ρίξει τα φύλλα του σε λίγο. Άλλα φυτά σε μικρές γλάστρες με αρκετό βάρος επίσης πέφτουν, ενώ παλαιότερα έχασα μια διωναία (σαρκοφάγο φυτό), επειδή την έριξε κάτω ο αέρας με το γλαστράκι της με αποτέλεσμα να ξεριζωθεί και να μείνει για λίγες ώρες έξω απ’την υγρασία της τύρφης της. Ο χειμώνας δεν είναι σοβαρό πρόβλημα, μιας και τα ευπαθή φυτά τα μεταφέρω πάντοτε στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, όπου υπάρχει μέτριο φως και χαμηλές θερμοκρασίες, ποτέ όμως υπό του μηδενός, συνήθως από τέλη Νοεμβρίου με αρχές Μαρτίου. Εκεί τα φυτά ποτίζονται λίγο και τα μη παχύφυτα αποδυναμώνονται αρκετά, αλλ’ως τώρα δεν έχασα κανένα φυτό από εκεί. Αντίθετα μέχρι πριν ΄δύο χρόνια το καλοκαίρι ήταν μεγάλη δοκιμασία και για τα φυτά μου και για την ψυχική μου υγεία, αφού συνήθως έφευγα διακοπές αρκετά, και κάποιος θά’πρεπε να τα ποτίζει, γι’αυτο κι εκείνο το διάστημα είχα επικεντρωθεί σε ανθεκτικά στην ξηρασία είδη. Κάποιος συνήθως βρισκόταν για να τα ποτίσει, όμως μερικές φορές έμεναν απότιστα για μέρες. Ευτυχώς λίγα φυτά έχασα εκείνη την περίοδο, και μόνο μονοετή. Πριν δύο χρόνια όμως πήρα το
αυτόματο πότισμα,
ένα σύστημα ηλεκτροβάνας λειτουργούμενης από μπαταρία που με κατάλληλη ρύθμιση για μέρες, ώρες, φόρές ποτίσματος και χρόνο ποτίσματος ποτίζει αξιόπιστα τα φυτά όσο λείπω. Το μπεκάκι της κάθε γλάστρας μπορεί να ρυθμιστεί ανάλογα με την ποσότητα του νερού. Εδώ δεν είχα μόνο πρόβλημα ξηρασίας, αλλά και πρόβλημα υγρασίας. Μ’αυτό το σύστημα έχασα από υπερβολικό νερό μια φραουλιά, ενώ ένα θυμάρι μου ξεράθηκε επειδή το ρύθμισα να ρίχνει λίγο στη γλάστρα του. Το μόνο πρόβλημά του συνεπώς είναι η ανάγκη καλής ρύθμισης και παρακολούθησής του μερικές βδομάδες πριν τις διακοπές. Αν όλα πα΄νε καλά, το μηχάνημα θα ρίχνει κανονικά νερό σ’όλα τα φυτά. Φυσικά η βρύση θα πρέπει να παραμένιε ανοιχτή για συνεχή παροχή νερού, ώστε η ηλεκτροβάνα να την ανοίγει όποτε χρειάζεται. Μάλιστα μ’αυτό το σύστημα έχω φυτέψει φυτά κι αυτά μεγάλωσαν χάρη σ’αυτό, όπως τη μπανανιά και τις μπρουγκμάνσιες. Τώρα η συλλογή μου δεν έχει απολύτως κανένα πρόβλημα. Και τώρα θα περάσω στην παρουσίαση των ειδών μου. Στο κάθε είδος θα δίνω λίγες πληροφορίες, και για περισσότερα θα παραπέμπω στο αντίστοιχο άρθρο για το συγκεκριμένο είδος στο Ιστολόγιο.

Υπάρχουν είδη εποχιακά και μόνιμα. Τα εποχιακά ειναι τα μονοετή ή τα λαχανικά, αν και σ’αυτά κατατάσσω και τους βολβούς που ξεραίνονται κάθε καλοκαίρι, τα μόνιμα είναι τα πολυετή. Τα μόνιμα είδη είναι 17, ενώ οι γλάστρες 21 προς το παρόν. Τέλος για να θεωρηθεί ένα φυτό μέλος της συλλογής μου δεν αρκει να βρίσκεται σ’αυτήν. θα πρέπει για ένα μήνα νά’χει ζήσει εκεί, νά’ναι υγιές εκείνο το μήνα και νά’χει συμπεριφερθεί σύμφωνα με το είδος του και την εποχή, π.χ. αν είναι η εποχή ανάπτυξης ν’αναπτυχθεί, εάν είναι εποχή νάρκης να μη δείξει σημάδια κατάπτωσης. Για τα σπορόφυτα και τα μοσχεύματα κριτήριο είναι η επιτυχής μεταφύτευση. Και τώρα στα είδη:

Φυτά που έχω

Αυτά είναι τα φυτά που καλλιεργώ αυτήν τη στιγμή ή που έχω σταθερά κάθε χρόνο.

1. Στέβια (Stevia rebaudiana): Το γνωστό υποκατάστατο της ζάχαρης. Είναι φυτό μικρό που ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων μαζί με μαργαρίτες, ηλιόσπορους, μαρούλια κλπ. Καλλιεργείτε σαν ευπαθές στο κρύο πολυετές και με κατάλληλη φροντίδα δίνει πολλά γλυκά φύλλα. Τα φύλλα έχουν γλυκή γεύση, και ίσως λίγο να πικρίζουν αν είναι παλιά. Το γλυκαντικό της στέβιας δε δίνει επιπλέον θερμίδες, ούτε επιβαρύνει με γλυκόζη τους διαβητικούς. Περισσότερα:
εδώ.

2. Οινοθήρα (Oenothera speciosa): Ποώδες ανθεκτικότατο καλλωπιστικό πολυετές των ΗΠΑ, με βαθιά ριζώματα, αντέχει στην ξηρασία, τη ζέστη και το βαρύ χειμώνα. Για κάποιον καιρό δε γνώριζα το όνομά του. Τα άνθη του είναι ρόδινα και μεγάλα προς τις κορυφές των βλαστών, βγαίνουν την άνοιξη και μπορεί νωρίς το φθινόπωρο, και σε πιο δροσερά κλίματα όλο το καλοκαίρι. Αναπτύσσεται ταχύτατα. Περισσότερα:
εδώ.

3. Αλόη (Aloe vera): Η κοινή φαρμακευτική αλόη. Παχύφυτο που μπορεί να γίνει εντυπωσιακό όταν μεγαλλώσει πολύ. Ο ζελές της μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τσιμπήματα, κοψίματα, κλπ, αλλά φυσικά δεν έχει τις θαυματουργές ιδιότητες που οι διαφημιστές δίνουν στα προΪόντα τους. Περισσότερα:
εδώ.

4. Καρπόβρωτος (Carpobrotus edulis): Παχύφυτο της οικογένειας των μεσημβριανθεμιδών της Νότιας Αφρικής. Το πήρα από μόσχευμα άγριου φυτού σε παραλία της Χαλκιδικής – έχει προσαρμοστεί σε ζεστά μέρη της Ελλάδας. Έχει τα τυπικά ζευγαρωτά παχιά φύλλα της οικογένειας, κι όταν μεγαλώνει βγάζει τεράστια άνθη, απ’τα οποία προκύπτουν εδώδιμοι μεγάλοι καρποί με κάπως αλμυρή γεύση. Όλο μπερδεύομαι και τον λέω βρωτόκαρπο. Περισσότερα:
εδώ.

5. Σύμπλεγμα υλόκαιρου και γυμνοκαλυκίου (Hylocereus sp + Gymnocalycium mihanovichii): Θα τό’χετε δει συχνά σε πάγκους πώλησης κάκτων, αλλά δε θα ξέρετε τι είναι. Πρόκειται για ένα φωτοσυνθετικό κάκτο, συνήθως του γένους υλόκερος, στην κορυφή του οποίου είναι εμβολιασμένη μια μη φωτοσυνθετική κόκκινη παραλαγή του είδους G. mihanovichii, η οποία δε θα μπορούσε να ζήσει αλλιώς μόνη της. Περισσότερα:
εδώ.

6. Εχεβέρια (Echeveria glauca): Το παλαιότερο είδος της συλλογής μου, 6 χρόνων. Το είχα πάρει απ’την ανθοέκθεση κι αρχικά δεν ήξερα το όνομά του. Έπειτα στο Διαδίκτυο μου το ταυτοποίησαν έτσι, αν και δεν έχω βρει πουθενά τέτια επιστημονική ονομασία (ίσως αργότερα άλλαξε). Είναι κρασουλοειδές παχύφυτο κοντό και πλατύ, σαν δίσκος, με μεγάλα, κουταλοειδή γλαυκίζοντα φύλλα και πολύ κοντό κορμό. Ανθίζει σπάνια με ψηλές ταξιανθίες στις μασχάλες των φύλλων. Επειδή δεν κάνει βαθιές ρίζες, δε χρειάζεται βαθιά γλάστρα. Περισσότερα:
εδώ.
Στο άρθρο εκείνο επίσης έχω κάνει εκτενή αναφορά σ’άλλα δύο παχύφυτα που είχα, την κράσουλα (Crassula ovata) και στο αιώνιο (Aeonium sp). Η κράσουλα πέθανε απ’την κουνέλα μου όπως είπα, αλλιώς θα ζούσε ακόμα, ενώ το αιώνιο από υπερβολικό πότισμα παλιά όσο εγώ έλειπα διακοπές, πριν την εποχή του αυτόματου συστήματος. Και τα δύο είδη επιβιώνουν ως απόγονοι εκ μοσχεύματος στο μπαλκόνι του πατέρα μου.

7. Κύκας (Cycas revoluta): Το πιο κοινό καλλιεργούμενο κυκαδόφυτο. Τα κυκαδόφυτα είναι συνομοταξία γυμνόσπερμων φυτών κυρίως της τροπικής ζώνης συγγενική με τα γίνκγο και τα κωνοφόρα, τα οποία χαρακτηρίζονται από παχύ κορμό, μεγάλα πτεροειδή φύλλα, αναπαραγωγικούς κώνους στην κορυφή του βλαστού σε μεγάλη ηλικία, και κοραλοειδείς ρίζες, ειδικά προσαρμοσμένες ρίζες για τη στέγαση αζωτοδεσμευτικών κυανοβακτηρίων. Το συγκεκριμένο είναι ιαπωνικό εύκρατο είδος, οπότε αντέχει καλά στο κρύο. Βγάζει μια δέσμη φύλλων το χρόνο. Είναι τοξικότατο και σε συνδυασμό με τη μη κακή γεύση του και τη μη γνώση των κοινών μας ζώων γι’αυτό το εξωτικό είδος, είναι αρκετά επικίνδυνο γι’αυτά, οπότε χριειάζεται προσοχή.Κοινωνίες ιθαγενών που χρησιμοποιούν τα κυκαδόφυτα ως τροφή έχουν πολύ υψηλότερα ποσοστά Πάρκινσον κι αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης απ’το αναμενόμενο, παρά τις κοπιαστικές μεθόδους που έχουν εφεύρει για την αποτοξίνωσή τους. Περισσότερα:
εδώ.

8. Μπανανιά (Musa acuminata): Μια νάνα παραλλαγή της μπανανιάς, η οποία κάνει φύλλα με κόκκινο στο κέντρο της πάνω μεριάς υπό μέτριο φως. Το καλοκαίρι βγάζει τα μεγαλύτερα φύλλα της, μ’ένα που μέτρησα φέτος στα 55 εκατοστά. Θεωρητικά μπορεί να κάνει μπανάνες. Την πρόσθεσα στη συλλογή πέρσι από μόσχευμα υπόγειου κορμού, το οποίο φρόντισε αρχικά το αυτόματο πότισμα. Περισσότερα:
Εδώ.

9. Μπρουγκμάνσια (Brugmansia aurea): Παλαιότερα κατατασσόταν στο γένος της ντατούρας, τώρα όμως βρίσκεται στο δικό της, με λίγα ακόμα δεντρώδη ή θαμνώδη ξυλώδη είδη της Νότιας |Αμερικής. Τα άνθη της είναι τεράστια, λευκά και χωανοειδή, και σκορπίζουν το λεμονοειδές άρωμά τους σ’όλο το μπαλκόνι όταν ανοίγουν. Οι καρποί είναι αγκαθωτές σφαίρες, εξού και τ’όνομα «αγκαθόμηλο». Γενικά το φυτό αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και μυρίζει άσχημα αν τριφτεί. Είναι παραισθησιογόνο, αλλά και δηλητηριώδες. Η ατροπίνη και η σκοπολαμίνη που περιέχει προκαλούν αλλαγές στη συνειδητότητα, αλλά και πολλά δυσάρεστα συμπτώματα. Κατατάσσεται καλύτερα στα παραληρηματογόνα, μιας και η κατάσταση που δημιουργεί είναι μια πλήρους αποκοπής απ’την πραγματικότητα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνιε επικίνδυνη τροπή. Μην πάρετε! Οι σπόροι της φύτρωσαν με το αυτόματο πότισμα πέρσι. Περισσότερα:
Εδώ.

10. Αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla): Είδος γένους και οικογένειας αρχαίων κωνοφόρων που σήμερα περιορίζονται σχεδόν εξολοκλήρου στο Νότιο Ημισφαίριο. Το συγκεκριμένο είδος είναι ιθαγενές του Νησιού Νόρφολκ, ενός μικρού ημιαυτόνομου νησιού βορειοανατολικά της Αυστραλίας υποτροπικού κλίματος. Είναι δέντρο πανέμορφο και συμμετρικότατο, με κλαδιά σε κανονικά διαστήματα να βγαίνουν ακτινωτά απ’τον κορμό, με λεπτό φύλλωμα. Η ανάπτυξή του είναι αργή και παράξενη? Δε θ’αναπτυχθεί η κορυφή μέχρι να απλωθεί αρκετά το τελευταίο προσφατότερο επίπεδο κλαδιών. Έπειτα, η κορυφή βάζει ύψος απότομα, οπότε κάνει ακόμα ένα επιπεδο στην κορυφή και σταματά πάλι. Με τον καιρό μπορει να γίνει ψηλό κι εντυπωσιακό φυτό. Αντέχει αρκετά τις εξωτερικές Συνθήκες παρά τη λεπτεπίλεπτη εμφάνισή του, άλλωστε κατάγεται από έναν ιηλιόλουστο κι ανεμώδη τόπο. Δεν αντέχει ωστόσο το κρύο του χειμώνα μας, οπότε θα πρέπει να μεταφερθεί σ’εσωτερικό χώρο, όπου μπορεί να στολιστεί χριστουγεννιάτικα, φυσικά ελαφριά, κι όχι με λαμπιόνια. Δυστυχώς είναι αρκετά σπάνιο και μπορεί νά’κανα ως κι ένα μήνα για να το βρω. Περισσότερα:
Εδώ.
Παλαιότερα είχα μια αραουκάρια τςη Χιλής (Araucaria araucana) από σπόρους, αλλά δεν ευδοκίμησε εξαιτίας δικών μου κακών χειρισμών.

11. Ψηλό Πολυκόμπι (Equisetum telmatea): Είδος πανάρχαιου γένους φυτών συγγενικών της φτέρης. Η ιδιαίτερη εμφάνισή τους έκανε τους επιστήμονες ως πρόσφατα να τα κατατάσσουν σε δική τους συνομοταξία, αποδείχθηκε αργότερα όμως με γενετικές μελέτες πως έπρεπε καλύτερα να καταταχθούν στα πτεριδόφυτα. Η ιστορία τους ξεκίνησε πριν 370 εκατομμύρια χρόνια κατά το ύστερο Δεβόνιο με μεγάλα ξυλώδη ήδη τα οποία συνεχίζουν στη Λιθανθρακοφόρο με τους ψηλούς καλαμίτες των βάλτων. Αργότερα, με τη σταδιακή ξήρανση του κλίματος μια ομάδα αυτών προσαρμόστηκε στο σημερινό γένος μεσοζωικής προέλευσης Equisetum. Τα φυτά αυτά χαρακτηρίζονται απ’τους ψηλούς, καλαμώδεις βλαστούς με τους τακτικούς κόμπους που φέρουν σπόνδυλο απλοποιημένων μη φωτοσυνθετικών φύλλων. Τα μεσοδιαστήματα είναι αυλακωτά, κι εσωτερικά σωληνωτά. Τα διακλαδιζόμενα είδη όπως το συγκεκριμένο φέρουν ένα σπόνδυλο ακτινωτών λεπτών κλαδιών σε κάθε σχεδόν κόμπο. Οι βλαστοί τους προστατεύονται με πυριτικά άλατα απ’τους παθογόνους μικροοργανισμούς και τα χορτοφάγα. Τα ριζώματά τους είναι δαιδαλώδη και πολύ βαθιά, φτάνοντας και τα 4 μέτρα σε βάθος, σχεδόν όμοια με τους βλαστούς αλλά σκληρότερα, μη φωτοσυνθετικά και πιο ευλύγιστα. Τα φυτά αυτά αγαπούν παρυδάτιες περιοχές με μόνιμη υγρασία. Το δικό μου προέρχεται από μοσχεύματα ριζώματος απ’τη φύση, μιας κι αυτό το είδος πωλείται σπανιότατα. Καλλιεργείται εύκολα εάν το έδαφός του είναι μόνιμα υγρό. Άρθρο ακόμα δεν έχω κάνει γι’αυτό το είδος. Πρόπερσι είχα φυτέψει πάλι με μόσχευμα ριζώματος το συγγενικό είδος Equisetum arvense ή κοινό πολυκόμπι, το οποίο μεγάλωσε, αλλ’έπειτα καταστράφηκε, για το οποίο γεγονός φταίω εγώ. Αφού είχε μεγαλώσει αρκετά, αν κι ακόμα ήταν αρκετά λεπτό, έκανα το λάθος ν’αμολίσω την κουνέλα μου εκεί (τώρα η κουνέλα δε βγαίνει καθόλου απ’εκεινο το μπαλκόνι), η οποία το βρήκε και τό’φαγε. Για να το βοηθήσω εγώ λοιπόν να επανέλθει, έσκαψα για να βγάλω στην επιφάνεια τα νέα ματάκια του ριζώματος, αλλ’αυτό που έκανα στην πραγματικότητα ήταν να διαλύσω όλο το ρίζωμα. Το τωρινό μου είδος ωστόσο είναι το πιο εντυπωσιακό απ’όλα του Βορείου Ημισφαιρίου, με ρεκόρ ύψους τα 2 μέτρα, ενώ το άλλο φτάνει τα 60 εκατοστά. Και τα δύο είδη βγάζουν νωρίς την άνοιξη σποριοφόρους κώνους σε μη φωτοσυνθετικούς τροποποιημένους βλαστούς.

Ενημέρωση 30/1/2013:
έκανα άρθρο για το πολυκόμπι.

12. Φασκόμηλο (Salvia officinalis): Το κοινό φασκόμηλο, ένα αρκετά ανθεκτικό μεσογειακό φαρμακευτικό φυτό. Έχει απ’τις δυνατότερες δράσεις των γνωστών μεσογειακών φαρμακευτικών, με αντιβακτηριακή, αντιμυκητική κι αντιφλεγμονώδη δράση. Αναπτύσσεται εύκολα και είναι απ’τα πλέον παραγωγικά φυτά της συλλογής μου, με αρκετή ποσότητα τσαγιού κάθε φθινόπωρο. Περισσότερα:
εδώ.

13. Ιππέαστρο (Hippeastrum sp): Το ακριβές είδος δεν το ξέρω, πάντως είναι γένος βολβωδών ανθοφόρων της Λατινικής Αμερικής. Τα περισσότερα φυτά που πωλούνται ως αμαρυλλίδες ανήκουν στην πραγματικοτητα σ’αυτό το γένος. Εγώ για αρκετό καιρό νόμιζα πως ήταν κρίνος, και το καλλιεργούσα σαν κρίνο, κι ευτυχώς αποδείχθηκε ανθεκτική ποικιλία στο κρύο. Γι’αυτό αν δεν ξέρετε την ακριβή ποικιλία μην εκθέτετε το ιππέαστρό σας στο χειμερινό κρύο. Κάθε άνοιξη το φυτό βγάζει μεγάλα εντυπωσιακά άνθη. Το όνομα το πήρε από το άστρο των ιππέων, ένα μεσαιωνικό όπλο που χρησιμοποιούσαν οι ιππείς με ακτινωτές αιχμές. Περισσότερα
εδώ.

14. Κοινό κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens): Το κοινό μεσογειακό είδος. Φέτος μου έβγαλε κώνους σε ύψος μόνο ενός μέτρου. Ανθεκτικό στη ζέστη και στην ξηρασία, αλλά και στο κρύο. Μόνο το φθινόπωρο πέρσι είχα λίγο πρόβλημα με αφίδες, αλλά τις κανόνισα αμέσως. Περισσότερα:
εδώ.

15. Γίνκγο (Ginkgo biloba): Πανάρχαιο δέντρο με ιστορία του είδους 150 εκατομμυρίων χρόνων (το απολιθωμένο λέγεται συχνά και G. adiantoides, αν και πρόκειται για το ίδιο είδος), και με ιστορία της συνομοταξίας τα 270 εκατομμύρια χρόνια. Είναι ψηλό φυλλοβόλο δέντρο, αραιό στα πρώτα χρόνια, έπειτα όρθιο και κάπως ακανόνιστο με φύλλα σχήματος βεντάλιας τα οποία χωρίζει μια σχισμή σε δύο λοβούς. Έχει δύο τύπους βλαστών, τους μακριούς και τους βραχείς, στους οποίους τελευταίους βγαίνουν τα αναπαραγωγικά όργανα σε μεγαλύτερης ηλικίας δέντρα. Επειδή το περίβλημα των σπόρων είναι σαρκώδες (και στα κυκαδόφυτα είναι παρόμοιο) και βρωμάει όταν σαπίσει, επιλέγονται για καλλιέργεια συνήθως εμβολιασμένα αρσενικά άτομα. Οι γινκγολίδες και η βιλοβαλίδη που περιέχει το προστατεύουν αποτελεσματικά απ’τα έντομα και τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Οι ίδιες ουσίες τυχαίνει ν’αναστέλλουν τα αιμοπετάλια του αίματος κάνοντάς το αραιότερο και βελτιώνοντας τη μικροκυκλοφορία σε διάφορα όργανα όπως και στον εγκέφαλο. Οι ισχυρισμοί πως δήθεν βοηθά τη μνήμη και τους ασθενείς με Αλτσχάιμερ δεν ισχύουν. Περισσότερα:
Εδώ.

16. Γιούκα (Yucca aloefolia): Το κοινότερο είδος γιούκα με τον ψηλό κορμό και τα κρεμαστά, αιχμηρά και πριονωτά φύλλα. Κατάγεται απ’τις ερήμους της Βόρειας Αμερικής και είναι ανθεκτικότατο στην ξηρασία, καθώς και στο κρύο. Αναπτύσσεται όμως αργά. Σε πολύ μεγάλη ηλικία ενδέχεται να ανθίσει με μια τεράστια λευκή ταξιανθία. Περισσότερα:
Εδώ.

17. Νεφρολεπίς φτέρη (Nephrolepis exaltata): Οι πιο κοινή φτέρη που πωλείται. Κατάγεται από την υποτροπική Βόρεια Αμερική και μεγαλώνει εύκολα, μ’ένα μόνο πρόβλημα: Έχει ανάγκη την υψηλή υγρασία. Σε περίπτωση που η υγρασία πέσει, τα φύλλα της μαραίνονται και ξεραίνονται στις άκρες. Περισότερα:
εδώ.

18. Βασιλικός (Ocimum basilicum): Αυτήν τη στιγμή δεν έχω, αλλά κάθε καλοκαίρι έχω από έναν, γι’αυτό τον κατατάσσω στα παρόντα είδιη. Περισσότερα:
Εδώ.

19. Κρεμμύδι (Alium cepa): Το λαχανικό που καλλιεργώ σε ποσότητα άνοιξη και φθινόπωρο. Μπορεί να φυτευτεί πρακτικά παντού κι αναπτύσσεται γρήγορα, δίνοντας αρκετά φρέσκα κρεμμύδια. Δεν το καλλιεργώ για ξερά. Περισσότερα:
Εδώ.

20. Ετήσια φυτά (διάφορα είδη): Αυτά τα είδη είναι καλλωπιστικά μονοετή ή ευαίσθητα πολυετή που καλλιεργούνται ως μονοετή, όπως η πετούνια (Petunia sp). Το καλοκαίρι συνήθως καλλιεργώ πετούνιες, βίνκες (Vinca minor), φλογες (Phlox drummondii), κι άλλα, ενώ το φθινόπωρο, το χειμώνα και την άνοιξη πανσέδες (Viola tricolor), απ’τα αγαπημένα μου αυτής της ομάδας φυτών. Περισσότερα:
Εδώ.

21. Νεραγκούλες (Rananculus asiaticus): Κονδυλώδη, όχι βολβώδη ανθοφόρα συγγενικά με τις ανεμόνες. Φυτεύονται το φθινόπωρο, ανθίζουν σε ποσότητα την άνοιξη, ξεραίνονται το καλοκαίρι και ξαναβγαίνουν το άλλο φθινόπωρο. Απ’τα αγαπημένα μου εποχιακά πολυετή. Τα χρωματιστά πέταλά τους είναι στην πραγματικότητα τροποποιημένα σέπαλα, τα πέταλα έχουν σχεδόν χαθεί.Περισσότερα:
Εδώ.

22. Βολβοί (διάφορα είδη): Έχω καλλιεργήσει και καλλιεργώ διάφορα είδη ανθοφόρων βολβών όπως τουλίπες (Tulipa sp), νάρκισσους (Narcissus sp), ζουμπούλια (Hyacinthus orientalis), κλπ. Είναι μονοκοτυλήδονα ανοιξιάτικης ανθοφορίας, με εντυπωσιακό άνθος, αλλά μικρής διάρκειας. Περισσότερα:
Εδώ.

Φυτά που είχα

Αυτά είναι τα φυτά που είχα κάποτε αλλά τώρα δεν έχω, είτε επειδή μου ξεράθηκαν είε επειδή τα έδωσα είτε τα έβγαλα. Τα περισσότερα είναι κοινά και γνωστά φυτά, λίγα όμως είναι παράξενα κι η απώλειά τους με θλίβει ακόμα.

1. Αζαλέα (rhododendron sp): Όλα τα μικρά ροδόδεντρα λέγονται αζαλέες. Τα ροδόδεντρα είναι ερεικώδεις θάμνοι της Ασίας με αγάπη για το όξινο έδαφος. Δε γνωρίζω το ακριβές είδος των κοινών αζαλεών, αλλ’απ’την εμφάνιση μου φαίνονται σαν μέλη του ίδιου είδους. Άλλες έχουν μονά κι άλλες διπλά άνθη, με ποικιλία χρωμάτων από κόκινο, ροζ μέχρι λευκό. Αιτία θανάτου: Η μεταφύτευσή τους σε κανονικό χώμα λόγω έλλειψης εμπειρίας και πίστης ότι θα τα πάνε εξίσου καλά.

2. Λιγουστρίνη (Ligustrum ovalifolium): Θάμνος της Ιαπωνίας ημιαειθαλής, με φύλλα δηλαδή που κρατάει καφετιασμένα το χειμώνα και ρίχνει την άνοιξη, γυαλιστερά και στην ποικιλία που είχα με κίτρινες ποικιλοχρωμίες. Ανθεκτικός και γρήγορης ανάπτυξης. Μεταφυτεύτηκε στο χωριό, όπου ζει ακόμα κι έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Περισσότερα:
εδώ.

3. Αγγελική (Pittosporum japonicum): Αειθαλής θάμνος της Ιαπωνίας με αρωματικά άνθη την άνοιξη και ρηκτούς καρπούς που μέχρι ν’ανοιξουν το φθινόπωρο μοιάζουν με σφιχτά πράσινα μηλαράκια. Αιτια θανάτου|: ισχυρή παγωνιά έπειτα από μεταφύτευση στο Χωριό.

4. Νυχτολούλουδο (Cestrum sp): Σολανοειδής θάμνος με αρωματικά νυχτερινά άνθη της Νότιας Αμερικής ευπαθής στο κρύο. Παντού πωλείται χωρίς αυτήν την πληροφορία, με αποτέλεσμα να παγώνουν αρκετή. Αιτία θανάτου: πιθανόν μυκητική μόλυνση των ριζών με ξήρανση των φύλλων.

5. Καλλιστήμονας (Callistemon citrinus): Μυρτοειδής θάμνος της Αυστραλίες μ’εμφανέστατες ταξιανθίες σχήματος βούρτσας μπουκαλιού χάρη στους λεπτούς και μακριούς στήμονες. Αιτία θανάτου: ξήρανση και κατάπτωση, ίσως από μύκητα. Περισσότερα:
εδώ.

6. Δάφνη (Laurus nobilis): Το κοινό αρωματικό φυτό. Στην πραγματικότητα γίνεται δέντρο αν αφεθεί να ψηλώσει. Δεν είναι ούτε μονοκοτυλήδονο ούτε δικοτυλήδονο, αλλά μανολιοειδές, μιας παλαιότερης ομάδας ανθοφόρων φυτών. Αιτία θανάτου|: Ξήρανση των φύλλων και κάψιμο των κορυφών αγνώστου αιτίας, μάλλον από μύκητες. Περισσότερα:
εδώ.

7. Ιβίσκος-κινέζικο ρόδο (Hibiscus rosa-sinensis): Είδος υποτροπικού ασιατικού ιβίσκου. Το συγκεκριμένο τον είχα πάρει τκατά τον πρώτο χρόνο της συλλογής μου και είχε κίτρινα διπλά άνθη.Αιτία θανάτου: παγωνιά. Το ανθεκτικό είδος που φυτεύεται και στο έδαφος είναι ο φυλλοβόλος
συριακός ιβίσκος.

8. Φούλι (μάλλον Jasminum sp): Προφανώς ήταν γιασεμί, το είχα πάρει στον πρώτο χρόνο της συλλογής. Αιτία θανάτου: κακή προσαρμογή μετά τη μεταφύτευση.

9. Βουκαμβίλια (Bougainvillea sp): Υποτροπικό αναρριχητικό φυτό με τους αγκαθωτούς βλαστούς και τα κλαδιά με ροζ ή μοβ συνήθως άνθη, τα οποία είναι κανονικά τα βράκτια των ανθέων, όχι τα πέταλα. Αιτία θανάτου: σπάσιμο του κορμού απ’τη ρίζα (τα φυτά αυτά σπάνε εύκολα).

10. Αγιόκλημα (Lonicera japonicum): Το κοινότατο ιαπωνικό είδος αυτού του φυτού, ένα αναρριχητικό με μοσχοβολιστά άνθη των οποίων η μυρωδιά γεμίζει τον τόπο. Αιτία θανάτου: στρες της μεταφύτευσης σε συνδυασμό με βαρύ αργιλώδες έδαφος όπου βρισκόταν, πολύ νερό, και κόψιμο κατά λάθος κατά τη στήριξη στην πέργκολα. Περισσότερα:
εδώ.

11. Λεβαντίνη (Santolina chamaecyparissus): Συμπαγής μικρός μεσογειακος θάμνος με γκριζωπό λεπτό αρωματικό φύλλωμα κι άνθη σε κεφαλάκια το καλοκαίρι. Την είχα σε ημισκιερή θέση, και δεν τα πήγαινε τόσο καλά, αφού οι ηλιόλουστες περιοχές είχαν καταληθεί από πιο ενδιαφέροντα είδη. Τελικά εξασθένησε αρκετά ώστε φέτος το Σεπτέμβριο την έβγαλα. Περισσότερα:
εδώ.

12. Δυόσμος και μέντα (Mentha sp): Εύκολα εξαπλούμενα ποώδη αρωματικά φυτά. Η μέντα μου είχε ξεραθεί σύντομα μετά τη φύτευσή της από ανεπαρκές κομμάτι μοσχεύματος, ο δυόσμος φέτος το καλοκαίρι έπειτα από μερικά χρόνια καλής ανάπτυξης, για μη προφανή λόγο, πάντως είχε νερό. Περισσότερα:
Εδώ.

13. Μελισσόχορτο (Melissa officinalis): Συγγενικό φυτό με τη μέντα, με οσμή λεμονιού και ισχυρότερες φαρμακευτικές ιδιότητες. Αιτία θανάτου: μη προσαρμογή μετά τη μεταφύτευση.

14. Λουίζα (Aloysia triphylla): Αραιός θάμνος με οσμή λεμονιού της Ν. Αμερικής. Το φυτό ρίχνει τα φύλλα του στους κρύους χειμώνες και δίνει πολύ τσάι κατά την περίοδο ανάπτυξης. Αιτία θανάτου: σάπισμα των ριζών από υπερβολική υγρασία στο έδαφος νωρίς την άνοιξη, πριν βγουν τα φύλλα. Περισσότερα:
Εδώ.

15. Ρίγανη (Origanum vulgare): Η κοινή μαγειρική ρίγανη. Αιτία θανάτου: σάπισμα των ριζών λόγω κακής αποστράγγισης πιθανόν. Περισσότερα:
Εδώ.

16. Θυμάρι (Thymus vulgaris): Το κοινό αρωματικό θυμάρι. Αιτία θανάτου: λίγο νερο από λανθασμένη ρύθμιση του αυτόματου ποτίσματος σ’εκείνη τη γλάστρα στον πρώτο χρόνο της εγκατάστασής του.

17. Φραουλιά (Fragaria x ananassa): Απ’τα αγαπημένα μου φρούτα, ώστε δε γίνεται να μην την καλλιεργώ, οπότε θα Πρέπει να την αντικαταστήσω με κάθε ευκαιρία. Διάφορες οι αιτίες θανάτου, από κακές μεταφυτεύσεις μέχρι υπερβολικό πότισμα από λανθασμένη ρύθμιση του αυτόματου ποτίσματος την πρώτη του χρονιά. Περισσότερα:
Εδώ.

18. Γεράνι (Pelargonium sp): Κανονικά ούτε γεράνι (συγγενικο γένος Geranium), ούτε μολόχα είναι, αλλά πελαργόνι. Είχα μερικά στα πρώτα χρόνια της συλλογής, τα οποία πέθαναν τα περισσότερα από εξασθένηση αγνώστου αιτίας για μένα τότε. Αν και τα πλέον ανθεκτικά πολυετή ποώδη ανθοφόρα στη χώρα μας, ανθίζοντας με μεγάλη ποικιλία χρωμάτων απ’την άνοιξη ως το φθινόπωρο, αυτή η υπερβολική παρουσία τους μ’έχει κάνει να τ’αποφεύγω. Περισσότερα:
Εδώ.
Ίσως η μαυρομάτα που είχα την πρώτη χρονιά ν’ανήκει στο ίδιο το γένος.

18. Κινέζικος κέδρος (Juniperus asiaticus): Ανατολικοασιατικό είδος με λεπτές βελόνες. Αιτία θανάτου: παραμέληση και λίγο πότισμα, μιας και το χώμα στράγγιζε εντελώς. Υπήρχε η ιδέα να το φυτεύαμε στο Χωριό, αν και δε θα μεγάλωνε πολύ αυτό το είδος κωνοφόρου. Τότε ήταν και τα πρώτα χρόνια και ήμουν σχετικά πιο αμελής. Περισσότερα:
Εδώ.

19. Δειλινό (Mirabilis jalapa): Λέγεται και νυχτολούλουδο αλλά δεν είναι. Αναπτύσσεται ταχύτατα σαν αγριόχορτο, είναι κονδυλώδες και ανθίζει με μικροσκοπικά μοσχοβολιστά άνθη από άνοιξη ως φθινόπωρο. Αναπαράγεται με σπόρο πανεύκολα. Τα πέταλά του είναι στην πραγματικότητα σέπαλα, τα πραγματικά πέταλα του είδους έχουν σχεδόν χαθεί. Αιτία θανάτου: από ηθελημένη αφαίρεση νομίζοντας αρχικά πως ήταν αγριόχορτο, ένα έδωσα στον πατέρα μου. Απ’τα αγαπημένα μου ανθοφόρα πολυετή, όμως χρειάζονται αρκετό χώρο ώστε νά’ναι πολλά για ν’αναδειχθούν, γι’αυτό δε βάζω. Περισσότερα:
Εδώ.

20. Λίθοπας (Lithops sp): Αυτά τα μικρά παχύφυτα μοιάζουν πολύ με βότσαλα. Τα δύο στρογγυλεμένα σαρκώδη φύλλα τους είναι σχεδόν εντελώς συνενωμένα, με μόνο μια σχισμή στην κορυφή. Θα τα ξαναπάρω αν βρω. Αιτία θανάτου: τα πρώτα δύο άγνοια φροντίδας, το τελευταίο από παιδάκια που τους φάνηκε ενδιαφέρον και το ζούλιξαν αρκετά. Περισσότερα:
Εδώ.

21. Υπομονή ή χριστουγεννιάτικος κάκτος (Schlumbergera sp): Παλαιότερα κατατασσόταν στο γένος του ζυγοκάκτου, τώρα όμως έχει δικό της. Πωλείται παντού τα χριστούγεννα και γενικότερα το χειμώνα, μιας κι αυτή είναι η εποχή ανθοφορίας της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κάκτο επιφυτικό, που ζει δηλαδή πάνω σε άλλα δέντρα, με πεπλατυσμένα κλαδιά για καλύτερη συλλογή του φωτός και χωρίς αγκάθια. Οι ανάγκες του σε υγρασία είναι κάπως μεγαλύτερες από άλλων ξερικών κάκτων. Αιτία θανάτου: σάπισμα των ριζών από κακή αποστράγγιση.

22. Καλαγχόη (Calanchoe sp): Κρασουλοειδές παχύφυτο που ανθίζει νωρίς την άνοιξη, αν και με φωτοχειρισμούς τα φυτώρια του μπερδεύουν το βιολογικό ρολόι ώστε ν’ανθίσει και το χειμώνα. Έχει ταξιανθίες με ερυθρά, ρόδινα, λευκά και σπανιότερα κίτρινα άνθη και μεγάλα, γυαλιστερά φύλλα. Αιτία θανάτου: κατάπτωση από κάποια ασθένεια, προφανώς μυκητικής προέλευσης.

23. Διωναία (Dionaea muscipula): Το κοινότερα καλλιεργούμενο σαρκοφάγο φυτό, με τις παγίδες στις άκρες των τροποποιημένων φύλλων του. Για να επιβιώσει χρειάζεται όξινο έδαφος και έκθεση στις εποχιακές εναλλαγές – δεν είναι τροπικό, αν και το πολύ κρύο θα πρέπει ν’αποφεύγεται. Αιτία θανάτου: στα πρώτα κακή φροντίδα, στο τελευταίο ο αέρας που το έριξε και τό’βγαλε απ’τη γλάστρα του.

24. Παραισθησιογόνο φασκόμηλο (Salvia divinorum): Αυτό το σπανιότατο είδος τροπικού φασκόμηλου κατάγεται απ’το Μεξικό, την πρωτεύουσα των παραισθησιογόνων, όπου είχε ευρεία χρήση απ’τους ιθαγενείς σαμάνους. Ο θάνατός του οφείλεται στη δική μου λεπτολογία? Είχε βγάλει δύο ματάκια, το ένα ξεράθηκε και το άλλο μεγάλωσε. Εγώ ήθελα να κόψω το ξερό, αλλά σπάζοντάς το, πήρα μαζί μου και το καλό. Το φυτό έπειτα εξασθένησε και ξεράθηκε. Περισσότερα
Εδώ.

25. Διάφορα λαχανικά (μαϊντανός (Petroselinum crispum), καρότο (Daucus carota), ντομάτα (Solanum lycopersicon), πιπεριά (Capsicum annuum), ηλιόσπορος (Helianthus annuus), ραπανάκι (Raphanus sativus), μαρούλι (Lactuca sativa), σκόρδο (Alium sativum), λάχανο και μπρόκολο (Brassica oleracea), ίσως κι άλλα: Έχω καλλιεργήσει απ’όλα αυτά.

26. Γκουσμάνια (Gusmania sp): Το κοινότερα καλλιεργούμενο επιφυτικό είδος βρομελιίδας. Αιτία θανάτου: πίστη πως αν η ταξιανθία ξεραθεί και σαπίσει σημαίνει την καταστροφή όλου του φυτού. Κανονικά πετάγονται νέες παραφυάδες που το συνεχίζουν.

27. Διάφορα άλλα που είτε κράτησα για λίγο, είτε δε γνώριζα καθόλου τ’όνομά τους (πάντως ήταν κοινότατα είδη), είτε ήταν μονοετή.

Εάν ομαδοποιήσετε τις αιτίες θανάτου, θα δείτε πως οι περισσότερες οφείλονταν σε κακή φροντίδα, π.χ. άγνοια των αναγκών του οργανισμού, κακή αποστράγγιση, κλπ, και κυρίως έγιναν κατά τα πρώτα χρόνια της συλλογής μου, οπότε είχα ακόμα λίγη εμπειρία. Τα φυτά που έδωσα ή έβγαλα εγώ είναι αναλογικά πολύ λιγότερα, ενώ ακόμα λιγοτερα τα φυτά που έφυγαν από ατυχήματα.

Φυτά που θέλω ν’αποκτήσω

Αυτά είναι τα είδη που θέλων ν’αποκτήσω στο εγγύς μέλλον. Η συλλογή μου πάντως δεν έχει συγκεκριμένο σκοπό, π.χ. συγκεκριμένα είδη που θα πρέπει να πάρω για να την ολοκληρώσω, γιατί δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλ’αλλάζει συνεχώς. Φυσικά θέλω τα πολυετή μου να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο, όμως ακόμα και οι αλαγές και οι αυξομειώσεις στα μονοετή, στους βολβούς και στα πολύ κοινά είδη μετρούν ως μεταβολές στη συλλογή.

1. Βελβίτσια (Welwitschia mirabilis): Ίσως απ’τα πιο παράξενα φυτά του πλανήτη. Ιθαγενές της ερήμου Ναμίμπ της νότιας Αφρικής, αποτελείται από έναν κοντό αντικωνικό (σχήμα ανάποδου κώνου με τη μύτη προς τα κάτω) κορμό πάνω στον οποίον βρίσκονται δύο μόνιμα φύλλα. Τα μεγαλύτερα φυτά εποχιακά βγάζουν και κώνους. Είναι γυμνόσπερμο κι ανήκει στη μικρή ομάδα των γνητόφυτων, που κάποτε πιστευόταν πως είναι συγγενική με τα’ανθοφόρα. Σπόρους έχω, τους οποίους θα σπείρω την άνοιξη.

2. Εφέδρα (Ephedra sinica): Το κινέζικο είδος εφέδρας με τα υψηλότερα ποσοστά της διεγερτικής εφεδρίνης. Είναι κι αυτό γνητόφυτο που αγαπά ξηρές περιοχές, πυκνός θάμνος που σπάνια ξεπερνά το 1 μέτρο. Σπόρους έχω, θα τους σπείρω την άνοιξη. Στην Ελλάδα έχουμε τη συγγενική E. distachya. Περισσότερα:
Εδώ.

3. Κάκτος του Αγίου Πέτρου (Echinopsis pachanoi): Παλαιότερα κατατασσόταν στο γένος Trichocereus. Είναι ψηλός περουβιανός κάκτος με ταχεία ανάπτυξη και παραισθησιογόνες ιδιότητες, περιέχοντας μεσκαλίνη. Όχι το πεγιότ.

4. Κοινή φτέρη (Pteridium aquilinum): Η κοινότατη φτέρη που βρίσκουμε στην Ελλάδα αλλά και σχεδόν παντού στον υπόλοιπο κόσμο με τα μεγάλα σχιστά φύλλα της. Είναι ανθεκτικότατο είδος, αλλά και πολύ τοξικό. Θα πρέπει να κόψω ένα καλό ρίζωμα για να έχει πιθανότητες επιβίωσης, γιατί ένα που είχα κόψει πρόσφατα ήταν πολύ μικρό, έκανε ν’αναπτυχθεί κι έπειτα κατέπεσε. Περισσότερα:
Εδώ.

5. Φτέρη-φωλιά του πουλιού (Asplinium nidus): Την πουλάνε συχνά κι ως φτέρη του Αμαζονίου, αν και καμία σχέση δεν έχει μ’εκείνο το μέρος. Είναι τροπική επιφυτική φτέρη με συνενωμένα φύλλα παρά τα τυπικά πτεροειδή, τα οποία βοηθούν στη συλλογή του νερού της βροχής στο κέντρο του φυτού, ανεξάρτητη συγκλίνουσα εξέλιξη με τις επιφυτικές βρομελιίδες. Μια φορά τη βρήκα σε ανθοπωλείο, αλλά την πουλούσαν με πήλινο κασπό πανάκριβα, κι έφυγα. Αν βρω μια μικρή θα την πάρω. Περισσότερα:
Εδώ.

Γνωρίσατε λοιπόν τη συλλογή μου, την ιστορία της και τα μέλη της. Ίσως το άρθρο σας ενέπνευσε να ξεκινήσετε ή να ισχυροποιήσετε ένα νέο ενδιαφέρον χομπι, ίσως, για όσους έχετε, σας έκανε να συγκρίνετε τη δική σας μ’αυτήν. Σίγουρα όμως θα σας κίνησε το ενδιαφέρον. Εάν θέλετε κάτι να πείτε, μπορείτε να κάνετε σχόλιο από κάτω.

Ενημέρωση 24/10/2012: Χθες απέκτησα Asplenium nidus.

Ενημέρωση 30/10/2012: Πριν τρεις μέρες αντικατέστησα το δυόσμο με μια μέντα, και πρόσθεσα επίσης ένα
μυρωδικό που μοιάζει πολύ με κάρι
και λέγεται συχνά έτσι, με επιστημονικό όνομα (Helichrysum italicum). Τα φύλλα του μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο του κάρι, όμως δεν είναι τόσο έντονα. Η στέβια δεν τα πήγε καλά μετά τη μεταφύτευση και πλέον έχει πεθάνει.

Ενημέρωση 29/11/2012: Πριν λίγες μέρες απέκτησα μια φτέρη
Platycerium bifurcatum
ή αλλιώς διχαλωτό πλατυκέριο, μια παράξενη επιφυτική φτέρη της Αυστραλίας, της Νέας Γουινέας και γειτονικών περιοχών. Επίσης ο ανθοπώλης απ’όπου την πήρα μού’δωσε δωρεάν και μια σεντπόλια, γνωστή κι ως αφρικανική βιολέτα, αν και δεν ανήκει στην ίδια οικογένεια, επειδή δεν ήταν σε ανθοφορία.

Ενημέρωση 30/1/2013: Έδωσα το ηλίχρυσο, διότι στην πραγματικότητα είναι πολύ αδύναμο υποκατάστατο του κάρι, προτιμώντας στη θέση του πιο ιδιαίτερα φυτά. Πριν λίγο απέκτησα λοιπόν
τρεις κάκτους,
ένα πεγιότ (Lophophora williamsii), έναν κάκτο πέος (Echinopsis lageniformis), συγγενή του E. pachanoi, και δύο τύπους του κοινού Cereus peruvianus, τον κανονικό κι έναν τερατώδη. Οι δύο πρώτοι κάκτοι έχουν παραισθησιογόνες ιδιότητες, κι έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για αιώνες από τους Ινδιάνους. Ο τελευταίος μπορει να γίνει πολύ ψηλός, ενώ οι καρποί του τρώγονται.

Advertisements