Μαύρη μάμπα σε αμυντική στάση φωτογραφημένη απ’το διάσημο ερπετολόγο Bill Love. Το φίδι αυτό δε χαρίζει σ’αυτήν την κατάσταση. Από Wikipedia.

Ορισμένοι άνθρωποι δε νιώθουν καλά εάν δεν ανέβει η αδρεναλίνη τους στα ύψη, εάν δε νιώσουν πως βρίσκονται στο μετέχμιο ζωής και θανάτου, όπου μια και μόνο κίνηση μπορεί να τους κοστίσει τη ζωή. Για μας που ζούμε σ’ένα πιο γήινο περιβάλλον αυτό μας φαίνεται εντελώς τρελό, αλλά γι’αυτούς έχει γίνει πλέον τρόπος ζωής. Φυσικά σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί να περιέλθει κάποιος παρά τη θέλησή του, π.χ. σε ακραίες στρατιωτικές ασκήσεις, σε κατάσταση ομηρίας, σε ατυχήματα κλπ, αλλ’αυτοί δταιεν περιλαμβάνονται στον ορισμό μας. Αντίθετα θα μπορούσαμε να βάλουμε αυτούς που επιλέγουν να μπουν σε μια σκληρή στρατιωτική μονάδα, αυτούς που παγιδεύονται σε μέρος μ’εκρηκτικά και τους δίνονται λίγα λεπτά για να ξεφύγουν, αυτούς που πηδάνε με αλεξίπτωτο χιλιάδες μέτρα πάνω απ’την επιφάνεια της γης, κι άλλους φανατικούς των extreme sports. Θα πρέπει λοιπόν για να μπει κάποιος στον ορισμό μας νά’χει επίγνωση του τι κάνει και η πράξη του να προέρχεται από πρωτοβουλία δική του. Δεν ανήκουν όμως όλοι οι φανατικοί των extreme sports στην παραπάνω κατηγορία, γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάσταση στην οποία υποβάλλεται ο δοκιμαζόμενος είναι κατά βάθος υπό τον έλεγχό του, π.χ. έκθεση σε τρομακτικές ταινίες για να δει μέχρι πόσο μπορεί ν’αντέξει, ή
ακραίος μαζοχισμός,
όπου γνωρίζει πως ο πόνος που θα του προκληθεί δε θα του αφήσει μόνιμες βλάβες, οπότε και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, αν του φανεί πως η κατάσταση τον φέρνει στα όριά του, μπορεί να τη σταματήσει. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον κατά πολύ έχουν όμως αυτοί τον προηγούμενων παραδειγμάτων, αυτοί που ρισκάρουν ακόμα και τη ζωή τους για λίγο παραπάνω αδρεναλίνη. Αυτοί είναι πραγματικά αδρεναλινεξαρτημένοι. Δε γνωρίζουμε επακριβώς από πού προέρχεται αυτή η συμπεριφορά, αλλά
σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες
Ισραηλινών επιστημόνων έχει ανιχνευθεί ως πιθανός αίτιος παράγοντας η μακρύτερη μορφή του γονιδίου του υποδοχέα της ντοπαμίνης d4 (d4 dr), του νευροδιαβιβαστή υπεύθυνου για την ευχαρίστηση και την ενεργητικότητα (οι παρκινσονική χάνουν σιγά-σιγά τη ντοπαμίνη τους, γι’αυτό χάνουν και τον αυθορμητισμό των κινήσεών τους). Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η συγκεκριμένη παραλαγή του υποδοχέα σχετίζεται με περισσότερη συμπεριφορά αναζήτησης κινδύνου μεταξύ των δεκάδων ατόμων που εξετάστηκαν. Οι επιστήμονες υποθέτουν πως, ακόμα κι αν αυτό το γονίδιο συχνά οδηγεί τους φορείς του σ’επικίνδυνα άκρα ή και στο θάνατο, επιβίωσε ως τις μέρες μας διοτι ορισμένοι των φορέων του ίσως βοήθησαν κατά τους προΪστορικούς χρόνους την ομάδα τους ή τον εαυτό τους να επεκταθούν σε νέα μέρη, ν’ανακαλύψουν άλλους τρόπους λύσης προβλημάτων, να δοκιμάσουν νέες τροφές κλπ. Σήμερα όμως, αναφέρουν, αυτό το χαρακτηριστικό της προσωπικό΄τητας ίσως σε συνδυασμο με χαμηλό αυτοέλεγχο και χαμηλό δείκτη νοημοσύνης να οδηγεί σε εγκληματική συμπεριφορά, ενώ σε συνδυασμό με αισιοδοξία, δύναμη και επιχειρηματικότητα ίσως οδηγήσει σε πρόοδο μιας επιχείρησης. Τι γίνεται όμως αν έχεις τον κίνδυνο σπίτι σου;

Εδώ ο κίνδυνος βρίσκεται καθημερινά μέσα στο σπίτι σου, και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι βιολογικής προέλευσης, προέρχεται δηλαδή από ζωντανούς οργανισμούς, καθόλου όμως κατώτερος από άλλους κινδύνους. Υπάρχουν πολλά είδη στον πλανήτη μας που μπορούν πανεύκολα να σκοτώσουν έναν άνθρωπο, είτε με τη δύναμή τους είτε με το δηλητήριό τους. Υπάρχουν λοιπόν κι άνθρωποι που κρατούν δηλητηριώδη φίδια σπίτι τους. Δεν είναι όμως όλα τα δηλητηριώδη φίδια το ίδιο επικίνδυνα, και μερικά δε μπορούν να βλάψουν κανέναν, ή τουλάχιστον δεν είναι επιθετικά, θεραπεία υπάρχει ή αντιμετωπίζονται εύκολα. Άλα όμως, όπως μερικές μεγάλες κόμπρες και μάμπες, μπορούν εύκολα να σκοτώσουν κάποιον. Συνήθως οι κάτοχοι τέτοιων ερπετών τα αποκτούν εξαιτίας θαυμασμού προς αυτά τα ζώα και τις ικανότητές τους, και για να παρατηρούν τη συμπεριφορά τους από κοντά. Δεν αποκλείω ωστόσο τον παράγοντα της αδρεναλίνης, τουλάχιστον σε χαμηλό βαθμό. «Τι θα γίνει τώρα, θα με δαγκώσει, θα πεταχτεί άραγε θα μπορέσω να ξεφύγω;» Φυσικά οι περισσότεροι κάτοχοι τέτοιων φιδιών έχουν προεμπειρία με διάφορα άλλα επικίνδυνα μη δηλητηριώδη είδη, συχνά έχουν αντίδοτα σε περίπτωση δαγκωμάτων και κλείνουν τις συλλογές τους με ποικίλες δικλείδες ασφαλείας για προληπτικούς λόγους. Αυτό ωστόσο δεν αποκλείει την αδρεναλίνη πάλι. Ο παράγοντας της αδρεναλίνης είναι πολύ υψηλότερος σε περιπτώσεις ακραίως δηλητηριωδών φιδιών, όπως η μαύρη μάμπα. Δε λέω πως οι κάτοχοί τους έχουν τέτοια φίδια μόνο για τον παράγοντα του φόβου, αλλά πιστεύω πως κι αυτό παίζει σημαντικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε νά’χει ένα τόσο επικίνδυνο ζώο σπίτι του αλλιώς; Έτσι λοιπόν, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μαύρες μάμπες, κανονικά και με το νόμο. Σημειωτέον ότι τα είδη αυτά παραμένουν νόμιμα στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, αν και για μερικές περιοχές της Αμερικής έχω διαβάσει πως απαγορεύονται. Στην Ελλάδα πιθανόν δεν εμποδίζεται κανείς από το να έχει μαύρη μάμπα, ίσως όμως διωχθεί νομικά, π.χ. για κατοχή επικίνδυνου ζώου, μπορεί και για φόνο εξ αμελείας, ή κάτι τέτοιο (δεν ξέρω το σύστημα) σε περίπτωση που το φίδι επιτεθεί σε κάποιον άλλον.

Η
μαύρη μάμπα,
με επιστημονική ονομασία Dendroaspis polylepis (πολύλεπη δενδροασπίς) είναι φίδι της οικογένειας των ελαπιδών, ομάδας που περιλαμβάνει κι άλλα αρκετά τοξικά ειδη όπως οι κόμπρες και τα θαλάσια φίδια. Το γένος δενδροασπίς περιλαμβάνει άλλα τρία είδη, τα D. angusticeps, D. jamesoni, και D. viridis. Όλα τα είδη του γένους ενδημούν στην Αφρική και είναι δενδρόβια, εκτός της μαύρης μάμπας, η οποία είναι κατά βάση εδαφόβια, αν κι ανεβαίνει στα δέντρα προς αναζήτηση τροφής. Η μαύρη μάμπα μπορεί να βρεθεί σ’όλη την ανατολική και νότια Αφρική, από το Σουδάν, την Αιθιοπία και τη Σωμαλία σ’όλες τις χώρες προς τα κάτω έως τη Νότια Αφρική, και λίγο δυτικά στη Ναμίμπια ως τη ΛαΪκή Δημοκρατία του Κογκό, προτιμώντας ενδιαιτήματα από σαβάνες, ανοιχτά δάση και βραχώδεις περιοχές έως παραποτάμιες περιοχές και βάλτους, με μεγαλύτερη προτίμηση σε ξηρότερα μέρη. Είναι μεγάλο και λεπτό φίδι μήκους 3 2,5-3 μέτρων, με τα μεγάλα άτομα να φτάνουν και τα 4-4,5 μ., και βάρος 1,5-3 κιλά. Το χρώμα του είναι πρασινοκαφέ ή γκρίζο με σκουρότερες κηλίδες συνήθως, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη πρασινωπή με κηλίδες. Τα νεαρά άτομα είναι πιο ανοιχτόχρωμα. Το όνομα μαύρη δεν το παίρνει απ’το χρώμα του σώματός της, αλλ’από το μελανί-μαύρο εσωτερικό του στόματος στο μακρόστενο κεφάλι, το οποίο δίνει με κάποια φαντασία όψη φερέτρου. Όπως όλοι οι ελαπίδες, είναι προτερόγλυφο φίδι, με μικρά, ακίνητα ιοβόλα δόντια στο μπροστινό μέρος της επάνω σιαγόνας, μολονότι στην περίπτωση της μάμπας τα δόντια αυτά είναι μεγαλύτερα σε σχέση μ’άλλα μέλη της οικογένειας. Το φίδι αυτό τείνει να εγκαθίσταται μόνιμα σε μια περιοχή, έχοντας ένα ασφαλές μέρος όπως την κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου, κάποια τρύπα στους βράχους, ένα λαγούμι θηλαστικού ή ένα λόφο τερμιτών ως καταφύγιο, ένα προτιμώμενο σημείο λιασήματος και μια προτιμώμενη περιοχή κυνηγιού, απ’όπου θα φύγει μόνο εάν το περιβάλλον της καταστραφεί. Είναι ενεργό ημερόβιο φίδι που κυνηγά ενεργητικά, όχι με ενέδρα όπως τα περισσότερα φίδια. Γι’αυτό, όπως κι άλλα ημερόβια είδη, η όραση είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη κι εντοπίζει το θήραμα από απόσταση. Όταν το φίδι κυνηγά, συνηθίζει να κινείται με το μπροστινό μέρος του σώματος υψωμένο ώστε να σαρώνει καλύτερα το περιβάλλον του. Όταν εντοπίσει τη λεία, που συνήθως είναι τρωκτικά κι άλλα μικρά θηλαστικά ή πουλιά, κάθεται πρώτα ακίνητο υπολογίζοντας την απόσταση, κι έπειτα πετάγεται δαγκώνοντάς την ελαφρά μια φορά ή περισότερες σε περίπτωση μεγαλύτερου ή γρήγορου θηράματος με το ισχυρότατο δηλητήριό του κι έπειτα την καταναλώνει μετά το θάνατό της. Το φίδι αυτό είναι το ταχύτερο παγκοσμίως, με καταγεγραμμένες ταχύτητες τα 23 χιλιόμετρα την ώρα, τουλάχιστον για μικρά χρονικά διαστήματα. Αναπαράγεται την άνοιξη (κανονικοί μήνες για το Βόρειο, αντίστροφοι για το Νότιο Ημισφαίριο), οπότε τ’αρσενικά μάχονται όποτε βρίσκονται προσπαθώντας να βάλει ο ένας τον άλλον κάτω. Το αρσενικό βρίσκει διά φερομονών τη θηλυκιά, και μετά 60 περίπου μέρες απ’το ζευγάρωμα αυτή γεννά περίπου 15-25 αυγά, τα οποία κρύβει και φυλάγει, όπως πολλοί ελαπίδες, που εκκολάπτονται σε περίπου 60 μέρες. Οι νεοσοί είναι 50 εκ., ανεξάρτητοι και το ίδιο δηλητηριώδεις με τους ενήλικες.

Το φίδι αυτό θεωρείται απ’τα πλέον, αν όχι το πλέον, επικίνδυνο φίδι του κόσμου. Η ταχύτητα κι επιθετικότητά του σε συνδυασμό με την υψηλή τοξικότητα του δηλητηρίου του, δεύτερη μόνο μετά τον ταϊπάν της Αυστραλίας, το κάνουν ιδιαίτερα επικίνδυνο. Παρόλα αυτά η μάμπα, που γενικά ζει σε ακατοίκητες περιοχές, προτιμά να κρυφτεί μόλις νιώσει απειλή, παρά να επιτεθεί, γι’αυτό και τα δαγκώματα από μαύρη μάμπα στην Αφρική, σε μέρος με πολύ υψηλά ποσοστά θανατηφόρων δαγκωμάτων φιδιού, αποτελούν ελάχιστο ποσοστό ετησίως. Η μάμπα ωστόσο δε θα παραμείνει ήσυχοι αν απειληθεί από κοντά. Σε περίπτωση που έχει πλησιαστεί σε κοντινή απόσταση λίγων μέτρων και δε μπορει να ξεφύγει ή δεν έχει προλάβει, θα υψώσει περίπου το 1/3 του σώματός της, θα φουσκώσει το λαιμό της σαν κόμπρα ανοίγοντας το μαύρο στόμα της και συρρίζοντας έντονα. Οποιαδήποτε κίνηση σ’αυτήν την κατάσταση θα οδηγήσει σε χτύπημα απ’τη μάμπα, συνήθως πολλαπλό. Οι μάμπες δε δαγκώνουν ποτέ στεγνά, δηλαδή χωρίς δηλητήριο, ούτε κάνουν απλώς εκφοβιστικές επιδείξεις. Κάθε επίδειξη επιθετικότητας ενδέχεται να εξελιχθεί σε κανονική επίθεση. Γι’αυτό το λόγο τα ζώα αυτά δεν έχουν σχεδόν ποτέ φυσικούς εχθρούς κατά την ενηλικίωσή τους, κι επίσης σκοτώνουν με μεγάλη ευκολία μεγάλα ζώα όπως λιοντάρια, ύαινες, αντιλόπες, αλλά κι αγελάδες, σκυλιά κι άλλα εξημερωμένα είδη. Ο μόνος τρόπος προστασίας σε μια περίπτωση προειδοποίησης μάμπας είναι η πλήρης ακινησια μέχρι το φίδι να κατέβει πάλι και να φύγει. Οι ιθαγενείς εξαιτίας της επικινδυνότητάς της προσπαθούν αν τη σκοτώσουν όποτε τη βρουν, ευτυχώς όμως το είδος ακόμα θεωρείται μη απειλούμενο.

Το δηλητήριο της μάμπας αποτελείται κυρίως από νευροτοξίνες και καρδιοτοξίνες, που λέγονται δενδροτοξίνες. Πριν τη διαθεσιμότητα του ειδικού ορού, ή και τώρα ακόμα σε απομακρυσμένες υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής, η θνησιμότητα είναι 100%. Δε μπορει να συμπεραστει με ευκολία η θανατηφόρος δόση δηλητηρίου για τον άνθρωπο, γιατί κάθε είδος έχει διαφορετική ανθεκτικότητα, με ποικιλομορφία ακόμα και σε πολύ συγγενικά είδη. Υπολογίζεται όμως ότι μια δόση 0,185 μικρογραμμάρια ανά κιλό υποδορίως μπορούν να σκοτώσουν έναν άνθρωπο. Ένας μέσος άνθρωπος δηλαδή πεθαίνει με 10-15 μικρογραμμάρια, αν και η μάμπα εγχέει συνήθως 100-120 μικρογραμμάρια, με το ρεκόρ τα 400. Το δηλητήριο είναι νευροτοξικό και καρδιοτοξικό, με νευροτοξίνες πρωτεΪνικής φύσεως (όπως δενδροτοξίνη κ, δενδροτοξίνη 1, δενδροτοξίνη 3, δενδροτοξίνη 7), καθώς κι άλλες πρωτεΐνες όπως δεσμιδιίνες και καλσισεπτίνη, μια καρδιοτοξίνη. Οι τοξίνες αυτές αναστέλλουν τη μυική σύσπαση στη νευρομυική σύνδεση, επηρεάζοντας τους διαύλους ιόντων, γι’αυτό και τα κύρια συμπτώματα είναι νευρολογικά, όπως ζαλάδα, μυική παράλυση, παράλυση των προσωπικών μυών και των βλεφάρων, κόπωση, απώλεια της συνείδησης, πυρετός, αρρυθμία, και τελικά θάνατος λόγω παράλυσης των αναπνευστικών μυών. Παραδόξως, δεν παρουσιάζεται μεγάλη βλάβη των ιστών ούτε πολύ οίδημα στο σημείο του δαγκώματος. Οι πρωτεΐνες του δηλητηρίου αυτού είναι αρκετά ελαφριές, επομένως περνούν γρήγορα στο σώμα. Ο θάνατος συνήθως επέρχεται σε 30 λεπτά με 3 ώρες, ενώ αν το δάγκωμα γίνει κοντά σε κάποιο ζωντικό αιμοφόρο αγγείο, ακόμα συντομότερα. Για να σωθεί ο άνθρωπος, η θεραπεία θα πρέπει ν’αρχίσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ακόμα και για επιφανειακά δαγκώματα ή εκδορές, οπότε χρειάζονται έως και 10-12 φιαλίδια ορού. Οι μόνες χώρες pου παράγουν τέτοιον ορό είναι η Νότια Αφρική, η Γαλλία και η Γερμανία. Το δηλητήριο της μάμπας απέκτησε πρόσφατα και φαρμακευτικό ενδιαφέρον, εξαιτίας των ισχυρών αναλγητικών πρωτεϊνών
μαμπαλγινών
που ανιχνεύθηκαν φέτος σ’αυτό από Γάλλους επιστήμονες, οι οποίες αποδείχθηκαν νά’χουν παρόμοια αποτελέσματα με τη μορφίνη, αν και χωρίς της παρενέργειες της τελευταίας, π.χ. εξάρτηση, αφού δε λειτουργοούν ως οπιοειδή. Οι επιστήμονες δεν έχουν βρει ακόμα τον εξελικτικό λόγο ύπαρξης τέτοιων ουσιών στο δηλητήριο της μάμπας. Ίσως υποθέτω είναι για να κάνουν το θάνατο του ζώου αμεσότερο, ή ίσως έχουν μια λειτουργία που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα.

Εξαιτίας της τεράστιας επιθετικότητάς της, σπάνια η μαύρη μάμπα διατηρείται στην αιχμαλωσία. Ακόμα και οι ζωολογικοί κήποι σπάνια την έχουν, αφού είναι πολύ επικίνδυνη στη διαχείριση. Ωστόσο, με μια μικρή αναζήτησή μου στο Διαδίκτυο, βρήκα λίγους ιδιότες που έχουν αυτό το είδος:
περίπτωση 1,
περίπτωση 2,
περίπτωση 3,
και
περίπτωση 4.
Η πρώτη είναι ένας Αμερικανός με πάθος για τη φωτογραφία και τα δηλητηριώδη φίδια που τις αναπαράγει κιόλας, η δεύτερη είναι ένας Ολλανδός που τις αναπαρήγαγε, η τρίτη δύο συγγραφείς χωρίς αναφορά στη χώρα προέλευσης, ίσως Αμερική ίσως Νότια Αφρική οι οποίοι έχουν πιάσει και μάμπες στη φύση για να τις μεταφέρουν σε κάποιο μη κατοικημένο μέρος, και η τέταρτη ένας Καναδός μ’ένα τέτοιο φίδι. Δεν γνωρίζω για τη σημερινή κατάσταση των παραπάνω ανθρώπων, μάλλον όμως ζουν ακόμα. Απ’τα άρθρα τους έχω βγάλει τα εξής συμπεράσματα για τη διατήρηση αυτού του ζώου στην αιχμαλωσία:

Πέρα λοιπόν απ’την επιθετικότητά του, το είδος αυτό διατηρείται εύκολα στην αιχμαλωσία, όπου τρέφεται κι αναπαράγεται εύκολα. Ακόμα και τα άτομα πιασμένα απ’τη φύση προσαρμόζονται σχετικά γρήγορα. Η επιθετικότητά του όμως είναι τρομερή, και όλοι οι συγγραφείς αναφέρουν πως δε μπορείς να το καταλάβεις αυτό εάν δεν τη βιώσεις από κοντά. Εφόσον σ’ένα τερράριο δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν, γίνονται αμυντικές με το παραμικρό, ιδίως οι πρόσφατα αποκτηθήσες ή οι πιασμένες απ’τη φύση. Με την παραμικρή ευκαιρία σηκώνονται ψηλά, συρίζουν, ακόμα χτυπούν και το τζάμι. Οι πιο προσαρμοσμένες ηρεμούν κάπως, αν κι απότομα πράγματα, π.χ. ξαφνικό άναμμα φώτων πάλι θα τις τρομάξουν. Τα μικρά του είδους συμπεριφέρονται ομοίως με τους ενήλικες, και μπορούν να θεωρηθούν το ίδιο επικίνδυνα. Εξαιτίας της ενεργητικής τους φύσης και για ευκολία των κατόχων τους, τα φίδια αυτά διατηρούνται σε ευρύχωρα τερράρια, φτιαγμένα ή αγορασμένα. Ένας χώρος με διαστάσεις 2χ1χ1 μέτρα είναι κατάλληλος για μία μάμπα, αν και συνήθως χρησιμοποιείται μεγαλύτερος. Είναι στερεά κατασκευασμένος με συρόμενες συνήθως πόρτες καλά κλειδωμένες, και φυσικά τζάμι για να φαίνεται το εσωτερικό. Το υπόστρωμα μπορεί να είναι για ευκολία απλή εφημερίδα, αλ’οι περισσότεροι κάτοχοι προτιμούν να χρησιμοποιούν φυσικότερα όπως πριονίδι κυπαρισσιού (τέταρτη περίπτωση)ή μείγμα χώματος με άμμο, φλοιό κλπ. (δεύτερη περίπτωση). Υπάρχουν πάντοτε λίγα κλαδιά για αναρρίχηση, όχι όμως πάρα πολλά ή πολύπλοκα, ώστε αν χρειαστεί το φίδι να ξεμπλεχτεί να μην κινδυνεύσει σοβαρά (πολύ σχετικό το θέμα) ο κάτοχος. Ένα μπολ νερού επίσης υπάρχει πάντοτε, επειδή αυτά τα φίδια έχουν πολύ υψηλό μεταβολισμό και πίνουν πολύ. Η θερμοκρασία κυμαίνεται από τους 23 και λίγο παραπάνω στη δροσερή πλευρά έως γύρω στους 40 κάτω απ’το σημείο λιασήματος, ένα μέρος στο τερράριο με μια θερμαντική λάμπα από πάνω όπου το φίδι πηγαίνει για να λιάζεται. Το κουτί κρυψώνας του φιδιού είναι επίσης και η παγίδα του σε περιπτώσεις επικίνδυνων δηλητηριωδών ειδών, ώστε ο κάτοχος να το κλείνει εκεί αν χρειάζεται να επέμβει στο τερράριο. Η συρόμενη πόρτα του μπορεί να κλείνει είτε από μέσα, οπότε ο κάτοχος θα πρέπει ν’ανοίξει το τερράριο και να σπρώξει γρήγορα την πόρτα, είτε από μια μικρή πορτούλα πίσω, ανάλογα με την κατασκευή. Άλλες μάμπες χρησιμοποιούν την κρυψώνα συχνά, άλλες σχεδόν ποτέ. Συχνά τα φίδια καταλαβαίνουν ότι ο προσωρινός εγκλεισμός τους εκει μέσα σημαίνει αναταραχές (καθάρισμα) στο χώρο τους, κι ως ζώα της σταθερότητας και της συνήθειας αντιστέκονται σ’αυτήν την επέμβαση μη μπαίνοντας μέσα και κάνοντας επιθετική επίδειξη. Γενικά θεωρούνται έξυπνα φίδια, και παρουσιάζουν διάφορες συμπεριφορές που αποδεικνύουν αυτήν την παρατήρηση, π.χ. μπορεί μια μάμπα να μην προσπαθήσει να ξεφύγει εάν η πόρτα του τερραρίου της ανοίξει λίγο, αν όμως ανοίξει περισσότερο απ’το συνηθισμένο κι ο κάτοχος στραφεί αλλού ίσως βρει ευκαιρία να πεταχτεί έξω.

Το καλό το πράμα βρίσκεται όμως στο πραγματικό πιάσιμο. Κάπιες φορές οι κάτοχοί τους πρέπει να πιάσουν τις μάμπες κανονικά, κι αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο. Ακόμα κι οι συγγραφείς της τρίτης περίπτωσης, που πιάνουν φοβισμένες μάμπες σε κατοικημένες περιοχές της Νότιας Αφρικής, διώχνοντας συνήθως το φίδι από εκεί που βρίσκεται σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα, αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο. Οι κάτοχοι αυτών των ερπετών λοιπόν χρησιμοποιούν όλο το οπλοστάσιο των σχετικών εργαλείων χειρισμού επικίνδυνων φιδιών. Το άγγιστρο είναι ένα εργαλείο που πιάνει φίδια, μία μεγάλη λαβή μ’ένα άγγιστρο στο τέλος για να τα σηκώνει. Αυτό το εργαλείο δεν αρκει για τις μάμπες, οι οποίες μπορούν να το σκαρφαλώσουν εύκολα. Γι’αυτό συχνά οι κάτοχοι τους τις πιάνουν από μπροστά μ’αυτό το εργαλείο κι από πίσω τις πιάνουν την ουρά, η οποία μπορεί να τυλιχτεί στο χέρι τους. Αυτός ο χειρισμός είναι κατάλληλος για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Εάν θέλουν να τις ακινητοποιήσουν για λίγο, χρησιμοποιούν μια λαβίδα στο λαιμό του φιδιού με αρκετή δύναμη και προσοχή, ενώ με το άλλο χέρι πιάνουν το υπόλοιπο φίδι όσο μπορούν, επειδή είναι πάρα πολύ δυνατό. Οποιοσδήποτε λάθος χειρισμός μπορεί να οδηγήσει σε σχεδόν σίγουρο δάγκωμα. εδώ έχουμε την άνοδο της αδρεναλίνης.

Οι μαύρες μάμπες τρώνε εύκολα, και μάλιστα μερικές τρώνε λίγες μέρες μετά την εισαγωγή τους. Αυτές που είναι πιασμένες απ’τη φύση αρχικά δε δέχονται νεκρή τροφή, αλλά σιγά-σιγά με επιμονή και υπομονή μαθαίνουν να τρώνε και τέτοια τροφή, αφού έχουν περάσει από το στάδιο της τεχνητώς κινούμενης τροφής. Τα μικρά τρώνε αμέσως, αρχικά κάθε 3-5 μέρες, έπειτα όταν μεγαλώνουν μπορούν να τρώνε κάθε βδομάδα. Ο μεταβολισμός αυτού του είδους είναι ταχύτατος, με πλήρη πέψη κι αφόδευση της τροφής μέσα σε 24-36 ώρες. Η τροφή τους είναι συνήθως αρουραίοι, απ’τους οποίους ένα ενήλικο θα πρέπει να φάει δύο.

Τα φίδια αυτά αναπαράγονται πολύ εύκολα στην αιχμαλωσία, ακόμα και λίγους μήνες μετά την εισαγωγή. Γενικά οι κάτοχοι μαύρων μαμπών φιλοξενούν τα φίδια τους ξεχωριστά, αν και στη δεύτερη περίπτωση του Ολλανδού ζούσε το ζευγάρι μαζί. |Στην πρώτη περίπτωση του Αμερικανού τοποθετούνταν αρχικά δύο αρσενικά για να μαλώσουν, αν κι αυτό δεν είναι απαραίτητο, όπως δείχνει η δεύτερη περίπτωση. Ο χρόνος μέχρι τη γέννηση των αυγών, ο αριθμός τους και η επώασή τους (ο Ολλανδός αναφέρει θερμοκρασία επώασης 28-29 βαθμμούς στην εκκολαπτική μηχανή) δε διαφέρουν ουσιαστικά απ’την αναπαραγωγή στη φύση. Τα μικρά κάνουν την πρώτη τους έκδυση στις 10-12 μέρες κι έπειτα αρχίζουν να τρώνε. Οι κάτοχοι και παράλληλα εκτροφείς του είδους στεγάζουν τα μικρά σε πολυόροφα συστήματα κουτιών (rack systems), όπου οι συνθήκες μπορούν να ελεγχθούν κεντρικά. Κατά τη Wikipedia το προσδόκιμο ζωής του είδους στην αιχμαλωσία είναι τα 14 χρόνια, αν κι ακόμα δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία εξαιτίας των λίγων αιχμάλωτων φιδιών, και υπολογίζεται πως ζουν περισσότερο. Οι απώλειες δεν είναι πολύ συχνές, αλλά συμβαίνουν. Ο Ολανδός έχει χάσει λίγα μικρά, μερικά αυγά δεν αναπτύχθηκαν, ενώ αργότερα έχασε τη θηλυκιά του από όγκο κοντά στον πνεύμονα. Δεν ξέρω για την τιμή του είδους, αλλ’από,τι κατάλαβα απ’τα συμφραζόμενα ένα άτομο πιασμένο απ’τη φύση κοστίζει γύρω στις 2000 δολλάρια μάλλον, ενώ κάποιο εκτρεφόμενο στην αιχμαλωσία θα κόστιζε περίπου το διπλάσιο.

Από,τι καταλάβατε, αυτό το φίδι είναι καθαρά για τον πολύ πεπειραμένο κάτοχο δηλητηριωδών φιδιών κι αν. Ο Καναδός της τέταρτης περίπτωσης αναφέρει πως είχε εμπειρία 12 χρόνια με επικίνδυνα δηλητηριώδη (σημειωτέον ότι δε δαγκώθηκε ποτέ!), 15 με δηλητηριώδη γενικότερα, ώσπου στο τέλος απέκτησε την πολυπόθητη μάμπα του. Οι ευσυνείδητοι κάτοχοι αυτού του ζώου έχουν επίγνωση του κινδύνου που ενέχει και προσπαθούν όσο γίνεται οι κινήσεις τους νά’ναι ασφαλείς. Παρόλα αυτά, καλά καλά το φίδι δεν πρόλαβε να εισέλθει στην αιχμαλωσία, έχουμε σημειωμένο θάνατο. Στην Αμερική, μια
γυναίκa αυτοκτόνησε πιθανόν με τη μάμπα της
το 2011 στη Νέα Υόρκη. Η γυναίκα αυτή, ηλικίας 56 χρόνων, ήταν ομολογουμένως παράξενη περίπτωση. Έμενε στο σπίτι της με το σύντροφό της, όπου διατηρούσε συλλογή 70 περίπου φιδιών, στην πλειονότητά τους δηλητηριώδη. Μέσα σ’αυτά ήταν η μάμπα, καθώς και μια βασιλική κόμπρα. Ήξερε πολλύ καλά να τα χειρίζεται, κι επίσης φαίνεται να μην κάλεσε βοήθεια μετά τα δαγκώματα, υποδηλώνοντας στους αστυνομικούς αυτοκτονία. Οι φίλοι της την περιέγραψαν ως καταθλιπτική και πιθανόν επιρρεπή σε μια τέτοια πράξη. Τα ερπετά μεταφέρθηκαν σε ζωολογικό κήπο.

Η μαύρη μάμπα πάντως είναι αποτελεσματικότατο βιολογικό όπλο. Κάποιος θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για να κάνει φόνους ή για να προκαλέσει τον πανικό στον κόσμο, αν και υπάρχουν πολλά άλλα θανατηφόρα ζώα πολύ λιγότερο επικίνδυνα για το δράστη απ’το συγκεκριμένο γι’αυτούς τους σκοπούς. Το συγκεκριμένο είδος πιστεύω πως θα πρέπει να διατηρείται κυρίως από ζωολογικά ιδρύματα κι επιστημονικά κέντρα, με νομική ρύθμιση της ιδιοτικής κατοχής του. Η ιδιοτική κατοχή ενός τέτοιου είδους όχι μόνο μπορεί να σκοτώσει τον κάτοχο, ο οοποίος τουλάχιστον είναι υπεύθυνος των πράξεών του και μπορεί να ελκύεται παράλογα προς τον κίνδυνο, οπότε δε μας ενδιαφέρει ν’ασχοληθούμε, αλλά μπορεί να σκοτώσει άλλους,με πιθανόν αρνητικές συνέπειες όχι μόνο για τον κάτοχο, αλλά και για το χόμπι των ερπετών γενικότερα, για το οποίο βρίσκονται εύκολα ευκαιρίες για την άδικη στοχοποίησή του.

Advertisements