Θαλάσσιες λάμπραινες (Petromyzon marinus) προσκολλημένες σε μια πέστροφα. Αρχικά ενδημούσαν στις παράκτιες περιοχές της Δ. Ευρώπης, τώρα ζουν ως εισαγόμενο είδος και στις Μεγάλες Λίμνες της Β. Αμερικής.

ΕυρωπαΪκή ποταμίσια λάμπραινα (Lampetra fluviatilis).

Αργυρή λάμπραινα (Ichthyomyzon unicuspis), αμερικανικό ποταμίσιο είδος. Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από την αγγλική Wikipedia.

Έψαχνα αυτό το διάστημα αν γίνεται οι λάμπραινες να διατηρηθούν σε ενυδρεία. Τελικά γίνεται. Οι λάμπραινες (τάξη πετρομυζωντόμορφα) είναι αρκετά παράξενα ψάρια, που επιφανειακά μοιάζουν με χέλια. Με μια κοντινότερη όμως ματιά φαίνονται οι έντονες διαφορές τους απ’τα χέλια και τα υπόλοιπα είδη ψαριών. Όπως και τα χέλια, είναι κι αυτά επίμηκη σκωληκόμορφα ψάρια χωρίς λέπια, ούτε ζευγαρωτά πτερύγια, έχοντας μόνο ένα υποτυπώδες ουραίο πτερύγιο ή κι ένα ραχιαίο. Το κεφάλι τους επίσης είναι πολύ διαφορετικό απ’αυτό των χελιών, μ’ένα κυκλικό στόμα σαν βεντούζα, ένα ρουθούνι, δύο πλευρικά μικρά μάτια και 7 ζεύγη βραγχιακών σχισμών. Τα στοιχεία αυτά δεν ταιριάζουν σε κάποιο εξελιγμένο σπονδυλωτό. Στην πραγματικότητα, οι λάμπραινες είναι ο μόνος ζωντανός κλάδος των άγναθων σπονδυλωτών, αυτών δηλαδή που δεν έχουν σαγόνια. Το στόμα τους είναι πιο απλό, κυκλικό, και στην περίπτωση των λαμπραινών φέρει πολλά μικρά κωνικά δόντια και μια ισχυρή οδοντοφόρο γλώσσα αντανακλώντας τις ιδιαίτερες διατροφικές τους συνήθειες. Οι λάμπραινες φέρουν χόνδρινη σπονδυλική στήλη κι απλο χόνδρινο κρανίο. Ο εγκέφαλός τους επίσης
είτε έχει πολύ πρωτόγονη, είτε δεν έχει καν
παρεγκεφαλίδα, το μέρος εκείνο που ρυθμίζει την ισορροππία και τη σωστή εκτέλεση των κινήσεων στα γναθοστόματα ή γναθωτά σπονδυλωτά, ενώ οι άξονες των νευρώνων τους δεν περιβάλλονται από μυελίνη, τη λιπώδη ουσία που βοηθά στην ταχύτερη μεταγωγή των νευρικών σημάτων στα γναθοστόματα. Το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι επίσης πρωτόγονο, όχι εντελώς εξελιγμένο στο γνωστό προσαρμοστικό των γναθωτών σπονδυλωτών (μόνο τα σπονδυλωτά έχουν ευέλικτο και προσαρμοζόμενο ανοσοποιητικό σύστημα). Όλα τα απεκριτικά και το αναπαραγωγικό σύστημα καταλήγουν σε μια αμάρα, ενώ τα περισσότερα εξελιγμένα ψάρια έχουν εξελίξει ανεξάρτητα χωριστές εξόδους. Το πεπτικό τους σύστημα αποτελείται από έναν σχεδόν ευθύ σωλήνα χωρίς έντονα διακριτό στομάχι, αλλ’αυτό ίσως εξελίχθηκε έπειτα λόγω της εξειδικευμένης τροφής τους. Το μυικό τους σύστημα, όπως και σε πολλά χορδωτά και στα πρωτόγονα σπονδυλωτά, είναι χωρισμένο σε τμήματα που αντιστοιχούν το καθένα μ’ένα σπόνδυλο και μ’ένα τμήμα του νωτιαίου μυελού και χωρίζονται με συνδετικό ιστό, τα μυομερή. Μία ακόμα νευρική ιδιαιτερότητα των λαμπραινών είναι η παρουσία δύο οφθαλμών στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Όλα τα σπονδυλωτά προγονικά έχουν ένα βρεγματικο οφθαλμό, ένα τρίτο μάτι ας πούμε στην κορυφή του κεφαλιού, το οποίο αντιλαμβάνεται το φως, προειδοποιεί το ζώο για απότομες σκιές από πάνω που μπορεί να σημαίνουν εχθρούς μέσα στο νερό, και μετρά τη φωτοπερίοδο ώστε να ρυθμίσει το βιολογικό ρολόι του ζώου. Πίσω και κάτω απ’αυτό το μάτι βρίσκεται ο κωνοειδής αδένας ή το κωνάριο, ο οποίος παράγει τη ρυθμιστική ορμόνη μελατονίνη σε περιόδους σκότους. Οι λάμπραινες έχουν άκόμα ένα φωοτοευαίσθητο όργανο πίσω απ’το βρεγματικό που ανήκει στον κωνοειδή αδένα. Κατά την εξέλιξη λοιπόν το βρεγματικό όργανο χάθηκε σε πολλά σπονδυλωτά, με τους ρόλους του ν’αναλαμβάνονται απ’τα δύο πλευρικά μάτια. Γι’αυτό το όργανο έχουν λεχθεί πολλά, και θα πρέπει στο μέλλον να του αφιερώσω μια δημοσίευση.

Η ταξινόμηση αυτής της ομάδας σπονδυλωτών είναι δύσκολη πέρα απ’το επίπεδο της τάξης. Γενικά αναγνωρίζεται πως είναι μέλη της υπερομοταξίας των αγνάθων, αλλά η σωστή ομοταξία όπου πρέπει να μπουν δεν έχει ακόμα ξεκαθαριστεί. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους κεφαλασπιδόμορφους ιχθύες, μια ομάδα με πολλά απολιθωμένα είδη που έφεραν προστατευτικές πλάκες στο κεφάλι, αν και θεωρείται πως τα κοινά στοιχεία με τις λάμπραινες τα εξέλιξαν ανεξάρτητα απ’αυτές. Σήμερα ταξινομούνται στα υπεροάρτια, αν και πάλι η σχέσεις τους μ’άλλα εξαφανισμένα μέλη αυτού του κλάδου δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένες. Στο παρελθόν ακόμα ταξινομούταν μαζί με τα πετρόχελα (τάξη μυξίνοι), μια ομάδα απόκοσμων και μακάβριων χορδωτών (θέλουν δική τους δημοσίευση), τα οποία εντούτοις θεωρούνται κρανιωτά κι όχι σπονδυλωτά, αφού έχουν ένα απλό ινώδες χόνδρινο κρανείο, αλλά καθόλου σπονδυλική στήλη. Ο κύριος σκελετός τους αποτελείται από τη νωτιαία χορδή, μία χόνδρινη ράβδο που αποτελεί τον πρωτοσκελετό όλων τον χορδωτών. Μέσα στην τάξη τώρα των πετρομυζωντόμορφων (petromyzontiformes) αναγνωρίζονται τρεις οικογένειες: οι γεωτριίδες (geotriidae), οι μορδακιίδες (mordaciidae), και οι πετρομυζωντίδες (petromyzontidae), η τελευταία η μεγαλύτερη οικογένεια, με τις άλλες να περιορίζονται στο Νότιο Ημισφαίριο, και 10 γένη. Το όνομα «πετρομυζωντόμορφα» το πήραν εξαιτίας της λανθασμένης αρχαίας αντίληψης ότι τα ζώα αυτά χρησιμοποιούν το βεντουζοειδές στομα τους για να γλείφουν τις πέτρες για τροφή, εξού και το λατινικό τους όνομα «lampetra». Οι λάμπραινες μπορούν να προσκολληθούν σε πέτρες σε περίπτωση ταραχώδους ροής νερού, αλλά μόνο για λόγους στήριξης.

Τα άγναθα αρχικά ήταν μια πολυποίκιλη ομάδα πρωτόγονων σπονδυλωτών που κατέκλυζε τις θάλασσες πρώτα, έπειτα άρχισε να καταλαμβάνει και τα δέλτα και τα γλυκά νερά, πριν από 500 και λίγο εκατομμύρια χρόνια κατά την Κάμβριο περίοδο έως και πριν 300 εκατομμύρια χρόνια κατά τη Λιθανθρακοφόρο. Τα πρώτα 200 και λίγο χρόνια δεν αντιμετώπιζαν σοβαρό ανταγωνισμό με τα γναθοστόματα, ταοποία μόλις άρχιζαν να εξελίσσονται, αλλ’όσο τα γναθοστόματα πολλαπλασιάζονταν και ρποσαρμόζονταν τα άγναθα δέχονταν πιέσεις και σιγά-σιγά άρχιζαν να εξαφανίζονται. Η τελική τους εξαφάνιση έγινε στις αρχές του Μεσοζωικού. Κι όπως συνήθως συμβαίνει σε ομάδες οργανισμών που έχουν εξαφανιστεί λόγω ανταγωνισμού με καλύτερα προσαρμοσμένα είδη, απ’τις παλαιές ομάδες συνήθως επιβιώνουν λίγα κι αρκετά εξειδικευμένα είδη, και οι λάμπραινες δεν αποτελούν εξαίρεση. Οι λάμπραινες έχουν εξειδικευτει να τρέφονται παρασιτικά, προσκολλώμενες και πίνοντας το αίμα από άλλα ψάρια, ενώ ελάχιστα είναι τα είδη που τρέφονται και με κρέας, νεκρά ζώα ή φυτικη ύλη, π.χ. Caspiomyzon wagneri (λάμπραινα της Κασπίας). Χρησιμοποιώντας λοιπόν το στοματικό δίσκο τους, οι ενήλικες λάμπραινες προσκολλώνται σ’ένα ψάρι, ανοίγουν με τη σκληρή γλώσα τους το δέρμα κι αρχίζουν να ρουφούν αίμα. Με τη βοήθεια της αντιπηκτικής λαμπρεδίνης που παράγουν η πληγή παραμένει ανοιχτή και το αίμα ρέει εύκολα σ’αυτές. Το τραύμα που προκαλούν στο ψάρι συνήθως είναι επιφανειακό, αν και με μεγαλύτερα είδη όπως η θαλάσσια λάμπραινα (Petromyzon marinus), που φτάνει και το 1 μέτρο, συχνά η πληγή είναι πολύ μεγάλη και το αίμα που καταναλώνεται πολύ, ώστε τα περισσότερα ψάρια πεθαίνουν μετά την επίθεση. Οι προνύμφες των λαμπραινών απ’την άλη, που είναι τυφλές (διαθέτουν μόνο φωτοευαίσθητα στίγματα), αμμόβιες και μοιάζουν ακόμα περισσότερο με πρωτοσπονδυλωτά, λέγονται αμοκοίτες και τρέφονται φιλτράροντας το νερό και τα ιζήματα για πλαγκτόν και σωματίδια οργανικής ύλης, ζώντας έτσι για μερικά χρόνια. Δεν ανέχονται τα ζεστά νερά, γι’αυτό και οι λάμπραινες δεν απαντούν στους τροπικούς. Όπως και με πολλά είδη με μακρόβια προνυμφική φάση και σύντομη αναπαραγωγική ζωή, πολλά είδη λάμπραινας έχουν εξειδικεύση την ενήλικη φάση τους μόνο για την αναπαραγωγή. Αυτά τα είδη λέγονται μη παρασιτικά, και τα ενήλικα άτομά τους είναι συνήθως μικρά, φέρουν απλοποιημένο στόμα και μη χρηστικό πεπτικό σωλήνα, και μόνος σκοπός τους είναι η αναπαραγωγή. Όλες οι λάμπραινες αναπαράγονται στο τέλος της ζωής τους σε γλυκά νερά. Ακόμα και τα λίγα είδη που ζουν ως ενήλικα στην ανοιχτή θάλασσα ή σε υφάλμυρα νερά, θα πρέπει να γυρίσουν όπως οι σολωμοί σε εστίες γλυκού νερού για την αναπαραγωγή. Κατά την προετοιμασία για την αναπαραγωγή, ακόμα και τα παρασιτικά είδη σταματούν να τρώνε, ενώ κατά την πράξη επικρατεί πανδαιμόνιο ωοτοκίας κι εκσπερματώσεων παντού, μιας και οι λάμπραινες γονιμοποιούν εξωτερικά του σώματος όπως τα περισσότερα ψάρια και οι άλλοι υδρόβιοι οργανισμοί. Μετά το πέρας του παροξυσμού τα ψάρια είναι υπερβολικά εξαντλημένα, το πεπτικό τους σύστημα αχρηστεύεται, ενώ η αμάρα τους παραμένει ανοιχτή επιτρέποντας την είσοδο σε βλαβερά βακτήρια και μύκητες που θα τις μολύνουν και θα πεθάνουν. Μπορούμε να πούμε πως σαπίζουν ζωντανές. Φυσικά μεγάλος αριθμός τρώγεται από διάφορα ιχθυοφάγα αρπακτικά πριν το φυσικό τέλος της ζωής τους.

Παρά το χόνδρινο σκελετό τους, τα πετρομυζωντόμορφα έχουν ένα μικρό, αλλά σημαντικό απολιθωματικό αρχείο. Η πρώτη λάμπραινα χρονολογείται στο ύστερο Δεβόνιιο πριν 360 εκατομμύρια χρόνια. Βρέθηκε το 2006 στη Νότι Αφρική, πήρε το επιστημονικό όνομα Priscomyzon riniensis, και μοιάζει εκπληκτικά με τις σημερινές. Οι επόμενες λάμπραινες βρίσκονται στη Λιθανθρακοφόρο, πριν περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια σε θαλάσσια ιζήματα των ΗΠΑ. Είναι τα είδη Mayomyzon Pieckoensis και Hardistiella montanensis, και είναι τα πρώτα απολιθώματα λάμπραινας που βρέθηκαν. Οι πιο πρόσφατες ανήκουν σε ιζήματα γλυκού νερού του Κρητιδικού ηλικίας 120 εκατομμυρίων χρόνων στην Κεντρική Μογγολία, ανακαλύφθηκαν μόλις το 2006 και το είδος τους πήρε το όνομα Mesomyzon mengae. Τα λιθανθρακοφόρα και κρητιδικά είδη είναι όμοια στην εμφάνιση με τα σημερινά, αλλά και το δεβόνιο δεν αποκλίνει πολύ. Αυτό σημαίνει πως οι λάμπραινες εξειδικεύτηκαν στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής ήδη απ’το Παλαιοζωικό, κι έπειτα συνέχιζαν να εξελίσσονται μέσα σ’αυτήν την οικολογική θέση. Αν και μια μικρή ομάδα σπονδυλωτών, μπορούμε να πούμε πως είναι αρκετά επιτυχημένη.

Οι λάμπραινες τρώγονται σε χώρες τις δυτικής Ευρώπης όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Γαλλία, με κύρια είδη τη θαλάσσια λάμπραινα (Petromyzon marinus) και την ποταμίσια ευρωπαΪκή λάμπραινα (Lampetra fluviatilis). Στην Κασπία τρώγεται ένα άλλο κοινό είδος, η λάμπραινα της Κασπίας (Caspiomyzon wagneri). Η θαλάσσια λάμπραινα έχει εξαπλωθεί στο σύστημα των Μεγάλων Λιμνών της Β. Αμερικής, προκαλώντας αρκετή οικολογική καταστροφή, μιας και επιτίθεται σε βασικά για την αλιεία ψάρια και δεν έχει πολλούς εχθρούς. Αντίθετα άλλα είδη απειλούνται σοβαρά, με κύριο παράδειγμα το ενδημικό της χώρας μας γκαβόχελο (Eudontomyzon hellenicus), ένα μικρό μη παρασιτικό είδος που ζει μόνο σε κρύα διαυγή νερά πηγών, κι απειλείται άμεσα από την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Σήμερα οι περιπτώσεις εύρεσής του είναι σπανιότατες.

Περισσότερα για τις λάμπραινες μπορείτε να διαβάσετε
εδώ,
εδώ,
εδώ,
και εδώ.

Οι λάμπραινες λοιπόν μπορούν να ζήσουν κανονικά και σε ενυδρεία, αν και δεν συνηθίζεται να τοποθετούνται εεκεί, λόγω μηιδιαίτερης εμφάνισης. Ο κύριος λόγος για τη διατήρηση τέτοιων ψαριών είναι η παρατήρηση της μορφολογίας και της συμπεριφοράς ενός αρχαίου σπονδυλωτού από κοντά. Σχεδον πουθενά στο Διαδίκτυο δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη διατήρηση αυτών των ψαριών στην αιχμαλωσία. Το
άρθρο
το βρήκα εγώ στο NANFA (North American Native Fishes Association (Σύλλογος για τα Βορειοαμερικανικά ιθαγενή Ψάρια)). Οι πληροφορίες αυτού του άρθρου ωστόσο ισχύουν για όλα τα είδη λάμπραινας, μιας κι όλα ζουν σε παρόμοια κλίματα και περιβάλλοντα.

Μετάφραση: Bolko

Σημειώσεις φροντίδας στην αιχμαλωσία: λάμπραινες του Βορείου Ημισφαιρίου (οικογένεια petromyzontidae)
Γραμμένο από τον Christopher Scharpf

Εάν θέλετε να παρατηρήσετε τις λάμπραινες από κοντά, οι αμμοκοίτες και τα ενήλικα άτομα θα ζήσουν στο οικιακό ενυδρείο. Εάν πιαστούν στη σωστή στιγμή του κύκλου της ζωής τους επίσης θ’αναπαραχθούν στην αιχμαλωσία. Εντούτοις, οι μυστικές ή παρασιτικές τάσεις της λάμπραινας τις απαγορεύουν από το να γίνουν κάτι παραπάνω από ένα ενυδρειακό παράξενο, καλύτερα ταιριασμένες για ενυδρεία μελέτης παρά για το μέσο κοινωνικό ενυδρείο.

Η καλύτερη στιγμή για τη συλλογή ενηλίκων λαμπραινών είναι κατά τον αναπαραγωγικό παροξυσμό τους. Οι αναπαραγόμενες λάμπραινες έχουν ένα πράγμα στο μυαλό τους – το σεξ – και είναι αδιάφορες προς οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει να μπορείτε να τις μαζεύετε αρκετά εύκολα. Μη αναπαραγόμενες ενήλικες λάμπραινες μπορούν να συλλεγούν όπως θα συλλέγατε πέρκες ακοντιστές ή σκορπίνες του γλυκού νερού, δηλαδή, έχοντας μάσκα και μια απόχη χειρός, ή πετώντας γρι στο βυθό του ρυακιού. Οι αμμοκοίτες, εντούτοις, θα πρέπει να εξαχθούν απ’το υπόστρωμα του ποταμού. Μ’έναν μικρό πλαστικό κάδο, μαζέψτε λίγη λάσπη ή άμμο, πετάξτε την στην όχθη, κι έπειτα ψάξτε την με τα δάχτυλα προσεκτικά κοιτάζοντας για τις συστρεφόμενες προνύμφες. Ο βιολόγος Neal Mundahl αναφέρει μεγάλη επιτυχία εύρεσης αμμοκοιτών γύρω από βυθισμένα κούτσουρα, όπου οι βραδείες δίνες προφανώς συγκεντρώνουν τροφή για τις λάμπραινες. Το κοσκίνισμα μέσα στο βούρκο μ’ένα δίχτυ επίσης θα βγάλει περιστασιακά αμμοκοίτες, αλλ’αυτές θα γλιστρίσουν μέσα από τα μεγαλύτερα πλέγματα προτού συνειδητοποιήσετε τι έχετε. Εάν ζείτε στα ανατολικά ή στις ακτές του Κόλπου (του Κόλπου του Μεξικού, μιλάει για τη Β. Αμερική) είναι πιθανό να πιάσετε με το δίχτυ νεαρά αμερικανικά χέλια (εδώ έχουμε τα παρόμοια ευρωπαϊκά) και να τα συγχύσετε με λάμπραινες. Πάρτε μαζί σας ένα κουτί διήθησης ή άλλο διαφανές δοχείο και γεμίστε το με ποταμίσιο νερό για αν εξετάζετε τι πιάνετε. Εάν δείτε ένα κεφάλι με μάτια και στόμα, τότε βλέπετε ένα χέλι.

Οι αμμοκοίτες είναι εύκολες στη διατήρηση στο οικιακό ενυδρείο, αλλά σπάνια θα τις βλέπετε αφού συνήθως παραμένουν θαμμένες στην άμμο ή στα χαλίκια, τρεφόμενες με μικροοργανισμούς και σωματιδιακή νεκρή οργανική ύλη. Γι’αυτόν το λόγο, βεβαιωθείτε ότι διατηρούνται σε ένα ώριμο ενυδρείο με βιολογικά ενεργό υπόστρωμα, η με άμμο συλλεγμένη απ’το φυσικό τους περιβάλλον. Μία προτεινόμενη τροφή για τις αμοκοίτες είναι υγρή μπιρομαγιά, που θα ταΐζεται δύο φορές την εβδομάδα σε αναλογία 105 γραμμαρίων ανά τετραγωνικό μέτρο βυθού ενυδρείου. Έχω διατηρήσει μεμονωμένες αμμοκοίτες σε μη φιλτραριζόμενα ενυδρεία 7,5 λίτρων που περιείχαν μια λεπτή στρώση άμμου. Για να τις ελέγχω, βλέπω το ενυδρείο από κάτω μ’ένα φακό ή το κρατώ πάνω απ’το κεφάλι μου μ’ένα φως, οπότε μπορώ να δω τις προνύμφες των λαμπραινών να κινούνται στην άμμο. Μια φορά τοποθέτησα αμμοκοίτες σ’ένα κοινωνικό ενυδρείο με χαλικώδη βυθό. Δεν τις είδα ποτέ μέχρι ν’αποσυναρμολογήσω το ενυδρείο, αλλά ο περιστασιακός ήχος των μετατοπιζόμενων χαλικιών με βεβαίωνε ότι ήταν ζωντανές και καλά.

Βιολόγοι που μελετούσαν τη μεταμόρφωση της αμερικανικής λάμπραινας των πηγών (Lampetra appendix) διατηρούσαν τις αμμοκοίτες σ’ένα ενυδρείο από υαλοβάμβακα 390 λίτρων με 7,5 εκατοστά άμμου? Τα φώτα ήταν αναμμένα 15 ώρες τη μέρα, η θερμοκρασία του νερού κυμαινόταν εποχιακά μεταξύ 16-21 βαθμών Κελσίου, και οι προνύμφες ταΐζονταν με μαγιά μια φορά την εβδομάδα με αναλογία ενός γραμμαρίου ανά αμμοκοίτη την εβδομάδα. Η μεταμόρφωση ξεκίνησε νωρίς τον Ιούλιο και νεαρά ενήλικα άτομα άρχιζαν να εμφανίζονται το Δεκέμβριο.

Αρκετοί βιολόγοι έχουν διατηρήσει κι αναπαραγάγει διάφορα είδη λάμπραινας σε ενυδρεία. Το μυστικό είναι η συλλογή τους στη σωστή στιγμή. Ο ενυδρειιστής και φωτογράφος John Brill (1985) εξέδοσε μια υπέροχη μαρτυρία της εμπειρίας του με τη μικρή λάμπραινα των πηγών για το περιοδικό Αμερικανικά Ρεύματα του NANFA. Ο John τοποθέτησε δύο ενήλικες αρσενικές και μια ενήλικη θηλυκή σ’ένα φτυτεμένο ενυδρείο 50 λίτρων με τραχύ χαλίκι ποταμού, υποχαλίκιο φιλτράρισμα, και θερμοκρασία νερού μεταξύ 14,4-15,5 βαθμών Κελσίου. Μέσα σε μια μέρα και σε λιγότερο από μια βδομάδα μετά την αιχμαλώτιση τα αρσενικά άρχισαν να ανοίγουν μια φωλιά προσκωλλώμενα στο γυαλί και χτυπώντας άγρια το σώμα τους γύρω. Το θηλυκό τό’πιασε μετά από μία ή δύο μέρες. Μετά από τρεις μέρες ο John άρχισε να παρατηρεί αυγά (διαμέτρου 1 χιλιοστού) στη φωλιά. Βρήκε επίσης την περιοχή της αμάρας του θηλυκού ερυθρή και πρησμένη, το στόμα της ματωμένο, και το θηλυκό πιθανόν κοντά στο θάνατο. Ο John αφαίρεσε τους ενήλικες (έτσι κι αλλιώς θα πέθαιναν σύντομα) κι άφησε τα αυγά εκεί που ήταν. Με το υποχαλίκιο φίλτρο να παρέχει ωφέλιμη ροή νερού στ’αυγά, αυτά άρχιζαν να εκκολάπτονται 8 μέρες αργότερα. Αδιαφανείς και λευκές, οι νεοεκκολαφθήσες προνύμφες είχαν σχήμα μπούμερανγκ κι έμοιαζαν περισσότερο με προνύμφες μύγας παρά με κάτι ιχθυοειδές. Καμία απ’αυτές δεν επιβίωσε, πάραυτα, ίσως επειδή ζούσαν σε χαλίκια παρά στο προτιμώμενό τους υπόστρωμα μαλακής λάσπης.

Εάν θέλετε να διατηρήσετε ενήλικες παρασιτικές λάμπραινες κατά την περίοδο της σίτισής τους, τότε προετοιμαστείτε να τις ταΐζετε ζωντανά, πρόσφατα νεκρά, ή αποψυγμένα κατεψυγμένα ψάρια. Εντούτοις, ένα περιοδικό για ενυδρεία αναφέρει ότι η λάμπραινα του Οχάιο (Ichthyomyzon bdellium) συνήθως δέχεται κομμάτια σπανακιού και ψιλοκομμένη βοδινή καρδιά. Όταν πρόκειται για ψάρια, οι λάμπραινες δεν είναι επιλεκτικές, αλλ’ένα πείραμα σε ενυδρείο με αργυρή λάμπραινα (I. Unicuspis) έδειξε ότι μάλλον θα κρεμόταν στον κυπρίνο και στο μαύρο crappie παρά θα τά’τρωγε. Στο ίδιο αυτό πείραμα οι λάμπραινες έκαναν το 85,5% της σίτισής τους τη νύχτα. Οι αιχμάλωτες θαλάσσιες λάμπραινες, εντούτοις, είναι πιο δραστήριες κατά τη μέρα. Τελικά όμως, οι υγιείς παρασιτικές λάμπραινες θα παραδοθούν στις φυσικές ορμές τους και θα ξεκινήσουν τη νηστία ως προετοιμασία για την εαρινή αναπαραγωγή. Ο Becker (Fishes of Wisconsin, 1983) αναφέρει ότι η αργυρή λάμπραινα μπορεί να νηστέψει έως κι 6 μήνες στα ενυδρεία, μειούμενη κατ’αυτό το διάστημα κατά 4-22% σε μήκος και 52-57$ σε βάρος.

Σημειώσεις:
1. Κοινωνικό ενυδρείο είναι το σύνηθες ενυδρείο όπου διάφορα είδη φυτών, ψαριών κι ασπονδύλων ζουν σε αρμονία μεταξύ τους. Μερικκά μεγάλα, εχθρικά ή ενοχλητικά είδη δε μπορούν να ζήσουν σ’αυτό το σχήμα.
2. Το υποχαλίκιο φίλτρο (undergravel filter) τοποθετείται κάτω απ’το υπόστρωμα. Αποτελείται από δισκους μέσ’από τους οποίους περνά το νερό για καθαρισμό.
3. Το επώνυμο του συγγραφέα μου φαίνεται πως δηλώνει γερμανική καταγωγή, αλλά κι αν δεν έχει, άλλο θέλω να πω, πως οι Γερμανοί και οι Βορειοευρωπαίοι επίσης έχουν μεγάλη παράδοση στα χόμπι των ενυδρείων, των τερραρίων, των εξωτικών φυτών κλπ, σε αντίθεση μ’εμάς τους Έλληνες που ακόμα είμαστε αρκετά πίσω.
4. Οι σημειώσεις στις παρενθέσεις είναι δικές μου.

Γενικά κατάλαβα πως αυτά τα είδη δεν είναι και πολύ δύσκολα στη διατήρηση ή στην αναπαραγωγή, αν και το κύριο πρόβλημά τους έγκυται στη θερμοκρασία. Όσοι τις αναπαρήγαγαν ή τις μεγάλωσαν από μικρές τις είχαν σε αρκετά δροσερές θερμοκρασίες. Μια ακομα μεγάλη ομάδα σπονδυλωτών, οι σαλαμάνδρες, αγαπούν επίσης τη δροσιά και πολύ δύσκολα προσαρμόζονται σε ζεστότερες συνθήκες.

Advertisements