Πραγματικά μου ήταν παντελώς άγνωστη η ύπαρξή του μέχρι σήμερα, οπότε ο συγγραφέας Zyklon b έκανε ένα άρθρο για
τα στερεότυπα των δημοσιογράφων
(την εμφάνισή τους, την ονμιλία τους, τις εκφράσεις τους). Κάπου ανέφερε φευγαλέα και γι’αυτήν την περίπτωση, όταν μιλούσε για τη συχνή παρουσίαση δολοφόνων ή θυμάτων ως γενικά ήσυχους και καλούς ανθρώπους απ’τα μμε, και με το τρόπο του τό’λεγε φαινόταν για κάτι πολύ γνωστό. Στα σχόλια επίσης γινόταν αρκετή συζήτηση γι’αυτόν, λες και ήταν κάτι δεδομένα γνωστό. Εγώ ωστόσο δεν τον ήξερα, κι έψαξα λίγο σήμερα.

Προφανώς δεν τον γνώριζα, επειδή η τέλεση του εγκλήματος έγινε το 1996, όταν ακόμα ήμουν τριών ετών. Έπειτα πιθανόν το θέμα θα ξεχάστηκε, ή, κι αν πού και πού λεγόταν από κανέναν, είτε δεν το πρόσεχα είτε ήμουν πολύ μικρός για να το θυμάμαι τώρα. Η περίπτωση με εξέπληξε αρκετά, θυμίζοντάς μου τους
καθ’έξιν δολοφόνους
του εξωτερικού. Μπορώ να πω πως γι’αυτούς ξέρω περισσότερα παρά για ελληνικές περιπτώσεις, διότι μέχρι πρότινος νόμιζα πως η Ελλάδα στερείται τέτοιων περιπτώσεων, ή τουλάχιστον όσες υπάρχουν είναι κακέκτυπα του εξωτερικού. Ωστόσο η άποψή μου αυτή σήμερα διαψεύστηκε.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης λοιπόν ήταν 24 χρόνων την εποχή που διέπραξε το έγκλημα. Στις 19 και 20 Μαΐου στη Θάσο λοιπόν σκότωσε τον 55χρονο πατέρα του Δημήτρη, την 50χρονη μητέρα του Ελένη, την 32χρονη αδερφή του Ερμιόνη, την 75χρονη γιαγιά του Ερμιόνη, και τον 57χρονο θείο του Βασίλη. Το περιστατικό έμεινε αδιερεύνητο μέχρι τον Αύγουστο του ίδιου έτους, παρόλο που η θεία του Ελένη τον ρωτούσε συχνά για την οικογένειά του, για την οποία ο φονιάς απαντούσε πως βρισκόταν στο εξωτερικό. Επειδή όμως οι απαντήσεις του δεν ήταν πάντοτε σαφείς, η θεία του υποψιάστηκε για πιθανό φόνο των συγγενών της και θεωρήθηκε ύποπτος απ’την αστυνομία. Στην αστυνομία ομολόγησε με πλήρη επίγνωση και ψυχρότητα τους φόνους, πώς πρώτα σκότωσε το θειο του πετώντας τον από ένα γκρεμό στο αρχαίο θέατρο της Θάσου, διότι ένιωθε πως απειλείται απ’αυτόν, και πώς έπειτα σκότωσε και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στο σπίτι του επειδή ένιωθε ν’απειλείται, πρώτα τους γονείς του που κατ’αυτόν τον απειλούσαν άμεσα, κι έπειτα την αδερφή και τη γιαγιά του, διότι δεν ήθελε να μείνει κάποιος ζωντανός να μαρτυρήσει τα γεγονότα, κι έπειτα διηγήθηκε πώς τους τεμάχισε, πώς τους τοποθέτησε σε μαύρες σακούλες και πώς τους πέταξε σε χωματερή της Καβάλας. Τους εγκεφάλους μερικών θυμάτων τους κράτησε στο ψυγείο του γιατί είχε κάποιες γνώσεις νευρολογίας και ψυχιατρικής και ήθελε να τους μελετήσει, όμως το ψυγείο ήταν χαλασμένο και χάλασαν κι αυτοί. Κατά τα λεγόμενά του, η σχέση με την οικογένειά του ήταν προβληματική, αφού έμαθε πως δεν ήταν γνήσιο παιδί της μητέρας του, αλλά κάποιας άλλης που είχε σχέση με τον πατέρα του. Αυτό το κρυφάκουσε τυχαία, κι από τότε, κάθε φορά που ζητούσε εξηγήσεις απ’τους γονείς του γι’αυτό, κανείς δεν απαντούσε ισχυριζόμενοι πως έτσι θα μπορούσε να διαλυθεί η οικογένεια, και μάλιστα ο πατέρας του έφερνε το θείο του εκεί για να του ασκεί σωματική βία. Ο πατέρας του δεν ήταν βίαιος προς αυτόν, αν και ήταν αυστηρός και κλειστός άνθρωπος. Έτσι λοιπόν ο δράστης ένιωθε ν’απειλείται απ’την οικογένιεά του, η οποία κατ’αυτόν είχε στήσει συνωμοσια για να τον ξεκάνει, για να μη συνεχίζει να ενοχλεί ρωτώντας για την πραγματική του μητέρα. Τις μέρες πριν το φονικο μάλιστα δεχόταν συνεχή πίεση απ’την οικογένειά του και το θειο του να πάει στη Θάσο για να συζητήσουν (πιστεύω για την ψυχική του ασθένεια), αλλ’από φόβο δίστασε να πάει. Μόλις πήγε εκί η ατμόσφαιρα ήταν έντονη με συνεχείς λογομαχίες. Εκεί ένιωσε τις υποτιθέμενς προθέσεις της οικογένειάς του, και προχώρησε στο φονικό, το οποίο διέπραξε καθαρά για λόγους αμύνης, όπως ανέφερε έπειτα. Ή θα τον σκότωναν ή θα τους σκότωνε.

Ο πατέρας του ίχε έρθει στη Θάσο παλιά ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, κι έπειτα έγινε δάσκαλος, αργότερα διευθυντής σε σχολείο πρώτα της Καβάλας κι έπειτα της Θάσου. Άγνωστο είναι το γιατί, αλλά αποθημένο του ήταν να δουλεύει ως διευθυντής στο Λιμένα της Θάσου, το αγαπημένο μέρος του στο νησί, και για το λόγο ότι δεν του επιτράπηκε ποτέ έτρεφε μίσος για τους συναδέλφους του. Η κόρη του έπαθε σχιζοφρένεια κατά την εφηβική ηλικία, κι αντιμετωπιζόταν αρνητικά απ’τον πατέρα, ο οποίος, για να μη στιγματιστεί η οικογένιεά του, δεν την πήγε ποτέ σε ψυχιατρικό ίδρυμα, αλλά της έδινε υπερβολικά φάρμακα και της ασκούσε σωματική βία. Ο περίγυρος θεωρούσε πως ήταν τοξικομανής, μιας κι έτσι φαινόταν στις σπάνιες εμφανίσεις της, κι επίσης δε λέγονταν πολλά γι’αυτήν. Γενικά η οικογένεια περιγραφόταν ως πολύ κλειστή κι απόμακρη, χωρίς πολλές σχέσεις με τους γείτονες. Για το δράστη αναφέρεται πως ήταν γενικά ήσυχος κι ιδιόρρυθμος, με ενδιαφέρον για τη μουσική και τη ζωγραφική, κάτι που δεν ενέκρινε ο πατέρας του. Προτιμούσε να είναι μόνος, διάβαζε πολλά βιβλία, κι όπως είπε ένας παλιός συμμαθητής του, όνειρό του ήταν ο έλεγχος της προσωπικότητας των άλλων. Αναφέρεται ως άνθρωπος υψηλού δείκτη νοημοσύνης (συχνά άτομα υψηλής νοημοσύνης έχουν κάποια ιδιαιτερότητα). Είχε περάσει θεολογική, αλλά δε δέχτηκε να σπουδάσει εκεί, γι’αυτό ξαναέγραψε εξετάσεις ώστε πέρασε στη νομική της Κομμοτινής, όπου τα πήγαινε καλά. Στους ανακριτές, στους αστυνομικούς και στους ψυχιάτρους ήταν ψύχραιμος, αφού ένιωθε πλέον δικαιωμένος απ’την πράξη του. Αν και θα προτιμούσε μείωση της ποινής, δεν είχε πρόβλημα και με την εισόβια φυλάκιση, ούτε ακόμα και με τη θανατική ποινή, που αν ήταν στην Αμερική, πιστεύω έτσι θα καταδικαζότα. Ο ίδιος ισχυριζόταν πάντοτε πως η πράξεις του έγιναν για λόγους άμυνας. Δε δεχόταν δικηγόρο στη δίκη, θεωρώντας πως είναι ικανός να υπερασπιστει τον εαυτό του, κι επίσης δε δέχτηκε έφεση, διότι δεν ένιωθε πως είχε κάτι άλλο να πει ή να κάνει. Για τη φυλακή ζήτησε Μπαχ, Μότσαρτ και πολλά βιβλία. Οι αλληλεπιδράσεις του με τους συγκρατουμένους ήταν περιορισμένες, ενώ έκανε αίτημα να μη δέχεται επισκέψεις, μιας κι αυτές θα γίνονταν καθαρά για συμφεροντολογικούς λόγους, π.χ. για τα περιουσιακά στοιχεία, απ’τα οποία είχε πολλά απ’την οικογένειά του. Το δικαστήριο αργότερα τον διέγνωσε ανάξιο να κληρονομήσει την περιουσία της οικογένειάς του, και τελικά η περιουσία περιήλθε στους συγγενείς, που θά’ταν πιστεύω κάτι παραπάνω από ευχαριστημένοι. Σιγά-σιγά η ψυχική του κατάσταση άρχιζε στη φυλακη να διαλύεται, άρχιζε να τρώει υπερβολικά, να καπνίζει (πριν ήταν φανατικός αντικαπνιστής, και μάλιστα μια φορά ζήτησε απ’τον πατέρα του να μην του κάνει δώρο στα γεννέθλια, αλλά να κόψει το τσιγάρο, πράγμα που το έκανε, γιατί κατά βάθος εκτιμούσε το γιο του ως το μόνο εναπομείναν άξιο παιδί του), και οι κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις περιορίστηκαν στο ελάχιστο, ενώ έχασε το ενδιαφέρον του για διάβασμα, τηλεόραση και μουσική. Έγινε με λίγα λόγια ένας άνθρωπος καμένος, εντελώς διαλυμένος. Πιστεύω πως δε θα ειχε διαφορά η φυλάκισή του από τη νοσιλεία του σε ψυχιατρείο, και ίσως στο δεύτερο απολάμβανε μεγαλύτερης φροντίδας. Επιθυμία του είναι όταν αποφυλακιστεί να κάνει μια καλύβα στο δάσος και να ζήσει μόνος του εκεί, χωρίς να ενοχλεί ούτε να ενοχλείται. Και τώρα θ’ακούσετε το παράλογο! Ο άνθρωπος αυτός καταδικάστηκε πέντε φορές σε εισόβια κάθειρξη, μία για κάθε φόνο. Όμως η ποινή του, εξαιτίας των διάφορων ελληνικών νομικών ιδιαιτεροτήτων, κατέληξε να είναι μόνο 20 χρόνια, με αναμενόμενη αποφυλάκιση το 2017! Δεν ξέρουμε τι θα γίνει μετά την αποφυλάκισή του, άλλοι θεωρούν πως θα επανακυλήσει στο έγκλημα, άλλοι πως θα περιθωριοποιηθεί και θα χαθεί. Ο δικαστής κατά την καταδίκη του είπε θεωρητικά πως ένας τέτοιος εγκληματίας θ’άξιζε τη θανατική ποινή.

Η ψυχιατρική γνωμάτευση ήταν σχιζότυπη διαταραχή, όχι ακριβώς σχιζοφρένεια δηλαδή, μιας κι ο δράστης είχε πλήρης επίγνωση της κατάστασης, αλλά μια πολύ κοντινή παρανοΪκή κατάσταση, με μανία καταδιώξεως, διεστραμμένη σκέψη και έλειψη συναισθήματος. Πράγματι ανέφερε στους ανακριτές και τυς ψυχιάτρους κάθε λεπτομέριεα του εγκλήματος εντελώς κυνικά, χωρίς να δηλώνει πως μετανιώνει γι’αυτό. Μερικές φορές μάλιστα φαινόταν χαμογελαστός. Γι’αυτόν το λόγο λοιπόν θεωρήθηκε άσκοπος ο εγκλεισμός του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Κανονικά όμως θά’πρεπε να βρισκόταν εκεί: Πρώτον για να μπορούσε να πάρει τη θέση του κάποιος άλλος κρατούμενος στη φυλακή, και δεύτερον γιατί στα ψυχιατρεία συνήθως τέτοιες περιπτώσεις διατηρούνται επ’αόριστον, μπορεί δηλαδή και για πάντα, όπου λαμβάνουν συνεχώς φαρμακευτική αγωγή (περισσότερο για καταστολή παρά για θεραπεία) και χάνονται για πάντα στην αφάνεια, χάνουν την ανθρώπινη υπόστασή τους. Για τον συγκεκριμένο δεν ελπίζω κάτι καλύτερο.Ήδη στη φυλακή ο νους του αποδιοργανώθηκε πλήρως, έχασε κάθε δυνατότητα να επανέλθει. Πέρα απ’την ψυχολογική εξέταση, έγινε και νευρολογική εξέταση με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και νευροαπεικόνιση δύο φορές από ξεχωριστούς γιατρούς, για την πιθανότητα οργανικής αιτιολογίας της ψυχασθενικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τον έναν, η νευροαπεικόνιση παρουσίαζε ορισμένες αλλοιώσεις, υποδηλώνοντας ίσως οργανική βάση της συμπεριφοράς του ασθενούς/εγκληματία, ενώ σύμφωνα με τον άλλον, δεν παρατηρήθηκε κάτι παθολογικό.

Πολύ λεπτομερέστερα στοιχεία για την περίπτωση, η οποία θεωρείται το ειδεχθέστερο έγκλημα στην ιστορία της ελληνικής εγκληματολογίας ως τώρα, μπορείτε να βρείτε στο ανάλογο άρθρο του ιστολογίου «Έγκλημα και Τιμωρία», ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στην εγκληματολογία, στους μεγάλους εγκληματίες και στα ποινικά συστήματα ανά τον κόσμο, ίσως ο μόνος τέτοιος ελληνικός ιστότοπος. Το άθρο είναι σπασμένο σε μέρη:
πρώτο μέρος,
δεύτερο μέρος
τρίτο μέρος
τέταρτο μέρος
πέμπτο μέρος.

Πιστεύω πως για τη δημιουργία της διεστραμμένης ψυχοσύνθεσης του νεαρού δε φταί μόνο το προβληματικό περιβάλλον, αλλά και η κληρονομικότητα σε κάποιον βαθμό. Εάν καταλάβατε, η συμπεριφορά όλης της οικογένειας ήταν παράξενη. Εκτός από την αδερφή που είχε κι αυτή σοβαρή ψυχική πάθηση, κάτι που ενισχύει την άποψή μου, ο πατέρας επίσης ήταν κλειστός, αυστηρός και απόμακρος, ενώ ο θείος είχε βίαιες τάσεις. Πιθανόν κάποια τάση προς τον απομονωτισμό και το φόβο ήταν έμφυτη σ’όλη την οικογένεια, κι απλώς με τη βοήθεια κάποιων αρνητικών συμβάτων στη ζωή των παιδιών της προκλήθηκαν οι ψυχικές διαταραχές τους. Για την οικογένεια λέγεται πως ήταν παλιά ποντιακή οικογένεια, με προσφορά στον ανταρτοπόλεμο του Πόντου. Το επώνυμο «Σεχίδης» προέρχεται απ’το «σεΐχης».

Περιμένω σχόλια σ’αυτο το θέμα.

Advertisements