Όλοι θυμόμαστε ένα προπαγανδιστικό κι άκρως δυσφημιστικό άρθρο κατά της Ελλάδας που γράφτηκε κάπου στις αρχές τις κρίσης στο γερμανικό περιοδικό Focus με τίτλο
«πολιτισμικό σοκ της Ελλάδας».
Προκάλεσε την αγανάκτηση, συζητήθηκε πολύ, αναλύθηκε. φυσικά υπήρχαν και αντίλογι απ’τους Γερμανούς μιας και οι υπερβολές ήταν εξόφθαλμες, και μόνο κάποιος με πραγματικό μίσος για την Ελλάδα και τους Έλληνες θα μπορούσε να γράψει κάτι τέτοιο. Πολύ λιγότερο ξέρουμε ένα ακόμα χειρότερο παλαιότερο άρθρο που εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 2006 σ’ένα περιοδικό ονόματι Libertarian, ίσως αμερικάνικο. Δε μπόρεσα να βρω πολλές πληροφορίες για το εν λόγω περιοδικό, αλλά κάπου θα υπάρχει και ίσως είναι και γνωστό. Εάν αυτό το άρθρο γραφόταν στην περίοδο της Κρίσης, και ιδίως στις μέρες του
ειδεχθούς γεγονότος της σύλληψης του 27χρονου που έβριζε τον Παΐσιο,
θά’ταν ακόμα δυσφημιστικότερο κι ανακριβέστερο, αλλ’ευτυχώς δεν έγινε. Γράφτηκε σε μια περίοδο που ήμασταν ακόμα αρκετά καλά και δε μας πολυένοιαζε για τη γνώμη των ξένων για μας. Το άρθρο αυτό λοιπόν μεταφράστηκε στα ελληνικά, και δημοσιεύθηκε σ’ένα υποτίθεται ελληνόφρον ιστολόγιο αυτών των φανατικών αρχαιοελληνιστών/δωδεκαθεΪστών/απολλώνιων με όνομα «Ελλήνων Ανάβασης» του pathfinder.gr. Δεν ξέρω γιατί όλοι οι απολλώνιοι φωλιάζουν σ’αυτόν τον πάροχο, μάλλον είτε γιατί έχει πιο ακροδεξιό προσανατολισμό είτε γιατί είναι εληνικός και τον προτιμούν. Το άρθρο λοιπόν έχει τίτλο
«Ελλάς: το τελευταίο θεοκρατικό κράτος της Ε.Ε.»
και είναι ένα ανιστόρητο και δυσφημιστικό μείγμα περιπτώσεων και γεγονότων και πολλών, πάρα πολλών υπερβολών, που έχει σκοπό να διασύρει την Ελλάδα διεθνώς γι’άγνωστο λόγο. Ωστόσο υπάρχουν και λίγ αψύγματα αλήθειας σ’όλο αυτο το υβριστικο κατεβατό.

Ξεκινάει λοιπόν το άρθρο με ορισμένες δικαιολογημένες διαπιστώσεις θεσμών και συμπεριφορών που δεν απαντούν σε πιο ανεπτυγμένες ευρωπαΪκές χώρες, όπως ότι το ελληνικό σύνταγμα ξεκινά με επίκληση στην Αγία Τριάδα, ότι ισχύει ο θρησκευτικός όρκος στα δικαστήρια, ότι μέχρι πρότινος αναγραφόταν το θρήσκευμα στην ταυτότητα, ότι η ορκωμοσία της κυβέρνησης γίνεται με τον αρχιεπίσκοπο, ότι οι ιερείς χωροστατούν σε εγκαίνια ιδρυμάτων και σχολείων, ότι οι ιερείς μισθοδοτούνται απ’τον κρατικό προϋπολογισμό (αλλού, όπως στη Γερμανία, η εκκλησία είναι πλήρως διαχωρισμένοι απ’το κράτος και μάλιστα όσοι είναι βαφτισμένοι σε κάποια θρησκεία θα πρέπει να καταβάλλουν το λεγόμενο εκκλησιαστικό φόρο). Ξεχνάει ν’αναφέρει πάντως τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία.

Έπειτα όμως αρχίζει να ξεφεύγει. Μας παραλληλίζει με το Ιράν του Αγιατολάχ Χομεϊνί και το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν και το σκοταδισμό που επικρατεί εκεί – δυστυχώς δεν αναφέρεται η Σαουδική Αραβία -, κι έπειτα αναφέρει περιπτώσεις ας πούμε γνήσιας ταύτησης κρατικής με θρησκευτική εξουσία, όπως στις παραπάνω ισλαμικές χώρες. Υπενθυμίζει στους Έλληνες ότι πρώτος πρόεδρος της Κύπρου απ’το 1960 έως το 1977 ήταν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος μάλιστα οργάνωσε κίνημα εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων το οποίο καταδικκάστικε διεθνώς ως τρομοκρατικό. Ποιο κίνημα εννοεί; Κάποιες
αψιμαχίες το 1963
με θέμα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όπου ούτε ο Μακάριος ούτε όμως και οι Τουρκοκύπριοι δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον, για το οποίο όσο κι αν έψαξα δε βρήκα κάποια διεθνή τέτοια καταδίκη; Αντίθετα ο Μακάριιος τηρούσε κατά βάση ειρηνική σχέση με τους Τουρκοκυπρίους, και μάλιστα κατά την Τουρκική εισβολή δε μπόρεσε να δράσει επαρκώς, και γι’αυτό κατηγορείται από πολλούς για σοβαρά λάθη εκείνο το διάστημα, κυρίως στο θέμα της αποδοχής του ψευδοκράτους. Εδώ όμως το άρθρο σιωπά. Έπειτα δεν παραλείπει ν’αναφέρει μια βραχεια περίοδο στην ελληνική ιστορία, όπότε μετά την απελευθέρωση απ’τους Γερμανούς διορίστηκε αντιβασιλέας ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Δαμασκινός, υπό την εξουσία του οποίου σημειώθηκαν πολλές ταραχές και διωγμοί αριστερών, παραλείποντας εντέχνως να εντάξει το γεγονός στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο των μετακατοχικών κουμουνιστικών δυνάμεων που ζητούσαν την εξουσία. Διωγμοί αριστερών επίσης έγιναν ως γνωστόν και πολύ αργότερα, υπό τη Χούντα των Συνταγματαρχών, αλλά τίποτα δεν αναφέρεται, καθώς και ότι στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου τα αριστερά κινήματα απειλούνταν στο δυτικό κόσμο γενικότερα. Συμπεραίνει πως μόνον η Ελλάδα, η Κύπρος και το… Ιράν ανέδειξαν ιερωμένο ως κρατικό ηγέτη. Όμως στις δύο πρώτες περιπτώσεις η διακυβέρνηση της χώρας έγινε με κοσμικά, όχι θρησκευτικά κριτήρια. Αν ήμασταν άλλωστε πλήρης θεοκρατία κάποτε στην ιστορία μας θά’πρεπε να διενεργούσαμε διωγμούς κατά των μουσουλμάνων της Θράκης ή και να εφαρμόζαμε κατά γράμμα τους
κανόνες του Πηδαλίου,
πράγμα που δεν κάναμε ποτέ.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας του άρθρου μας κάνει μια αν όχι ανιστόρητη, τουλάχιστον λανθασμένα ερμηνευμένη ιστορική αναδρομή στις ρίζες της στενής σχέσης ελληνικού κράτους κι εκκλησίας. Βρίσκει την αρχή του «προβλήματος» ήδη απ’την επανάσταση του 1821, η οποία δεν ήταν στην πραγματικότητα αγώνας Ελλήνων εναντίον Τούρκων, αλλ’αγώνας χριστιανών εναντίον μουσουλμάνων, κάτι πράγματι εν μέρει σωστό, εφόσον, μολονότι οι Έλληνες διαφωτιστές κήρυτταν εθμική απελευθέρωση, οι περισσότεροι θρησκόληπτοι Έλληνες της εποχής είχαν εκλάβει την εξέγερση ως πάλη χριστιανών εναντίον των εχθρών μουσουλμάνων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε άλλωστε ακόμα ένα μεσαιωνικό κράτος, όπου η θρησκεία κυριαρχούσε σ’όλους τους τομείς της ζωής και στον προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε έθνους. Η πραγματικότητα ωστόσο ήταν άλλη, η επίσημη θέση του Πατριαρχείου Κωνσταντινοπόλεως, που απολάμβανε πολλά προνόμια απ’τους Οθωμανούς,
ήταν άκρως αντιεπαναστατική.
Το Πατριαρχείο μέσω της έντονης δράσης του, προσπαθούσε να περάσει στο λαό το μήνυμα ότι η τουρκική κυριαρχία είναι θετή απ’το Θεό για τη δοκιμασία των πιστών, πράγματα που δεν αναφέρονται απ’το άρθρο. Παρόλα αυτά στη συνείδηση του λαού η θρησκευτική πίστη συνδέθηκε με την εθνική απελευθέρωση, και ίσως χωρίς τη συμβολή της θρησκείας ο αγώνας να μην ήταν τόσο σθεναρός. Αρκετοί κληρικοί της Ελλάδας φυσικά πρωτοστάτησαν στην επανάσταση, με διακηρυκτή της όπως αναφέρει το άρθρο τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό, αν και τα γεγονότα ήταν πιο πολύπλοκα, ο οποίος καθιέρωσε το χριστιανικό σταυρό ως εθνικό σύμβολο στη σημαία, και βλέποντας οι Τούρκοι το θρησκευτικό χαρακτήρα της επανάστασης απαγχώνισαν τον πατριάρχη Γρηγόριο ε την Κυριακή του Πάσχα του ιδίου έτους. Όπως είπα και ξέρουμε όμως, ότι δηλαδή η θρησκεία τότε ήταν πολύ σημαντική, ο πατριάρχης νοούταν απ’τους Έλληνες τότε κάτι σαν ανώτατος εθνικός αρχηγός, και η εκτέλεσή του δεν ήταν απλως πλήγμα προς τη θρησκεία, αλλά ππρος το έλληνικό έθνος και τις ελπίδες του γι’ανεξαρτησία, παρότι στην πραγματικότητα ο πατριάρχης φονεύθηκε επειδή δε μπόρεσε να εμποδίσει την επανάσταση. Ότι όμως κι αν έγινε με τη θρησκεία στο παρελθόν, αυτό δεν κάνει σε καμία περίπτωση τους σημερινούς Έλληνες θρησκόληπτους ή το κράτος τους θεοκρατικό. Είναι σαν να λέμε ότι οι σημερινοί Γερμανοί είναι ναζιστές και αντισημίτες επειδή οι πρόγονοί τους για ένα διάστημα ήταν.

Το άρθρο έπειτα θα συνεχίσει με το θέμα της επίκλησης στην Αγία Τριάδα, η οποία υπήρχε ήδη απ’το σύνταγμα της Επιδαύρου, και παραμένει έως σήμερα, ως θεοκρατικό απομεινάρι.

Έπειτα συνεχίζει με την εσφαλμένη προσπάθεια ερμηνείας ιστορικών καταστάσεων και γεγονότων με τα σημερινά δεδομένα και κριτήρια, προσπαθώντας να χτυπήσει τον ορισμό του Έλληνα ως κάτι αβάσιμο και πολύ ασαφές. Είναι το ίδιο δύσκολος κι ασαφής, συμπληρώνω εγώ, όπως κι ο ορισμός του Γερμανού, του Γάλλου, του Εβραίου η οποιουδήποτε άλλου έθνους. Το περιεχόμενο της εθνικής ταυτότητας επηρεάζεται απ’τις ιστορικές περιστάσεις κι εξελίσσεται ανά τους αιώνες, κι επομένως πιστεύω πως δε μπορούμε να κάνουμε δόκιμες συγκρίσεις του παρόντος με το παρελθόν, εκτός κι αν έχουμε το χάρισμα της αυθαίρετης σύγκρισης κι εξαγωγής έπειτα βεβιασμένων συμπερασμάτων όπως αυτός ο συγγραφέας. Μας δίνονται λοιπόν τα ιστορικά στοιχεία ότι ο όρος Έλληνας ως εθνικός προσδιορισμός χρησιμοποιήθηκε μόλις τον 6ο αιώνα π.Χ., εδώ να σημειώσω πως χρησιμοποιεί ακόμα κι αυτός χριστιανοκεντρικό χρονολογικό σύστημα. Ο Όμηρος τον 8ο αι. π.Χ. αναφέρει την Ελλάδα ως μια μικρή ασήμαντη πόλη της Θεσσαλίας, ενώ τους μετέπειτα λεγόμενους Έλληνες τους αποκαλεί Αχαιούς, Αργείους ή Δαναούς. Έπειτα μας οδηγεί κατευθείαν στον ορισμό του Αθηναίου ρήτορα Ισοκράτη τον 4ο αι. π.Χ., ο οποίος δίνει τον υπερβολικά χαλαρό ορισμό πως Έλληνας είναι όποιος μετέχει της Ελληνικής παιδείας, κάνοντας τεράστιο ιστορικό άλμα τεσσάρων αιώνων και παραπάνω. Ίσως εκείνο το διάστημα δεν όρισε κανείς τον Έλληνα, όμως οι λέξη ως χαλαρός εθνικός προσδιορισμός σε κείμενα αναμφίβολα θα χρησιμοποιούταν. Και να μην ξεχνούμε πως η Ελλάδα στην αρχαιότητα ήταν κατατμημένη σε πόλεις – κράτοι, η καθεμία με δική της πολιτική και συμφέροντα όπως ακριβώς ένα σημερινό κράτος, συνεπώς και με αντικρουόμενα συμφέροντα που οδηγούσαν σε συνεχείς πολέμους ανάμεσά τους – ήταν όμως και οι Αρχαίοι Έλληνες επιρεπείς στον πόλεμο. Ο ορισμός Έλληνας ήταν κάτι σαν τον σημερινό ορισμό του Ευρωπαίου ή του Ασιάτη, ή του Γερμανού πριν την ενοποίηση της Γερμανίας, παρά σαν το σημερινό ορισμό του Έλληνα ως συγκροτημένου έθνους. Γι’αυτό κι ο Ισοκράτης, γνωστός ειρηνιστής και υπέρμαχος της ένωσης της Ελλάδας υπό των Μακεδόνων (γι’αυτό ήταν κι ο χειρότερος εχθρός του Δημοσθένη), θέλησε να ορίσει τον Έλληνα ευρύτερα, ώστε να αποβάλει τον τοπικισμό των Αθηναίων κάνοντάς τους να νιώσουν επιτέλους ωσάν ένα έθνος με τους άλλους Έλληνες.

Το άρθρο συνεχίζει με την ερμηνεία του Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρεί πως οι Έλληνες προήλθαν απ’τους Σελλούς, μάντεις της Δοδόνης της Ηπείρου
(τροπή σ σε δασεία (h),
επιβεβαιωμένο γλωσσικό φαινόμενο κατά τη μετατροπή της πρωτοΪνδοευρπαϊκης σε πρωτοελληνική γλώσσα). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί πως προτού χρησιμοποιηθεί ο όρος Έλληνας, ήταν συνήθης ο παλαιότερος όρος Γραικός. Σύμφωνα τώρα με το άρθρο, ο Γραικός, λέξη που χρησιμοποιείται ευρέως σ’όλον τον πολιτισμένο κόσμο (τον ίδιο όρο άραγε χρησιμοποιούν οι ανατολικοασιάτες, ή μήπως δεν είναι πολιτισμένοι;) προέρχεται απ’το… άκουσον άκουσον… αρχαιοσλαβικό γκρεχ που σημαίνει αμαρτία ή απάτη! Αυτό κι αν είναι εντελώς αυθαίρετος ισχυρισμός του συγγραφέα! Για την ετυμολογία του Γραικού έχουν λεχθεί πολλά, το σίγουρο είναι ωστόσο πως είναι λέξη ελληνικής επινοήσεως. Γραικός ονομαζόταν ένας
ήρωας γιος του Δία και της Πανδώρας
κατά τον Ησίοδο, ενώ κατ’άλλους οι Λατίνοι υιοθέτησαν το όνομα Γραικοί απ’τους κατοίκους της πόλης Γραίας της Πελοποννήσου, πολλοί εκ των οποίων είχαν αποικίσει τη Σικελία. Οι Σλάβοι τότε ήταν ακόμα πιο άσημοι κι απ’τους
Αρχαίους Γερμανούς,
μιας και δεν αναφέρονται καν σε συγγράμματα της εποχής. Ήταν τόσο πρωτόγονοι και αφανείς, ώστε θα μπορούσα να ισχυριστώ, αν δεν ήξερα πως πρόκειται για ινδοευρωπαΪκό φύλο, ότι ούτε καν μιλούσαν εκείνες της εποχές. Και
ως γνωστόν
οι Σλάβοι ή σκλαβίνοι μας έδωσαν κατά το Βυζάντιο τον ακόμα υποτιμητικότερο όρο σκλάβοι, δηλαδή δούλοι, επειδή πολλοί πιάνονταν αιχμάλωτοι και πουλιούνταν ως δούλοι. Τι πιο υποτιμητικό, από το να καταλήξουν να ονομάζονται σκλάβοι μια ολόκληρη ευρωπαΪκή φυλή;

Έπειτα το άρθρο μας παρουσιάζει μια θλιβερή αλήθεια, ότι ο όρος Έλληνας σταμάτησε να χρησιμοποιείται για πολύ καιρό. Κατά την ελληνιστική εποχή, το όνομα της οποίας δημιουργήθηκε έπειτα από ιστορικούς, έτεινε να χρησιμοποιείται ο όρος Μακεδόνας λόγω της μακεδονικής επέκτασης, έπειτα κατά τη Ρωμαϊκή εποχή ο όρος Ρωμαίος και μετά Ρωμιός, ενώ οι Ρωμαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τον όρο Γραικος, και υποτιμητικά το Γραικήυλο, κάτι σαν τυχοδιώκτης απατεώνας. Σίγουρα θα σατίριζαν τους Έλληνες, αλλ’αναφερόμενοι σε Γραικούς εννοούσαν τους Έλληνες ως έθνος και θετικά και αρνητικά, όχι τους απατεώνες. Κατά τη χριστιανοκρατούμενη βυζαντινή εποχή δυστυχώς ο όρος Έλληνας έλαβε αρνητικότατη σημασία, εκείνη του ειδωλολάτρη και του άπιστου, πράγμα που ισχύει. Μάλιστα
πολλοί ιερωμένοι
καθώς κι αυτοκράτορες (βλ. Θεοδόσιος) καταδικάζοντας την ειδωλολατρεία, καταδίκασα και τον ελληνικό πολιτισμό, αλλ’αυτό μπορεί να νοηθεί καλύτερα με μια κατάλληλη για τότε ιστορική ερμηνεία, όπως ότι ήταν προσπάθεια του ιερατείου να ισχυροποιήσει την εξουσία του καταπιέζοντας τον απλό κόσμο – ποιος είπε πως ο χριστιανισμός δεν έκανε εγκλήματα; -, παρά με κάποια σύγχρονη εθνική θεωρία. Άλλωστε η εθνική συνείδηση δεν ήταν ανεπτυγμένη στις μεγάλες αυτοκρατορίες, αφού όλα τα έθνη ήταν υποτελή στον ίδιο αυτοκράτορα, και τύγχαναν όμοιας αντιμετώπισης.Ο όρος Έλληνας λοιπόν χρησιμοποιήθηκε πάλι κατά τον τελευταίο αιώνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αν και ποτέ επίσημα το κράτος δεν αναφέρθκε ως ελληνικό ή ο αυτοκράτορας ως αυτοκράτορας Ελλήνων, για τους λόγους όμως που είπα, κι επίσης επειδή σχεδόν κανένας βυζαντινός αυτοκράτορας δεν ήταν Έλληνας, κάτι πραγματικο που σπανίως αναφέρεται. Γενικά ισχύει πως η εθνική συνείδηση αν και ήταν πολύ χαλαρή στο Βυζάντιο, με κύριο ενωτικό στοιχείο τη θρησκεία ανταυτού, επανεμφανιζόταν σε περιόδους σοβαρού κινδύνου, όπως στον κίνδυνο της Τουρκοκρατίας.

Κατά την Τουρκοκρατία πάλι μας λέει πως ο όρος Ρωμαίος ή Ρωμιός χρησιμοποιούταν, ή κι ο Γραικος, ενώ αργότερα μέσω της τάξης των διαφωτιστών Εντάχθηκε πάλι ο όρος Έλληνας, γεγονός που ισχύει.

Συνεχίζοντας το άρθρο θα μας κάνει ιστορική αναδρομή στον ορισμό του Έλληνα απ’τα συντάγματα της επανάστασης έως σήμερα. Αρχικά Έλληνας σήμαινε τον χριστιανό, όχι κάτι παράξενο σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες καταστάσεις όπως έγραψα παραπάνω. Έτσι ορίζεται ο Έλληνας στο πρώτο υποτυπώδες σύνταγμα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος το 1821, ενώ έπειτα ο όρος αρχίζει να εξελίσσεται. Στο σύνταγμα της Επιδαύρου της 1ης Εθνοσυνέλευσης του 1822 Έλληνας είναι αυτός που πιστεύει στο Χριστό, καθώς κι όποιος ξένος είχε πολιτογραφηθεί στην Ελλάδα. Στη 2η Εθνοσυνέλευση στο Άστρος της Κυνουρίας του 1823 επίσης δηλώνεται η απαγόρευση αντιλόγου κατά του χριστιανισμού, ενώ στο σύνταγμα της 3η Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζίνα το 1827 επίσης έλληνες είναι όσοι ζουν έξω αλ’έχουν πατέρα έλληνα. Το ίδο έγινε και με το σύνταγμα της 5ης Εθνοσυνέλευσης το 1832 στα χρόνια του Καποδίστρια. Έχω εξηγήσει για ποιον λόγο ο χριστιανισμός πρωτοστατούσε στα τότε συντάγματα, κι επίσης θα πρέπει να διασαφηνίσω κάτι: Η Ελλάδα τότε ήταν ένα κράτος υπό ανασυγκρότηση, πιο υπανάπτυκτο κι απ’το σημερινό Πακιστάν, για να κάνω κι εγώ μια ιστορικά ατυχή σύγκριση, ο πληθυσμος του ήταν λίγος, και είχε ανάγκη από περισσότερο κόσμο. Η προτροπή της πολιτογράφησης των ξένων αποσκοπούσε κυρίως στην προσέλκυση υπόδουλων χριστιανών Ελλήνων από εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άσχετα αν έπειτα έγιναν αναταραχές μεταξύ αυτοχθόνων κι ετεροχθόνων. Πρόβλημα λαθρμετανάστευσης δεν υπήρχε τότε.

Η ιστορική αναδρομή στα συντάγματα συνεχίζεται. Προσπαθώντας να μας οδηγήσει ο συγγραφέας σε κάποιο άγνωστο συμπέρασμα, μας αναφέρει ότι απ’το σύνταγμα του Όθωνα το 1844 έως το σημερινό του 1986, περνώντας δηλαδή απ’το σύνταγμα του Γεωργίου α το 1864, το σύνταγμα του 1911, τα λεγόμενα δημοκρατικά συντάγματα του 1925, 1926 και 1927, και το σύνταμγα του 1952, μόνο στο σημερινό χρησιμοποιήθηκε ο όρος Έλληνες πολίτες, οι πολίτες του κράτους προηγουμένως ααναφέρονταν απλώς ως πολίτες «πολίτες είναι όσι έχουν τις ιδιότητες του νόμου τάδε…». Μήπως όμως πρέπει ν’αναζητήσουμε μια λογικότερη εξήγηση, ότι δηλαδή η ταυτότητα των πολιτών ως Ελλήνων απλώς εννοούταν, μιας και το σύνταγμα ήταν ελληνικό, παρά την παράλογη υπόθεση ότι δε μπορούσε να οριστεί ο Έλληνας;

Έπειτα ο συγγραφέας θα ξεφύγει αρκετά απ’την ιστορική αναδρομή θίγοντας περισσότερο εθνικά παρά ιστορικά ή θρησκευτικά θέματα, συγκεκριμένα ασχολούμενος με τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας που εκδόθηκε το 1952, εμμένοντας περισσότερο στο άρθρο 19, το οποίο προέβλεπε την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας σ’όποιον δεν ήθελε να επιστρέψει αφότου έφυγε στο εξωτερικό, και στο άρθρο 20, όπου προβλέπεται η αφαίρεση της ιθαγένειας σ’όποιον όντας Έλληνας, δρα αντεθνικά στο εξωτερικό. Έπειτα ασχολείται λίγο με τα πρώτα άρθρα, τα οποία βρίσκει επίσης προβληματικά, σχετικά με την απόκτηση της Ελληνικής Ιθαγένειας από ξένους, όπου αναφέρεται πως αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια όσοι γεννήθηκαν από Έλληνες γονείς στο εξωτερικό ή όσοι συμπεριφέρονται ως Έλληνες στο εξωτερικό, με το πρόβλημά του νά’ναι πως δεν προσδιορίζεται ποια είναι η πρέπουσα ελληνική συμπεριφορά, κάτι που κι εμένα μου φαίνεται δύσκολο. Για να χτυπήσει ακόμα περισσότερο την έννοια της εληνικής ιθαγένειας, αναφέρει πως αποκτώντας την, οι αλλοδαποί δίνουν όρκο κυρίως ηθικού χαρακτήρα. Άραγε πώς δίνεται η ιθαγένεια σ’άλλες Ευρωπαϊκές χώρες;

Το άρθρο 19 λοιπόν καταργήθηκε έπειτα από διεθνή πίεση, επειδή με πρόσχημα αυτό το εληνικό κράτος αφαίρεσε την ιθαγένεια από 80.000 μουσουλμάνους Τούρκους της Θράκης οι οποίοι ταξίδευαν συχνά στην Τουρκία, πολύ λίγους κατά τη γνώμη μου, θά’πρεπε να χάσουν την ιθαγένεια πολλοί περισσότεροι σύμφωνα με το άρθρο 20 εξαιτίας αποδεδειγμένα αντεθνικής δράσης. Όσον αφορά το άρθρο 20, ο αρθρογράφος αναφέρει πως χρησιμοποιήθηκε ως έρισμα για την αφαίρεση της ιθαγένειας ομογενών που υποστήριζαν την ονομασία της ΠΓΔΜ ως Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κι ότι αυτό αποτελεί κατάφορη παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Για ποια παραβίαση μιλάμε εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση το άτομο επιλέγει να συμπεριφέρεται εντελώς αντεθνικά; Αντίθετα, αναγνωρίζεται η στάση του, καθώς και το κακό που μπορεί να προκαλέσει, και γι’αυτό απαλάσσεται απ’το βάρος της ελληνικής ιθαγένειας. Μπορεί οι περιπτώσεις απώλειας ιθαγένειας λόγω υποστήρηξης της ονομασίας των Σκοπίων ως Μακεδονίας να είναι κάπως υπερβολικές, αλλά, πείτε μου, τι θά’πρεπε να γίνει αν ένας Έλληνας του εξωτερικού δυσφημίζει επανειλημμένα την Ελλάδα ή Έλληνες πολίτες χωρίς αποδείξεις, δρα εναντίον των ελληνικών συμφερόντων όντας π.χ. πράκτορας ανθελληνικής χώρας όπως της Τουρκίας ή κάτι τέτοιο σοβαρότερο; Είναι σωστό αυτός να εξακολουθεί να φέρει δικαιώματα Έλληνα πολίτη; Αντίθετα θά’πρεπε η διάταξη αυτή να επεκταθεί κι εναντίον Ελλήνων του εσωτερικού που αποδεδειγμένα βλάπτουν το συμφέρον της Ελλάδας και την ανάπτυξή της, βλ. αρκετούς πολιτικούς.

Συμπερασματικά βλέπουμε πως στις τελευταίες παραγράφους ο αρθρογράφος φαίνεται τέλειος γνώστης των αρχαίων κειμένων, των ημερομηνιών, των γεγονότων, των συνταγμάτων και των διατάξεων, παραθέτοντας αποσπάσματα αυτών, αλλά δε φαίνεται να μας οδηγεί σε κάποιο λογικό συμππέρασμα με τα παραπάνω, προφανώς επειδή, πέρα από λίγες γενικές παρατηρήσεις στο θέμα της σχέσης εκκλησίας και ελληνικού κράτους αρχικά, καθώς και από προβληματικές ερμηνείες ιστορικών καταστάσεων με βάση σημερινά κριτήρια, στερείται άλλων επιχειρημάτων.

Το συμπέρασμα λοιπόν έρχεται στην επόμενη και τελευταία παράγραφο, μ’ένα γιγάντιο συλλογιστικό άλμα απ’τα μόλις αναφερθέντα περί συνταγμάτων, ορισμού του Έλληνα κι ελληνικης ιθαγένειας, πάλι στο θέμα της θεοκρατίας, χωρίς κάτι που να συνδέει αυτά τα δύο. Συμπεραίνει ότι:

Η Ελλάς παραμένει το τελευταίο Θεοκρατικό κράτος της Ε.Ε.

Κυρίαρχο ιδεολόγημα της Ελλάδας παραμένει ο λεγόμενος Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός

Εκκλησία και Κράτος παραμένουν ενωμένα

Το Σύνταγμα της Ελλάδας κυριαρχείται από το δόγμα της Αγίας Τριάδας

Ο Χριστιανισμός ορίζεται ως κυρίαρχη θρησκεία

Ο Προσηλυτισμός σε άλλες θρησκείες απαγορεύεται αυστηρά

Ο θρησκευτικός όρκος επιβάλλεται στα δικαστήρια

Οι ιερείς μισθοδοτούνται από τον Δημόσιο προϋπολογισμό

Η Ορκωμοσία της Κυβέρνησης και του πρωθυπουργού γίνεται από τον Αρχιεπίσκοπο

Σε όλες τις τελετές εγκαινιασμού προηγείται καθαγιασμός από χριστιανό ιερέα

Ο Χριστιανικός σταυρός δεσπόζει στην Ελληνική σημαία ως εθνικό σύμβολο

Πας Έλλην Χριστιανός – Πας μη Έλλην άπιστος.

Μπορεί να διαβάσαμε το άρθρο, να θυμώσαμε, ν’αγανακτήσαμε, αλλά δε μπορούμε, ως κριτικοί κι όχι ως συναισθηματικά φορτισμένοι αναγνώστες, να μην αναγνωρίσουμε ένα μικρό δίκιο, όχι σ’αυτόν συγκεκριμένα, αλλά σε οποιονδήποτε ξένο από ανεπτυγμένη χώρα που βλέπει αυτήν τη στενή σύνδεση εκκλησίας κι ελληνικού κράτους. Πράγματι ίσως είμαστε απ’τα λίγα, αν όχι και το μόνο (δεν έχω ψάξει), ευρωπαϊκό κράτος με τόσο μεγάλη ανάμειξη της εκκλησίας στα κοινά. Βλέπουμε ιερωμένους να βγαίνουν παντού στα κανάλια και σε δημόσιες ομιλίες και να βγάζουν λόγο για εθνικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά, διοικητικά και στρατιωτικά θέματα. Βλέπουμε επίσης την εκκλησία να πρωτοστατεί, πέρα απ’τα δικαστήρια, και στα σχολεία με τις προσευχές, τους εκκλησιασμούς, το μάθημα τον θρησκευτικών κλπ, στις δημόσιες εκδηλώσεις οποιουδήποτε χαρακτήρα, κι αλλού. Και ακόμα, παρόλο που η εκκλησία δεν καθοδηγεί ανοιχτά τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, ασκεί όσο μπορεί επιρροές ιδίως πάνω σε κάποια θέματα που τα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη έχουν λύσει ή βρίσκονται πολύ κοντά σ’αυτό, π.χ. στο γάμο ομοφύλων ή στην
καύση των νεκρών.
Ίσως κάποτε η εκκλησία να έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη συγκρότηση του έθνους μας, τώρα όμως πιστεύω πως οωριμάσαμε πνευματικά αρκετά ώστε να την εκτοπίσουμε. Θα ήταν καλύτερο για τη σωστή λειτουργία του κράτους, της εκπαίδευσης κλπ,.η εκκλησία να υποβιβαζόταν σε μια μορφή φορολογούμενου κοινωνικού ιδρύματος, επιτυγχάνοντας τον πλήρη διαχωρισμό της απ’το κράτος, όπως και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δυστυχώς όμως, στην περίοδο της Κρίσης και της αβεβαιότητας, όλο και περισσότερος κοσμος στρέφεται πάλι προς αυτήν, τα ακροδεξιά κινήματα αποκτούν δύναμη, με αποτέλεσμα γεγονότα όπως αυτό με την εξύβριση του Παϊσίου, το οποίο ίσως είνια και το πρώτο κρούσμα σειράς συνεχιζόμενων τέτοιων συμπεριφορών, να μην προκαλεί το μέγεθος της αντίδρασης που θά’πρεπε. Μ’όλα αυτά κατά νου, βλέπουμε πόσο δύσκολη είναι σήμερα η προοπτική διαχωρισμού κράτους από την εκκλησία. Το άρθρο κατά τ’άλλα είναι, όπως είπα, ένα κείμενο κατάφορου μίσους προς τον ελληνισμό γραμμένο από έναν ανθέλληνα, ίσως προσκείμενο στην ψευδοΪστορία των Σκοπιανών, όπως φαίνεται απ’τις συχνές αναφορές του στο μακεδονικό ζήτημα και στους υποτιθέμενους αρχαίους Σλάβους, ο οποίος ούτε καν έχει τη νοητική ικανότητα να αναλύσει σωστά τα ιστορικά γεγονότα, γι’αυτό πιστεύω πως το σύγγραμμά του δε θα πρέπει να μας απασχολεί περαιτέρω.

Advertisements