Φτέρη του είδους Pteridium aquilinum στους Αγίους Αναργύρους του Βερμίου, φωτογραφημένη το καλοκαίρι του 2011.

Από τα περίπου 10.000-12.000 είδη φτέρης που υπάρχουν, αυτο ίσως είναι το πλέον αναγνωρίσιμο, αυτό που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για φτέρη. Η χαρακτηριστική μορφή του με τα μεγάλα, πλατιά φύλλα, καθώς και η σχεδόν παγκόσμια εξάπλωσή του σε διάφορα περιβάλλοντα την έχουν κάνει πολύ γνωστή. Ως αποτέλεσμα, η ιστορία χρήσης της απ’τον άνθρωπο είναι πολύ παλιά και ποικίλη. Η φτέρη αυτή συμμετέχει επίσης ενεργά στο οικοσύστημα όπου βρίσκεται. Είναι ένα απ’τα βασικά φυτικά είδη παγκοσμίως κι απ’τα πλέον ανθεκτικκά.

Το είδος Pteridium Aquilinum (πτερίδιο το αέτιο) λοιπόν ανήκει στην οικογένεια των ντενστεντιδών (denstaedtiaceae), στην τάξη των ντενστεντιωδών (denstaedtiales), στην ομοταξία των πτεριδοψίδων (pteridopsida) ή των λεπτοσποριαγγειακών φτερών, όπου ανήκουν όλες σχεδόν οι γνωστές φτέρες, και στη συνομοταξία ή διαίρεση των πτεριδόφυτων (pteridophyta), η οποία περιλαμβάνει τις λεπτοσποριαγγειακές και μαρατιώδεις ή ευσποριαγγειακές φτέρες, τα πολυκόμπια και τα ψιλωτόφυτα, όλα φυτά αρχαίας καταγωγής που πολλαπλασιάζονται με μονοκύτταρα σπόρια παρά με τους πιο εξελιγμένους σπόρους. Στο πρώτο σύγχρονο σύστημα βιολογικής ταξινόμησης του Σουηδού φυσιοδίφη Καρόλου Λινναίου του 1753, το φυτό κατασσόταν ως Pteris aquilina (φτέρη η αέτια), έπειτα όμως, με την αναγνώριση της μεγάλης ποικιλίας αυτής της ομάδας φυτών, δημιουργήθηκαν πολύ περισσότερες ταξινομικές κατηγορίες και το είδος τοποθετήθηκε στο σημερινό του γένος το 1879 απ’το Γερμανό βοτανολόγο Friedrich Adalbert Maximilian Kuhn. Μέχρι πρόσφατα, όλοι οι πληθυσμοί του φυτού αυτού ταξινομούνταν στο είδος P. aquilinum, αν και σήμερα το είδος έχει κατατμηθεί σε 10-11 είδη, όπως τα P. caudatum, P. esculentum (Νέα Ζηλανδία), P. latiusculum, κλπ, με το εκ νέου ορισμένο P. aquilinum ν’απαντά στις περισσότερες περιοχές του Βορείου Ημισφαιρίου. Επειδή ωστόσο όλα τα είδη είναι σχεδόν όμοια, θα τ’αντιμετωπίζω ως ένα σ’αυτό το άρθρο. Η αναφορά στον αετό στ’όνομα του φυτού δεν ξέρουμε πώς προέκυψε, προφανώς όμως απ’τα μεγάλα φύλλα του που θυμίζουν φτερά αετού, από τα νεαρά τυλιγμένα φύλλα που θυμίζουν κεφάλια αετού, ή απ’τη διάταξη των ινών του φύλλου του που κάπως θυμίζει δικέφαλο αετό. Οι αρχαιοι ημών πρόγονοι την αποκαλούσαν «βλήχνον» ή «πτέριν (πτέρις, πτέριδος)», ενώ στα αγγλικά λέγεται «bracken» ή «brake» εκ του Αρχαίου νορβιγικού και σημερινού σκανδιναβικού «braken», δηλαδή φτέρη.

Το είδος, χάρη στα ελαφριά σπόριά του και στη δεινή ανθεκτικότητά του, έχει εξαπλωθεί σ’όλον τον κόσμο, απ’όλο σχεδόν το Βόρειο Ημισφαίριο έως τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, σε εύκρατα και υποτροπικά κλίματα. Φύεται σε κάθε περιβάλλον εκτός των ερήμων, αν και ο συνήθης βιότοπός του είναι οι πεδιάδες, οι λοφοπλαγιές και τ’ανοιχτά δάση. Προτιμά ανοιχ΄τές ηλιόλουστες περιοχές με αφράτο χώμα, αν και στην πράξη ευδοκιμεί σ’όλα σχεδόν τα εδάφη με ph από 2,5 έως 8,5, αλλά δεν αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη. Αναπτύσσεται πολύ λιγότερο στη σκιά των δασών, όπου μπορεί να βρεθεί σε ανοιχτά ξέφωτα. Παρόλο που θεωρείται κοινό είδος κι ένα απ’τα πιο διαδεδομένα φυτά του πλανήτη, εγώ δεν τό’χω βρει παντού στις περιοχές που ξέρω. Στην πραγματικότητα τό’χω συναντήσει κυρίως σε βουνά, ορεινές πεδιάδες και δάση, σπανιότερα σε χαμηλότερα μέρη, και σχεδόν ποτέ σε αγροτικές ή κατοικημένες περιοχές. Στη Μακεδονία όπου έχω ψάξει το έχω βρει στο Χορτιάτη της Θεσσαλονίκης, στον Άγιο Νικόλαο της Νάουσας, στους Αγίους Αναργύρους του Βερμίου της Κοζάνης, στο Νυμφαίο της Φλώρινας, καθώς και στη Βάλια Κάλντα και τις γύρω περιοχές των Γρεβενών. Ασφαλώς θα υπάρχει και σε πολλά άλλα μέρη τα οποία δεν έχω επισκεφθεί.

Ως φτέρη, είναι πολυετές ποώδες ριζωματώδες φυτό με μεγάλα σύνθετα φύλλα. Τα φύλλα της είναι χαρακτηριστικά, φύονται μονήρη αντίθετα μ’άλλες φτέρες που τα έχουν σε συστάδες, είναι αρκετά ψηλά, με μέσω ύψος τα 60-100 εκ., με τα ψηλότερα να φτάνουν και τα 3 μέτρα. Είναι έντονα ανοιχτοπράσινα, τραχιά με τριγωνικό περίγραμμα και διαιρεμένα σε πολά μιρκά μέρη. Ο μίσχος τους ξεκινά απ’το υπόγειιο ρίζωμα και μπορεί νά’χει διάμετρο ενός εκ. στη βάση του, είναι κυλινδρικός, σκληρός μ’έναν αύλακα μπροστά, πράσινος αρχικά που συνήθως καφετιάζει. Το έλασμα του φύλου έχειτο ίδιο ή λίγο μεγαλύτερο μήκος απ’το μίσχο, και συνήθως είναι είτε σε κλίση είτε σχεδόν παράλληλο με το έδαφος για καλύτερη αξιοποίηση του φωτός, και είναι τριπτεροειδές. Οι πρώτες δύο του διακλαδώσεις είναι αρκετά με΄γάλες, θυμίζοντας τρίφυλλο σύνθετο φύλλο, ενώ οι επόμενες είναι μικρότερες. Κάθε διακλάδωση πρώτης τάξεως (φτερό) φέρει πλευρικά εναλλάξ μικρότερες διακλαδώσεις, τα πτερίδια, τα οποία με τη σειρά τους φέρουν ακόμα μικρότερα ελασματωμένα τμήματα, τα τελικά τμήματα, τα οποία έχουν οξεία κορυφή. Όπως όλες οι φτέρες, το φύλλο αναπτύσσεται ξετυλιγόμενο απ’τη βάση του. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται την άνοιξη, οπότε ακόμα καλύπτονται από ασιμωπές προστατευτικές τρίχες πριν ξετυλιχτούν, ενώ στις εύκρατες περιοχές το φυτό είναι φυλλοβόλο, όντας απ’τα φυτά που θα ρίξουν νωρίτερα τα φύλλα τους το φθινόπωρο, αφού πάρουν χαλκοκάαφέ χρώμα. Σε περιοχές με πυκνή φτέρη σχηματίζεται με τον καιρό παχύ στρώμα ξερών φύλλων στο έδαφος. Η φτέρη αυτού του είδους είναι απ’τα λίγα μη ανθοφόρα φυτά που παράγουν νέκταρ σε νεκτάρια που βρίσκονται στα φύλλα την άνοιξη, με σκοπό να προσελκύσει μυρμήγκια, τα οποία ως αντάλλαγμα θα απαλλάσσουν το φυτό από τα βλαβερά φυτοφάγα έντομα για να προστατεύσουν την τροφή τους. Τα σπασμένα φύλλα μυρίζουν κάπως σαν φρέσκο άχυρο και φάρμακο. Όπως όλες οι λεπτοσποριαγγειακές φτέρες, η κοινή φτέρη φέρει τα μικροσκοπικά σποριαγγεία της σε ομάδες (σωρούς), η συγκεκριμένη κατά μήκος των ακραίων τμημάτων των φύλλων της, προστατευμένα κάτω απ’τις ανεστραμμένες άκρες τους. Η περίοδος διασποράς σπορίων είναι απ’τον Ιούλιο ως το Σεπτέμβριο, κι ένα φυτό αρχίζει να παράγει σπόρια στα 3-4 χρόνια του, σε περιβάλλον καλλιέργειας μπορεί και στα 2 χρόνια. Ένα μεγάλο φύλλο μπορεί να παραγάγει έως και 300.000.000 σπόρια, τα οποία είναι πανάλαφρα και μεταφέρονται πολύ εύκολα με τον άνεμο.
Όπως στις περισσότερες φτέρες, οι βλαστοί αυτού του είδους είναι υπόγεια ριζώματα, στη συγκεκριμένη περίπτωση σύνθετης δομής. Υπάρχουν τα κεντρικά ριζώματα, τα οποία μπορούν να φτάσουν το ένα μέτρο σε βάθος και τα 3 εκ. σε διάμετρο, και λειτουργούν ως οι κύριοι άξονες του φυτού. Αναπτύσσονται γρήγορα με λίγες διακλαδώσεις και πλευρικά μάτια, δε φέρουν φύλλα, και χρησιμεύουν στην αποθήκευση αμύλου για τις αδρανείς περιόδους. Τα Φυλλοφόρα ριζώματα είναι μικρότερα, αναπτύσσονται πιο αργά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην επιφάνεια και παράγουν τα φύλλα, ενώ επίσης φέρουν πολλά ανενεργά μάτια φύλλων τα οποία ενεργοποιούνται μετά την πτώση ή την απποκοπή των ήδη υπαρχόντων. Και απ’τους δύο τύπους ριζωμάτων προέρχονται τα ενδιάμεσα ριζώματα, τα οποία μπορούν να εξελιχθούν σ’έναν απ’τους δύο τύπους. Κάθε ωστόσο μέρος του ριζώματος μπορεί να δώσει νέο φυτό αν αποσπαστεί. Τα ριζώματα είναι μαύρα, σκληρά, καλυμμένα με προστατευτικά λέπια, και φέρουν πολλές αραιές, λεπτές, σκληρές κι εύθραυστες μαύρες ρίζες, οι οποίες μπορεί να φτάσουν και τα 50 εκ. σε βάθος.

Μπορούμε να πούμε πως το συγκεκριμένο είδος αποτελεί εξαίρεση ανάμεσα στις φτέρες, μιας και είναι προσαρμοσμένο για ανοιχτά περιβάλλοντα με ήλιο και συχνά ξηρασία, όπως άλλα φυτά των λιβαδιών, παρά για σκιερές υγρές τοποθεσίες ή οριακές καταστάσεις όπου ευδοκιμούν οι περισσότερες φτέρες. Ως εκ τούτου ανταγωνίζεται επιτυχώς με τα υπόλοιπα φυτά, συχνά εκτοπίζοντάς τα. Η ανάπτυξή της είναι γρήγορη σε ανοιχτά μέρη, όπου μπορεί να καλύψει μέσα σε λίγα χρόνια μεγάλες εκτάσεις. Στη σκιά το φυτό αναπτύσσεται βραδύτερα, με μεγαλύτερα αλλά λιγότερα φύλλα και λιγότερα σπόρια ανά φύλλο. Θεωρείται απ’τους πρώτους αποικιστές διαταραγμένων περιοχών, όπου αναπτύσσεται ταχύτατα χωρίς ανταγωνισμό. επίσης είναι ανθεκτικό στη φωτιά. Στην πραγματικότητα όχι μόνο είναι ανθεκτικό, αλλά την προωθεί κατά κάποιον τρόπο για τη δική της εξάπλωση. Το πυκνό στρώμα των ξερών φύλλων κάτω απ’τις συστάδες αυτού του φυτού είναι πολύ εύφλεκτο, κι ενώ τα φύλλα καίγονται με τη φωτιά, τα ριζώματα, τα οποία κανονικά δεν αντέχουν στις υψηλές θερμοκρασίες, επιβιώνουν μονωμένα κάτω απ’το έδαφος, απ’όπου πετούν νέα φύλλα πολύ γρήγορα μετά την καταστροφή, όντας απ’τα πρώτα φυτά που επανέρχονται μετά τη φωτιά. Η φωτιά καθαρίζει το μέρος για ανεμπόδιστη εξάπλωση της φτέρης, και το αλκαλικό περιβάλλον της στάχτης ευνοεί τη βλάστηση και την ανάπτυξη των σπορίων.

Το φυτό αναπαράγεται είτε με τμήματα ριζωμάτων, τα οποία αναγεννόνται εύκολα ακόμα κι αν είναι πολύ μικρά, είτε με σπόρια. Τα σπόρια αποτελούνται μόνο από ένα κύτταρο, το οποίο μπορεί να διατηρηθεί αποθηκευμένο για πολύ καιρό χωρίς μεγάλες μειώσεις στη βιωσιμότητά του. Τα φρέσκα σπόρια έχουν βιοσιμότητα περίπου 90$, ενώ αυτά που παρέμειναν αποθηκευμένα για τρία χρόνια πέφτουν περίπου στο 30%. Οι ψυχρές και ξηρές συνθήκες τα διατηρούν περισσότερο. Τα σπόρια βλαστάνουν οποιαδήποτε εποχή στης κατάλληλες συνθήκες, με τη βλλάστηση κυρίως το φθινόπωρο σε θερμότερες περιοχές και την επόμενη άνοιξη στις πιο ψυχρές. Όπως μ’όλα τα σποριοφόρα φυτά, τα σπόρια χρειάζονται υγρό έδαφος για ν’αναπτυχθούν σε γαμετόφυτα, απλοποιημένα μη αγγειώδη φωτοσυνθετικά φυτά διαμέτρου περίπου ενός εκ., τα οποία φέρουν τ’αναπαραγωγικά όργανα. Από τα ροπαλοειδή αρσενικά ανθηρίδια φεύγουν τα κινητά ανθηροζωίδια ή σπερματοζωάρια, τα οποία με τη βοήθεια της εξωτερικής υγρασίας κολυμπούν στο θηλυκό αρχεγόνιο, μια δομή σε σχήμα μπουκαλιού με το ωάριο στη βάση του. Μετά τη γονιμοποίηση αναπτύσσεται το σποριόφυτο, η κανονική φτέρη δηλαδή, η οποία αρχικά βασίζεται στο γονικό γαμετόφυτο για θρέψη. Έπειτα από λίγη ανάπτυξη το σποριόφυτο ανεξαρτητοποιείται και το γαμετόφυτο μαραίνεται και πεθαίνει, μην έχοντας λόγο ύπαρξης πλέον. Αρχικά το φυτό αποτελείται από ένα μικρό βλαστό, λίγες ρίζες κι ένα φύλλο, σιγά-σιγά αναπτύσσεται όμως ώσπου στους 4-4,5 μήνες αρχίζει η επέκταση των ριζωμάτων. Τα φύλλα επίσης παίρνουν την ενήλικη μορφή σ’εκείνο το διάστημα, αφού πριν είναι μικρότερα και λιγότερο διαιρεμένα. Παρόμοια νεαρή μορφή παίρνουν και τα πρώτα φύλλα φυτών που προέρχονται από μικρά τμήματα ριζώματος. Σε ιδανικές συνθήκες το φυτό μπορεί γρήγορα να επεκταθεί σε δύο μέτρα διάμετρο μόλις σε δύο χρόνια, συνήθως όμως αυτά τα μικρά φυτά είναι ευάλωτα στον ανταγωνισμό και δεν επιβιώνουν πάντοτε, εκτός κι αν βρίσκονται σε ανοιχτά μέρη ή σε πρόσφατα καμμένα μέρη. Επειδή οι συνθήκες επιτυχίας των νεαρών σποροφύτων είναι περιορισμένες, πολλά σποριόφυτα μπορεί να βλαστήσουν και ν’αναπτυχθούν την ίδια στιγμή στο ίδιο μέρος, γι’αυτό συχνά σε φαινομενικά ομοιόμορφες αποικίες φτέρης η γενετική ανάλυση δείχνει γενετική ανομοιότητα μεταξύ των φυτών, υποδηλώνοντας βλαστήσεις διαφορετικών σπορίων. Το σύστημα της
εναλλαγής των γενεών
γαμετόφυτου και σποριόφυτου υπάρχει σ’όλα τα φυτά, απλώς στα πιο οικεία σπερματοφόρα φυτά οι γενιά του γαμετόφυτου έχει απλοποιηθει στον αρσενικό κόκκο της γύρης και στο θηλυκό ωάριο.

Η φτέρη αυτή δημιουργεί διάφορες σχέσεις και συνδέσεις με τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς γύρω της, και θετικές και αρνητικές. Ως βαθύρριζο φυλλοβόλο φυτό, φέρνει στην επιφάνεια του εδάφους, κι επομένως στη διαθεσιμότητα άλλων φυτών σημαντικές ποσότητες φωσφόρου, καλίου κι αζώτου με την ετήσια πτώση κι αποσύνθεση των φύλλων του, τα οποία υποστηρίζουν επίσης πολλούς μύκητες. Επίσης η σκιά του αντικαθιστά τη σκιά των μεγάλων δέντρων του δάσους για δασόβια ποώδη όπως οι ανεμόνες, διάφορες μαργαρίτες κλπ. Παρόλα αυτά, η φτέρη είναι έντονα αλληλοπαθητική για τα περισσότερα φυτά, εκκρίνοντας ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξή τους. Οι ουσίες αυτές αναστέλλουν την ανάπτυξη των χόρτων έως κι ένα χρόνο μετά την αφαίρεση της φτέρης από ένα μέρος. Επίσης η φτέρη μπορεί να πνίξει με τη σκιά της νεαρά σπορόφυτα δέντρων και θάμνων, ενώ σ’άλλες περιπτώσεις τα προστατεύει για τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ανάλογα με την κατάσταση και το είδος. Τα μικρά ζώα και τα ερπετά τη χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ πολλά πουλιά φωλιάζουν κάτω άπ’αυτήν ή χρησιμοποιούν μέρη της για την κατασκευή της φωλιάς τους. Αν και το φυτό είναι τοξικό για τα περισσότερα έντομα, αρκετές προνύμφες λεπιδοπτέρων έχουν προσαρμοστεί να τρέφονται απ’τα φύλλα του. Τα φύλλα του είναι επίσης απ’τις προτιμώμενες εστίες ενέδρας του κοινού τσιμπουριού Ixodes ricinus, το οποίο μπορεί να φέρει το βακτήριο της
νόσου του Λάιμ,
ευτυχώς πρακτικά ανύπαρκτης στην Ελλάδα. Σχεδόν κανένα φυτοφάγο ζώο δε θα φάει τα φύλλα της, μιας και είναι πολύ τοξικά με πικρή γεύση (περισσότερα για την τοξικότητα παρακάτω). Οι περισσότερες μελέτες για την οικολογία και την ανάπτυξη της φτέρης έχουν γίνει στη Βρετανία και σε κοντινές βορειοευρωπαϊκές χώρες, όπου το φυτό ειναι πολυπληθές και συχνά προξενεί προβλήματα σε βοσκοτόπια και γεωργικές εκτάσεις, οι ίδιες οικολογικές λειτουργίες όμως θα ισχύουν και για τη χώρα μας και για οποιοδήποτε άλλο μέρος όπου ενδημεί αυτή η φτέρη.

Η χρήση της απ’τον άνθρωπο έχει μακρά ιστορία και έχει γίνει με διάφορους τρόπους, κάποιους περισσότερο γνωστούς κι άλλους σχεδόν άγνωστους. Η κύρια χρήση της είναι ως τροφή: Τα νεαρά φύλλα της συλλέγονται την άνοιξη, πάντοτε πριν αρχίζουν να ξετιλύγονται, σε πολλά μέρη του κόσμου και μαγειρεύονται είτε με βράσιμο είτε με τιγάνισμα. Συχνά προστίθεται σόδα ή κάποια άλλη βασική ουσία στο νερό του βρασίματος για να μετριαστεί η πικρή τους γεύση. Τρώγονται μόνα τους, σε σούπες και σ’άλλα πιάτα με λαχανικά, κι αναφέρεται πως έχουν ιδιαίτερη γεύση. Η μεγαλύτερη κατανάλωση παγκοσμίως γίνεται στην Κορέα (με το όνομα γκοσάρι), στην Κίνα και στην ΤαΪβάν (γεκάι), και στην Ιαπωνία (ουαράμπι). Το φυτό σ’αυτές τις χώρε ςπωλείται συχνά μαζί μ’άλλα λαχανικά και μπορεί να καλλιεργείται για συγκομιδή. Στην Ελλάδα η φτέρη τρώγεται σπάνια, κυρίως στο Πήλιο, στη Μακεδονία και στην Κρήτη (σύνδεσμοι για συνταγές στο τέλος), συχνά τιγανητή. Το άμυλο του ριζώματος επίσης έχει καταναλωθεί αφού έχει γίνει σκόνη σε ψωμιά ή έτσι απ’τους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, αλλά κι απ’τους Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, οι οποίοι ξέραιναν τέτοια ριζώματα κι έπειτα τα μετέφεραν μαζί τους σε εξερευνητικές ή πολεμικές αποστολές και τά’τρωγαν αφού τα έψηναν και τα άνοιγαν με το όνομα «Αρούχε». Στην πραγματικότητα η τεράστια εξάπλωση αυτού του φυτού στη Ν. Ζηλανδία ίσως μαρτυρεί παλαιότερες πρακτικές αποψίλωσης κι ενθάρρυνσης ανάπτυξης αυτής της φτέρης για διατροφικούς λόγους. Η σκόνη του ριζώματος έχει χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά απ’τους Ινδιάνους της Β. Αμερικής κατά των σκουληκιών του εντέρου και κατά της βρογχίτιδας. Η στάχτη των φύλλων έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως πηγή καλίου για τη βιομηχανία σαπουνιού και γυαλιού, ενώ τα ξερά φύλλα ως γεέμισμα κατά τη συσκευασία εύθραυστων πήλινων αντικειμένων, ως καύσιμη ύλη, καθώς κι ως υπόστρωμα στάβλων στην Ουαλία της Βρετανίας αντί για άχυρο, μιας και είναι πιο απορροφητικά κι ευκολότερα στη χρήση. Τα ημιαποσυντεθημένα φύλλα της φτέρης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πλήρες και οικολογικό υποκατάστατο της τύρφης, η οποία εξορύσσεται από τυρφώνες βορείων χωρών διαταράσσοντας σοβαρά το οικοσύστημα, αν κι ακόμα τέτοια χρήση δεν είναι ευρεία. Τέλος θεωρητικα η φτέρη αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως βιοκαύσιμο.

Δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά δεν καλλιεργείται σχεδόν ποτέ ως καλλωπιστικό, παρόλο που είναι εντυπωσιακή μεγάλη φτέρη με πλατιά, καταπράσινα και λεπτά διαιρεμένα φύλλα, κι επιπλέον ανθεκτική στον ήλιο, στην ξηρασία, στην παγωνιά και στις ασθένειες, ασυνήθιστα για φτέρη. Ή τουλάχιστον εγώ τη βρίσκω εντυπωσιακή. Καλλιεργείται συνήθως για λόγους μελέτης σε πειράματα, και σπάνια για συγκομιδή των νεαρών φύλλων της, όπως είπα παραπάνω. Πάντως η καλλιέργειά της δεν είναι δύσκολη. Ευδοκιμεί σε βαθύ χώμα στον ήλιο ή στην ημισκιά σε οποιοδήποτε εύκρατο κλίμα. Μπορεί να φυτευθεί στο έδαφος ή σε μεγάλο δοχείο, αν και καλύτερο είναι να τοποθετηθεί είτε σε μεγάλο δοχείο είτε σε περιορισμένο χώρο κάτω, γιατί αλλιώς εξαπλώνεται πολύ με την καταπολέμησή της έπειτα να είναι πολύ δύσκολη. Αν και πολλαπλασιάζεται με σπόρια, ευκολότερα πολλαπλασιάζεται με τμήματα ριζωμάτων, τα οποία μπορούν ν’αποσπαστούν οποιαδήποτε εποχή και να φυτευθούν αρχικά σε μια γλάστρα με ελαφρύ υγρό χώμα μέχρι να αναπτύξουν μερικά φύλλα, οπότε μπορούν να μεταφυτευθούν σε μεγαλύτερη γλάστρα ή στο έδαφος.

Στην Ελλάδα η φτέρη δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα, αλά σε βορειότερες χώρες, όπως η Αγγλία, οι Σκανδιναβικές χώρες και γειτονικές, μπορεί να εξαπλωθεί σε απέραντες εκτάσεις, καταστρέφοντας τα βοσκοτόπια, αφού είναι δηλητηριώδης και το μέρος γίνεται ακατάλληλο για βόσκηση. Εκεί κανείς σχεδόν δεν την επιθυμεί κοντά του, και γίνονται προσπάθειες να καταπολεμηθεί, αν κι αυτό δεν είναι εύκολο. Συνδυάζονται διάφορες μέθοδοι όπως όργωμα, συνεχές κόψιμο των φύλλων, σπορά άλλων φυτών μετά τις παραπάνω επεμβάσεις, καθώς και χρήση ζιζανιοκτόνων. Το Roundup και παρόμοια ευρείας χρήσης φάρμακα δεν είναι πολύ αποτελεσματικά για τη φτέρη, γι’αυτό έχει κατασκευαστεί το asulam, ένα σκεύασμα ειδικευμένο για φτέρες. Σε πολλές περιοχές της Αγγλίας μάλιστα έχουν εγκατασταθεί ακόμα και φίλτρα στην ύδρευση για το φιλτράρισμα των περισσότερων σπορίων.

Όπως είπα παραπάνω, το φυτό αυτό είναι πολύ τοξικό για διάφορες μορφές ζωής, διαθέτοντας ένα μεγάλο οπλοστάσιο χημικών ουσιών. Τα φύλλα του περιέχουν τανίνες, χημικές ουσίες με πικρή γεύση οι οποίες επίσης συνδέονται με τις πρωτεΐνες και προκαλούν δυσπεψία. Επίσης περιέχουν θιαμινάση, ένζυμο που διασπά τη θιαμίνη (βιταμίνη b1) στον πεπτικό σωλήνα των ζώων, η οποία ωστόσο καταστρέφεται με το μαγείρεμα. Το φυτό παράγει επίσης φαινολικά οξέα, πιθανόν για δράση εναντίον των εντόμων κι αλληλοπαθητικά κατά άλλων φυτών. Κατά των εντόμων επίσης παράγονται φυτοστερόλες παρόμοιες με της εκδυσόνες (ορμόνες της έκδυσης των εντόμων), οι οποίες προκαλούν πρόωρη κι επικίνδυνη έκδυση στα έντομα. Ακόμα πολλοί πληθυσμοί παράγουν κυανογόνες γλυκοζίδες, ουσίες που αν εκτεθούν στον αέρα, όπως με το σπάσιμο των κυττάρων όταν ένα ζώο τρώει, διασπώνται δίνοντας υδροκυάνιο, τέτοιες ουσίες περιέχουν επίσης πολλά άλα δηλητηριώδη φυτά, καθώς και τα κουκούτσια του ροδάκινου, του μήλου κλπ. Τέλος η τερπενική γλυκοζίδη πτακιλοζίδη βρίσκεται σ’όλο το φυτό, κι έχει αποδεδειγμένη καρκινογόνο δράσση σύμφωνα με πειράματα σε αρουραίους κι άλλα ζώα, διασπώμενη σε πτεροζίνες εντός του οργανισμού, οι οποίες επιτίθενται στην αδενίνη του dna. Αυτή είναι η ουσία που ενδιαφέρει περισσότερο τον άνθρωπο, μιας και είναι αρκετά σταθερή στο περιβάλλον ως περιβαλλοντική τοξίνη, και μπορεί ν’ανιχνευθει στο έδαφος και στον υδροφόρο ορίζοντα σε μέρη με πυκνή φτέρη, κι επίσης μπορει να περάσει στο γάλα των ζώων. Σιγά-σιγά ωστόσο η ένωση διασπάται στο έδαφος. Επίσης οι πληθυσμοί περιοχών της Ανατολικής Ασίας που τρώνε συστηματικά τα νεαρά φύλλα αυτής της φτέρης, κυρίως στην Ιαπωνία, έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά καρκίνου του οισοφάγου και του στομάχου παγκοσμίως. Η τοξίνη αυτή είναι σταθερή στη θερμοκρασία του μαγειρέματος. Μάλιστα τα νεαρά φύλλα είναι το πιο πλούσιο σε πτακιλοζίδη μέρος του φυτού, μιας και το φυτό παράγει περισσότερη τέτοια ουσία στο σημείο που προσπαθει περισσότερο να προστατέψει από φυτοφάγα κάθε εποχή. Την άνοιξη τα νεαρά φύλλα είναι τα πιο ευαίσθητα, επομένως εκείνα περιέχουν τις μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ το φθινόπωρο, που τα ριζώματα έχουν αποθηκεύσει αρκετό άμυλο για το χειμώνα, προστατεύονται επιπλέον μ’αυτήν την ουσία. Αντίθετα οι περισσότερες άλλες τοξίνες αυξάνονται στα φύλλα κατά την περίοδο ανάπτυξης, γι’αυτό όσο περνά η άνοιξη τα έντομα που τρέφονται απ’τα φύλλα της φτέρης αυτής λιγοστεύουν. Ωστόσο η περιστασιακή κατανάλωση νεαρών φύλλων φτέρης δε φαίνεται να προκαλεί κάποιο πρόβημα. Άλλωστε τα πειραματόζωα ή τα ζώα που δηλητηριάζονται στη φύση κάνουν εβδομάδες έως και μήνες να παρουσιάσουν προβλήματα. Πάντως εγώ απ’αυτα που έμαθα για την τοξικότητα της φτέρης δύσκολα θα δοκίμαζα αυτό το φυτό. Παρόμοιες τοξίνες έχουν ανιχνευθει και σ’άλλα είδη φτέρης, αλλά τα συνήθη είδη φτέρης με εδώδιμα νεαρά φύλλα δεν την περιέχουν. Τα σπόρια επίσης περιέχουν την τοξίνη και θεωρητικά θα μπορούσαν ν’αποτελούν κι αυτά κίνδυνο, γι’αυτό πολλοί που αναγκάζονται να δουλέψουν σε μέρη με πυκνή φτέρη φορούν προστατευτικές μάσκες, αν και δεν έχει ακόμα αποδειχθεί σύνδεση μεταξύ των σπορίων στην ατμόσφαιρα και καρκινογενέσεων. Η δράση της τοξίνης μπορεί ν’ανασταλεί με προσθήκη σεληνίου στη διατροφή, σύμφωνα με μελέτες.

Τα φυτοφάγα ζώα συνήθως αποφεύγουν τη φτέρη αυτήν, εκτός κι αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή τροφής, όπως για παράδειγμα σε ξηρές συνθήκες όππου τα περισσότερα χόρτα έχουν ξεραθεί, σε μέρη με υπερβολική φτέρη και λίγα άλλα χόρτα, ή σε εργαστηριακές συνθήκες με μόνο φτέρη καταναγκαστικά. Εάν επίσης η φτέρη υπάρχει μέσα στο άχυρο, τα ζώα δε μπορούν να την ξεχωρίσουν και την τρώνε. Η παρατεταμένη κατανάλωση φτέρης προκαλεί σοβαρή δηλητηρίαση, διαφορετική ανάλογα με τη φυσιολογία του κάθε ειδους. Τα συμπτώματα εμφανίζονται στα μεγάλα ζώα μετά από 1-3 μήνες κατανάλωσης. Στα μονογαστρικά ζώα όπως τα άλογα και τα γουρούνια παρατηρείται έλλειψη βιταμίνης b1 (μπέρι μπέρι) εξαιτίας της θιαμινάσης, με απομυελίνωση του νευρικού συστήματος και σοβαρά νευρολογικά συμπτώματα. Τα μυρηκαστικά συνθέτουν τη δικη τους βιταμίνη b1, οπότε η θιαμινάση δεν αποτελεί σοβαρή απειλή. Η δηλητηρίαση σ’αυτά προκαλεί απλαστική αναιμία, με θάνατο των αιμοποιητικών κυττάρων του μυελού των οστών, αιματουρία με όγκους στο ουροποιητικό σύστημα στα βοοειδή και λιγότερο στα πρόβατα, όγκους του οισοφάγου στα βοοειδή, καθώς και αμφιβληστροειδική εκφύλιση και τύφλωση στα πρόβατα και σπανιότερα στα βοοειδή. Οι σοβαρές περιπτώσεις οδηγούν στο θάνατο, άλλες θεραπεύονται δυσκολα, ενώ οι ελαφρύτερες μπορούν να επανέλθουν μόνες τους. Ο μόνος τρόππος πρόληψης είναι η απομάκρυνση του αιτίου παράγοντα, δηλαδή της φτέρης.

Εγώ από παλιά αγαπούσα αυτήν τη φτέρη, και πρόσφατα σκέφτηκα να την καλλιεργήσω ως μέλος της φυτικής συλλογής μου. Εφόσον δεν πρόκειται να τη φάω, δεν υπάρχει κίνδυνος. Είχα πάρει λοιπόν πέρσι απ’τους
Αγίους Αναργύρους
του Βερμίου δύο μικρά κομμάτια ριζώματος, αλλά δε βγήκαν, ίσως επειδή τα είχα κάπως παραμελήσει (τότε ήμουν διακοπές στο χωριό και τα είχα βάλει σε μια γλάστρα με διάφορα άλλα φυτά εκεί και λίγο χώρο γι’αυτά). Φέτος όμως στην αρχή του Σεπτεμβριου, όταν
πήγα στη Νάουσα,
έκοψα δύο μικρά κομμάτια ριζώματος τυχαία, απλά τραβώντας δυνατά φύλλα της φτέρης και παίρνοτας μαζί με το μίσχο λίγο ρίζωμα. Κανονικά ήθελα να κόψω μεγαλύτερα κομμάτια, αλλ’επειδή τα ριζώματα αυτά σκάβονται δύσκολα, υπήρχαν πολλά άλλα φυτά γύρω κι ο χρόνος ήταν περιορισμένος, δεν το έκανα. Τοποθέτησα λοιπόν τα ριζώματα σε μια γλάστρα επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, και τα άφησα εκεί για μια βδομάδα, αλλ’επειδή δεν έδειχναν σημεία ζωής θεώρησα πως ήταν πολύ μικρά για να επιβιώσουν και τα πέταξα σε μια άλλη άδεια γλάστρα μαζί με αρκετό υγρό χώμα. Λίγο λιγότερο από μια βδομάδα πριν, έσκαψα εκείνη τη γλάστα γιατί χρειαζόμουν λίγο χώμα, και βρήκα το εξής: Αν και το μικρότερο κομμάτι των 2 περίπου εκ. δεν έδειχνε σημεία ζωής, ούτε όμως ήταν σάπιο, το μεγαλύτερο των 4 εκ. είχε βγάλει μια λεπτή ριζούλα 3 εκ. περίπου κι ένα σκληρό μίσχο μ’ένα τυλιγμένο φυλλαράκι στην κορυφή, ακόμα σαν μπαλάκι, περίπου στο ίδιο μήκος, μαρτυρώντας τη δεινή ανθεκτικότητα του συγκεκριμένου είδους. Προσεκτικά το έβγαλα από εκεί, και το φύτεψα σε μια μικρή γλάστρα με ελαφρύ υγρό χώμα, μόνο με το κεφαλάκι του φύλλου στην επιφάνεια. Το φυτό εκτίθεται σε λίγες ώρες ήλιο τη μέρα, κι από τότε το κεφαλάκι έχει διογκώθεί κάπως, αν κι ακόμα δε φαίνεται να ξετυλίγεται. Ωστόσο αυτό είναι ένα μικρό βήμα μπροστά σ’όλη την ενέργεια που έχει ξοδέψει ως τώρα αυτό το μικρό κομματάκι για τη δημιουργία της ρίζας και του φύλλου χωρίς καθόλου υποστήριξη από φωτοσύνθεση. Μεγάλη ανάπτυξη αναμένω του χρόνου, οπότε θα το μεταφυτεύσω σε μια αρκετά μεγάλη γλάστρα για να τη γεμμίσει με τα τεράστια φύλλα του, την οποία θά’χω μπροστά στα κάγκελα του μπαλκονιού, με μία
αλοκάσια
δίπλα, που έχει εξίσου τεράστια φύλλα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για τη φτέρη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φτέρη
άρθρο της αγγλιkής Wikipedia για το εκ νέου ορισμένο Pteridium aquilinum
μορφολογία, βιολογία και οικολογία της φτέρης
ποικιλομορφίες στην ανάπτυξη της φτέρης σε διαφορετικά περιβάλλοντα (pdf)
μελέτη στην ανάπτυξη κι αναγέννηση της φτέρης
η αντοχή της φτέρης στα έντομα και τ’αποτελέσματά της σ’αυτά
σύγκριση μεθόδων καταπολέμησης της φτέρης
συνταγή: βλασταράκια φτέρης
συνταγή: φτέρες τιγανητές
η φτέρη ως υποκατάστατο της τύρφης (pdf)
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πτακιλοζίδη
η πτακιλοζίδη (pdf)
πτακιλοζίδη: το δηλητήριο της φτέρης
η πτακιλοζίδη ως περιβαλλοντικός κίνδυνος (pdf)
καρκινογόνα αποτελέσματα της πτακιλοζίδης στη φτέρη και παρόμοιων ενώσεων
δηλητηρίαση από φτέρη στα ζώα
καλλιέργεια της φτέρης ως καλλωπιστικό
χρήση της φτέρης σε ξηροφυτικούς κήπους

Advertisements