Γιατί βρίσκουμε νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει; Πώς για παράδειγμα μπορεί ν’ακούσουμε μουσική σε κάπιον θόρυβο; Πώς μπορούμε να δούμε εικόνες κάποιων αντικειμένων πάνω σε κάτι άλλο; Πώς κάποιοι χριστιανοί βλέπουν την Παναγία για παράδειγμα παντού; Πώς κάποιοι συνωμοσιολόγοι βρίσκουν συνωμοσίες ακόμα και στα πιο απλά πράγματα; Ο ψυχολόγος και σκεπτικιστής Michael Shermer,
Σε άρθρο του
δημοσιευμένο στο περιοδικό Scientific American το 2008 δεισιδαιμονία, εξέλιξη, αποκωδικοποίηση, ψευδαίσθησηαναπτύσσει μια θεωρία η οποία ίσως λύνει αυτό το πρόβλημα. Υποστηρίζει λοιπόν ότι ο εγκέφαλός μας είναι προσαρμοσμένος να συνδέει σχετικά ασύνδετα φαινόμενα ή γεγονότα για να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα και κατ’επέκτασιν πίστη για τον κόσμο. Στο προγονικό περιβάλλον αλλά και σήμερα, αυτό είναι αρκετές φορές θετικό, επειδή μας βοηθά να δημιουργούμε ολοκληρωμένες αναπαραστάσεις βασισμένοι σε αποσπασματικά στοιχεία. Το ίδιο σύστημα μπορεί ωστόσο να μας παραπλανήσει, κάνοντάς μας να πιστεύουμε σε εικόνες και πράγματα που είτε δεν υπάρχουν είτε δεν έχουν σχέση μεταξύ τους.

Τη θεωρία του εν λόγω επιστήμονα μελέτησαν δύο εξελικτικοί βιολόγοι, ο Kevin R. Foster του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ κι ο Hanne Kokko του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, και συμπέραναν ότι εάν το κόστος της πίστης σ’ένα γεγονός που δεν υπάρχει είναι μικρότερο απ’αυτό της μη πίστης ενός πραγματικού και σημαντικού, η πίστη σε μη υπαρκτές εικόνες και γεγονότα τείνει να διατηρειται απ’τη φυσική επιλογή. Για παράδειγμα, εάν οι πρόγονοί μας πίστευαν πως το θρόισμα στα χόρτα ήταν κάποιο επικίνδυνο αρπακτικό, ενώ ήταν ο άνεμος μπορεί να μην κόστιζε τόσο εξελικτικά (στην επιβίωση και την αναπαραγωγή), ενώ το αντίθετο, η πίστη ότι το θρόισμα στα χόρτα ήταν ο άνεμος, ενώ ήταν ένα αρπακτικό θα κόστιζε πολύ περισσότερο. Παρόμοια κατάσταση ισχύει και για το
Φόβο μας για τα φίδια,
Για τον οποίον είχα γράψει παλαιότερα. Είναι εξελικτικά πολύ πιο ασφαλές οι πρόγονοί μας να απέφευγαν όλα τα φίδια, άσχετα αν κάποιο ήταν επικίνδυνο, παρά ν’απέφευγαν συγκεκριμένα με πιθανότητα μοιραίου λάθους.
Σ’επόμενη δημοσίευση
του ίδιου συγγραφέα το 2009, υποστηρίζεται ότι όχι μόνο τείνουμε να βλέπουμε σχέσεις παντού, αλλ’επίσης ότι τείνουμε να βρίσκουμε συνειδητά όντα να δρουν πίσω από φυσικές διεργασίες. Ως κοινωνικά όντα, έχουμε αναπτύξει την ικανότητα να εντοπίζουμε εύκολα τους δράστες, αυτούς δηλαδή που κάνουν κάτι. Αυτή η ικανότητά μας όμως κάποτε ξεφεύγει και τείνουμε να βρίσκουμε όντ ασε ασυνείδητα γεγονότα, με παραδείγματα που μας δίνει όπως τα παιδιά με τον ανιμιστικό τρόπο σκέψη τους που βάζουν στο μυαλό τους π.χ. τον ήλιο να τους ακολουθεί, ή άτομα που παρατηρούν γεωμετρικά σχήματα με πρόσωπα στην οθόνη ενός υπολογιστή ν’αλληλεπιδρούν κι αρχίζουν σιγά-σιγά να πιστεύουν ότι το καθένα έχει δική του προσωπικότητα και στόχους. Αυτό το χαρακτηριστικό μας, πιστεύει ο επιστήμονας, είναι η αιτία της προέλευσης της δεισιδαιμονίας, της θρησκείας, ή και της συνωμοσιολογίας. Ευτυχώς η επιστήμη, λέει, έχει αυτοδιορθωτικούς μηχανισμούς όπως έλεγχος των αποτελεσμάτων από άλλους συνεπιστήμονες για την ελαχιστοποίηση τέτοιων ψευδαισθήσεων.

Advertisements