Παρόλο που τα πράγματα είναι σχεδον ξεκάθαρα, μερικοί ακραίοι εξακολουθούν να κάνουν μια συζήτηση που δε φτάνει ουσιαστικά σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά ενισχύει ακόμα περισσότερο τις απόψεις των δύο άκρων. Από τη μία λοιπόν έχουμε αυτούς που καταδικάζουν το χριστιανισμό και μόνον αυτόν για όλες τις σεξουαλικές καταπιέσης της σύγχρονης κοινωνίας, αντιτείνοντας πως οι Αρχαίοι δήθεν είχαν πλήρη ελευθερία στη σεξουαλική τους ζωή, πράγμα εντελώς λανθασμένο, μιας κι εκεί
υπήρχε αρκετή καταπίεση,
από την άλλη έχουμε ορισμένους, πιθανόν ακραίους εθνικιστές και σκληροπυρηνικούς αντιομοφυλόφιλους που υποστηρίζουν ότι ουδέποτε υπήρξε ομοφυλοφιλία ή παιδεραστία στην αρχαιότητα, αυτά είναι βεβιασμένα συμπεράσματα από λανθασμένη ερμηνεία των κειμένων ορισμένων ξένων και φαύλων που θέλουν να δυσφημίσουν την ιστορία μας, θέλοντας κάπως να δείξουν πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν ηθικά τέλειοι, τουλάχιστον σύμφωνα με την ηθική όπως νοείται απ’αυτούς. Δεν είναι όμως σωστό να αξιολογούμε μια κοινωνία με τα σημερινά μας ηθικά μέτρα και σταθμά, γιατί τότε θα καταλήξουμε σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Η αλήθεια είναι ότι η παιδεραστία όχι μόνο υπήρχε, αλλ’ήταν διαδεδομένη σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα. Η
παιδεραστία
δε θα πρέπει να συγχέεται με τις σημερινές έννοιες της παιδοφιλίας και της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Στην πραγματικότητα ο βιασμός ή η κακοποίηση κάποιου νέου ήταν κάτι το κατακριτέο στη θεωρία τουλάχιστον, γιατί σχεδον καμία αναφορά δεν έχουμε για τέτοιο γεγονός στην πράξη, υποδηλώνοντας πως ήταν σπανιότατο. Η παιδεραστία ήταν στενή πνευματική κυρίως σχέση μεταξύ δασκάλου (εραστή, φιλήτορα ή εισπνήλα (εμπνευστή στην Κρήτη)) και εφήβου μαθητή (ερωμένου ή εραμένου σ’άλλες περιοχές), συνήθως από τα 12 έως τα 17, όπου ο μαθητής θαύμαζε τις ικανότητες και την αρετή του δασκάλου του και πολλές φορές η σχέση κατέληγε και σε σαρκική ένωση. Μετά την ενηλικίωση, συνήθως έπαυε η σαρκική σχέση αλλ’η φιλία παρέμενε ισχυρή. Η ανοχή της σαρκικής παιδεραστίας ποίκιλε ανά περιοχή, από γενική αποδοχή της στην Κρήτη, την Κόρινθο και τον υπόλοιπο δωρικό κόσμο εκτός της σκληροπυρηνικής Σπάρτης, η οποία δεχόταν μόνο το πνευματικό μέρος, έως ενδιάμεση αποδοχή στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι συγγραφείς, απ’τους οποίους άλλωστε έχουμε τα περισσότερα διασωσμένα αρχαιοελληνικά κείμενα, αναγνώριζαν την ύπαρξη της παιδεραστίας, αν και συχνά τόνιζαν τη μεγαλύτερη αξία του πνευματικού της μέρους. Το σαρκικό κομμάτι ήταν πιο συγκεκαλυμμένο με λιγότερες αναφορές, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι το περιφρονούσαν όχι ως πράξη καθ’εαυτή, αλλά ως λογική, ότι δηλαδή η παιδεραστία έχει σκοπό την διαπαιδαγώγηση του νέου παρά την ικανοποίηση του δασκάλου. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης κι ο Σωκράτης. Ο ρήτορας Αισχύνης επίσης στο λόγο του «Κατά Τιμάρχου» όπου ένας πολίτης κατηγορείται για πορνεία στη νεαρή του ηλικία, καταδικάζει την παιδεραστία ως κάτι το ατιμωτικό για το νέο. Ωστόσο έχουμε και συγγραφείς που εκθειάζουν τα σώματα των γυμνών νεανιών, όπως ο γνωστός ποιητής Πίνδαρος και ο Αθηναίο νομοθέτης Σόλων, ο οποίος πάραυτα θέσπισε αυστηρούς νόμους για τέτοιου είδους σχέσεις. Μήπως αυτό αντανακλά εσωτερικές συγκρούσεις του; Τέλος δε μπορούμε ν’αγνοήσουμε τις απεικονίσεις των αττικών αγγείων με παιδεραστικές σκηνές, είτε αποπλάνησης είτε σεξουαλικής πράξης.

Υπήρχε ωστόσο και η σκοτεινή πλευρά. Εκτός από τις γυναίκες πόρνες, υπήρχαν και άντρες πόρνοι, άτομα κατώτερων κοινωνικών τάξεων, ξένοι, δούλοι, ή κι ευνούχοι, οι οποίοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με αντάλλαγμα χρηματικό ποσό. Αυτοί περιφρονούνταν από τους καθώς πρέπει πολίτες, και μολονότι η πράξη μ’αυτούς αποδοκιμαζόταν αντίθετα με τη συναλλαγή με κανονικές πόρνες, ήταν κάτι το ανεκτό. Υπήρχαν ακόμα ενήλικες που αποπλανούσαν νέους απ’τα γυμναστήρια και τις παλέστρες για να ικανοποιηθούν σεξουαλικά. Αυτοί χαρακτηρίζονταν παιδομανείς, παρά παιδεραστές. Κατά την ελληνιστίκή εποχή το φαινόμενο της παιδεραστίας είχε μειωθεί, ενώ κατά τη ρωμαϊκή, οι πλούσιοι ισχυρή άντρες μπορούσαν να εξαναγκάζουν σεξουαλικά άλλους κατώτερους ή δούλους, ενώ ο παιδευτικός σκοπός της παιδεραστίας άρχισε να εκφυλίζεται. Ακόμα όμως κι ως παιδευτική σχέση, η παιδεραστία αντανακλά σ’εμάς ολοφάνερα το τότε ανδροκρατούμενο σύστημα, με την απόλυτη κοινωνική κυριαρχία των ενήλικων αντρών-πολιτών πάνω στους εφήβους, στις γυναίκες, στους μη πολίτες και στους δούλους.

Παιδεραστία
υπήρξε και σ’άλλους πολιτισμούς,
όπως στο Μινωικό, σ’αυτούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, στους Κελτικούς, στον Αιγυπτιακό, στον αρχαίο ιαπωνικό, καθώς και σε φυλές της Νέας Γουινέας για παρόμοιους σκοπούς. Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμαπαγόρευσαν την πρακτική αυτήν, με αρκετά αυστηρούς νόμους κάποτε. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος για παράδειγμα προέβλεπε κάψιμο στην πυρά για τους παραπτωματίες, ενώ οι Βησιγότθοι της Ισπανίας, αφού εκπολιτίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν, προέβλεπαν ευνουχισμό και στους δύο, μεταφορά στην επισκοπή κι έπειτα φυλάκιση. Βλέπετε στα παραπάνω το πνεύμα της συγχώρεσης του χριστιανισμού, ή απλώς εγώ δεν το βρίσκω; Σήμερα η παιδεραστία αναγνωρίζεται όπως θά’πρεπε, μια συγκεκαλυμμένη σχέση δηλαδή κυριαρχίας, γι’αυτό πιστεύω πως αντιμετωπίζεται αρνητικά. Ίσως υπάρχουν εξαιρέσεις όσον αφορά την κυριαρχία, αλλά γενικά τέτοιου τύπου ειναι μια σχέση μ’ένα μεγάλο άντρα να γαμεί ένα αγοράκι όποτε θέλει κι αυτό να συμφωνεί θεωρώντας το τιμητικό.

Οι ακραίοι εθνικιστές-αρχαιολάτρες-αντιομοφυλόφιλοι λοιπόν θέλουν να μας δείξουν όχι μόνο ότι δεν υπήρχε παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα κι απλώς κάποιοι κακοήθεις δεν ερμηνεύουν σωστά τα κείμενα, αλλ’επίσης ότι η ίδια η λέξη δεν έχει καμία σχέση με τον έρωτα, αλλά με τη διαπαιδαγώγηση. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι η λέξη «παιδεραστία» προέρχεται από το «παις» και το ρήμα «εράω-ώ», απαρέμφατο «εράν», που δε σημαίνει ερωτεύομαι, αλλά καθοδηγώ! Εξού λένε και το «ερωτώ» η «ερώτηση», κλπ. Αυτό, αν και μου φάνηκε τόσο εξόφθαλμα παράλογο, δε μπόρεσα να το αγνοήσω και γι’αυτό έψαξα σε διαδικτυακά λεξικά για τις ρίζες και του «εράω» και του «ερωτώ», μήπως και υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να σχετίζονται τελικά μεταξύ τους, άρα η άποψη των ακραίων να δικαιολογείται κάπως. Έψαξα λοιπόν και σε ελληνικά και σε αγγλικά λεξικά, επειδή τα τελευταία αναφέρουν περισσότερο την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ετυμολογία. Αυτά που βρήκα όμως επιβεβαίωσαν την αρχική μου διαίσθηση, ότι οι δύο αυτές λέξεις δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Το ρήμα
«εράω-ώ»
είναι αρχαίο ελληνικό ρήμα που σημαίνει επιθυμώ σφόδρα, ερωτεύομαι. Στην ιωνική διάλεκτο συναντάται ως «ερέω» (οι Ίωνες έβαζαν ε αντί του α συχνά). Η
προέλευσή του είναι άγνωστη.
Από το ρήμα αυτό λοιπόν παράγονται οι λέξεις «έρως», «εραστής», «ερώμενος», «ερωτικός», «εραστός», κατάληλλος για να γίνει αντικείμενο έρωτα δηλαδή, «εράσμιος», η μούσα Ερατώ κλπ, ενώ η παθητική του μορφή είναι «έραμαι» ή «ερώμαι». Ουδεμία σχέση έχει με την ερώτηση ή την καθοδήγηση. Εάν είχε, θα περιμέναμε στα αρχαιότερα κείμενα τουλάχιστον, όπου το ρήμα θα ήταν πιο κοντά στην αρχική του σημασία, να σήμαινε αυτό το πράγμα. Όμως ούτε στον Όμηρο ούτε πουθενά αλλού βρίσκουμε τέτοια σημασία. Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή για παράδειγμα, η οποία είναι γραμμένοι σε πιο αρχαΐζουσα και λογοτεχνική γλώσσα από την καθομιλουμένη αττική διάλεκτο, όταν η Ισμήνη προσπαθεί να μεταπείσει την Αντιγόνη για την πράξη που σχεδίαζε και θά’φερνε τη θανατική καταδίκη της, της λέει «τ’αμήχανα εράς», ότι δηλαδή «αγαπάς τ’αδύνατα», όχι «καθοδηγείς τ’αδύνατα». Για το «ερωτώ» δυσκολεύτηκα περισσότερο σε ελληνικά λεξικά, κι έτσι έψαξα και στ’αγγλικά.
Το «ερωτώ» λοιπόν, η «ερώτηση», ο «ρήτωρ», το «ρητό» και τα λοιπά προέρχονται από το ρήμα
«είρω»,
που αρχικά χρησιμοποιούταν και στον ενεστώτα αντί του «λέγω», αργότερα όμως έτεινε να χρησιμοποιείται μόνο ο μέλλοντας, ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος ως χρόνοι του «λέγω». Το ρήμα λοιπόν αυτό προέρχεταιαπό την πρωτοϊνδοευρωπαΪκή ρίζα *FΕΡ- (*WER-), που σημαίνει λέω, εξού και το λατινικό «verbum» = ρήμα, λόγος, το αγγλικό δάνειο «verb) = ρήμα, και το αγγλικό «word» = λέξη. Το πρωτοΪνδοευρωπαΪκό w συνέχιζε να προφέρεται στην ελληνική γλώσσα, όπου γραμματικά συμβολιζόταν ως
δίγαμμα
(F), ένα γράμμα μεταξύ του ε και του ζ το οποίο χρησιμοποιήθηκε απ’τους λατίνους για την παράσταση του δικού τους φ. Η προφορά του ανάμεσα σε φωνίεντα σταμάτησε νωρίς, ενώ η προφορά του στην αρχή των λέξεων παρέμεινε σ’αρκετές διαλέκτους, αν και στην αττική όχι, όπου μπορει ν’άφηνε μια δασεία (h) ή τίποτα. Λίγα απομεινάρια του έχουμε ως σήμερα, με λέξεις όπως άοπλος, αόρατος ή άεργος (αργότερα ομαλοποιήθηκε κι έγινε άνεργος), να υποδηλώνουν ένα υποθετικό σύμφωνο ανάμεσα στο συνθετικό και τη λέξη. Επίσης η
τσακωνική
λέξη «βάννε», που σημαίνει το αρνί από το «αμνός (προφορά wαμνός)», είναι η μόνη σημερινή που διατηρει την προφορά του w ως σύμφώνου. Η τσακωνική διάλεκτος είναι η μόνη νεοελληνική διάλεκτος που προέρχεται από την αρχαία δωρική κι όχι απ’την ελληνιστική κοινή.
Το ρήμα «λέγω»
προέρχεται
από την πρωτοΪνδοευρωπαΪκή ρίζα «*ΛΕΓ- (*LEG-)», όπως και το λατινικο «legere» = διαβάζω, και αρχικά σήμαινε κανονίζω, τάσσω, ταιριάζω, διαλέγω, και λέω με την έννοια όμως του κανονίζω. Ήδη ομως τον 5ο αιώνα π.Χ. η σημασία του είχε αλλάξει, με την αρχική σημασία να παραμένει ακόμα σε σύνθετες λέξεις όπως «εκλέγω», «συλλέγω», κλπ.

Το κακό παράγινε με τους συγκεκριμένους ηθικολόγους ας πούμε αρχαιολάτρες, με το ετυμολογικό τους λάθος χωμένο ακόμα και στο
άρθρο της βικιπαίδειας για τις γενετήσιες σχέσεις στην Αρχαία Ελλάδα,
όπου αναφέρεται ότι η παιδεραστία προέρχεται από το «παις» και το «εράν = καθοδηγώ, διαπαιδαγωγώ». Αυτό θα πρέπει να διορθωθεί οπωσδήποτε.

Η μόνη χρήση αυτού του ψευδοετυμολογικού κατασκευάσματος θα μπορούσε νά’ναι στην απολογία ενός σύγχρονου παιδόφιλου/παιδεραστή, ο οποίος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως δεν έβλαπτε τα παιδιά, αλλά τα καθοδηγούσε στο σωστό δρόμο!

Advertisements