Κάθε πολιτισμός, συμπεριλαμβανομένου και του αρχαιοελληνικού, έχει και τον τομέα της αισχρολογίας. Εννοείται πως οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ασχολούνταν μόνο με τις ανώτερες πνευματικές αναζητήσεις? αν γινόταν αυτό, δε θα ξέσπαγαν συνεχώς οι μικροί και μεγάλοι πόλεμοι μεταξύ των πόλεων-κρατών που φέρνουν στο μυαλό μας σήμερα τις συνεχείς διαμάχες των Αφρικανών, διότι μια λύση θα είχε βρεθεί. Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν καθημερινή ζωή και διάφορες κοινωνικές σχέσεις, θετικές κι αρνητικές όπως σήμερα – συζητούσαν, κορόιδευαν, έβριζαν κλπ. Επειδή αυτά δεν καταγράφονταν από τους πνευματικούς της εποχής, δε σημαίνει πως δεν υπήρχαν. Ευτυχώς όμως έχουμε λίγες αναφορές και συγγράμματα όπως τις κωμμωδίες του Αριστοφάνη όπου αυτό το είδος λόγου παρουσιάζεται σ’όλο του το μεγαλείο. Η πρώτη μου επαφή με την αρχαία ελληνική αισχρολογία έγινε πριν λίγες μέρες, ψάχνοντας για τη λέξη «ερέβινθος» που ο βυζαντινός πατριάρχης Φώτιος στο λεξικό του ερμήνευε ως «αιδοίον», την οποία είχαμε βρει με το φίλο μου σ’ένα τέτοιο λεξικό εκ των σπάνιων σημερινών αντιγράφων του πατέρα του. Βρήκα λοιπόν ένα
θέμα
στο phorum.gr (γιατί η ελληνοποίηση του f;) με τέτοιο περιεχόμενο. Ομολογώ πως έπαθα κανονικό πολιτισμικό σοκ απ’αυτά που συνάντησα εκεί. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έβριζαν, και μάλιστα με το παραπάνω, περίπου τα πράγματα που βρίζουμε κι εμείς σήμερα, συχνά με εύστοχες ή πρωτότυπες λέξεις. Η μελέτη της αρχαιοελληνικής αισχρολογίας έχει ακόμα να μας δώσει σημαντικές γνώσεις για τον πολιτισμό των αρχαίων κυρίως ως προς το σεξουαλικό τομέα – τι ήταν αποδεκτό και τι όχι, τι κοροϊδευόταν αλλά γινόταν, πως ήταν τότε οι σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων κλπ.

Ο κατάλογος συντέθηκε από ένα μέλος, το οποίο συμβουλεύθηκε 3 λεξικά και 2 βιβλία για να συγκεντρώσει τις λέξεις, για κάποιον λόγο όμως δε συμπλήρωσε την αλφαβητική σειρά που σχεδίαζε. Βρήκα κι εγώ ακόμα λίγες, τις οποίες παραθέτω στο τέλος. Τα «ου φωνητά» λοιπόν, αυτά που δεν πρέπει να φωνηθούν/λεχθούν, είναι τα αισχρά λόγια. Κι από εδώ και πέρα ο κατάλογος:

εισαγωγή στην αρχαία ελληνική αργκώ
(λέξεις που λόγω σεμνοτυφίας δεν τις συναντούμε συνήθως στα λεξικά με την πραγματική τους σημασία)
————————–

άβατος (η) = η μή ανοίγουσα τα σκέλη , η παρθένα , η αγάμητη
αβροβάτης = αυτός που περπατά με αβρούς τρόπους , ο κουνιστός , ο θηλυπρεπής , ο ασιάτης
αδελφογαμία = γάμος μεταξύ αδελφών (χαρακτηριστική περίπτωση ο πτολεμαίος ο φιλάδελφος ό οποίας κατα τον κιναιδογράφο Σωτάδη , «σε τρύπα απαγορευμένη , έχωσε το καρφί του» )
αιδοιολείκτης (ο) = ο μουνογλύφτης. στις εκκλησιάζουσες του αριστοφάνη αναφέρεται κάποιος γνωστός αιδοιολείκτης αθηναίος με το όνομα σμοίος , ως «ο τα των γυναικών διακαθαίρει τρύβλια» (αυτός που καθαρίζει τις «γαβάθες» (αιδοία) των γυναικών)
αιδοίον = γενικά τα γεννητικά όργανα και της γυναίκας και του άντρα (ειδικώτερα στον ενικό αριθμό αφορά την γυναίκα
ενω στον πληθυντικό τον άντρα (αριστοφάνης , λυσιστράτη , οι σπαρτιάτες «τα αιδοία δείκνυσι»)
ακρόβυστος = αυτός που δεν έχει κάνει περιτομή (οι έλληνες θεωρούσαν την περιτομή απαράδεκτη και αποκαλούσαν ειρωνικά τους περιτετμημένους ασιάτες , ευνούχους)
αλφηστής =μεταφορικά ο κωλομπαράς ( από το ψάρι αλφηστής που κυνηγάει το ένα το άλλο)
άμβων = μεταφορικά τα μουνόχειλα. (αμβων κυριολεκτικά είναι το χείλος της γαβάθας) (εύπολις , » ώ πολλών ήδη λοπάδων τους άμβωνας περιλείξας» = α αυτός πολλών μουνιών τα χείλη έχει καταγλύψει»)
αναθυώ = (με υβριστική διάθεση) ξανακαυλώνω , «γραύς αναθυά» = η γριά ξανακαυλώνει (με κοροϊδευτική διάθεση)
αναπεφλασμένος και
ανασεισίφαλλος και
ανασίφαλλος = ο μαλάκας , ο αυνανιζόμενος . να σημειώσουμε ότι στα αγγεία στα οποία παρουσιάζονται άντρες να μαλακίζονται , αυτοί κατά κανόνα είναι δούλοι , σάτυροι και ξένοι και ουδέποτε …αθηναίοι πολιτες.
αναφλάω – ώ = αναμαλάσσω το πέος , αυνανίζομαι ή αναυνίζω (σαν θεραπεία της αντρικής ανικανότητας) στον ναό του αμφιάραου άλειφαν τους ασθενείς με λάδι και τους αυνάνιζαν για να γίνουν καλά !
άνεχε , πάρεχε = άνεχε χείρας , πάρεχε φώς. Αυτό που λέμε σήμερα « κράτα φανάρι». το έλεγαν συνήθως στους γάμους. η έκφραση έχει επιζήσει μέχρι και σήμερα διότι υπάρχει δημοτικό τραγούδι που λέει : «ψηλά το φανάρι , δώσε το φώς να βλέπει η νύφη και ο γαμπρός»
απάλαμνος (η) = η ανυπεράσπιστη , χωρίς χέρια για να προβάλλουν αντίσταση. την λέξη την χρησιμοποιεί ειρωνικά ο αριστοφάνης με την έννοια του «τραβάτε με και ας κλαίω»
απεσκολυμμένον (πέος) το πέος με αποκεκαλυμένη την βάλανο , ο ψώλος
αποψάω -ώ , αποψώμαι = σκουπίζω σκουπίζομαι , «αποψώμαι λίθω» = σκουπίζομαι με πέτρα μετά το χέσιμο. ο αριστοφάνης στον πλούτο ειρωνεύεται αυτούς που άφησαν την πέτρα και σκουπίζονται …με κοτσάνια από σκόρδα !
αποψοφέω -ώ = κλάνω δυνατά , «αποψόφησις» = δυνατή πορδή
επιψοφέω = μεταφορικά κλάνω κάποιον , αδιαφορώ για κάποιον . αυτό που λέμε και σήμερα «μας έκλασε» μας παράτησε , μας άφησε στα κρύα του λουτρού.
αποψωλέω – ώ = αποκαλύπτω την βάλανο του πέους , «αποψωλημένος» = ο ξεσκούφωτος
αρτόπωλις = κυριολεκτικά η φουρνάρισσα , μεταφορικά η κρυφή πουτάνα «Αρτοπώλησιν , καθελοπόρνοισιν ομιλέων ο πονηρός Αρτέμων , κίβδηλον ευρίσκων βίον» = με τις κρυφές πουτάνες και τους πούστηδες που κάνει παρέα ο Αρτέμω ν , μαύρη ζωή θα κάνει (θα έχει κακό τέλος)
ασελγώ παρα φύσιν = όπως και σήμερα , συνώνυμα = χαλκιδίζω , φοινικίζω , λακωνίζω , σιφνιάζω
αστυάναξ = μεταφορικά ο ανίκανος , αυτός που δεν έχει στύση (λογοπαίγνιο εκ του α + στύω) , περιπαικτικά ο βασιλιάς των αγάμητων
Αφροδίτης τρόποι = είναι οι τρόποι συνουσίας που πρότειναν οι πόρνες στους πελάτες τους . η πρόταση γινόταν «εν αινιγμίοις» δηλαδή συνθηματικά στην αργκώ της εποχής.
Στους δειπνοσοφιστές του αθήναιου περιγράφονται αυτές οι προτάσεις.
• «τετράπους μοι γένοιτο σκίμπους ή θρόνος?» = να γίνω τετράποδο ανάκλιντρο ή τετράποδη καρέκλα ?
• «τρίπους τις ?» = να γίνω τρίποδας ?
• «παιδίσκη δίπους?» = δίποδο πορνίδιο ? ( υποννοώντας προφανώς τον πρωκτικό παιδικό έρωτα.)
• «περί την ψωλήν περιβήναι ?» = να καθίσω επάνω στο πέος σου ?
• «κιγκλίζειν?» = να κουνάω τον κώλο μου κατά την διάρκεια της συνουσίας ? (από τον κίγκλο , την νεροσουσουράδα που κουνάει συνέχεια την ουρά της )
• «οκλάζειν ?» = να κάθομαι οκλαδόν ? (και άλλα)
βαγωάς = ευνούχος , παρατσούκλι (από τον γνωστό πέρση ευνούχο βαγώα , τον φερόμενο στην ιστορική παραφιλολογία ως ερωμένο του μ.αλεξάνδρου
βαλανόω – ώ = αμπαρώνω τον κώλο μου , «βεβαλάνομαι» = έχω δυσκοιλιότητα (αριστοφάνης ., εκκλησιάζουσες)
βάταλος = κίναιδος , ομοφυλόφυλος (εκ του «βατέω –ώ» = επιβαίνω , καβαλάω , γαμάω)
βληχώ = η ανθισμένη τρίχα (υποννοεί το γυναικείο αιδοίο)
βούπαις = κυριολεκτικά σημαίνει βουβαλόπαιδο . στην αρχαιότητα όμως του έδιναν θετική σημασία δηλαδή παιδαράς , παίδαρος
βωλοκοπώ= γαμάω άγρια (γαμώ και δέρνω)
γαλή = γατούλα , νόστιμη και πεταχτή πιτσιρίκα
γάλλος = ευνούχος ιερέας της θεάς κυβέλης
γαμέω -ώ = παντρεύομαι (ο άντρας την γυναίκα) «γαμούμαι» = παντρεύομαι (η γυναίκα τον άντρα)
γαρίς = (γαρίδα) ευλύγιστη πόρνη
γελασίνοι = (τα γελαστά) τα λακκάκια στα κωλομέρια των νεαρών. Οι κωλομπαράδες της εποχής είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τα λακκάκια των καλοσχηματισμένων αθλητών.
γλώσσαργος = ο φλύαρος (μεταφορικά ο μουνογλύφτης , η γλώσσα του πάει ροδάνι !)
γογγυλίς = μικρό αλλά καλοσχηματισμένο βυζάκι (από το σχήμα σαν στρογγυλό ραπανάκι)
γυναικάριον = μικροσκοπική γυναίκα , πουτσομεζές (οι μικροσκοπικές γυναίκες εθεωρούντο εξπέρ στα ερωτικά )
δασύπρωκτος =μαλλιαρός κώλος , παλληκάρι με μαλλιαρό κώλο , ο ηρακλής
δέλτα = μεταφορικά το γυνακείο αιδοίο (λόγω του σχήματος του γυναικείου εφηβαίου)
δεφιδαστής = ( βυρσοδέψης) ο αυνανιζόμενος , ο μαλάκας (ειρωνικά τους αυνανιζόμενους νέους τους αποκαλούσαν «συνδικάτο των βυρσοδεψών»)
δίδυμοι = μεταφορικά οι όρχεις
δρομάς = πόρνη περιπατητική , του δρόμου, συνήθως ηλικιωμένη
δρόσος =έκφραση ποιητική , αναφέρεται στα υγρά που προκύπτουν κατά την διάρκεια της συνουσίας , τα χύσια (αριστοφάνης , ιππης : «εν κασαυρείοισι λείχων την απόπτυστον δρόσον» =μέσα στο πορνείο γλύφωντας την «δρόσο» που ξερνούσε το πράμα της ! )
δωδεκαμήχανος ή δωδεκάτεχνος = η πολυμήχανη πόρνη που γνωρίζει τουλάχιστον 12 τρόπους να κάνει έρωτα (τύφλα νάχει η κάμα σούτρα), περίφημη τέτοια εταίρα ήταν κάποια Κυρήνη.
εθελοπόρνος = νεαρός παθητικόε ομοφυλόφιλος που είναι σπιτωμένος από κάποιον πλούσιο κωλομπαρά.
εκπαλλακίδιοι = τα παιδιά των παλλακίδων (τα μη νόμιμα τέκνα)
έκφυλος = αυτός που είναι από ξένη φυλή , ο ξένος που έχει παράξενες ερωτικές ιδιαιτερότητες και βίτσια
ελαύνω , ελαύνομαι = καλπάζω , εκτινάσσομαι , γαμάω (αριστοφάνης εκκλησιάζουσες : «ο γάρ ανήρ την νύχθ΄ όλην ήλαυνέ με εν τοις στρώμασιν» = ο άντρας μου όλη την νύχτα με πηδούσε στο κρεβάτι !)
έμβολος = έμβολο αλλά και πέος («επεγείρω τον έμβολον» = ανασταίνω το πέος μου , τον κάνω ντούρο !)
ενόρχης ανήρ = άντρας αρχιδάτος . (συνώνυμο το «λαπιδόρχας» = άντρας με βασιλικά αρχίδια , από τους λαπίθες τον άγριο λαό της θεσσαλίας)
επανθούσα θρίξ = ανθισμένη τρίχα , το χνούδι , το μυρωδάτο γυναικείο αιδοίο
επιτάγματα = τα δώρα που έπαιρναν οι ερωμένοι από τους εραστές τους. συνήθως άγρια κοκκόρια σαν σύμβολο σεξουαλικής ευρωστίας και ζωγραφισμένα αγγεία με αφιερώσεις.
επίφαλλος = μουσικός που παίζει όργανα στους φαλλικούς χορούς και τις φαλλικές γιορτές.
ερέβινθος = (το ρεβίθι) κατ΄ εφημισμόν το μικρό ή το καλοσχηματισμένο πέος , «δράττομαι τον ερέβινθον» = μαλακίζομαι
εσχάρα = το γυναικείο αιδοίο που καλύπτεται από μαύρες τρίχες., υποννοείται επίσης εδώ και η θερμότητα των γεννητικών οργάνων. αυτή η ταύτιση των αιδοίων με την ζέστη και την φωτιά απαντάται διαχρονικά σε όλους τους λαούς. στην ποντιακή διάλεκτο το γυναικείο αιδοίο λέγεται και «φουρνί» (φούρνος) , αναφέρουμε επίσης ενδεικτικά εδώ τους στίχους ενός ρεμπέτικου τραγουδιού :
πήγε η σούλα στο παρίσι
για να βρεί καλό γ*μίσι
το μ**νί της φλόγες βγάζει
είναι σαν το πετρογκάζι !
εταίρα = ερωτική σύντροφος με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. οι εταίρες ήσαν οι μοναδικές γυναίκες που εθεωρούντο ισότιμες με τους άνδρες και είχαν την ικανότητα να συζητούν μαζί τους ακόμη και φιλοσοφικά θέματα. ο δημοσθένης λέγει σχετικά σε έναν δικανικό του λόγο : «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή (ερωτική και πνευματική ηδονή) , τις παλλακίδες για το καθημερινό σέξ και τις γυναίκες μας για να μας κάνουν παιδιά και να στέκονται άγρυπνοι φρουροί του σπιτιού»
ευμεζέος (ανήρ) = ο άντρας που έχει καλοσχηματισμένο πέος.
ευπυγία = η ομορφιά των οπισθίων , «εύπυγος» = ωραίος κώλος
ευρύπρωκτος = ο ξεκωλιάρης ,ο χιλιοτρυπημένος , η πουστάρα , (λέξη που προκαλούσε τα τρανταχτά γέλια των θεατών στις νεφέλες του αριστοφάνη (στον διάλογο μεταξύ ισχυρού και αδυνάτου)
έφηβος = νέο αγόρι ηλικίας 12- 18 ετών, συνώνυμα : παίς , βούπαις , λαίσπαις (όταν αρχίζουν οι πρώτες στύσεις) , υπερπαίς (ώριμος πλέον για σεξουαλική πράξη) , απάγελος (μπήκε στην αγέλη , δεν είναι πλέον παιδί ) , σιδευνάς (παλικαρόπουλο στην σπάρτη) , κυρσάνιος (στην ήλιδα) τραγίζων (σέρνει , βρωμάει σαν τράγος από τις σηκωμάρες !)
ζωμοτάριχος = ο καλοδιατηρημένος πουρόγερος ( ο διατηρημένος στην σαλαμούρα )
ημίανδρος ή ημιγύναιξ = ευνούχος
θρίον = το δέρμα που περιβάλει την βάλανο του πέους , το πετσάκι. στις εκκλησιάζουσες οι γυναίκες αποφασίζουν να δώσουν προτεραιότητα στους κακομούτσουνους και τους άσχημους « τοις σιμείς και τοις αισχρείς , προτέρους βινείν ,οι δ΄ έτεροι θρία λαβόντες διφόρου συκής , εν τοις προθύροισι δέφεσθαι» = οι κακομούτσουνοι και οι άσχημοι θα πηδήξουν πρώτοι και οι υπόλοιποι άς πάρουν τα πετσάκια τους και τα δυό τους αρχιδάκια και άς πάνε στην αυλή να τραβήξουν μαλακία
θρόνος = τρόπος συνουσίας , η γυναίκα στα τέσσερα
ιερός γάμος = ερωτική συνεύρεση ιέρειας με πιστό ή ιερέα με πιστή που γινόταν για την γονιμότητα της κοινότητας.. εθεωρείτο επίσης και είδος αποτρεπτικής πορνείας δηλαδή τελετή για την αποτροπή του κακού.
ίθριξ =αποτριχωμένος ευνούχος (από το θρίξ = τρίχα)
ισθμός = (ο ισθμός της κορίνθου) μεταφορικά το στενό αιδοίο. Αριστοφάνης ειρήνη : «εις ίσθμια , σκηνήν εμαυτού τω πέει καταλαμβάνω» = αναλογίζομαι τους αγώνες των αιδοίων που θα γίνουν στα ίσθμια και τρέχω να νοικιάσω μία σκηνή για το πέος μου!
κάκκη ή κάκκα = τα κακά των παιδιών , τα σκατά.
καλλαβίς = άσεμνος ερωτικός χορός . οι χορευτές τραβούσαν τα κωλομέρια τους για να φαίνεται ανοιχτή η τρύπα του πρωκτού τους.
κάπρα = (από το κάπρος=αγριογούρουνο) = ακόλαστη γυναίκα , καυλωμένη , σκρόφα , γουρούνα.
καταγλωτίζω = φιλάω με τη γλώσσα , φιλί μανδαλωτόν = γλωσσόφιλο (από τη λέξη μάνδαλον= γλώσσα)
καταδακτυλίζω = βάζω κωλοδάχτυλο . αριστοφάνη , ιππής :
«ούκουν καταδακτυλικός συ του λαλητικού» = βρε δεν του βάζεις κωλοδάχτυλο του φλύαρου να ησυχάσουμε ?
καταπυγίζω = (για παθητικό ομοφυλόφιλο) = κουνάω και περιστρέφω τον κώλο μου κατά την πρωκτική συνουσία . λικνίζομαι προκλητικά ενώ βαδίζω.
καυλός = στέλεχος φυτού , κοτσάνι , παλούκι , κοντάρι και μεταφορικά πέος εν στύσει (πρβλ. το νεοελληνικό καυλώνω)
κέρκος ( η )= η ουρά και μεταφορικά το πέος . παράγωγο η λέξη «κερκίς» = η κερκίδα του θεάτρου που έχει σχήμα ουράς.
κίναιδος = παθητικός ομοφυλόφιλος , εκδιδόμενος νεαρός πόρνος . ετυμολογία από το «κινέω την αιδώ» = δεν έχω ντροπή , έχω ηθική λάστιχο.
κινησίας = ο κουνιστός (στις κωμωδίες του Αριστοφάνη πάντοτε υπάρχει κάποιος κινησίας)
κλύσμα = ο κωλομπαράς
κόβαλα = μαλακίες , σαχλαμάρες (σαν αυτές που λέγανε οι δαίμονες Κόβαλοι , πρόγονοι των καλικαντζάρων)
κοκκίζω = βγάζω τα κουκούταια και μεταφορικά γαμάω
κόκκυξ = έκφυλος ή μοιχός (από τον κόκκυγα , κούκο , που αφήνει τα αβγά του σε ξένες φωλιές)
κοινωνία = η συνουσία (λαμβάνω κοινωνίαν γυναικός = πηδάω κάποιαν)
κολλοποδιώκτης = ο σπρωχτοκώλης , ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος
κόλυθροι = μεταφορικά τα μαραμένα αρχίδια (από το κόλυθρος = υπερώριμο σύκο)
κοπραγωγώ = μεταφέρω κοπριά και μεταφορικά γαμάω τον πρωκτό.
κορινθιάζομαι = ζώ έκφυλα όπως οι Κορίνθιοι
κροκωτοί = τα ενδύματα με έντονο κίτρινο χρώμα που φορούσαν οι πόρνες και οι πόρνοι.
κρούω την θύραν = ιδιωματισμός που σημαίνει γαμάω το αιδοίον
κύδων = ο παιδεραστής
κυδώνια μήλα = (τα κυδώνια) τα καλοσχηματισμένα βυζάκια
κυέω = μένω , είμαι έγκυος (παράγωγο το θαλάσσιο κύμα = διογκωμένο , γκαστρωμένο)

Και μερικά επιπλέον που βρήκα εγώ:
σύκον = ευφημιστικά το αιδοίο, με πρώτη αναφορά στον Αριστοφάνη “Του μεν μέγα και παχύ, της δε ηδύ το σύκον” (Ειρήνη 1351-2). Δηλαδή «Του ενός μεγάλο και παχύ, της άλλης γλυκό το σύκο». Εξού και η επίσης αρχαία παροιμία να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, μάλλον γιατί πολλοί θ’απέφευγαν να τα λένε έτσι λόγω σεξουαλικών υπονοουμένων.
Πηγή.
διθυραμβοχάνα = πηγαδομούνα, λεγόταν από τους άντρες στις γυναίκες.
σφίγκτρια = πουτάνα, μάλλον επειδή έχει σφιχτό αιδοίο, λεγόταν απ’τους άντρες στις γυναίκες.
χοιροψάλας = γαμιάς, πιθανόν θά’χει σχέση με το χοίρο, λεγόταν απ’τις γυναίκες στους άντρες.
λισυφλεβής = ο πουτσαράς, πιθανόν με λείες φλέβες, λεγόταν απ’τις γυναίκες στους άντρες.
βινητιέω-ώ = καυλώνω
Πηγή.
οίφω = συνουσιάζομαι, αρχαία λέξη απ’την ίδια πρωτοΪνδοευρωπαϊκή ρίζα όπως το λατινικό «futuere» και το αγγλικό «fuck», αμφότερα με την ίδια σημασία. Μία επιγραφή στη Θήρα δίπλα στο ναό του Καρνίου Απόλλωνα λέει: «(ΤΟΝ ΔΕΙΝΑ) ΝΑΙ ΤΟΝ ΔΕΛΦΙΝΙΟΝ ΗΟ ΚΡΙΝΩΝ ΤΕ(Ι)ΔΕ ΩΙΦΕ ΒΑΘΥΚΛΕΟΣ ΑΔΕΛΦ(Ε)ΟΝ ΔΕ ΤΟΥ ΔΕΙΝΑ», δηλαδή «Μα τον Δελφίνιο Απόλλωνα, εδώ ο Κρίνων το έκανε με τον αδερφό του Βαθυκλέους».
Πηγή.
Παρά την επιγραφή όμως, η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν πλήρως αποδεκτή, όπως υποστηρίζεται από κάποιους. Συνήθως υπήρχε παιδεραστία μεταξύ δασκάλου ή γυμναστή και μαθητή, ή ερωτική σχέση μεταξύ συμπολεμιστών, αν και πάλι αυτό συγκαλυπτόταν ως κάτι καθαρά πνευματικό. Υπήρχαν φυσικά κι άλλες περιπτώσεις ομοφυλοφιλίας, αλλά πάλι κάπως συγκεκαλυμμένες. Η θηλυπρέπεια πάντως ήταν κατακριταία. Γι’αυτο άλλωστε οι άντρες πόρνοι ήταν πρόσωπα χαμηλής εκτίμησης.
εταιρίζω = κυριολεκτικά πουτανεύω, γίνομαι θηλυπρεπής. Ο Σόλων προέβλεπε αυστηρή τιμωρία στη νομοθεσία κατά των Αθηναίων πολιτών με τέτοια συμπεριφορά:
«Αν τις Αθηναίος εταιρήση, μη έξεστω αυτώ των εννέα αρχόντων γενέσθαι, μηδέ ιερωσύνην ιερώσασθαι, μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμιάν, μήτε ενδημον, μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν, μήτε χειροτονητήν, μηδέ επικυρήκειαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδέ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μηδέ εν ταις κοιναίς σταφονοφορίες σταφανούσθω, μηδέ εντός των της αγοράς περιρραντηριων πορευέσθω. Εάν δε ταύτα τις ποιή, καταγνωσθέντως αυτού εταιρείν, θανάτω ζημιούσθω.»
«Δηλαδή, αν κάποιος Αθηναίος πολίτης συνάψει ερωτική σχέση με άλλον:
Δεν του επιτρέπεται να γίνει μέλος των 9 αρχόντων. Δεν του επιτρέπεται να εκλεγεί ιερέας. Δεν του επιτρέπεται να είναι συνήγορος του λαού. Δεν του επιτρέπεται να ασκήσει κάποια εξουσία, εντός η εκτός της χώρας, κληρωτή ή χειροτονητή. Δεν του επιτρέπεται να σταλεί ως κήρυκας πολέμου. Δεν του επιτρέπεται να εκθέσει τη γνώμη του. Δεν του επιτρέπεται να εισέλθει στους δημόσιους ναούς. Δεν του επιτρέπεται να στεφανωθεί στις δημόσιες στεφανοφορίες. Δεν του επιτρέπεται να παίρνει μέρος στους περιπάτους που γίνονται στην αγορά. Όποιος λοιπόν ενώ έχει καταδικαστεί ως ερωτικός σύντροφος άλλου, ενεργήσει αντίθετα τις διατάξεις του νόμου,τιμωρείται με θάνατο.» (Σολωνος νομοι,άρθρο 332,εκδώσεις Θεσσαλονίκης μετάφραση:Χριστοδούλου )
Πηγή.
εταιρικώς = ο επαγγελματίας πόρνος που συντηρούταν απ’το επάγγελμά του, πεπορνευμένος, πολύ υποτιμητικό για κάποιον άντρα.
πορνοβοσκός = ο προαγωγός, ο προστάτης, ο νταβατζής. Νομιμότατο επάγγελμα στην Αρχαία Αθήνα.
χαμαιτυπής = αυτή που χτυπάει το έδαφος, η πόρνη κατώτερης βαθμίδας που έδινε τις υπηρεσίες τις κάτω, εξού και χαμαιτυπείον, το πορνείο χαμηλής στάθμης.
Πηγή.

Όποτε βρίσκω άλλες αρχαίες αισχρές λέξεις θα τις αναρτώ εδώ.

Advertisements