Σκελέτιο στο φυσικό του περιβάλλον στη Νότιο Αφρική, από Wikipedia.

Πρόκειται για φυτό αρκετά άγνωστο εκτός της χώρας προελεύσεώς του, αν και τα τελευταία χρόνια η φήμη του εξαπλώνεται παγκοσμίως. Το σκελέτιο, με επιστημονική ονομασία Sceletium tortuosum (σκελέτιο το στρεβλώδες), είναι παχύφυτο της Νοτίου Αφρικής με ιστορία αιώνων ή και χιλιετιών χρήσης ως τονωτικό και διεγερτικό από τους ιθαγενείς.

Φύεται στις ξηρές και θερμές περιοχές της Νοτίου Αφρικής με λίγη βροχόπτωση γνωστές ως καρού, όπου κυριαρχούν οι ξηροφυτικοί θάμνοι και τα παχύφυτα. Το συγκεκριμένο φυτό είναι οικολογικά κάτι ανάμεσα σε παχύφυτο και ζιζάνιο, αφού έχει γρήγορη ανάπτυξη και μπορεί να προσαρμοστεί σε διάφορες συνθήκες. Στη φύση συναντάται κυρίως σε αμμώδη ή χαλικώδη εδάφη στον ήλιο ή κάτω απ’την ελαφριά ημισκιά θάμνων. Όπως και πολλά παχύφυτα του Νοτίου Ημισφαιρίου, ανήκει στην οικογένεια των αειζωιδών – παλαιότερα μεσημβριανθεμιδών -, στην κατά βάση ζιζανιώδη υποοικογένεια των μεσιμβριανθεμοειδών. Είναι έρπον ή ημιαναρριχώμενο φυτό του οποίου οι παλαιότεροι βλαστοί παχαίνουν και ξυλοποιούνται ελαφρώς με την ηλικία, με μακριούς λεπτούς βλαστούς και ζευγαρωτά αντίθετα φύλλα, όπως τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία έχουν κυρτή κορυφή και 3-5 εμφανή νεύρα, ένα εκ των οποίων το κεντρικό, τα οποία παραμένουν άθικτα αρκετά μετά την ξήρανση και ίσως το θρυμματισμό του φύλλου ως σκελετός, εξού και τ’όνομα του γένους. Τα παλιά ξερά φύλλα καλύπτουν το βλαστό, ενώ κατά την αδρανή περίοδο το καλοκαίρι προστατεύουν τη νέα ανάπτυξη. Τα άνθη και οι καρποί έχουν την τυπική μορφή των περισσότερων ειδών της οικογένειας: Τα άνθη είναι μικρά, διαμέτρου 2-3 εκ. με πολύ κοντό ποδίσκο, κάλυκα αποτελούμενο από 4-5 σέπαλα και παρόμοιο αριθμό ταινιοειδών πετάλων – γι’αυτό και τ’άνθη δίνουν επιφανειακή εντύπωση μαργαρίτας, μεσημβριάνθεμο άλλωστε σημαίνει μαργαρίτα (ανθεμίς) του μεσημεριού, διότι πολλά είδη ανοίγουν τότε – λευκού, αλλά και ανοιχτού κίτρινου, ανοιχτού πορτοκαλί και ανοιχτού ρόδινου χρώματος. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες διαμέτρου 1-1,5 εκ. κι ανοίγουν όταν βραχούν, ώστε οι σπόροι νά’χουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης στο ήδη υγρό περιβάλλον, όπως γίνεται και με τα περισσότερα μεσημβριάνθεμα.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα σε μια γλάστρα με καλή αποστράγγιση, προτιμότερο ρηχή παρά βαθιά, διότι το είδος εξαπλώνεται, σε ηλιόλουστη ή ελαφρά ημισκιερή ζεστή θέση με αραιό αμμώδες έδαφος, που μπορεί ωστόσο νά’ναι υγρότερο και γονιμότερο απ’αυτό για τα περισσότερα παχύφυτα. Γενικά θα πρέπει να ποτίζεται και να λιπαίνεται λίγο συχνότερα απ’τα κανονικά παχύφυτα, νερό δηλαδή όταν έχει στεγνώσει το έδαφος αλλ’όχι συνεχής ξηρασία και λίπασμα κάθε μήνα περίπου. Δεν αντέχει την παγωνιά, γι’αυτό θα πρέπει να προστατεύεται το χειμώνα. Περίοδος ανάπτυξης είναι το φθινόπωρο, ο χειμώνας και η άνοιξη, ενώ το καλοκαίρι είναι περίοδος αδράνειας, οπότε αρκετά φύλλα μπορεί να ξεραθούν. Τότε το πότισμα μπορεί να μειωθεί. Πολλαπλασιάζεται είτε με σπόρους, οι οποίοι είναι μικροσκοπικοί με μέτρια βλαστικότητα και θα πρέπει να σπαρούν την άνοιξη ή το καλοκαίρι σ’ελαφρύ αμμώδες έδαφος μέτριας υγρασίας, όπως για τα περισσότερα παχύφυτα, είτε με μοσχεύματα, τα οποία συνήθως ριζώνουν εύκολα σε αμώδες έδαφος. Η συγκομιδή μπορει να γίνει το φθινόπωρο του χρόνου φύτευσης εάν το κλίμα είναι ευνοϊκό και το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα, αλιώς συνήθως γίνεται ένα χρόνο μετά. Το φυτό εξασθενεί κι απλώνει αρκετά μετά τα 5 χρόνια, οπότε θα πρέπει ν’ανανεωθεί με νέα μοσχεύματα για συνέχιση της καλής ανάπτυξης και παραγωγικότητας.

Το φυτό χρησιμοποιούταν παραδοσιακά από τους κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες Βουσμάνους και τους κτηνοτρόφους Οτεντότους της Νοτίου Αφρικής για την τόνωση της διάθεσης, τη μείωση της κόπωσης και της όρεξης στα μεγάλα ταξίδια. Ο παραδοσιακός τρόπος είναι το μάσημα των αποξηραμένων φύλλων – εξού και το αφρικάανς όνομα kougoed (μασητήρι), αν και σήμερα το φυτό έχει χορηγηθεί επίσης σε τσάι, σε βάμμα, σε κάψουλα, ή και με κάπνισμα. Παραδοσιακά αναφέρεται ως κάννα ή τσάννα. Η πρώτη γραπτή αναφορά για τη χρήση του έγινε απ’τον Ολλανδό Jan van Riebeeck το 1662, η παραδοσιακή του χρήση όμως χάνεται μέσα στην προΪστορία.

Το φυτό θεωρείται διεγερτικό με κάποιες εμπαθογόνες ιδιότητες (ενισχύει την ενσυναίσθηση). Τα αποτελέσματά του περιλαμβάνουν ανέβασμα της διάθεσης, μείωση του άγχους και της έντασης, μείωση της όρεξης, ενώ σε υψηλότερες δόσεις ευφορία, αρχικά με διέγερση κι έπειτα με κατευνασμό. Σήμερα χρησιμοποιείται είτε μόνο του ως διεγερτικό και τονωτικό της διάθεσης ή ως αντικαταθλιπτικό, είτε ως ενισχυτικό άλλων ψυχοτρόπων όπως της κάνναβης. Έως τώρα δεν έχει βρεθεί κάποια αρνητική συνέπεια της χρήσης του, αν και η φφαρμακολογία και οι πιθανές αντιδράσεις του μ’άλλες ουσίες δεν είναι πλήρως γνωστές, μολονότι γενικά αντενδεικνύεται σε άτομα που λαμβάνουν ήδη αντικαταθλιπτική αγωγή. Τα φαρμακολογικά ενεργά συστατικά του θεωρείται πως είναι τα αλκαλοειδή μεσημβρίνη, μεσημβρενόνη, μεσημβρενόλη και τορτουσαμίνη, με το πρώτο σε υψηλότερα ποσοστά. Η δράση τους δεν είναι πλήρως γνωσ΄τη, αν και για τη μεσεμβρίνη έχουν αναγνωριστεί ιδιότητες αναστολέα επαναπρόσληψης της σεροτονίνης κι αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης, δηλαδή αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.

Το φυτό και τα προΪόντα του παραμένουν έως τώρα νόμιμα σ’όλον τον κόσμο και μπορούν να βρεθούν από διαδικτυακούς προμηθευτές.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το σκελέτιο
σκελέτιο – τα φυτά της Νοτίου Αφρικής
σκελέτιο στο Erowid
σκελέτιο – πληροφορίες και σύνδεσμοι
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη μεσημβρίνη

Advertisements