Οι τελευταίες μέρες πέρασαν με ιδιαίτερο τρόπο και με πολλά γεγονότα, θετικά όμως. Οι φίλοι μου απ’τη Νάουσα με κάλεσαν εκεί, κι αμέσως μετά τους κάλεσα εγώ εδώ στη Θεσσαλονίκη, και είχαμε και στα δυο μέρη, όπως και στις προηγούμενες επισκέψεις μου εκεί ή αυτών εδώ, αρκετά πράγματα να κάνουμε.

Το ιστορικ΄΄ο λοιπόν είναι το εξής: Το χωριό της μητέρας μου είναι οι Πύργοι της Κοζάνης, ένα χωριό 850 κατοίκων περίπου, όπου προσέρχονται πολύ περισσότεροι τις περιόδους των διακοπών με προγόνους ή συγγενείς εκεί. Εγώ πήγαινα στο χωριό από τα πρώτα χρόνια μου, όσο και οι φίλοι μου απ’τη Νάουσα που έχουν συγγενείς εκεί, με τους οποίους γνωρίστηκα εκεί. Είναι δύο δίδυμα αδέρφια 16 χρόνων, δύο χρόνια μικρότεροί μου δηλαδή, αρκετά όμοιοι στην εμφάνιση, αλλά διαφορετικοί κατά τ’άλλα. Ο ένας, ο Πέτρος, είναι απ’τους καλύτερους νέους χαντμπολίστες στην Ελλάδα, μέλος της ομάδας του Ζαφυράκη της Νάουσας με συμμετοχή σε πολλά πανελλήνια πρωταθλήματα. Κυρίως ασχολείται με τον αθλητισμό και τη γυμναστική, και πιθανότατα θα επιλέξει γυμναστική ακαδημία. Δε θα μου φανεί παράξενο αν κάποτε βρεθεί μέλος κάποιας μεγάλης ομάδας. Ο άλλος, ο Γιώργος, είναι περισσότερο του πνεύματος, των βιβλίων και του πολιτισμού, κι έχοντας αρκετά κοινά στοιχεία μαζί μου, σιγά-σιγά γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Μ’αυτόν συζητούμε πολύ για διάφορα θέματα, και για ορισμένες απ’αυτές τις συζητήσεις έχω ανοίξει άρθρα εδώ, κυρίως στην κατηγορία των σκέψεων. Εύχομαι για μια συνεχή και μακρά φιλία μεταξύ μας. Από πέρσι λοιπόν έχουμε καθιερώσει να επισκεπτόμαστε, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, ο ένας την πόλη του άλλου. Πέρσι έγινε δύο φορές, ενώ φέτος η μία μόλις τώρα. Ενώ συνήθως λοιπόν η επίσκεψη διαρκούσε μια διανυχτέρευση, τώρα κράτησε παραπάνω, 2 εγώ στη Νάουσα και 3 αυτοί εδώ.

Ο κύριος λόγος πρόσκλησής μου στη Νάουσα τις συγκεκριμένες μέρες ήταν η παρακολούθηση της συναυλίας του Γιώργου Νταλάρα και της Ελένης Τσαλιγοπούλου στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου προς τιμήν του μεγάλου λαΪκού συνθέτη Απόστολου Καλδάρα, με τον οποίον ο Νταλάρας συνεργαζόταν στενά από πολύ παλιά, καθώς επίσης και για τα 90 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης και γενικότερα της Μακεδονίας. Έφτασα λοιπόν εκεί στις 5 του μηνός, και το βράδυ πήγαμε να παρακολουθήσουμε τη συναυλία, η οποία έγινε στο ανοιχτό θέατρο της πόλης χωρητικότητας περίπου 2000 ατόμων, αρκετά μικρό για τα δεδομένα της Θεσσαλονίκης, στο κεντρικό πάρκο της πόλης. Ήταν η πρώτη συναυλία του Νταλάρα στην Ελλάδα φέτος, με κόσμο που ήρθε από πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά κι απ’άλλες χώρες της Ευρώπης. Η συναυλία διεξήχθη απροβλημάτιστα χωρίς επεισόδια και γιαουρτώματα. Η ασφάλεια επίσης ήταν επαρκής? κατά τη διάρκεια της συναυλίας, έγιναν μόνο δύο αρνητικά γεγονότα. Στο ένα κάποιος από μια ανώτερη σειρά των κερκίδων διάβασε στο πανό 32 περίπου Αθηναίων φανατικών του Νταλάρα αντί για «κορυφαίε Νταλάρα» «κουφάλα Νταλάρα», και πήδηξε τέσσερις σειρές κάτω ώστε να τους το κατεβάσει. Στο άλλο, κάποιος από το κοινό κατέβηκε στη σκηνή για να χορέψει ζεμπεκιά σ’ένα τραγούδι, αλλά με την προειδοποίηση των αστυνομικών μαζεύτηκε γρήγορα. Ερμηνεύτηκαν περιπου 40 τραγούδια με μουσική του Καλδάρα, κυρίως των δίσκων «Μικρά Ασία» και «Βυζαντινός Εσπερινός», καθώς και διάφορα άλλα λαϊκά προς το τέλος. Η Τσαλιγοπούλου, που παρεμπιπτώντως είναι Ναουσαία, τραγούδησε αρκετά λιγότερο σχετικά με το Νταλάρα, για τον οποίον άλλωστε ήρθε ο περισσ΄΄οτερος κόσμος. Ναουσαίος είναι επίσης ο γενικός διευθυντής της ΕΡΤ Κώστας Μπλιάτκας, ο οποίος με μια ομάδα δημοσιογράφων ήρθε να βιντεοσκοπήσει το γεγονός, το οποίο θα προβληθεί στο κανάλι ΕΤ3 στις 17 Οκτωβρίου, επέτειος της απελευθέρωσης της πόλης. Το γεγονός παρουσίασε η δημοσιογράφος Μάρνη Χατζιεμανουήλ, παρουσιάστρια της γνωστής εκπομπής «Κυριακή στο Χωριό», ενώ έπειτα μίλησε ο πολύ λιγότερο γνωστός συνθέτης γιος του αποθανόντος πλέον Απόστολου Καλδάρα Κώστας, ο οποίος πρόσφατα μετακόμισε με την οικογένειά του μόνιμα στη Νάουσα, δεν ξέρω για πιον ακριβώς λόγο, πάντως είναι και φίλος της Τσαλιγοπούλου. Έπειτα μίλησε και λίγο ο δήμαρχος της πόλης Τάσος Καραμπατζός, προς απρόσμενα γενικευμένη δυσαρέσκεια του κοινού, το οποίο μου έμεινε χαρακτηριστικά από τη συναυλία, παρότι ο συγκεκριμένος ωφέλησε σημαντικά την πόλη. Προφανώς ο κόσμος περίμενε ν’ακούσει τους τραγουδιστές, όχι ομιλίες. Στο τέλος της εκδήλωσης ο δήμαρχος ανακήρυξε το Νταλάρα επίτιμο δημότη της Νάουσας, όπως είχε γίνει και με το Μίκη Θεοδωράκη το 2006. Ο μόνος που έλειπε παραδόξως ήταν ο μητροπολίτης Βερροίας Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων ή απλώς όπως τον λέω ο Βερροίας, ο οποίος όμως ήρθε την επόμενη μέρα με συνοδεία τουλάχιστον 4 άλλων ιερέων. Έχει πολύ δραστήρια μητρόπολη και χώνεται παντού, και πιστέυω πως αν αφηνόταν ελεύθερος θα μπορούσε να μετατρέψει την περιφέρειά του σε κανονική θεοκρατία. Από τη συναυλία έχω πολύ θετικές εντυπώσεις. Την επόμενη μέρα όμως, οπότε πήγε η γιαγιά του Γιώργου με την αδερφή της ενώ εμείς παραμείναμε ως τζαμπατζήδες στο πάρκο – άλλωστε είχαν εξαντληθεί τα εισιτήρια ακόμα κι αν θέλαμε να πληρώσουμε -, η συναυλία κόπηκε στα 9 τραγούδια από μια αιφνίδια υποτίθεται βροχή. Λέω υποτίθεται επειδή πριν μισή ώρα περίπου είχε ψυχαλίσει ελαφριά και μέχρι το ξέσπασμα της μπόρας υπήρχαν συνεχώς αστραπές και βροντές. Όσοι είχαν ομπρέλες τις έβγαλαν, άλλοι προσπαθούσαν μάταια να προστατευτούν σε κάποια γωνία, ενώ όλοι είχαν φωνάξει δικούς τους να τους παραλάβουν με τ’αυτοκίνητα. Δεύτερη φορά μετά το
καρναβάλι με τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες
που είδα τέτοια κίνηση στην πόλη. Λέγοντας επίσης για τη γιαγιά των φίλων μου, έκανα μια δυσάρεστη διαπίστωση. Κατάλαβα ότι, για τις παλιές γενιές τουλάχιστον, ίσως στις γυναίκες περισσότερο για ιστορικούς λόγους, είναι διαφορετικο να μεγαλώσει στην πόλη κάποιος παρά στο χωριό. Η γιαγιά των παιδιών αυτών για παράδειγμα και η αδερφή της, οι οποίες έχουν μεγαλώσει στη Νάουσα, παρακολουθούν συστηματικά πολιτιστικά γεγονότα είτε στην τηλεόραση είτε ζωντανά, ενώ οι γιαγιά μου στο χωριό και αυτή των παιδιών εκεί λίγο ενδιαφέρον έχουν γι’αυτά. Τέλος εδώ να σημειώσω πως η γιαγιά του Πέτρου και του Γιώργου στη Νάουσα είναι από παλιά γνωστή με την οικογένεια της Τσαλιγοπούλου.

Κατά τ’άλλα δεν επισκέφθηκα κάποιο σημαντικό μέρος, μιας κι ο πατέρας των παιδιών είχε μερικές δουλειές εκείνες τις μέρες εμποδίζοντάς τον να μας πάει με το αυτοκίνητο κάπου, δεν πειράζει καθόλου όμως, γιατί κάποια άλλη φορά θα γίνει κι αυτό. Ήταν να πηγαίναμε είτε στη Βεργίνα είτε στην Παναγία Σουμελά. Πήγαμε τελικά μια μικρή βόλτα στο γνωστό πάρκο του Αγίου Νικολάου, το οποίο έχω επισκεφθεί πολλές φορές, ενώ μου έδειξαν επίσης το κολυμβητήριο της πόλης, ένα από τα συγχρονότερα στην Ελλάδα με εγκαίνεια το 2011. Εκεί κατά καιρούς έρχονται διάφορες ομάδες για προπόνηση, ακόμα και του εξωτερικού. Την τελευταία μέρα επίσης ο Γιώργος με πήγε στο μέρος που του είχα ζητήσει ήδη από την
πρώτη επίσκεψή μου,
στα νεκροταφεία της πόλης. Πραγματικά εξεπλάγην από το μέγεθος του χώρου και τους αναρίθμητους τάφους, όλους κάτασπρους σε σειρές παντού, μ’ένα φαρδύ δρόμο στη μέση για τις νεκροφόρες, ενώ και το οστεοφυλάκιο ήταν μεγάλων διαστάσεων γεμάτο μέχρι το ταβάνι με λάρνακες. Χώρος που ξεπερνούσε το ένα στρέμμα όλος αφιερωμένος στους μη παραγωγικούς πλέον νεκρούς, ο οποίος ή ένα μέρος τουλάχιστον θα μπορούσε ν’αξιοποιηθεί για παράδειγμα, ως πάρκο ή οικιστική περιοχή αν εφαρμοζόταν η
καύση.
Το νεκροταφείο μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, γιατί ποτέ ως τώρα δεν έχω επισκεφθεί νεκροταφείο μεγαλύτερο απ’αυτό των Πύργων, το οποίο είναι επίσης και πιο ανοργάνωτο. Σημειωτέον ότι στη Νάουσα, ως μικρότερη πόλη, οι νεκροί ξεθάβονται κάθε 5 χρόνια, αντί των 3 που ισχύουν στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.

Έπειτα οι φίλοι μου ήρθαν εδώ. Την πρώτη μέρα αναγκάστηκα να καλύψω τις επιθυμίες του Πέτρου πηγαίνοντάς τον σ’έναν αγώνα χειροσφαίρισης (χάντμπολ) μεταξύ ΠΑΟΚ και ΧΑΝΘ στη Μίκρα, στου Διαόλου τη μάνα δηλαδή μέσα στη μεσημεριανή ζέστη. Έπειτα κουβαληθήκαμε στο γήπεδο της Τούμπας για τον αγώνα ΠΑΟΚ-Πανσεραϊκού, όπου ήταν πολύ καλύτερα, αν κι ο δρόμος ως εκεί ήταν κουραστικός. Ο αγώνας ήταν φιλικός με λίγο σχετικά κόσμο και σχεδόν άδεια θύρα 4.

Την επόμενη μέρα τους πήγα στο Λαογραφικό Μουσείο Μακεδονίας και Θράκης ευρισκόμενο στη διεύθυνση Βασιλίσσης Όλγας 68, αρκετά κοντά στην περιοχή μου , όπου είχα να πάω από το δημοτικό, αλλά μπαίνοντας μέσα θυμήθηκα πάρα πολλά. Υπήρχαν πρώτον παραδοσιακές φορεσιές από την Καστοριά και τη Φλώρινα έως τη Θάσο και τη Θράκη, αλλά και ποντιακές. Εντύπωση τους προκάλεσε η μεγάλη αντιπροσώπευση της Νάουσας, απ’όπου υπήρχαν αρκετές φορεσιές, και οι κανονικές και των καρναβαλιών. Άλλωστε η πόλη τότε ήταν αρκετά πλούσια, άρα περιμένουμε πολλά από εκεί. Οι φορεσιές της περιοχής εκείνης λοιπόν, αντανακλώντας τον πλούτο, φτιάχνονταν κυρίως από μετάξι παρά από μαλλί, ενώ ήταν και περισσότερο στολισμένες. Το μετάξι φυσικά χρησιμοποιούταν και σ’άλλες περιοχές τγς /ελλάδας, αλλά συνήθως ως κάτι επιπρόσθετο στο ήδη μάλλινο ένδυμα.
Επίσης υπήρχαν αίθουσες, η μία σχετική με την κατεργασία του σιταριού, η άλλη με την κατεργασία του ξύλου, και η τελευταία μ’αυτήντου μαλλιού, πάντοτε ξεκινώντας από τους παλαιότερους τρόπους, π.χ. δρεπάνι, άροτρο και χειρόμυλος, τσεκούρι και πριόνι, ή ρόκα και απλός αργαλειός αντίστοιχα, και τελειώνοντας με τα πιο σύνθετα, π.χ. νερόμυλος, νεροπρίονο και μαντάνι και νεροτριβή αντίστοιχα, τα τελευταία για το χτύπημα και στερεοποίηση του υφάσματος και για το χτύπημα και στερεοποίηση της φλοκάτης και τον καθαρισμό των υφασμάτων αντίστοιχα. Τα υδροκίνητα μηχανήματα ήταν λειτουργικές μικρογραφίες των κανονικών, και μας τέθηκαν σε λειτουργία απ’την ξεναγό. Επίσης υπήρχε μια μηχανή εσωτερικής καύσης για σύγκριση με τα παλαιότερα μηχανήματα. Σ’όλα τα υδροκίνητα μηχανήματα, υπήρχε μία φτερωτή που γύριζε με το νερό, η οποία μετέδιδε την περιστροφική της κίνηση χτυπώντας σ’έναν άξονα όπου μετατρεπόταν σε παλινδρομική, ο οποίος έπειτα κινούσε το εκάστοτε εργαλείο. Στο τέλος μας προβλήθηκε ντοκιμαντέρ σχετικά με τη λειτουργία εκείνων των παλαιών μηχανημάτων, την κατάστασή τους σήμερα και τη δουλειά του μουσείου, απ’όπου κατάλαβα πόσο δύσκολη και χρονοβόρος διαδικασία ήταν η εκτέλεση των εργασιών ακόμα και μ’εκείνες τις σχετικά αποδοτικότερες μηχανές. Ένα ύφασμα μπορεί νά’παιρνε και 20 ώρες στο μαντάνι για να χτυπηθεί σωστά για παράδειγμα. Σύμφωνα με την έρευνα του μουσείου, από τις εκατοντάδες τέτοιων μηχανών που λειτουργούσαν κάποτε στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, σήμερα απέμειναν λίγες μονάδες.
Εμένα εντύπωση μου προκάλεσαν οι διαδραστικοί χάρτες, και στις φορεσιές και στα μηχανήματα. Στην πρώτη περίπτωση, με το πάτημα μιας φορεσιάς εμφανιζόταν με φωτεινά σημεία οι περιοχές στις οποίες φοριόταν, ενώ στη δεύτερη, με το πάτημα της ανάλογης μηχανής, εμφανιζόταν με φωτεινά σημεία πού λειτουργούσε και πού απέμεινε σήμερα.

Τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσαμε κάνοντας βόλτες στην πόλη και πηγαίνοντας στην έκθεση, ο κύριος λόγος που τους είχα καλέσει τη συγκεκριμένη εποχή. Πήγαμε προς Βασιλίσσης Όλγας, προς Δελφών, προς Τσιμισκή, καθώς και στα στενά λίγο και στην Παραλία. Στην έκθεση πήγαμε τη δεύτερη και τρίτη μέρα. Παρόλο που λόγω οικονομικής κρίσης τα περίπτερα μειώθηκαν κατά 40% και δεν υπάρχει τιμώμενη χώρα, τα πράγματα ήταν πάλι πολλά κι ο κόσμος παντού.
Τώρα που ο κόσμος δεν έχει λεφτά για πετρέλαιο πουλάνε πολύ οι εναλλακτικοί λέβητες φθηνότερων καυσίμων όπως πέλετς ξύλου, πυρήνες ελιάς και ξύλα, απ’τους οποίους υπήρχαν πολλοί παντού, μάλιστα δύο περίπτερα ήταν αφιερωμένα σ’αυτούς. Επίσης υπήρχαν πολλά ενεργειακά τζάκια, αλλά και συστήματα ψύξης. Η Αίγυπτος, η Τουρκία, το Ιράν, το Πακιστάν και η Ινδία ήταν συγκεντρωμένες σ’ένα περίπτερο με τα κλασικά προϊόντα τους όπως κάθε χρόνο – ναργιλέδες, κομπολόγια, περσικά χαλιά, μικρά διακοσμητικά, δερμάτινες τσάντες, τύμπανα κλπ. Φαγητά για να δοκιμάσουμε ήταν αρκετά όπως πάντα, όπως καραμελωμένοι ξηροί καρποί, λουκουμάδες, τυριά κλπ. Τα σεραϊκά και κρητικά προΪόντα υπήρχαν όπως πέρσι, τυριά, βουβαλινά προϊόντα και σπιρουλίνα. Αγόρασα επίσης μια στέβια (Stevia rebaudiana) που βρήκα σ’ένα μέρος με φυτά στο τμήμα ενός περιπτέρου, όπου επίσης πωλούνταν διάφορα άλλα εναλλακτικά καρποφόρα, όπως βατομουριές, κρανιές, μύρτιλα, γκότζι μπέρι, κι άλλα, καθώς και το αρκετά ξεχωριστό και σπάνιο
γίνκγο.
Ο Γιώργος αγόρασε μερικά καλά βιβλία που ήθελε, τα οποία πρόκειται να σκανάρω και να ψηφιοποιήσω αργότερα κι εγώ. Το ένα είναι για τα ολοκαυτώματα στην Ελλάδα κατά το διάστημα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το άλλο για το μέλλον του κόσμου τις επόμενες δεκαετίες, ενώ το τελευταίο είναι μια σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας. Βιβλία μπορούν να βρεθούν παντού σε πάγκους σε πολύ χαμηλές τιμές. Υπήρχε επίσης ένα περίπτερο αγροτικό με διάφορα ζώα μέσα όπως αγελάδες, άλογα κλπ, όπως πέρσι, καθώς κι όπως πέρσι επίσης διάφορες δραστηριότητες για παιδάκια όπως φουσκωτά, φουσκωτές σφαίρες μέσα στο νερό, βαρκούλες, καρουζέλ και ομαδικά παιχνίδια.
Τα υπόλοιπα περίπτερα ήταν πάνω-κάτω όπως και πριν, αν και δε μπήκαμε σ’όλα. Εντύπωση μου προκάλεσαν οι πάρα πολλοί παπάδες και μοναχοί, που βρέθηκαν την Κυριακή στην Έκθεση, για ανεξήγητο λόγο. Μήπως έγινε καμία ομαδική έξοδος από μοναστήρι;

Επισκεφθήκαμε επίσης και την έκθεση εντόμων, την οποία είχα επισκεφθεί πέρσι, όμως είχα περιέργεια τι αλλαγές θα είχε φέτος. Όλα τα περσινά εκθέματα βρίσκονταν λοιπόν στη θέση τους – τα διάφορα είδη φασμιδίων και μυρμηγκιών, οι σαρανταποδαρούσες, οι ταραντούλες, οι σκορπιοί, οι
χιλιοποδαρούσες,
οι σκαραβαίοι και το τροπικό θερμοκήπιο με τις πεταλούδες. Αυτό είναι ένα κλειστό δωμάτιο με θερμοκρασία περίπου στους 30 βαθμού τη μέρα και υψηλή υγρασία, όπου βρίσκονται διάφορα φυτά όπως φοινικοειδή, κι ανάμεσά τους πετούν τροπικές πεταλούδες. Απόρησα, και το είπα στο φίλο μου που είναι υπερβολικά αντιρατσιστής, ότι είνα αδύνατο σε τέτοιο άθλιο κλίμα οι άνθρωποι ν’αναπτύξουν υψηλή νοημοσύνη και πολιτισμό.
Υπήρχαν όμως και σπονδυλωτά, περισσότερα απ’όσα πέρσι. Πέρσι θυμάμαι τα
αφρικανικά πυγμαία ποντίκια.
Φέτος είχε επίσης τις υδρόβιες σαλαμάνδρες αξολότλ (Ambystoma mexicanum), ένα είδος νεοτενικής σαλαμάνδρας με βράγχια και κατά την ενηλικίωση, αφρικανικούς υδρόβιους βατράχους (Xenopus laevis), ένα αποκλειστικά υδρόβιο είδος βατράχου, σημαντικό εργαστηριακό μοντέλο ώστε ήταν και το πρώτο σπονδυλωτο που κλωνοποιήθηκε,
μπομπίνες
της Ασίας (Bombina orientalis), πεπλοφόρο χαμαιλέοντα (Chamaeleo calyptratus), ευμήκη σκίγκο (Eumeces schneideri), βασιλικό πύθωνα (Python regius), πράσινη ιγκουάνα (Iguana iguana), κινέζικο δράκο του νερού (Fisignathus cosinsinus), γενειοοφόρο δράκο (Pogona vitticeps), βαρανό της σαβάνας (Varanus exanthematicus), ακόμα κι έναn μικρό καΪμάν (Caiman crocodilus). Από την εκτενή μου αναφορά στα ερπετά θά’χετε καταλάβει την αγάπη μου γι’αυτήν την ομάδα ζώων. Έλειπαν ωστόσο παντελώς οι χελώνες.
Επειδή λοιπόν έχω πρόβλημα όρασης και τα περισσότερα εκθέματα δε μπορούσα να τα διακρίνω, είτε γιατί ήταν χωμένα στις γωνίες είτε γιατί είχαν καλό καμουφλάζ, ζήτησα από τους υπεύθυνους εκεί να μας δώσουν να πιάσουμε μερικάνζώα. Μου έδωσαν λοιπόν ένα φασματοειδές της Νέας Γουινέας του οποίου το όνομα του είδους δε θυμάμαι, το οποίο είχε μορφή κορμού δέντρου για καμουφλάζ. Ήταν περίπου στα 8-10 εκ., αρκετά χοντρό με μακριά και λεπτά πόδια και μακριές κεραίες, σκούρο καφέ με τραχιά επιφάνεια με φύματα σαν φλοιός, και άπτερο όπως τα περισσότερα μέλη της τάξης του. Όπως μας είπαν, τρέφεται με φύλλα βατομουριάς το βράδυ, ενώ τη μέρα κάθεται πάνω στους κορμούς ακίνητο. Έπιασα επίσης το αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι (Achaitina fulica), ένα εντυπωσιακό χερσαίο μαλάκιο που φτάνει και τα 30 εκ. σε μήκος. Το συγκεκριμένο ήταν περίπου 15 εκ. κι ακόμα ήταν στην ανάπτυξη, μιας και δεν είχε χείλος στην περιφέρεια του οστράκου του. Το είδος έχει κωνοειδές παρά στρογγυλεμένο όστρακο κι από,τι ήξερα από πρι διατηρείται εύκολα, αν και στην Ελλάδα δεν έχω ακούσει κανένα να το έχει. Στηις χώρες όπου ενδημεί
τρώγεται
κανονικά. Ωστόσο το καλύτερο ήταν ο γενειοφόρος δράκος, μια παμφάγος σαύρα 50 περίπου εκ. ανοιχτού καφέ χρώματος από τις ερήμους της κεντρικής Αυστραλίας με αρκετά χοντρό και γεροδεμένο σώμα, δυνατά πόδια, πλατύ κεφάλι και χοντρή ουρά. Το όνομά της το πήρε από τις αποφύσεις που φέρει στις φολίδες κυρίως του μπροστινού μέρους του σώματος τις οποίες ανασηκώνει όταν φουσκώνει σε περίπτωση που απειληθεί, για να τρομάξει τους εχθρούς της. Αμέσως κατάλαβα γιατί αυτό το είδος είναι τόσο δημοφιλές στους ερπετόφιλους της
ελληνικής πύλης για τα ερπετά.
Πέραν του ότι είναι εύκολο στη διατήρηση, είναι πολλύ ήρεμο και φιλικό. Ο συγκεκριμένος που έπιασα καθόταν πάνω στο χέρι μου, γαντζονόταν από τη μπλούζα μου και δεν έδειχνε κανένα σημάδι φόβου, θυμίζοντας πολύ θηλαστικό. Δεν ξέρω τι είχε στο μυαλό του, αλλά πάντως είχε συνηθίσει πλήρως τους ανθρώπους.

Πάντως στους φίλους μου έμεινε και μια αρνητική εντύπωση: η Σχολή Τυφλών. Τους πήγα δυο φορές εκεί κατά της βόλτες μας στη Βασιλίσσης Όλγας, για να δουν υποτίθεται το μέρος όπου υποστηρίζονται τα άτομα με πρόβλημα όρασης. Η κακοδιατηρημένη όψη του κτιρίου ομως και οι τρόφιμοι διαφόρων καταστάσεων που είδαν τους στεναχώρησαν. Πράγματι στο οικοτροφείο της Σχολής μπορεί να φιλοξενηθεί κάποιος αρκεί νά’χει πρόβλημα όρασης, ενώ στο αθηναϊκό κέντρο και στο εξωτερικό μόνο οι μαθητές μέχρι τα 18 ή εξαιρετικές περιπτώσεις. Εδώ όμως μένουν και άνθρωποι 60 ετών και πάνω, κυρίως εγκαταλελειμμένοι ή με άλλα νοητικά προβλήματα, άνθρωποι που βρήκαν μέρος να μείνουν τζάμπα, ενώ από μαθητές η πλειονότητα προέρχεται από ομάδες χαμηλής κοινωνικοοικονομικής θέσης όπως παιδιά διαλυμένων οικογενειών και Τσιγγάνοι, αφού οι άλλοι καλούν εξειδικευμένους δασκάλους αν χρειαστεί στη δικη τους περιοχή. Φέτος όμως λόγω οικονομικής κρίσης επιτέλους θα παρθούν μέτρα να μεταφερθούν οι περισσότεροι μη μαθητές εκτός Σχολής σε σπίτια νοικιαζόμενα απ’τη Σχολή ή στις οικογένειές τους. «καλά,» μου λέει ο Γιώργος, «είναι η Σχολή κέντρο για άτομα με πρόβλημα όρασης ή κοινωνικό άσυλο που πάει ο κάθε κατατρεγμένος;» «Μάλλον άσυλο ήταν, αλλλά τώρα τα πράγματα θ’αλλάξουν,» του λέω εγώ. Πραγματικά οι φίλοι μου τρόμαξαν απ’όσους είδαν εκεί μέσα, και αναρωτήθηκαν πώς καταφέρνω και λειτουργώ κανονικά σ’αυτην την κατάσταση. Θέμα τύχης, γιατί αν έρχονταν άλλη φορά θα μπορούσαν να συναντήσουν περισσότερα νοητικά φυσιολογικά άτομα.

Ο Πέτρος λοιπόν τη Δευτέρα έφυγε για να μη χάσει την προπόνηση, ενώ το Γιώργο τον κρατήσαμε για να πάμε στη συναυλοία προς ττιμήν του Δημήτρη Μητροπάνου που θα γινόταν στο Καυτατζόγλειο το βράδυ από φίλους και συνεργάτες του καλλιτέχνες. Θά’φευγε την επομένη νωρίς το πρωί, για να προλάβει και τον αγιασμό στο σχολείο του. Η είσοδος στη συναυλία ήταν 12 ευρώ, τα οποία θα πήγαιναν προς υποστήριξη των ΚΑΠΗ του δήμου Θεσσαλονίκης. Η ιδέα υποστήριξης των ηλικιωμένων με σοβαρά προβλήματα προτάθηκε από τον ίδιο το Μητροπάνο στις αρχές του Απριλίου, ο θάνατός του όμως ακύρωσε εκείνη τη συναυλία, έτσι οι φίλοι και συνεργάτες του την ανέλαβαν. Το στάδιο είχε γεμίσει με αρκετές χιλιάδες σίγουρα κόσμο απ’όλες τις πλευρές. Τραγούδησαν ο Γιάννης Κότσιρας, ο Διονύσης Τσακνής, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Βαγγέλης Κορακάκης, ο Μανώλης Μιτσιάς, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Δημήτρης Μπάσης, ο Στέλιος Διονυσίου, γιος του γνωστού Στράτου Διονυσίου, ενώ έπαιξαν μουσικοί συνεργάτες του Μητροπάνου. Για τιμητικούς λόγους ας πούμε, μερικά κορυφαία τραγουδια του Μητροπάνου ερμηνεύτηκαν απ’τον ίδιο βιντεοσκοπημένο. Τα περισσότερα τραγούδια μου ήταν άγνωστα, λίγα μόνο ήξερα όπως τα Λαδάδικα, τη Ρόζα, το Ο Χάρος βγήκε Παγανιά κλπ. Πρόσεξα πάντως πως πολλά είχαν να κάνουν με το θάνατο. Γενικά αυτή η συναυλία δε μ’ενθουσίασε τόσο όσο αυτή του Νταλάρα στη Νάουσα, μάλλον γιατί δεν είχαν όλοι καλές φωνές, τα περισσότερα τραγούδια δεν τα ήξερα κι επίσης ερμήνευαν μουσική που δεν ακούω.

Αυτές τις μέρες φυσικά δε μπορούσα ν’ασχοληθώ πολύ με τον υπολογιστή, έμαθα όμως και λίγα νέα. Ξέρατε το θέατρο «Ο Αθανάσιος Διάκος Επιστρέφει;»
Το ψάχναμε με το Γιώργο στο Διαδίκτυο αφού έφερε τόσες
αρνητικές αντιδράσεις
από όλους κι από παντού. Στο φετινό Αθηναϊκό Φεστιβάλ τον Ιούλιο λοιπόν παίχτηκε ένα θέατρο από μια σχεδόν άγνωστη καλιτέχνιδα ονόματι Λένα Κιτσοπούλου, η οποία στο έργο της φέρνει υποτίθεται τον εθνικό ήρωα Αθανάσιο Διάκο στη σημερινή εποχή, οπότε αυτός διατηρεί ένα σουβλατζίδικο στην Αθήνα (αποτέλεσμα ψυχολογικού τραύματος;), έχει προσλάβει Κούρδους λαθρομετανάστες για ντελιβεράδες κι έχει προβληματική σχέση με τη γυναίκα του, ζηλεύοντάς την υπερβολικά και μαλώνοντας συνέχεια με βίαιες αντιδράσεις. Κάποτε μαθαίνει ότι η γυναίκα του τον απάτησε μ’έναν Κούρδο λαθρομετανάστη απ’τον οποίο έμεινε έγκυος και τη σκοτώνει. Υποτίθεται πως μ’αυτό το θέατρο η καλλιτέχνιδα αποσκοπούσε να περάσει φεμινιστικά και αντιρατσιστικά μηνύματα, αν και οι απόψεις της γι’αυτά τα θέματα είναι λίγο παραπάνω από ακραίες, όπως θα διαπιστώσετε απ’το σύνδεσμο παραπάνω. Σημειώνει πάντως ότι η επιλογή του Αθανασίου Διάκου για το θέατρο δε σκόπευε στην ισοπέδωσή του, όπως λέγεται απ’τους επικριτές. Αναρωτήθηκα εγώ μήπως αν ερχόταν πράγματι ο Αθανάσιος Διάκος εκδήλωνε τέτοια υπερβολική συμπεριφορά, μιας και στην εποχή του αυτό ίσως ήταν αποδεκτό. Όποια κι αν ήταν όμως η περίπτωση, δε δικαιολογώ τις ακραίες αντιδράσεις των επικριτών. Το θεωρώ θέατρο σχετικά χαμηλού επιπέδου χωρίς κάποιο συγκεκριμένο νόημα, όχι κάτι τόσο προσβλητικό όπως αναφέρεται. Ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θεωρεί τέχνη.

Γενικά είχαμε μια πολύ καλή συνάντηση και πιστεύω πως στο μέλλον θα γίνονται παρόμοιες. Θέλω την επόμενη φορά που θα τους καλέσω εδώ να τους έχω φτιάξει ένα πρόγραμμα από πριν για μερικά καλά μέρη τα οποία θα πρέπει να επισκεφθούμε. Ως τότε εγώ δε θά’χω κάτι σημαντικό να κάνω, αυτοί όμως συνεχίζουν το σχολείο ακόμα. Φέτος μπήκαν στη δευτέρα του λυκείου, άρχισαν να γνωρίζονται με την κατεύθυνση και τα φροντίστήριά τους αυξάνονται.

Advertisements