Θά’χετε παρατηρήσει ότι συχνά πυκνά αναφέρω την εξελικτική ψυχολογία στα άρθρα μου. Δεν εννοώ την εξελικτική/αναπτυξιακή ψυχολογία, που έχει να κάνει με την ανάπτυξη του παιδιού, αλλά την άλλη εξελικτική ψυχολογία, τη σχολή εκείνη της ψυχολογίας που προσπαθεί να ερμηνεύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά εφαρμόζοντας τη θεωρία της εξέλιξης. Η εξελικτική ψυχολογία θα πρέπει να νοηθεί ως σχολή ή τρόπος σκέψης κι όχι ως κλάδος της ψυχολογίας, μιας και μπορεί να εφαρμοστεί σ’οποιονδήποτε κλάδο της επιστήμης αυτής. Είναι ο τρόπος σκέψης που έχω αγαπήσει ιδιαίτερα, επειδή βασίζεται στη μόνη αποδεδειγμένη θεωρία για την προέλευση κι ανάπτυξη της ζωής, και τα ψυχολογικά φαινόμενα δε θα πρέπει ν’αναλύονται ξεχωριστά από τα υπόλοιπα βιολογικά. Ένα καλό άρθρο που έχει να κάνει με εξελικτική και συγκριτική ψυχολογία στο ιστολόγιό μου είναι για παράδειγμα
αυτό.

Πρόσφατα λοιπόν διάβασα μία
εισαγωγή στο θέμα
από τη Leda Cosmides και το John Tooby, ζευγάρι Αμερικανών ψυχολόγων οι οποίοι συνέβαλαν στην εδραίωση της σχολής κατά τη δεκαετία του 1950 στην Αμερική. Και προηγουμένως δηλαδή κάποιοι επιστήμονες εφάρμοζαν εξελικτικές αρχές στην ψυχολογία, αλλά από τα μέσα του 20ου αιώνα κι έπειτα άρχισε η εξελικτική σκέψη να κερδίζει πραγματικά έδαφος και σ’αυτόν τον τομέα. Πολλές από τις αρχές της σχολής αυτής μου ήταν γνωσ΄τες, εδώ όμως βρήκα όλες τις βασικές αρχέσ συμπυκνωμένες κι απαριθμημένες, καθώς και κάποια ενδιαφέροντα αποτελέσματα μελετών, κι αυτό μου φάνηκε πολύ χρήσιμο και πληροφοριακό.

Αρχικά γίνεται μια εισαγωγή για την κύρια έννοια της ψυχολογίας, την οποία οι συγγραφείς θεωρούν κλάδο περισσότερο της βιολογίας, αφού
ο νους είναι αποτέλεσμα λειτουργίας βιολογικού συστήματος.
Αντικείμενο μελέτης της ψυχολογίας είναι η ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά, η οποία συμπεριφορά χαρακτηρίζεται κατά βασικότατο τρόπο ως κατάλληλη κίνηση που κατευθύνει ο εγκέφαλος προς απάντηση στα αισθητηριακά δεδομένα που έχει πρώτα επεξεργαστεί. Γι’αυτό κι οι ακίνητοι οργανισμοί δεν έχουν εγκέφαλο, αφού δε χρειάζεται να ελέγξουν τις κινήσεις τους. Μία συμπεριφορά κατά την εξελικτική ψυχολογία μπορεί να είναι προΪόν είτε εξελικτικής προσαρμογής, είτε επέκτασης γενικών ικανοτήτων σε συγκεκριμένο θέμα, ή υποπροϊόν της προσαρμογής. Για παράδειγμα η ομιλία είναι ενστικτώδης, κι άρα προσαρμοστική/εξελιγμένη συμπεριφορά, ενώ η γραφή βασίζεται σε ήδη υπάρχουσες ικανότητες, αλλ’είναι πολιτισμικό κατασκεύασμα (υποπροΪόν εξελικτικής συμπεριφοράς).

Έπειτα γίνεται μια μικρή ιστορική αναδρομή, με αφετηρία τον ίδιο το Δαρβίνο, ο οποίος προς το τέλος του βιβλίου του Περί της Καταγωγής των Ειδών, το οποίο διάβασα πριν λίγα χρόνια κι εγώ, ανέφερε ότι η ψυχολογία θα πάρει άλλο δρόμο με την αποδοχή κι εφαρμογή της εξελικτικής θεωρίας. Έπειτα έγινε αναφορά σ’ένα Βρετανό επιστήμονα, το William James, ο οποίος στο βιβλίο του το 1890 προσπάθησε ν’αναλύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση περισσότερο την εξέλιξη, γι’αυτό και μπορεί να θεωρηθεί απ’τους πρώτους του πεδίου. Ωστόσο η κυρίαρχη άποψη τότε, ακόμα όμως και τώρα σε μεγάλο βαθμό, είναι το μοντέλο των κοινωνικών επιστημών, το οποίο αναπτύχθηκε από παλιά, πριν τη διατύπωση της εξελικτικής θεωρίας, και το οποίο βασικά υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος νους είναι μια λευκή πλάκα κατά τη γέννηση, η οποία γράφεται σιγά-σιγά με την εμπειρία, κι επίσης για την καλύτερη ταξινόμηση και χρήση των εμπειριών υπάρχουν ορισμένες έμφυτες γενικές νοητικές διεργασίες, όπως η μάθηση και η λογική, που μπορούν να εφαρμοστούν εξίσου σ’όλα τα θέματα. Έτσι ο νους είναι ουσιαστικά μια κοινωνική κατασκευή, άρα ο άνθρωπος μπορούμε να πούμε πως καθορίζεται απ’την κοινωνία του, έχει χάσει τα ένστικτά του και πλέον καθοδηγείται από τη λογική και τον πολιτισμό. Φυσικά τα παραπάνω έχουν αντικρουστεί σοβαρά από τα δεδομένα των παρατηρήσεων. Η λογική επίσης δεν είναι κάτι το τόσο παράξενο. Εφόσον υπάρχει σ’όλα τα μέλη του δικού μας κι όχι μόνο είδους και δε χρειάζεται κάποια προσπάθεια για ν’αναπτυχθεί, μπορεί να θεωρηθεί ένστικτο το οποίο εξελίχθηκε για τη λύση σύνθετων προβλημάτων (λογικό ένστικτο). Κατά την εξελικτική ψυχολογία είναι πλάνη η διαπίστωσή μας για απουσία ενστίκτων. Απλώς αυτά με τη φυσική επιλογή έχουν τελειοποιηθεί τόσο, ώστε να δουλεύουν τόσο καλά, κι εμείς να μην τα αντιλαμβανόμμαστε. Για να τα μελετήσουμε λοιπόν, και γενικότερα για να μελετήσουμε το νου μας, θα πρέπει να τον αποσυναρμολογήσουμε και να θεωρήσουμε ακόμα και τις πλέον αυτονόητες συμπεριφορές και πράξεις μας, όπως τη διατροφή, τις προτιμήσεις, τη γενετήσια έλξη κλπ, ως κάτι το ξένο κι αξιοπερίεργο.

Ως αντίκρουση στην παλαιά θεωρία των κοινωνικών επιστημών, οι συγγραφεις μας παρέθεσαν διάφορα δεδομένα από μελέτες βρεφών που μ’εξέπληξαν ιδιαίτερα. Τα βρέφη λοιπόν από τις πρώτες κιόλας μέρες αντιδρούν θετικά σε σχήματα που μοιάζουν με ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά δεν αντιδρούν στα ίδια σχήματα παραμορφωμένα. Ήξερα ότι το ανθρώπινο είδος έχει την έμφυτη ικανότητα αναγνώρισης προσώπων, αλλά δεν ήξερα πως ξεκινά από τοσο νωρίς. Επίσης βρέφη λίγων μηνών βρέθηκε ότι μπορούν να υποδιαιρούν το περιβάλλον τους σε επιμέρους στερεά και συνεχή αντικείμενα. Ακόμα δε δινουν σημασία στο χρώμα ή στην υφή, αλλά κάπως γνωρίζουν ότι τ’αντικείμενα γύρω τους είναι στερεά και συνεχή, γι’αυτο κι αν δουν ένα φαινομενικά στερεό αντικείμενο να περνά μέσα από ένα άλλο εκπλήσσονται. Επίσης παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, όταν κάποιος τα δείχνει ένα αντικείμενο λέγοντας μια λέξη, ξέρουν ότι πρόκειται για το όνομα του αντικειμένου, κι όχι για κάτι άσχετο ή για τ’όνομα μόνο του μέρους που δείχτηκε. Τα παραπάνω είναι λιγοστά μόνο παραδείγματα για τον προπρογραμματισμό του μυαλού μας για τη μετέπειτα αλληλεπίδρασή του με το περιβάλλον.

Η εξελικτική ψυχολογία βασίζεται σε 5 αρχές, οι οποίες μας παρατίθενται στο άρθρο παρακάτω. Η πρώτη είναι ότι ο εγκέφαλος είναι ένα υλικό βιολογικό όργανο, επομένως κι όλες οι λειτουργίες του μπορούν ν’αναχθούν σε χημικές διεργασίες. Αυτή η υλιστική άποψη έχει εφαρμοστεί στη μελέτη όλων των βιολογικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του νευρικού, γιατί όχι και στο μυαλό το οποίο έχει αποδειχθεί πως λειτουργεί παρομοίως; Η δεύτερη είναι ότι κάθε κύκλωμα του εγκεφάλου μας έχει σχηματιστεί από τη φυσική επιλογή για να λύσει προσαρμοστικά προβλήματα, όπου προσαρμοστικά ή εξελικτικά είναι τα προβλήματα που επηρεάζουν την επιβίωση ενος ειδους, και λύνονται με καινοτομίες της φυσικής επιλογής. Μόνο η φυσική επιλογή μπορεί να δημιουργήσει ένα σύστημα τέλεια προσαρμοσμένο σ’ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, εξαφανίζοντας ό,τι άλλο δε συμφωνεί. Ως παραδείγματα, μας δίνει την αποφυγή των κοπράνων ως αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής, αφού αυτοί που δε θα τ’απέφευγαν θα είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθουν μολυσματικές ασθένειες, κι έτσι θ’άφηναν στατιστικά λιγότερους απογόνους. Για τη μύγα αντίθετα, έχει εξελιχθεί το ίδιο ερέθισμα να προκαλεί έλξη, μιας κι εκεί μπορεί να εξασφαλίσει καλό περιβάλλον για τους απογόνους της. Επίσης η πανανθρώπινη έκφραση της αποστροφής, με το μάζεμα του προσώπου, φαίνεται πως εξελίχθηκε για να μας προστατεύσει από πτητικά αέρια. Ομοίως
ο φόβος προς τα φίδια,
ο οποίος μας προστάτευε από δηλητηριώδη δαγκώματα, κι άλλα αμέτρητα παραδείγματα. Ακόμα κι ένα χαρακτηριστικό που προσφέρει έστω και το ελάχιστο προσαρμοστικό πλεονέκτημα στους φορείς του τείνει μακροπρόθεσμα να κυριαρχεί. Η τρίτη αρχή είναι ότι η συνείδηση είναι μονο η κορυφή του παγόβουνου. Μόνο λίγα και γενικά στοιχεία φτάνουν στη συνείδησή μας, αφού έχουν περάσει από εκτενή επεξεργασία σ’άλλα κέντρα του εγκεφάλου. Εφόσον το κείμενο τό’γραψαν Αμερικανοί, παρομοιάζουν τη συνείδηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος για παράδειγμα μαθαίνε ένα αρνητικό γεγονός σε κάποιο ασταθές μέρος του κόσμου, το οποίο πρώτα πέρασε από πολλά επίπεδα επεξεργασίας, από πληροφοριοδότες και μέλη μυστικών υπηρεσιών μέχρι τους υπαλλήλους του Υπουργείου Άμυνας, το καθένα με πάρα πολλούς ανθρώπους, μέχρι να φτάσει σ’αυτόν. Φυσικά ο πρόεδρος δε γνωρίζει τι έγινε στο κάθε επίπεδο, πώς επεξεργάστηκε το θέμα ο καθένας, τι είπε ο καθένας, τι έκανε ο καθένας, τι σκέφτηκε ο καθένας, τι αφαίρεσε θεωρώντας ασήμαντο ο καθένας, κλπ, ούτε όμως οι άνθρωποι των προηγούμενων επιπέδων γνωρίζουν τι έκαναν οι άλλοι. Παρομοίως γίνεται και με τον εγκέφαλόμας. Βλέποντας κάτι το αναγνωρίζουμε ως μια εικόνα, αλλά δεν έχουμε συνείδηση του δρόμου επεξεργασίας της εικόνας από τον αμφηβληστροειδή μέχρι τον οπτικό φλοιό. Η τέταρτη αρχή είναι ότι το μυαλό μας αποτελείται από πολλά εξειδικευμένα κυκλώματα. Μπορεί μια αφηρημένη εξίσωση στα μαθηματικά να εφαρμοστεί σε διάφορες περιπτώσεις, αλλά με τον εγκέφαλό μας δε γίνεται το ίδιο. Για παράδειγμα άλα θα είναι τα κριτήριά μας για την επιλογή κατάλληλου φαγητού κι άλλα για την επιλογή κατάλλληλου ερωτικού συντρόφου. Κάθε επιμέρους κύκλωμα λέγεται μονάδα, και έχει εξειδικευθεί για συγκεκριμένη δουλειά. Αυτό είναι αυταπόδεικτο στο σώμα μας, το οποίο παρουσιάζει ολοφάνερα την εξειδίκευση στα διάφορα όργανά του, όμως η ίδια λογική άργησε πολύ να εφαρμοστει στις νοητικές ικανότητες, εξαιτίας της κυριαρχίας του μοντέλου των κοινωνικών επιστημών και της άποψης ότι όλες οι συμπεριφορές είναι μαθημένες, παρότι από αρκετά παλιά είχαν αναγνωριστεί εξειδικευμένα στοιχεία του εγκεφάλου ως υπεύθυνα για την αισθητηριακή αντίληψη και τη γλώσσα. Η παρατηρήσεις ωστόσο τείνουν προς την απόδειξη του εξειδικευμένου συστήματος, παρά των λίγων και γενικών ικανοτήτων που μπορούν να εφαρμοστούν παντού. Επομένως η εξελικτικοί ψυχολόγοι απορρίπτουν την ιδέα της γενικής νοημοσύνης, ότι δηλαδή υπάρχει μια γενική ικανότητα που επηρεάζει όλες τις άλλες εξίσου. Αυτό δε σημαινει ότι μια λειτουργία για κάτι συγκεκριμένο δε μπορεί να επεκταθεί και σε κάτι άλλο, αλλ’ότι κατά κύριο λόγο το μυαλό μας έχει τα διάφορα μέρη του οργανωμένα για συγκεκριμένους σκοπούς. Η πέμπτη αρχή είναι ότι «το κρανίο μας στεγάζει έναν εγκέφαλο της εποχής του λίθου». Αυτό δε σημαίνει ότι ο εγκέφαλός μας είναι πρωτόγονος, απλώς ότι το μεγαλύτερο μέρος της εξέλιξής του έλαβε χώρα κατά το 99% της εξελικτικής μας ιστορίας, οπότε ήμασταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, κι έχει προσαρμοστεί να λύνει καλύτερα προβλήματα που υπήρχαν τότε, οδηγώντας ίσως σε αρνητικές συνέπειες στη σύγχρονη εποχή. Για παράδειγμα μαθαίνουμε να φοβόμαστε τα φίδια πολύ πιο εύκολα απ’ό,τι τις πρίζες, μολονότι οι τελευταίες είναι πολύ πιο επικίνδυνες στον κόσμο μας. Επίσης μπορεί μία τάση προς την ευχαρίστηση με τη γεύση του γλυκού να εξελίχθηκε στους προγόνους μας, ώστε να τρώνε ευκολότερα καρπούς πλούσιους σε βιταμίνες, σήμερα όμως , με την πληθώρα έτοιμων φαγητών, η υπερκατανάλωση τέτοιων τροφών μπορεί να βλάψει την υγεία μας. Η προϊστορία μας Επίσης εμφανίζεται και στον τρόπο που αλληλεπιδρούμε μεταξύ μας. Για παράδειγμα λειτουργούμε πολύ ανετότερα σε ομάδες λίγων σχετικά ανθρώπων, ενώ δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε μπροστά σε μεγάλο κοινό, διότι κατά τη ζωή μας ως νομαδικοί κυνηγοι και τροφοσυλλέκτες ζούσαμε κατά κανόνα σε σχετικά ολιγάριθμες ομάδες.

Τα παραπάνω δεν περιορίζουν τον άνθρωπο, ούτε εντείνουν την ανισότητα, όπως αντιτείνουν οι επικριτές της θεωρίας, ότι δηλαδή με την αποδοχή της εξειδίκευσης του ανθρώπινου εγκεφάλου για διάφορες λειτουργίες μπορούμε να συμπεράνουμε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για όλα. Φυσικά και δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για όλα, όπως μπορούμε εμίς οι ίδιοι να παρατηρήσουμε, κι αν έχουμε αυτογνωσία να το αποδεχτούμε και στον ίδιο μας τον εαυτό, παρά την αντίθετη επιταγή της πολιτικής ορθότητας, αλλά οι συγγραφείς του συγκεκριμένου άρθρου απέφυγαν να θίξουν πολύ το θέμα. Θεωρούν πως πάλι ο άνθρωπος μπορει να τα κάνει όλα, απλά με διαφορετικό τρόπο απ’ό,τι πιστευόταν πριν. Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι διαχωρίζουν επίσης τη θέση τους από τους συμπεριφορικούς γενετιστές, με τους οποίους επίσης εγώ συμφωνώ, οι οποίοι προσπαθούν, αφού βρουν ποικιλομορφία σε κάποια συμπεριφορά ή νοητικό χαρακτηριστικό, π.χ. στη νοημοσύνη, ν’αποδώσουν με κατάλληλες μελέτες το ποσοστό αυτού του χαρακτηριστικού που ωφείλεται στα γονίδια, αλλά αναζητούν τους οικουμενικούς μηχανισμούς του ανθρώπινου νου, αυτούς που βρίσκονται κι αναπτύσσονται κανονικά σ’όλους τους ανθρώπους, οι οποί αναμένεται να είναι οι ίδιοι. Όμως όπως υπάρχει ποικιλομορφία σ’όλα τα χαρακτηριστικά των ζωντανών οργανισμών, έτσι υπάρχει και στις νοητικές ικανότητες, κι εφόσον θεωρούνται κι αυτές μέρους των βιολογικών χαρακτηριστικών, αυτό θα πρέπει να γίνει αποδεκτό, αλλά δυστυχώς για λόγους πολιτικής ορθότητας πολλοί μελετητές αποφεύγουν να θίουν αυτά τα θέματα. Επίσης μας τονίζουν την πλάνη του διαχωρισμού γονιδιακής και περιβαλλοντικής επιρροής, φύσης και ανατροφής, ενστικτώδους και μαθημένου. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Τα γονίδια χρειάζονται ένα περιβάλλον οπωσδήποτε για ν’ασκήσουν τις ρυθμιστικές τους λειτουργίες, όπως και το περιβάλλον επικοινωνεί συνεχώς με τον οργανισμό. Ούτε υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ του ενστικτώδους και του μαθημένου, διότι για να μαθηθεί κάτι θα πρέπει να προΫπάρχουν οι δομές και οι βασικές ικανότητες. Τέλος το επιχείρημα ότι ό,τι υπάρχει εκ γενετής είναι έμφυτο και ό,τι αποκτάται αργότερα είναι μαθημένο πάλι δεν ισχύει, μιας και η μορφή ενός οργανισμού κατά τη γέννησή του έχει επιλεγεί από την εξέλιξη για ν’αντιστοιχεί σ’εκείνο το επίπεδο ανάπτυξης. Εφόσον τα μεταγενέστερα χαρακτηριστικά δε χρειάζονται ακόμα, μπορούν να προστεθούν στη συνέχεια. Για παράδειγμα τα δόντια, κι έπειτα τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου, όπως τα γένια στους άντρες ή το στήθος στις γυναίκες, όλα εμφανίζονται κάποιο χρόνο μετά τη γέννηση, κι όμως δεν τα μαθαίνει κανείς για να τ’αποκτήσει. Παρομοίως θα γίνεται και με τις νοητικές ικανότητες.

Τέλος οι συγγραφείς μας δίνουν ένα παράδειγμα επιβεβαίωσης της εξελικτικής ψυχολογίας. Χρησιμοποιείται το παράδειγμα της θεωρίας της κοινωνικής ανταλλαγής. Αυτή η θεωρία βασικά λέει ότι οι περισσότερες κοινωνικές σχέσεις βασίζονται σε ανταλλαγή οφελών μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Πολύ απλά, «θα σου κάνω εγώ αυτό αρκεί εσύ να μου κάνεις το άλλο». Μπορούμε να το μεταφράσουμε κι αλλιώς, έχει κάποιος κάποια δικαιώματα, αλλά θα πρέπει να εκτελεί κι ορισμένες υποχρεώσεις ώστε να συνεχίζει ν’απολαμβάνει αυτά τα δικαιώματα. Σφετεριστής είναι αυτός που χρησιμοποιεί το όφελος χωρις ν’ανταποδίδει τίποτα. Βρέθηκε λοιπόν ότι τεράστιο ποσοστό ανθρώπων μπορεί ν’αναγνωρίζει τους σφετεριστές. Ζητήθηκε σε μια μελέτη να βρεθουν περιπτώσεις παράβασης κανόνων, πρώτα σε μη κοινωνικό, κι έπειτα σε κοινωνικό περιβάλλον. Βρέθηκε ότι οι άνθρωποι δυσκολεύονταν μερικές φορές να βρουν την παράβαση σε μη κοινωνικά θέματα, την αντιλήφθηκαν όμως πολύ εύκολα στα κοινωνικά, ακόμα κι αν είχε να κάννει με πολιτισμούς ξένους προς τα υποκείμενα. Το συπέρασμα είναι ότι το είδος μας έχει αναπτύξει, μέσο της φυσικής επιλογής, μηχανισμούς που το κάνουν πιο αντιδραστικόσε περιπτώσεις κοινωνικής αδικίας και σφετερισμού, τα οποία ίσως διατάραζαν τις κοινωνικές του σχέσεις, παρά σε άλλες ανωμαλίες κανόνων.

Στο τέλος οι συγγραφείς μας παραθέτουν σελίδες ολόκληρες επιπλέον κειμένω και παραπομπών σ’επιστημονικές μελέτες σχετικές με το θέμα.

Η εξελικτική σκέψη στην ψυχολογία ολοένα κερδίζει έδαφος, μολονότι κι εδώ υπάρχουν λίγα προβλήματα. Δε μπορούμε, λένε οι επικριτές για παράδειγμα, να γνωρίζουμε επακριβώς τις συνθήκες του προγονικού περιβάλλοντος του ανθρώπου. Δε μπορούμε όμως να το συμπεράνουμε από τα παλαιοκλιματικά δεδομένα και τη μελέτη των σημερινών πρωτόγονων φυλών; Ακόμα κι αν δεν ήμαστε εντελώς βέβαιοι, μπορούμε να κάνουμε λογικές υποθέσεις, οι οποίες έπειτα ίσως αποδειχθούν, ίσως όχι. Έτσι δε γίνεται πάντα στην επιστήμη; Επίσης είναι συχνά δύσκολη η απόδοση μιας συμπεριφοράς σε προσαρμοστικά/εξελικτικά αίτια ή σε αποτελέσματα αυτών των διαδκασιών (υποπροΪόν της εξέλιξης), κάτι ομολογουμένως κάποτε δύσκολο. Αυτό δεν ακυρώνει την εξελικτική ψυχολογία, δυσκολεύει όμως τη δουλειά της. Πιστεύω στόσο ότι με κατάλληλες μελέτες, διαπολιτισμικές ή και διαειδικές συγκρίσεις και παρόμοιους τρόπους θα μπορέσουμε να συμπεράνουμε την αλήθεια.

Advertisements