Όλοι μαςέχουμε βιώσει μεγάλο φόβο κάποια στιγμή και ξέρουμε πόσο τρομακτικό συναίσθημα είναι αυτό. Πολλοί από εμάς θά’χουμε πάθει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας κρίση πανικού. Εγώ θυμάμαι περίπου 5-6 σ’εμένα. Είναι η ακραία έκφραση του άγχους, με έντονη ταχυκαρδία, εφήδρωση, αίσθηση ανικανότητας λύσης του προβλήματος, ζάλη, πονοκέφαλος, πόνους στο σώμα όπως στο στήθος και τα άκρα, ξηρός λαιμός και δυσκολία στην κατάποση, αποπροσανατολισμός, γρήγορες αγχωμένες κινήσεις ή ακινησία σ’ένα μέρος, ακόμα και φόβο απώλειας του μυαλού ή και επερχόμενου θανάτου. Αυτή η κρίση δεν προκαλείται απαραίτητα από κάποιον προφανή λόγο? Μπορεί να έρθει έπειτα από βαθιά σκέψη για παράδειγμα, όπως σ’εμένα μερικές φορές. Άλλες φορές που την είχα πάθει είχε προέλθει από αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο σώμα μου. Φυσικά αυτή η αντίδραση, μολονότι εντονότατη, δεν αφήνει κάποια μόνιμη βλάβη στον οργανισμό, διαρκώντας μόνο λίγα λεπτά. Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, όπως στην αγχώδη διαταραχή του πανικού, μπορεί να προκαλείται ευκολότερα ή να διαρκεί με αυξομειούμενη ένταση περισσότερο, αλλά φυσικά δεν απειλή τη ζωή. Πώς θα ήταν όμως εάν ένας βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση υπέρτατου φόβου, χωρίς τρόπο διαφυγής, για μεγάλο χρονικό διάστημα; Το θέμα αυτό μελετήθηκε από διάφορους επιστήμονες, και σήμερα γνωρίζουμε ότι μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα, ακόμα και στο θάνατο. Εδώ μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι ο θάνατος προκαλείται από ψυχοσωματικά αίτια. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις όπου κάποιος έχει πεθάνει από καρδιακή προσβολή έπειτα από έντονο φόβο, στις οποίες ωστόσο μεταθάνατον διαγιγνώσκεται λανθάνον πρόβλημα υγείας. Εδώ αναφέρομαι όμως στις περιπτώσεις οι οποίες δεν παρουσίαζαν κανένα πρόβλημα υγείας πριν το επεισόδιο, ούτε βρέθηκε κάτι μετά το θάνατο.

Το φαινόμενο του ψυχοσωματικού θανάτου είναι σπανιότατο σήμερα, αν κι έχει παρατηρηθεί σε νοσοκομεία, πολέμους, στρατόπεδα συγκεντρώσεως κι άλλα περιβάλλοντα όπου η διαφυγή είναι πρακτικά αδύνατη κι ο φόβος μεγάλος. Ο τομέας ωστόσο στον οοποίο μελετήθηκε εκτενέστερα είναι οι πρωτόγονες φυλές ιθαγενών, όπου έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα σε καταραμένους από ξόρκι εχθρού ή κακού μάγου ή σε παραβάτες ιερών κανόνων σ’όλες τις ηπείρους.

Ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά το φαινόμενο ήταν ο Αμερικανός ψυχολόγος Walter B. Cannon, ο οποίος, με τη σημαντική
μελέτη του
το 1942 άνοιξε το δρόμο για τον κλάδο της ψυχοφυσιολογίας, της μελέτης του τρόπου με τον οποίο τα συναισθήματα επηρεάζουν το σώμα. Αυτός εισήγαγε τον όρο «θάνατος βουντού (voodoo death)» για ναπεριγράψει αυτές τις περιπτώσεις μαγικά προκληθέντος θανάτου, αν και στην πραγματικότητα τα κρούσματα αυτά δεν περιορίζονται μόνο σε μέρη όπου εφαρμόζεται το
βουντού.
Αυτός επίσης εισήγαγε τον όρο «απόκριση μάχης η φυγής (fight or flight responce)», για να περιγράψει την κατάσταση στην οποία περιέρχεται το σώμα σε κατάσταση κινδύνου, οπότε όλες οι δυνάμεις του διοχετεύονται στα όργανα που θα εξυπηρετήσουν τη μάχη με τον εχθρό ή τη γρήγορη διαφυγή του.

Στη μελέτη του λοιπόν, η οποία είναι αρχείο pdf στον παραπάνω σύνδεσμο, ο ερευνητής αρχικά κάνει μια εισαγωγή για το ανεξήγητο του φαινομένου και για τη μεγάλη δυσπιστία των γιατρών και των επιστημόνων γι’αυτό. Έπειτα μας παρουσιάζει διάφορες περιπτώσεις από διάφορες φυλές, με έμφαση στους ιθαγενείς της Αυστραλίας. Αναφέρει περιπτώσεις θανάτου από φόβο ή κατάρες μάγων σε φυλές της Αργεντινής και της Βραζιλίας, καθώς και περιπτώσεις ξαφνικής κατάπτωσης και τελικού θανάτου από «μαγεμένους» ανθρώπους, οι οποίοι ως τότε έδειχναν πλήρως δυνατοί στην Αφρική, μ’ένα εξέχον παράδειγμα. Ένας μαύρος λέει, πηγαίνοντας μια μέρα να μείνει σ’ένα φίλο του μεγαλύτερης ηλικίας, δέχεται ως γεύμα άγρια κότα, η οποία απαγορευόταν ρητώς για νεαρά άτομα, ο φίλος του όμως τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν άγρια. Ο νεαρός την έφαγε κανονικά, κι έπειτα από 3 χρόνια που ξανασυναντήθηκαν, ο υποτιθέμενος φίλος του του είπε για το γεγονός κι αυτός αμέσως κατέρρευσε από φόβο, και σε 24 ώρες πέθανε. Παρόμοια περίπτωση συνέβη στη Νέα Ζηλανδία, όπου μια γυναίκα Μαορί έφαγε καρπούς από ένα ταπού (ιερό) μέρος, και μόλις τό’μαθε πίστεψε ότι το πνεύμα του αρχηγού της φυλής θα την βλάψη, κατέρρευσε και πέθανε. Παρόμοια γεγονότα έχουν καταγραφεί στα νησιά του Ειρηνικού, στη Χαβάη και στην Αϊτή, σημειωτέον η μόνη απ’τις παραπάνω χώρες που πιστεύει στο βουντού.

Εκτενέστερη αναφορά γίνεται ωστόσο για ιθαγενείς της Αυστραλίας του βόρειου Κουίνσλαντ και της Βόρειας Επικράτειας της χώρας. Μας αφηγείται για διάφορες περιπτώσεις «μαγεμένων» από κακούς μάγους που πέθαναν, με ορισμένα παραδείγματα. Ένας υγιής άνθρωπος σε μια ιεραποστολή στο Βόρειο Κουίνσλαντ δέχθηκε επίθεση ξορκιού από κακό μάγο, ο οποίος του έδειξε ένα οστό (κοινός τρόπος κατάρας θανάτου στους ιθαγενείς της Αυστραλίας). Αυτός γρήγορα κατέρρευσε, αρνούταν τροφή και νερό, ενώ η αδυναμία του αυξανόταν, παρότι δεν βρέθηκε κάποια ανωμαλία στις εξετάσεις του. Όταν όμως ήρθε ένας άλλος μάγος λέγοντάς του ότι ήταν λάθος ή και αστείο, ο ασθενής επανήλθε σχεδόν στιγμιαία. Μια δεύτερη περίπτωση ωστόσο δε σώθηκε, και σε δύο μέρες πέθανε. Αυτό που εντυπωσίασε όμως τον ερευνητή ήταν η αποδοχή της κατάστασης του ασθενούς από τους ομοεθνείς του. Στους ιθαγενείς της Βόρειας Επικράτειας για παράδειγμα, όταν κάποιος δέχεται επίθεση μαύρης μαγείας, καταρρέει και αδυνατίζει. Σ’αυτό το διάστημα όλη η κοινωνία, συμπεριλαμβανομένω και τον πλησιέστερων προ΄σώπων του, αποκόπτουν κάθε επαφή μαζί του κι αποσύρουν κάθε υποστήριξη, θεωρώντας τον πλέον ως κάτι σχεδόν ιερό, περισσότερο στο χώρο των νεκρών. Μετά από λίγο χρόνο επανέρχονται στο θύμα θρηνώντας το ως νεκρο και τελώντας νεκρόσιμες τελετές ενόσο ακόμα ζει. Έτσι το θύμα υποβάλλεται στο μέγιστο δυνατο βαθμό και τελικά πεθαίνει. Σε περίπτωση που δεν έρθει κάποιος μάγος-ιατρός για να το σώσει με κάποιο αντιξόρκι, συνήθως δείχνοντας ένα αντικειμενο που ορκίστηκε πως το πήρε απ’τον κακό μάγο που τον έβλαψε, το θύμα μιας τέτοιας επίθεσης καταλήγει στο θάνατο, μιας κι εκτός από τη βαριά εξουθένωση απ’το φόβο δε δέχεται ούτε τροφή ούτε νερό.

Έπειτα ο ερευνητής αποκλείει την πιθανότητα δηλητηρίασης απ’το μάγο ή χρήσης κάποιου άλλου μέσου, εφόσον η επίθεση γίνεται συνήθως εξ αποστάσεως, ο ασθενείς δε τρώει ούτε παίρνει τίποτα για να δηλητηριαστεί, τα δηλητήρια είναι σχεδόν άγνωστα στην Αυστραλία, ο ασθενής αναρρώνει αμέσως μετά τη μαγική θεραπεία, και, το σημαντικότερο, η τρομακτική αυτή κατάσταση έρχεται μόνο εάν ο άνθρωπος έχει συνείδηση της μαγικής επίθεσης ή της παράβασης κάποιου κανόνα. Σ’έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η δεισιδαιμονία και η κυραρχία κακόβουλων πνευμάτων παντού, σ’έναν κόσμο όπου όλοι πιστεύουν το γεγονός του μαγικού θανάτου, ο ερευνητής υποστηρίζει ότι ο ψυχοσωματικός θάνατος δεν είναι κάτι το τόσο παράξενο.

Έπειτα προτείνει μια λογική εξήγηση για το γεγονός. Σύμφωνα με τη θεωρία του, ο θάνατος επέρχεται ύστερα από τραυματικό σοκ, όχι διαφορετικό απ’αυτό που παθαίνουν οι τραυματίες με μεγάλη απώλεια αίματος. Έχει παρατηρηθεί στα θύματα μαγικής επίθεσης ταχυκαρδία και υπόταση, ενώ τα αιμοσφαίρια είναι πυκνότερα. Κατά τη δική του εξήγηση λοιπόν, ο ασθενής μετά τη μάθηση του τρομακτικού γεγονότος, περιέρχεται σε εντονότατη κατάσταση μάχης ή φυγής μ’ενεργοποίηση του συμπαθητικού νευρυκού συστήματος (κλάδος του αυτόνομου νευρικού συστήματος που προετοιμάζει τον οργανισμό για επείγουσες καταστάσεις), χωρίς όμως τρόπο εκτόνωσης της κατάστασης, όπου τα αιμοφόρα αγγεία συστέλλονται υπερβολικά εξαιτίας της έκκρισης αδρεναλίνης, συμπεριλαμβανομένων αυτών της καρδιάς κι άλλων ζωτικών οργάνων, κάνοντας έτσι δυσκολότερη την λειτουργία τους σ’έναν είδη καταβεβλημένο οργανισμό. Η έλλειψη επαρκούς αιματικής παροχή στους ιστούς, άρα και η έλλειψη σωστής οξυγόνωσης, κάνει τα τριχοειδή αγγεία διαπερατότερα στο πλάσμα, το οποίο διαφεύγει στους ιστούς προκαλώντας πτώση της πίεσησς στο αγγειακό σύστημα και συγκέντρωση των αιμοσφαιρίων. Αυτή η κατάσταση, μαζί με έντονο συναίσθημα φόβου, απελπισίας κι αναπόφευκτου θανάτου, και μη πρόσληψη τροφής και νερού, μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Παρόμοιες καταστάσεις περιγράφει και σε τραυματίες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με αμελητέα τραύματα, αλλά οδυνηρές εμπειρίες, καθώς και σε χειρουργημένους που φοβούνταν την επέμβαση ή τ’αποτελέσματά της, αρκετοί εκ των οποίων δε σώθηκαν.

Ο Cannon ωστόσο δε γνώριζε επ’ακριβώς τη λειτουργία του οργανισμού υπό στρες ούτε όλες τις ορμόνες, δεδομένου ότι αυτά ανακαλύφθηκαν αργότερα. Για παράδειγμα κατά την αντίδραση της μάχης ή της φυγής, η αιματική παροχή στα ζωτικά όργανα δεν επηρεάζεται, το οποίο ανακάλυψε σύντομα ο ίδιος. Από τότε έχουν προταθεί διάφορες αιτίες θανάτου. Κατά τον Curt Richter ο θάνατος δεν προέρχεται από υπερδιέγερση του συμπαθητικού συστηματος, αλλά του παρασυμπαθητικού (ο άλλος κλάδος του αυτόνομου νευρικού συστήματος που διατηρεί τον οργανισμό σε ηρεμία). Υποβάλλοντας σ’ένα φρικιαστικο πείραμα αρουραίους σε ταραγμένο νερό, παρατήρησε ότι οι εξημερωμένοι πνίγηκαν σε 4 ώρες, ενώ οι άγριοι μόλις σε 15 λεπτά, και πριν το θάνατό τους, ο καρδιακός παλμός έπεσε σημαντικά. Συγκρίνοντας λοιπόν αυτήν την κατάσταση μ’άλλες γνωστές στα θηλαστικά κι άλλα ζώα, όπου το ζώο περιέρχεται σε πλήρη ακινησία μιμούμενο το νεκρό υπό εντονότατο φόβο κι ο καρδιακός παλμός του πέφτει δραματικά, συμπέρανε ότι η ανεπάρκεια κυκλοφορίας κι επομένως οξυγόνωσης στο σώμα επιφέρει το θάνατο. Το 1981, ο Wylie Vale ανακάλυψε την κορτικοτροφίνη, τη στρεσογόνο ουσία εκρινόμενη απ’το θάλαμο του εγκεφάλου, η οποία συντονίζει τη λειτουργία άλλων κέντρων απόκρισης στο στρες του εγκεφαλικού στελέχους. Κατ’αυτόν, η υπερβολική έκκριση αδρεναλίνης και παρόμοιων ορμονών του στρες ενδέχεται να προκαλέσει καρδιακές αρρυθμίες, απώλεια όρεξης, αδυναμία, ακόμα κι αγγειακή κατάρρευση, που μπορούν να οδηγήσουν στο θάνατο. Κατά το Martin A.Samuels, η υπερβολική συγκέντρωση ορμονών του στρες οδηγεί σε παρατεταμένο άνοιγμα των διαύλων ασβεστίου των κυττάρων, προκαλώντας το θάνατο τους. Τέλος,
ΣΕ ΜΙΑ ανασκοπική ΜΕΛΈΤΗ
ΤΟΥ 2002 η Esther M. Sternberg εξετάζει όλες τις προηγούμενες απόψεις απαριθμώντας τελικά τη σειρά των γεγονότων. Αρχικά γίνεται η σύλληψη του τρομακτικού μηνύματος απ’τον εγκέφαλο, όπου η αμυγδαλή, το κέντρο του φόβου, το επεξεργάζεται, κι έπειτα ενεργοποιείται η υπόφυση, η οποία ενεργοποιεί με τη σειρά της την έκκριση αδρεναλίνης. Οι ορμόνες του στρες, σε υψηλές συγκεντρώσεις, μπορεί να προκαλέσουν καρδιακές αρρυθμίες και θάνατο.

Η ιδέα του θανάτου βουντού δεν έμεινε πάντως χωρίς κριτική. Μερικοί επιστήμονες επέκριναν την εργασία του Cannon ως βασισμένη σε ανεκδοτολογικά δεδομένα και αποδοχή των πίστεων των ιθαγενών. Πώς όμως αλλιώς θα σχημάτιζε ολοκληρωμένη εικόνα, εάν δεν κατέγραφε και τις αντιλήψεις αυτών των ανθρώπων; Ορισμένοι επιστήμονες δέχτηκαν την ιδέα του θανάτου βουντού, αλλά δεν αποδέχθηκαν την ψυχοσωματική εξήγηση του Cannon, με το David Lester
στη μελέτη του
το 1972 να υποστηρίζει την καθαρά ψυχογενή αιτία του φαινομένου, θεωρώντας πως μόνο η αυθυποβολη αρκεί να επιφέρει το θάνατο από τη μια μεριά, και το Theodor X. Barber
σε μια μελέτη του 1972
(pdf) να δυσπιστεί στα ανεκδοτολογικά στοιχεία του Cannon, εξετάζοντας πολλές περιπτώσεις και βρίσκοντας ότι ήδη πριν το γεγονός τα θύματα έπασχαν από κάποια ασθένεια και θεώρησαν πως αυτή η ασθένεια προήλθε από μαγεία, αποδίδοντας το θάνατο σ’όσους πέθαναν από ψυχοσωματικά αίτια χωρίς προηγούμενη ασθένεια στην αφυδάτωση. Παρόμοια άποψη εξέφρασε κι ο Harry D. Easterwell το 1982, ο οποίος ωστόσο αρνήθηκε οποιαδήποτε ψυχολογική ανάμειξη στο φαινόμενο. Εντούτοις η πλειονότητα της επιστημονικής κοινότητας έχει υποστηρίξει την ύπαρξη του ψυχοσωματικού θανάτου με τη βοήθεια πειραμάτων και νέων ανακαλύψεων περιπτώσεων, με τους δύο κύριους υποστηρικτές τη Barbara W. Lex το 1974, η οποία θεωρεί ότι η παρατήρηση του φαινομένου είναι κάτι φανερό,,και την E. M. Sternberg. Η πηγή για τη χρονολογική σειρά των επιστημονικών ερευνών είναι
το αντίστοιχο άρθρο της αγγλικής Wikipedia.

Ευτυχώς για μας, ζούμε σε πολιτισμένες κοινωνίες χωρίς πίστη στη μαγεία και στα πνεύματα, γνωρίζουμε ότι ό,τι ξόρκι κι αν μας ρίξουν δε θα μας πιάσει εφόσον δεν το πιστεύουμε, κι όσον αφορά τις άλλες περιπτώσεις ψυχοσωματικού θανάτου, πιστεύω ότι είναι πολύ απίθανο να βρεθούμε σε τόσο απελιπιστική κατάσταση ώστε να το πάθουμε. Επίσης έχουμε γνώση και του φαινομένου
placebo,
της επίδρασης δηλαδή του μυαλού στη σωματική υγεία, και σύμφωνα μ’αυτήν ίσως μπορέσουμε ν’αποφύγουμε τις δύσκολες ψυχοσωματικές καταστάσεις αυθυποβάλλοντας τον εαυτό μας σε κάτι καλύτερο.

Advertisements