Από τον αρχέγονο όφι που σχημάτισε τον κόσμο των ιθαγενών της Αυστραλίας, έως τον φτερωτό οφιόμορφο Κοετζαλκοάτλο των Μάγια, των κατηραμένο όφι/Διάβολο που έπεισε την Έβα να φάει τον απαγορευμένο καρπό των Εβραίων, των Πύθωνα του σκότους τον οποίον σκότωσε ο Απόλλων του φωτός των αρχαίων ημών προγόνων, τους κινεζικούς δράκους, τη θεά-κόμπρα Βατζέτ, σύμβολο της δύναμης του Φαραώ ή το σκοτεινό εχθρό του Ήλιου Άποφι, κατοίκου του κάτω κόσμου των Αιγυπτίων, την κόμπρα που προστάτευσε το Βούδα κατά τα 7 χρόνια του διαλογισμού του, όλοι οι πολιτισμοί ανά τον κόσμο έχουν προσδώσει στα φίδια μυστικιστική χροιά, κάνοντάς τα σύμβολα συνήθως του κακού ή της μυστικής σοφίας. Το σύμβολο του φιδιού ως κάτι κακό παρατηρείται στους περισσότερους πολιτισμούς του πλανήτη, ακόμα κι εκεί όπου δεν υπάρχουν επικίνδυνα φίδια, π.χ. στη Σκανδιναβία, όπου εντούτοις υπάρχουν μύθοι για τερατώδη φίδια και δράκους. Οι παθολογικές φοβίες επίσης με αντικείμενο τα φίδια είναι πολύ κοινές σε πολλούς ανθρώπους, κι εγώ ο ίδιος γνωρίζω 3 περιπτώσεις, οι οποίοι αντιδρούν αρνητικά ακόμα και σε εικόνα τέτοιου ερπετού. Η πεποίθηση επίσης ότι το φίδι είναι εχθρκό ζώο οδηγεί σε
συστηματικές θανατώσεις αυτών των ζώων,
κάτι αρνητικό για τα ίδια και την υγεία του οικοσυστήματος. Γιατί όμως ο φόβος αυτός να είναι τόσο διεισδυτικός κι επίμονος σ’όλες τις εποχές και σ’όλους τους πολιτισμούς;

Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, ο φόβος αυτος μπορεί να έχει γενετική βάση. Συγκεκριμένα, στη μελέτη
Ο μοχθηρός όφις: τα φίδια ως αρχετυπικό ερέθισμα για μια εξελιγμένη μονάδα φόβου,
Οι επιστήμονες Arne Ohman του τμήματος κλινικής νευροεπιστήμης του Ινστιτούτου Καρολίνσκα της Στοκχόλμης της Σουηδίας και Susan Mineka του τμήματος ψυχολογίας του Βορειοδυτικού Πανεπιστημίου του Έβανστον του Ιλινόι, αποδεικνύουν ότι ο φόβος για τα φίδια ήταν χαρακτηριστικό χρήσιμο για την επιβίωση των πρωτευόντων θηλαστικών, ο οποίος έχει βαθύτερη βάση στον αρχετυπικό φόβο των πρωτοθηλαστικών για τα κυρίαρχα ερπετά του μεσοζωικού, επομένως η τάση για φόβο αυτών των ζώων επιλέχθηκε και κληρονομήθηκε στους απογόνους. Φυσικά αυτή η ικανότητα έχει τροποποιηθεί σε πολλά θηλαστικά, εφόσον σηήμερα υάρχουν ήείδη που τρέφονται με φίδια, αν και στη γραμμή των πρωτευόντων απ’όσο ξέρω δεν υπήρχε ιστορία οφιοφαγίας.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης, έχει παρατηρηθεί φόβος προς τα φίδια σε 11 γένη πρωτευόντων στη φύση, ο οποίος οδηγεί σε ποικίλες αντιδράσεις όπως κραυγές συναγερμού, συγκεντρώσεις της ομάδας κλπ. Ο φόβος αυτός ωστόσο δεν είναι πλήρως ενστικτώδης, αλλά μαθαίνεται, και η μάθηση είναι αποτελεσματικότερη αν η εικονα του φιδιού συνδυάζεται με κάποιο αποτρεπτικό ερέθισμα. Ο φόβος επίσης αυτός μαθαίνεται πολύ εύκολα. Έτσι ενώ οι μαϊμούδες στη φύση αντιδρούν με φόβο στα φίδια, αυτές που μεγάλωσαν σε εργαστηριακό περιβάλλον και δεν τα γνώρισαν ποτέ δεν τα φοβήθηκαν, μόλις όμως ήρθαν σ’επαφή με μαΪμούδες που τα φοβούνταν ή ακόμα παρακολουθούσαν σε βίντεο μαϊμούδες να τ’αποφεύγουν, έμαθαν αμέσως το φόβο αυτόν. Πιθανόν ο φόβος για τα φίδια να είναι σημαντικός για την επιβίωση αυτών των ζώων, μιας και στη φύση έχουν παρατηρηθεί μεγάλα φίδια να επιτίθενται σε πρωτεύοντα.

Για να εξακριβωθεί αν τα ΜαΪμούνια συσχετίζουν τα φίδια με αποτρεπτικά ερεθίσματα, εφαρμόστηκε η μέθοδος της κλασικής εξάρτησης του Παυλόφ σε μια παλιά μελέτη, οπότε ένα ερέθισμα (εξαρτημένο ερέθισμα) συσχετίζεται μ’ένα άλλο (ανεξάρτητο ερέθισμα), μέχρι το υποκείμενο να μάθει ν’αντιδρά στο ανεξάρτητο με αναμονή του εξαρτημένου, π.χ. Ο παυλόφ χτυπούσε ένα κουδούνι στους σκύλους όταν επρόκειτο να τους δώσει φαγητό, κι αυτοί αργότερα έβγαζαν σάλια απλώς ακούγοντας τον ήχο του κουδουνιού. Χρησιμοποιήθηκαν λοιπόν εικόνες φιδιών και κροκοδείλων, καθώς κι άλλων αντικειμένων όπως λουλουδιών και ψεύτικων κουνελιών, και βρέθηκε ότι τα φίδια και οι κροκόδειλοι προκαλούσαν εντόνότερες φοβικές αντιδράσεις όταν συσχετίζονταν με κάτι αρνητικό παρά τα άλλα αντικείμενα, δεν προκαλούσαν όμως φόβο αν συσχετίζονταν θετικά. Το ίδιο ακριβώς διαπιστώθηκε στον άνθρωπο σε μελέτες του 1970, δηλαδή ότι άνθρωποι που εκτέθηκαν σε εικόνες φιδιών και ουδέτερων αντικειμένων όπως λουλουδιών και μανιταριών συσχετισμένες με ελαφρύ ηλεκτροσόκ, παρουσίαζαν εντονότερη φοβική αντίδραση, όπως ταχυκαρδία και εφίδρωση στις παλάμες, προς ανα μονή του ηλεκτροσόκ στις εικόνες των φιδιών, αλλά δεν υπήρχε φόβος εάν ο συσχετισμός δεν ήταν αρνητικός. Ο φόβος προς τις εικόνες των φιδιών ξεπερνούσε ακόμα κι αυτόν των όπλων όταν και τα δύο ερεθίσματα συσχετίζονταν με δυνατό κρότο.

Σε άλλες μελέτες του 1993, 1994 και 1998, βρέθηκε ότι η φοβική αντίδραση των ανθρώπων προς τα φίδια είναι κατά βάση ασυνείδητη. Εικόνες φιδιών προβάλλονταν ταχύτατα μεταξύ δύο άλλων, ώστε η πληροφορία να μην προλάβει να φτάσει στον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου, το συνειδητό μέρος επεξεργασίας των οπτικών ερεθισμάτων, αλλά να μπορεί να επεξεργαστεί σε αρχαιότερα μέρη, όπως η αμυγδαλή, κέντρο ευρισκόμενο στο εμπρός εσωτερικό μέρος του κροταφικού λοβού του εγκεφάλου και σχετιζόμενο με το φόβο. Βρέθηκε λοιπόν ότι άτομα με προϋπάρχοντα φόβο προς τα φίδια παρουσίαζαν σωματικές φοβικές αντιδράσεις σε τέτοιου είδους προβολές, ενώ επίσης άτομα που έμαθαν με κλασική εξάρτηση με ηλεκτροσόκ να φοβούνται εικόνες φιδιών κι άλλων ουδέτερων αντικειμένων, διατήρησαν το φόβο των φιδιών σ’αυτό το πείραμα υποσυνείδητης προβολής, υποδηλώνοντας ότι ίσως υπάρχει κάποιο σύστημα στα ασυνείδητα μέρη του εγκεφάλου που αναγνωρίζει κι αντιδρά επιλεκτικά στα φίδια.

Σ’άλλες μελέτες, όπου τα υποκείμενα εκτίθενταν σε ηλεκτροσόκ τυχαία σε συνδυασμό με εικόνες φιδιών ή άλλων ουδέτερων στοιχείων, θεωρούσαν ότι οι εικόνες των φιδιών είναι πιθανότερο να συσχετιστούν με ηλεκτροσόκ, παρόλο που τα σοκ ήταν τυχαία, κάνοντας ψευδαισθησιακούς συσχετισμούς. Επίσης είναι γνωστό ότι συχνά οι άνθρωποι εντοπίζουν τα φίδια πολύ ευκολότερα στο φυσικό περιβάλλον σχετικά με άλλα στοιχεία, κι αυτό αποδείχθηκε και στο εργαστήριο, με παρουσίαση εικόνων με κρυμμένα ή ανακατεμένα φίδια μαζί μ’άλλα αντικείμενα, όπου τα υποκείμενα εντόπιζαν πολύ ευκολότερα τα φίδια, με οξύτερη την ικανότητα σ’αυτούς που τα φοβούνταν ήδη.

Βασισμένη στα παραπάνω αποτελέσματα των προηγούμενων μελετών, σε αρκετές εκ των οποίων ανήκαν οι ίδιοι, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης προτείνουν την ύπαρξη μιας υποθετικής μονάδας φόβου ενεργοποιούμενης επιλεκτικά στα φίδια, αρκετά απομονωμένης από την ανθρώπινη σκέψη, ώστε ο φόβος αυτός συχνά να γίνεται παράλογος, όπως στις περιπτώσεις των παθολογικών φοβιών, ευρισκόμενης κάπου στην αμυγδαλή του εγκεφάλου. Περιμένουν ωστόσο περισσότερη μελέτη πάνω σ’αυτήν την υπόθεση, ώστε να αποδειχθεί ή να διαψευσθεί τελικά ο ισχυρισμός τους, κι αν αποδειχθεί να βρεθεί η συγκεκριμένη τοποθεσία του εγκεφάλου που στεγάζει αυτή τη μονάδα, κι επίσης, εφόσον τα ερεθίσματα αναλύονται μόνο βασικά πριν φτάσουν στο συνειδητό φλοιό, να βρεθεί πιο βασικό χαρακτηριστικό ή χαρακτηριστικά του φιδιού ενεργοποιούν τη συγκεκριμένη μονάδα. Εάν αυτά εντοπιστούν, οι επιστήμονες θεωρούν πως θά’χει βρεθεί η αναπαράσταση του αρχετυπικού κακού στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Σε
μια άλλη μελέτη
που βρήκα Ιαπώνων επιστημόνων, βασισμένη στ’αποτελέσματα της προηγούμενης που παρέθεσα, μελετήθηκε η ένταση του φόβου προς τα φίδια σε συνάρτηση με τη φάση του γυναικείου έμμηνου κύκλου. Εξετάστηκαν 60 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, οι οποίες εκτίθενταν σε εικόνες λουλουδιών και εικόνες λουλουδιών με κρυμμένο φίδι καθ’όλη τη φάση του κύκλου τους. Βρέθηκε λοιπόν ότι οι γυναίκες εντόπιζαν το φίδι γρηγορότερα στη φάση αμέσως μετά την ωορηξία και πριν την έμμηνο ρύση, μια φάση όπου οι θηλυκές ορμόνες όπως η προγεστερόνη και η οιστραδιόλη είναι ανεβασμένες. Αυτή ήταν η πρώτη φορά όπου το συναίσθημα του φόβου σχετίστηκε με τη φάση του γυναικείου κύκλου. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι η ικανότητα αυτή αποτελεί εξελικτική προσαρμογή προς τα επικίνδυνα φίδια, κάνοντας τις γυναίκες στην πιθανότερη φάση γονιμοποίησης και πιθανής εγκυμοσύνης πιο προσεκτικές προς αυτά, εξασφαλίζοντας έτσι την καλή υγεία τους ή και την επιβίωσή τους σ’αυτήν την αναπαραγωγικά κρίσιμη φάση.

Από τις παραπάνω μελέτες μπορούμε κάπως να συμπεράνουμε και την αιτία του ανθρώπινου φόβου, αποστροφής ή άλλου αρνητικού συναισθήματος για τα ερπετά και κυρίως τα φίδια, αλλά κατ’επέκταση όπως αποδεικνύεται από την καθημερινή μας εμπειρία κια μ’άλλα ερπετά κι αμφίβια. Ίσως πρόκειται για γενετική προδιάθεση που κάποτε μπορεί να μας προστάτευε εμάς και τους προγόνους μας από δυνητικά επικίνδυνες καταστάσεις, τώρα όμως είναι περιττή, προκαλώντας μας αδικαιολόγητο άγχος, υστερική σσυμπεριφορά και οδηγώντας μας συχνά σε ακραίες πράξης κατά αυτών των ωφέλιμων για το οικοσύστημα ζώων. Ευτυχώς όμως ο φοβος αυτός δεν είναι πλήρως ενστικτώδης, αλλά σύμφωνα με τις μελέτες μαθαίνεται, πολύ ευκολότερα σε συνδυασμο με αρνητικά ερεθίσματα. Μπορούμε πάλι να υποθέσουμε πως η παιδική ηλικία είναι η πλέον κατάλληλη για την εγκατάσταση αυτού του φόβου, κι έτσι αμέσως βρίσκουμε και τη λύση στο πρόβλημα. Παρουσιάζοντας τα φίδια στα παιδιά ως κάτι όχι κακό, ίσως ακόμα κι ως κάτι θετικό, μην αναφέροντας πολύ σ’αυτά για τα αρνητικά στερεότυπα που έχουν αποκτήσει αυτά τα ζώα, και ίσως εκθέτοντάς τα σ’αυτά, πιστεύω πως όταν αυτά τα παιδιά μεγαλώσουν θα βλέπουν αυτά τα ερπετά με δδιαφορετική οπτική γωνία, και το ποσοστό φοβιών κι ακραίων δράσεων προς αυτά θα είναι χαμηλότερο. Και φυσικά σ’αυτήν την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, η θρησκεία παίζει ενεργό ρόλο στη διαιώνιση αυτού τουφ όβου, διεγείροντας με τις διδασκαλίες της αρχαία κυκλώματα φόβου και ανησυχίας. Ποιος ξέρει γιατί: ίσως για να προαγάγει την επιβίωση και τη συνοχή της ομάδας ώστε αυτή ν’αντέξει της δυσκολίες σε παλαιότερες πολιτιστικές καταστάσεις, ίσως για να δημιουργήσει τεχνητούς εχθρούς όπου οι άνθρωποι μπορούν να διοχετεύουν την ενέργειά τους εφόσον άλλες δίοδοι, όπως η σεξουαλική πράξηνγια παράδειγμα έχουν βαφτιστεί αμαρτίες κι απαγορεύονται, ίσως για κάτι άλλο, με σκοπό πάντοτε τη διατήρηση της δύναμής της.

Advertisements