Δυο φίλοι συζητούν
-Ρε Γρηγόρη, δεν έχω ξαναπάει με γυναίκα και απόψε θα το κάνω με τη Μαρία,
πες μου, σε παρακαλώ, τι θα κάνω?
-Αμάν ρε μαλάκα Γιάννη που κομπλάρεις, απλά κάνε ακριβώς ότι κάνει αυτή και για
τα υπόλοιπα θα φροντίσει η φύση ……
-Σε ευχαριστώ ρε φιλάρα.
Το βράδυ συναντά την Μαρία και πάνε σπίτι του και αρχίζει το «παιχνίδι». Βγάζει
η Μαρία την μπλούζα της, τη βγάζει και ο Γιάννης. Γδύνεται τελείως η Μαρία,
γδύνεται και ο Γιάννης. Πέφτει λίγο χαμούρεμα και μετά η κοπέλα ξαπλώνει και
ανοίγει τα πόδια της διάπλατα, νιώθοντας μια γλυκιά προσμονή. Τότε ο μάγκας…
ξαπλώνει απέναντι της και ανοίγει διάπλατα τα πόδια του. Τον βλέπει η Μαρία και
εκνευρισμένη γυρίζει και του λέει:
-Τι καλά που θα ήταν να είχαμε και κάποιον να μας γαμήσει…

Ένα βράδυ μπαίνει σε κάποιο ταξί μια καλόγρια. Ο ταξιτζής την κόβει καλά-καλά
και προσέχει τις καμπύλες της καθώς αυτή βολεύεται στο πίσω κάθισμα. Ενώ αυτός
οδηγούσε αυτή άλλαξε στάση και κάθισε με τα πόδια ανοικτά χωρίς να το
αντιληφθεί πως ο ταξιτζής είχε κολλήσει τα μάτια του στο καθρεφτάκι του
κοιτώντας την.
Για να σπάσει τον πάγο αρχίζει:
-Τι γνώμη έχεις για το σεξ, αδελφή?
-Πιστεύω πως κάτω από κάποιες προϋποθέσεις είναι σωστό.
-Και ποιες προϋποθέσεις είναι αυτές?
-Το να είναι και οι δύο ορθόδοξοι, να εξομολογούνται συχνά και να είναι
ανύπαντροι.
-Εγώ είμαι ανύπαντρος, εξομολογούμαι κάθε βδομάδα και είμαι ορθόδοξος. Δεν
έρχεσαι μπροστά να συζητήσουμε καλύτερα?
-Και βέβαια τέκνο μου.
Περνάει μπροστά και ο ταξιτζής συνεχίζει:
-Εσύ να πούμε είσαι παρθένα, αδελφή?
-Και βέβαια.
-Και δεν έχεις δει ποτέ το πουλί ενός άντρα?
-Οχι!
-Θες να το δεις?
-Αφού δεν το απαγορεύει ο Θεός, ναι.
-Ο ταξιτζής στρίβει δεξιά σε μια αλάνα και ξεβρακώνεται μπροστά της.
-Νάτος. Αυτός είναι. Τον φωνάζω Μητσάρα.
-Πωπωπω. Είναι μεγάλος.
-Και βέβαια. Δεν μου λες. Θες να τον γλύψεις λίγο?
-Ναι, αλλά δεν ξέρω πως.
-Θα σου λέω εγώ.
Με τα πολλά πείθει ο ταξιτζής την καλόγρια να του πάρει μιας πρώτης τάξεως
πίπα, μετά από την οποία ξεσπάει σε γέλια:
-Σε κορόιδεψα! Είμαι καθολικός, παντρεμένος με τέσσερα παιδιά και έχω 23
χρόνια να πάω στην εκκλησία.
-Ε δεν πειράζει. Κι εμένα με λένε Κίτσο και πάω σ’ένα μπαλ-μασκέ…

xxx-Γιατρέ μου, έχει φυτρώσει ένα καρότο στο αυτί μου.
-Μα δεν το βρίσκετε λίγο παράξενο αυτό?
-Φυσικά, εγώ είχα φυτέψει σπανάκι!

4)Η γυναίκα μου είναι τόσο ηλίθια που:
-για να μετρήσει μέχρι το δύο πρέπει να βγάλει το σουτιέν της
-προσπαθεί να ανοίξει τα αυγά με ανοιχτήρι κονσέρβας
-αν δει διαρροή γκαζιού βάζει από κάτω έναν κουβά
-ψάχνει για οδηγίες χρήσεως στο χαρτί τουαλέτας
-μετακόμισε από την Αθήνα στην Πάτρα για να είναι πιο κοντά στον
γιο της που ζει στην Αμερική
-πιστεύει ότι το μικρό όνομα του Χίτλερ ήταν Χάιλ.

Ο άνδρας μου είναι τόσο ηλίθιος που:
-διαβάζει όλη τη νύχτα για να κάνει εξέταση ούρων
-παίρνει καινούργιο τηλεφωνικό κατάλογο μόνο όταν έχει διαβάσει
τον παλιό
-για να μπει στο μπορντέλο περιμένει το κόκκινο φως να γίνει
πράσινο
-το πρόσωπό του είναι γεμάτο τρύπες γιατί τώρα μαθαίνει να τρώει
με πιρούνι
-όταν πηγαίνει στο κουρείο τον χρεώνουν με το τετραγωνικό
-νομίζει ότι είναι διανοούμενος επειδή τα τατουάζ του δεν έχουν
ορθογραφικά λάθη

5)Ένα πρωί ένας τύπος σηκώνεται από το κρεβάτι του και πάει στο μπάνιο.
Ενώ κοιτάζει στον καθρέφτη, έντρομος διαπιστώνει ότι το πουλί του είναι
πράσινο.
Ντύνεται γρήγορα και πηγαίνει στον γιατρό, όπου στον θάλαμο αναμονής
περιμένει κι ένας άλλος τύπος που κρατάει το κεφάλι του και ξεφυσάει.
-Τι σας συμβαίνει?, ρωτάει.
-Ξύπνησα το πρωί και το πουλί μου ήταν κόκκινο.
-Κι εγώ το είδα πράσινο.
Εκείνη την στιγμή βγαίνει ο γιατρός και φωνάζει για εξέταση αυτόν με το
κόκκινο πουλί, ο οποίος βγαίνει μετά από μερικά λεπτά όλο χαμόγελα.
-Τι έγινε?, τον ρωτάει ο άλλος.
-Τίποτα, όλα μια χαρά…
-Περάστε, λέει ο γιατρός στον δεύτερο. Τι σας συμβαίνει?
-Α τίποτα, απλώς το πουλί μου είναι πράσινο (όλο άνεση).
-Χμ, λέει ο γιατρός κοιτάζοντάς το. Νομίζω ότι θέλει κόψιμο.
-Τι λες γιατρέ, αφού ο προηγούμενος που είχε κόκκινο πουλί μου είπε ότι δεν
είναι τίποτα.
-Κοίτα να δεις αγόρι μου, λέει ο γιατρός. Aλλο κραγιόν και άλλο μούχλα…

6) Eκθεση του Τοτού με θέμα «Πώς πέρασα τη Κυριακή».
«Την Κυριακή πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού μου. Ο παππούς
μου στο κτήμα του έχει ένα τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία μαύρη. Την
Κυριακή λοιπόν ο τράγος πήδηξε την μαύρη κατσίκα…»
Βλέπει η δασκάλα την έκθεση, αλλά από ντροπή δεν είπε τίποτα.
Την επόμενη εβδομάδα έκθεση με θέμα «Πως πέρασα το Πάσχα».
«Το Πάσχα, γράφει ο Τοτός, πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού
μου. Ο παππούς μου στο κτήμα του έχει έναν τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία
μαύρη. Τη μέρα του Πάσχα λοιπόν ο τράγος πήδηξε την άσπρη κατσίκα.
Η δασκάλα μη αντέχοντας άλλο φωνάζει τον Τοτό και του λέει:
-Τοτό σου απαγορεύω να χρησιμοποιείς τέτοιες εκφράσεις. Θα λες ο τράγος
έκανε έκπληξη, όχι πήδηξε.
Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, θέμα «Πως πέρασα στις διακοπές».
«Το καλοκαίρι πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού μου. Ο παππούς
μου στο κτήμα του έχει έναν τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία μαύρη κατσίκα.
Μία μέρα λοιπόν ο τράγος έκανε έκπληξη στη μαύρη κατσίκα και πήδηξε την
άσπρη.»

7) Ο Γιωργάκης κάνει βόλτα στην εξοχή με τον πατέρα του και βλέπει ένα
γαϊδούρι που του κρεμόταν ένα τεράστιο πουλί.
-Τι είναι αυτό μπαμπά?
-Αυτό παιδί μου το λένε «ότι κι ότι».
Την επόμενη μέρα ο Γιωργάκης βλέπει τον ίδιο γάιδαρο, κάνοντας βόλτα με τη
μητέρα του αυτή τη φορά.
-Κοίτα μαμά, το «ότι κι ότι» του γαϊδάρου.
Χαμογελώντας πονηρά η μητέρα του λέει.
-Αυτό αγόρι μου δεν είναι ότι κι ότι, αυτό είναι ότι πρέπει…

8) Πάει κάποιος στον γιατρό και μαθαίνει ότι έχει γεμίσει το σώμα του
σκουλήκια. Του δίνει ο γιατρός κάτι φάρμακα για να τα σκοτώσει.
1/4μως το ακούν τα σκουλήκια και μαζεύονται στο στομάχι, όπου επικρατεί
πανικός.
-Πάμε στον γεροσκώληκα που είναι σοφός για να μας πει τι να κάνουμε,
φωνάζει κάποιο σκουλήκι.
Πηγαίνουν λοιπόν στο σπίτι του γεροσκώλικα στο συκώτι, όπου τον βλέπουν να
ετοιμάζετε για να φύγει.
-Τι θα κάνουμε γεροσκώληκα, ρωτούν.
Και ο γεροσκώληκας απαντάει.
-Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς, εγώ πάντως φεύγω με την κουράδα των 8:00

9) Oταν ένας γέρος ιερωμένος που όταν μιλούσε ξεχνιόταν κι έλεγε ψέματα.
Τον είχαν καλέσει σε μια πόλη για να βγάλει λόγο. Αυτός επειδή ήξερε
το πρόβλημά του, είχε πάρει μαζί του τον αρχιδιάκονό του για να τον
βοηθήσει εάν ξεχνιόταν πάλι κι άρχιζε τα ψέματα. Είχαν κανονίσει ότι
εάν ο ιερωμένος έκανε κάποιο λάθος θα του τραβούσε ο αρχιδιάκονος ένα
σπάγκο που είχε δέσει στα ράσα του ιερωμένου, έτσι ώστε να το
καταλάβαινε και να διόρθωνε τα λόγια του.
Ξεκινά ο ιερωμένος το λόγο του…
-Oταν ο Χριστός πριν από 100.000 χρόνια (…του τραβά τον σπάγκο ο
αρχιδιάκονος…)…ε,ε,εννοώ πριν από 2000 χρόνια με τους 6000
μαθητές του (…του τραβά τον σπάγκο ο αρχιδιάκονος…)…ε,ε,εννοώ
με τους 30 μαθητές του…
Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει ο αρχιδιάκονος,
ήταν η γυναίκα του. Aρχισαν να τσακώνονται και ο αρχιδιάκονος ενώ
λογομαχούσε με τη γυναίκα του, ασυναίσθητα τραβούσε τον σπάγκο,
ώσπου μια στιγμή καταλαβαίνει τι κάνει, κλείνει το τηλέφωνο
βιαστικά, βγαίνει στο μπαλκόνι και τότε έκπληκτος ακούει τον
ιερωμένο να λέει:
-Σας τ’ορκίζομαι σ’ένα τόοοοσο δα μικρό σταυρουδάκι το σταυρώσανε!!!
(…κάγκελο ο αρχιδιάκονος…).

10) Στο σαλόνι είναι μαζεμένοι αρκετοί φίλοι, κατά το πλείστον κυνηγοί,
που ως συνήθως τα παραλένε λίγο. Τον λόγο είχε ο οικοδεσπότης που
τους λέει μια περιπέτειά του με μια αρκούδα…
– Βρίσκομαι που λέτε στο δάσος και ακούω ξαφνικά έναν τρομερό θόρυβο από
σπάσιμο ξερών κλαδιών και θάμνων. Προς στιγμήν τρομάζω βλέποντας μια
τεράστια αρκούδα να έρχεται κατά πάνω μου. Αρπάζω το ντουφέκι μου και
είμαι έτοιμος να την πυροβολήσω…εκείνη κοντοστέκεται και σηκώνει τα
δύο μπροστινά της πόδια… (εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο και
πάει ο οικοδεσπότης ν’απαντήσει. Μετά από πέντε λεπτά επιστρέφει…)
– Που είχα μείνει ρε παιδιά? (ρωτάει την παρέα του).
– Εκεί που είχε σηκώσει τα πόδια (του απαντάει κάποιος).
– Ε! ρε και της ρίχνω ένα γαμήσι…

11) Πηγαίνει κάποιος στο γιατρό και βγάζει το πέος του. Και τι να δει
ο γιατρός ήταν όλο μια πληγή.
-Βρε πώς το έπαθες αυτό?
-Να γιατρέ μου, χθες βγήκα με μια αξιοπρεπή κυρία και πήγα να της δώσω
μια πίπα. Ομως αυτή σιχαινόταν να το πιάσει με το χέρι και το’πιανε
με το πιρούνι…

12) Γράφει γράμμα στη μαμά του κάποιος σχετικά νιόπαντρος.
– Μαμά επιτέλους αποκτήσαμε κι εμείς ένα παιδί. Αλλά η γυναίκα μου δεν
έχει γάλα και αναγκαστήκαμε να δίνουμε στο μωρό γάλα από μια μαύρη
γυναίκα, με αποτέλεσμα κάθε μέρα που περνάει το παιδί μας όλο και
μαυρίζει.
Και η μητέρα του απαντάει:
– Γιόκα μου, όταν γεννήθηκες εσύ κι εγώ δεν είχα γάλα. Αναγκαστήκαμε
να σου δίνουμε γάλα από κατσίκι. Αλλά τα κέρατα βλέπω τώρα τα βγάζεις…

13) Κάποιου του τσίμπησε μια σφήκα το άκρο του πέους του. Οπότε πηγαίνει στο
γιατρό με πρησμένο πέος και φρικτούς πόνους.
– Γιατρέ υποφέρω, θέλω τη βοήθειά σου.
– Χμ…, θα το γιατρέψουμε, μην ανησυχείς.
– Ναι μεν, αλλά έτσι ώστε το πρήξιμο να μείνει, ο πόνος να φύγει…

14) Εξαιτίας της κατάστασης εγκυμοσύνης της γυναίκας του ο Αβραάμ υποφέρει
πολύ από έλλειψη έρωτα. Βλέποντας και κατανοώντας την κατάσταση
η γυναίκα του, του λέει:
– Αβραάμ πάρε 5000 και πήγαινε στο μπουρδέλο.
Οπότε όλο χαρά ο Αβραάμ κατεβαίνει αμέσως στην αυλή για να φύγει.
Κατά σύμπτωση συναντά έξω τη γειτόνισσα.
– Πολύ χαρούμενος είσαι Αβραάμ, τι συμβαίνει?
– Να η γυναίκα μου επειδή είναι έγκυος μου έδωσε ένα πεντοχίλιαρο για να
πάω στο μπουρδέλο για ξεχαρμάνιασμα.
– Τι λες βρε Αβραάμ, να φύγει το χρήμα από τη γειτονιά μας? Δεν το δίνεις
σε μένα και θα σ’εξυπηρετήσω εγώ. Τι διάολο γείτονες είμαστε.
Μόλις γύρισε στο σπίτι ο Αβραάμ το ρωτάει η γυναίκα του πως τα πήγε.
– Το και το. Βρήκα τη γειτόνισσα τη Σάρα και μ’εξυπηρέτησε αυτή.
– Βρε την πουτάνα, ξεφώνισε η γυναίκα του, όταν ήταν έγκυος αυτή,
τον Μωυσή τον εξυπηρετούσα τζάμπα…

15) Ητανε κάποτε ένας σε μια στάση λεωφορείων και περίμενε, αλλά το λεωφορείο
αργούσε υπερβολικά. Κάποια στιγμή βαρέθηκε οπότε σήκωσε το χέρι του και
σταμάτησε ένα ταξί.
Μπαίνει μέσα και ο ταξιτζής τον ρωτά:
-Που πάμε?
-Κηφισίας, του απαντά ο επιβάτης.
-Σε τι ύψος, ρωτά ο ταξιτζής.
-Ελα, κόψε τις μαλακίες και πήγαινε κανονικά από το δρόμο.

16)Δυο φυλακισμένοι σε ένα κελί των φυλακών Κορυδαλού, συζητάνε:
-Και στο είπα, ρε ηλίθιε, να μην τυπώσουμε παράνομα εφτακοσάρικα.

17)Πως καπνίζουνε οι πόντιοι τα τσιγάρα BF?
Αφιλτρα.

18)Θέλανε οι ξανθιές να αποδείξουνε ότι δεν είναι χαζές, οπότε μαζευτήκανε στο
ΣΕΦ (όσες χωρούσανε) και βρήκανε και κάποιους επιστήμονες για κριτές.
Παίρνουν οι κριτές μια τυχαία ξανθιά από το κοινό και άρχισαν τις ερωτήσεις.
-Πείτε μας, δεσποινίς πόσο κάνει οχτώ και επτά?
-Δώδεκα, απαντά μετά από λίγη σκέψη.
Αρχίζουν οι υπόλοιπες ξανθιές να φωνάζουν:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία…
Οι κριτές για να μη φανούν κακοί την ξαναρωτάνε:
-Παρακαλώ πείτε μας, πόσο κάνει έξι και έξι?
-Εντεκα ,απαντά η ξανθιά.
Αρχίζει πάλι το κοινό:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία…
Οι κριτές τελικά το παραβλέπουν και ρωτούν για τελευταία φορά:
-Πείτε μας πόσο κάνει τρία και ένα?
Νεκρική ησυχία στο κοινό από την αγωνία, η ξανθιά να τρέμει, οπότε όλο αμφιβολία
απαντά:
-Μήπως τέσσερα?
Και αρχίζουν να φωνάζουν από το κοινό:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία….

19) Ητανε δυο γνωστοί που μένανε σε ένα προάστιο μίας πόλης και η δουλειά και
των δύο ήτανε στο κέντρο της. Κάθε πρωί έπαιρναν το αυτοκίνητο τους και πήγαιναν
στη δουλειά τους. Κάποια περίοδο έπρεπε του ενός το αυτοκίνητο να μείνει στο
συνεργείο, για λίγες μέρες οπότε προσφέρθηκε ο άλλος να τον πηγαίνει στη δουλειά
του. Το πρώτο πρωί ενώ πηγαίνουν στη δουλειά τους, σε μια απότομη στροφή που
είχε γκρεμό από κάτω ,πετάγεται ο συνοδηγός και λέει στα πεταχτά «κιχ-κιχ». Ο
οδηγός το άκουσε αλλά δεν έδωσε σημασία. Στο γυρισμό το μεσημέρι ενώ περνούσαν
από την ίδια στροφή, πετάγεται πάλι ο συνοδηγός και λέει πάλι «κιχ-κιχ». Αυτή τη
φορά ο οδηγός δεν άντεξε και τον ρώτησε γιατί το κάνει αυτό.
-Να μωρέ, του απαντά ο άλλος ,τις προάλλες περνούσε από εδώ ένας ξάδερφος μου
και του έφυγε το αυτοκίνητο και πήγε στον γκρεμό και γίναν όλα τόσο γρήγορα που
ούτε κιχ δεν πρόλαβε να κάνει.

20)Δυο ποντικάκια συζητούν:
-Ασε ρε, εχτές το βράδυ μου κλέψανε το CD του Σφακιανάκη.
-Και μένα μου κλέψανε δυο κιλά φασόλια.
Εκείνη την ώρα περνούσε ένα τρίτο ποντικάκι και τραγουδούσε:
-Ο αετός πεθαίνει στον αέρααα, πριτςς πριτςς.

21)Ο Τοτός κάνει πάρτι στο σπίτι του για τα γενέθλια του. Η μητέρα του είναι
στην κουζίνα και ετοιμάζει λιχουδιές για τα παιδιά. Εκείνη την ώρα έρχεται ο
πατέρας του Τοτού από τη δουλειά και λέει στη γυναίκα του.
-Γυναίκα έχω ορμές και θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα αμέσως.
-Μα αντρούλη, έχουμε πάρτι, καλεσμένους και θα γίνουμε ρεζίλι.
-Δεν αντέχω ούτε λεπτό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βολέψουμε.
-Δηλαδή σαν τι?
-Να, εσύ θα κοπείς λίγο με το μαχαίρι, θα σπάσουμε και ένα πιάτο και θα πούμε
ότι έσπασε ένα πιάτο και κόπηκες όταν μάζευες τα σπασμένα και ότι θα πάμε πάνω
για να στο δέσω.
Πράγματι κόβεται λίγο η μητέρα του Τοτού, πετάνε και ένα πιάτο κάτω για να
σπάσει. Ακούει ο Τοτός το θόρυβο και τρέχει στην κουζίνα.
-Τι έγινε?
-Τίποτα σημαντικό, απαντάει ο πατέρας του, έσπασε ένα πιάτο η μαμά σου και
κόπηκε όταν τα μάζευε και θα πάμε πάνω να το δέσουμε.
-Καλά, λέει ο Τοτός και ξαναγυρίζει στους φίλους του, ενώ οι γονείς του πήγανε
επάνω.
Η ώρα περνούσε, οπότε ο Τοτός ανησύχησε και πήγε επάνω να τι γίνεται. Περνώντας
έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών άκουσε βογκητά. Σκύβει και βλέπει τους
γονείς του να κάνουν έρωτα. Αμέσως αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρος, κατεβαίνει
με τα τέσσερα τα σκαλοπάτια, τρέχει κλείνει τη μουσική και γυρίζει προς τους
φίλους του και τους λέει:
-Μην τολμήσει κανένας να σπάσει πιάτο γιατί θα τον γαμήσει ο πατέρας μου.

22)Στο σχολείο του Τοτού η δασκάλα τους έχει βάλει για εργασία να σκεφτούν μια
παροιμία και να προσπαθήσουν να την παραστήσουν. Ο Τοτός, ως συνήθως δεν έχει
κάνει τίποτα αλλά προσπαθούσε να σκεφτεί κάτι εκείνη την ώρα. Οταν ήρθε η σειρά
του, του λέει η δασκάλα του:
-Τοτέ δείξε μας την παροιμία σου και εμείς θα προσπαθήσουμε να την βρούμε.
Σηκώνεται πάνω ο Τοτός βγάζει ένα δεκάρικο από την τσέπη του, βγάζει και την
τσίχλα από το στόμα του, τη βάζει πάνω στο δεκάρικο και τα πετάει στο ταβάνι,
οπότε και κολλάνε εκεί. Μετά πιάνει με το ένα χέρι του τα γεννητικά του όργανα
κάνει με το άλλο χέρι σαν να είναι ζητιάνος και κοιτάει συνεχώς προς το
δεκάρικο. Το βλέπει η δασκάλα του και βάζει τις φωνές.
-Αύριο Τοτέ θα έρθεις με τη μαμά σου στο σχολείο.
-Μα γιατί κυρία, η παροιμία λέει «Κάλιο τρία και στο χέρι παρά δέκα και
καρτέρι».

23)Είναι ο Τοτός με την αδερφή του.
-Ελένη, να σου πιάσω λίγο το χέρι?
-Αν και μου φαίνεται παράξενο ορίστε, του απαντά η αδερφή του.
-Ελένη να σου πιάσω λίγο τον ποπό?
-Τοτέ τι πράγματα είναι αυτά?
-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.
-Καλά εντάξει.
Μετά από λίγο.
-Ελένη να σου πιάσω το βυζί?
-Τοτέ σα δε ντρέπεσαι.
-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.
-Καλά εντάξει.
-Ελένη να κάνουμε έρωτα?
-Τοτέ θα το πω στη μαμά.
-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.
-Καλά εντάξει.
Αφού τελειώνουν, γυρίζει η Ελένη και λέει στον Τοτό:
-Τελικά είσαι πιο καλός από τον μπαμπά.
-Και εσύ πιο καλή από τη μαμά, της απαντά ο Τοτός.

24)Ταξίδευε κάποιος με ένα Autobianci στην εθνική και κάποια στιγμή του μένει
τελείως. Ο άνθρωπος τα έβαλε με την τύχη του γι?αυτό που έπαθε. Εκείνη την ώρα
περνούσε κάποιος με μια BMW και βλέπει την όλη κατάσταση.
-Φιλάρα μπορώ να σε τραβήξω μέχρι την επόμενη πόλη. Θα σε δέσω με ένα σχοινί,
εσύ μπες στο δικό σου και άμα τρέχω ή κάτι δεν πάει καλά κόρναρε μου.
Δένουν τα δυο αυτοκίνητα και ξεκινάνε. Η BMW να πηγαίνει το πολύ με σαράντα
χιλιόμετρα και ο άλλος από πίσω να είναι αραχτός με το τσιγάρο, χαζεύει το
τοπίο.
Κάποια στιγμή δίπλα στην BMW έρχεται ένας με μια Mercedes και κάνει στον οδηγό
της BMW:
-Χαιρετώ το χελωνάκι της εθνικής, και το σανιδώνει.
Τα παίρνει στο κρανίο ο οδηγός της BMW και καρφώνει το πόδι του στο γκάζι.
Τελικά καταλήγουν τα δυο αυτοκίνητα να κάνουν άγρια κόντρα, τρέχοντας γύρω στα
διακοσαπενήντα χιλιόμετρα την ώρα. Ο άλλος από πίσω να κορνάρει απεγνωσμένα αλλά
ο οδηγός της BMW είναι τόσο απορροφημένος με την κόντρα που τον έχει ξεχάσει
τελείως.
Πιο κάτω είναι ένα περιπολικό της τροχαίας, βλέπει να περνούν, σαν σίφουνες τα
τρία αυτοκίνητα και τρέχει να δώσει αναφορά στον ασύρματο.
-Εδώ όχημα 326, μόλις είδα κάτι τελείως τρελό.
-Τι πράγμα εννοείς?
-Μόλις πέρασαν μια BMW και μια Mercedes τρέχοντας με 250 χιλιόμετρα.
-Και που το παράξενο, τον ρωτάνε από τον ασύρματο.
-Από πίσω σε απόσταση ενός μέτρου έτρεχε και ένα Autobianci με 250 χιλιόμετρα
και κόρναρε, κιόλας, για να προσπεράσει.

25)Είναι δυο φίλοι και κάνουν εκδρομή με το αυτοκίνητο κάπου στην επαρχία. Σε
λίγο βλέπουν ένα κοπάδι από πρόβατα.
-Πόσα να είναι άραγε, λέει ο συνοδηγός.
-διακοσιατριανταέξι, απαντά ο οδηγός.
Κατεβαίνει ο συνοδηγός να πάει να ρωτήσει το βοσκό και πράγματι τα πρόβατα είναι
τόσα. Λίγο πιο κάτω βλέπουν ένα άλλο κοπάδι.
-Πόσα είναι αυτά, λέει ο συνοδηγός.
-Τριακόσιαδωδεκα, απαντά αμέσως ο οδηγός.
Κατεβαίνει ο συνοδηγός και πάει και ρωτάει το βοσκό και όντως τα πρόβατα είναι
τόσα. Γυρίζει στο αυτοκίνητο και όλο περιέργεια ρωτά τον οδηγό.
-Πως ξέρεις πόσα είναι κάθε φορά, μετράς τα κεφάλια?
-Υπάρχει και ποιο εύκολος τρόπος, απλά μετράω τα πόδια και διαιρώ δια τέσσερα.

26)Είναι η ώρα της ζωγραφικής και η δασκάλα λέει στα παιδιά να
ζωγραφίσουν ό,τι θέλουν. Περνάει η ώρα, τελειώνουν τα παιδιά και η
δασκάλα μαζεύει τις ζωγραφιές τους, τις κοιτάζει και σταματάει
έκπληκτη στη καταπληκτική ζωγραφιά του Ταμτάκου. Αμέσως τον
φωνάζει και του λέει να έρθει την επόμενη μέρα με τον πατέρα του.
Την επόμενη μέρα…
-Καλημέρα σας κυρά ντασκάλα.Το ξέρω ό,τι και να μου πείτε έκετε
ντίκιο. Το έχω σπάσει στο ξύλο το κωλόπαιντο, αλλά τίποτα.
-Μα τι είναι αυτά που μου λέτε…
-Μα σας παρακαλώ, ντε ξέρω εγώ το παιντί που έχω? Να το σπάσετε
κι εσείς στο ξύλο το κωλόπαιντο μπας και βάλει μυαλό.
-Τι λέτε τώρα? Να δείρω το παιδί σας που ζωγράφισε ένα φανταστικό
τοπίο? Πρόκειται για μεγάλο ταλέντο και πρέπει να το βοηθήσετε.
-Α γι`αυτό μιλάς καλέ ντασκάλα. Αυτό ντε είναι τίποτα. Προχτές το
κωλόπαιντο ζωγκράφισε ένα μουνί στον τοίχο της γκειτονειάς μας και
σπάσαμε όλοι τ`αρχίντια μας.

27)Ήταν ένας ξεβουλωτής βόθρων μαζί με τον μαθητευόμενο βοηθό του και πήγαν στο
σπίτι μιας κυρίας, της οποίας η μπανιέρα είχε γεμίσει σκατά και έπρεπε με λίγα
λόγια να ξεβουλώσουν την μπανιέρα να φύγουν τα σκατά.
Πάει λοιπόν εκεί ο μάστορας και πλούτς! βουτάει μέσα στην μπανιέρα με τα σκατά.
Μετά από λίγο βγαίνει και λέει στο βοηθό του:
-Βοηθέ κατσαβίδι.
Του δίνει λοιπόν ο βοηθός το κατσαβίδι και ξανά πλάτς! ο μάστορας στα σκατά.
Βγαίνει μετά από λίγο και:
-Βοηθέ την πένσα.
Του δίνει ο βοηθός την πένσα…και τέλος πάντων μετά από πολλές βουτιές και
γεμάτος σκατά ο μάστορας βγαίνει και λέει στον βοηθό του:
-Αντε ρε βλάκα, κοίτα να μαθαίνεις γιατί αλλιώς μια ζωή βοηθός θα μείνεις…

28) Περί γυναικείας ψυχρότητας.

Είναι ένα ζευγάρι που ζει σε κάποιο χωριό, μακριά από την πόλη. Το ζευγάρι δεν
μπορεί να κάνει έρωτα γιατί η γυναίκα δεν τη βρίσκει με τίποτα και την ώρα που
κάνουν έρωτα διαβάζει εφημερίδα, καπνίζει και άλλα συναφή.
Μια μέρα του τη δίνει του άνδρα με την κατάσταση αυτή και λέει λοιπόν στη
γυναίκα, «Γυναίκα, αύριο θα πάμε στην πόλη σε μια κλινική να σ’εξετάσουν
γιατί δεν είναι κατάσταση αυτή.»
Η γυναίκα λοιπόν συμφωνεί και την άλλη μέρα φτάνουν στη πόλη και πηγαίνουν
στην κλινική. Περιμένοντας στην ρεσεψιόν της κλινικής βλέπουν κάτι τύπους με
άσπρα σακάκια και άσπρα παντελόνια.
Ο άνδρας πλησιάζει έναν απ’αυτούς και του λέει, «Γιατρέ μου η γυναίκα μου έχει
αυτό κι αυτό το πρόβλημα και μπλα, μπλα….
-Ελάτε μέσα στο δωμάτιο δεξιά να σας εξετάσουμε, λέει ο ένας στη γυναίκα.
Αυτή μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και ο άνδρας της περιμένει στη ρεσεψιόν.
Αμέσως ο γιατρός με αποφασιστικές κινήσεις βάζει τη γυναίκα να ξαπλώσει, της
βγάζει τα ρούχα και αρχίζει να την πηδάει. Αυτή αδιάφορα παίρνει ένα περιοδικό
και αρχίζει να το διαβάζει.
Ο γιατρός τελειώνει την «εξέταση» και σαστίζει με την αδιαφορία της γυναίκας.
Φωνάζει κάποιον απ’έξω, «Ρε συ Μιχάλη έλα να δεις μια περίπτωση». Μόλις μπαίνει
μέσα αυτός του εξηγεί και μη χάνοντας χρόνο αρχίζει να πηδάει κι αυτός.
Η γυναίκα αδιαφορώντας για ότι γίνεται καπνίζει ένα τσιγάρο.
Τελειώνει και ο Μιχάλης με την «εξέταση» αλλά η γυναίκα αδιάφορη.
-Ρε δε φωνάζουμε τον Μάρκο που έχει ένα πουλί σαν του γαϊδάρου, μήπως αυτός
καταφέρει κάτι?
Τον φωνάζουν λοιπόν, ρίχνει κι ο Μάρκος μια από τα ίδια, αλλά η γυναίκα τίποτα
Τέλος εξαντλημένοι βγαίνουν απ’το δωμάτιο και βλέποντάς τους ο άνδρας της
γυναίκας τους ρωτάει για τ’αποτελέσματα της εξέτασης. Κι αυτοί του λένε,
-Η γυναίκα σας έχει σοβαρό πρόβλημα, πρέπει να τη δει ένας γιατρός!
-Γιατί, εσείς τι είσαστε? ρωτάει ο άνδρας.
-Εμείς εδώ βάφουμε. Ελαιοχρωματιστές είμαστε….

29) Μικροβιολογικό τεστ.
Η κυρία Τουλουμπουκίδου Κατερίνα πηγαίνει στον μικροβιολόγο στις 8 το πρωί για
εξετάσεις. Ο γιατρός της παίρνει το αίμα και σημειώνει στο μπουκαλάκι τ’όνομά
της.
Κατά το μεσημέρι μια άλλη κυρία Τουλουμπουκίδου Κατερίνα πηγαίνει επίσης για
εξετάσεις αίματος. Ο γιατρός της παίρνει αίμα και σημειώνει τ’όνομά της στο
καινούργιο μπουκαλάκι.
Το απόγευμα βλέπει ότι στο ένα μπουκαλάκι το αποτέλεσμα είναι ζάχαρο 500 και στο
άλλο το αποτέλεσμα είναι AIDS.
Το δίλημμα μεγάλο, ποια είναι ποια?
Την άλλη μέρα ο σύζυγος της μιας πηγαίνει να πάρει τ’αποτελέσματα και ο
γιατρός του λέει:
-Ξέρετε, κύριε Τουλουμπουκίδη, η κατάσταση είναι λίγο περίπλοκη. Το μόνο που
μπορείτε να κάνετε είναι να πάρετε ένα ταψί μπακλαβά να το πάτε σπίτι και να
τα?σετε τη γυναίκα σας. Εάν δεν πεθάνει, μη την ξαναγαμήσετε…

30)Ητανε μια οικογένεια που ήθελε να πάρει κατοικίδιο για το σπίτι. Πάει λοιπόν
η γυναίκα σε ένα μαγαζί με ζώα για να διαλέξει. Είδε έναν ωραίο πολύχρωμο
παπαγάλο και της άρεσε πολύ.
-Αυτό θέλω, λέει στον καταστηματάρχη.
-Ξέρετε αυτός πριν ήταν σε μπουρδέλο και γιαυτό βρίζει πολύ, της απαντάει.
-Δεν με νοιάζει, τον θέλω.
Τον αγοράζει λοιπόν και τον πάει στο σπίτι. Μόλις βγάζει την κουκούλα από το
κλουβί, ο παπαγάλος λέει:
-Καινούργιο μπουρδέλο, καινούργιο μπουρδέλο…
Μόλις γυρίζει και βλέπει την γυναίκα λέει:
-Καινούργια τσατσά, καινούργια τσατσά…
Εκείνη την ώρα μπαίνει η θυγατέρα της οικογενείας και μόλις τη βλέπει ο
παπαγάλος λέει:
-Καινούργια πουτάνα, καινούργια πουτάνα…
Αυτή τη στιγμή που συμβαίνουν αυτά γυρίζει και ο πατέρας από τη δουλειά. Μόλις
τον βλέπει ο παπαγάλος λέει:
-Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε πουτάνα, αλλά ο κύριος Νικολάκης
παραμένει τακτικός πελάτης.

31)Ητανε κάποτε ένας κυνηγός αρκούδων και πάει στο δάσος να κυνηγήσει. Βλέπει
πίσω από έναν θάμνο το πόδι μιας αρκούδας. Βγάζει την καραμπίνα, σημαδεύει και
αρχίζει να πυροβολά συνεχώς μέχρι να αδειάσει το όπλο. Μετά κοιτά για πτώμα
αρκούδας αλλά τίποτα. Ξάφνου κάτι του χτυπά την πλάτη, γυρίζει και βλέπει την
αρκούδα που του λέει:
-Γιαυτό που έκανες θα μου πάρεις πίπα αλλιώς θα σε σκοτώσω.
Τι να κάνει ο άνθρωπος, το έκανε και έφυγε νευριασμένος, ορκιζόμενος ότι θα
εκδικηθεί. Την άλλη μέρα ξαναπήγε, στο ίδιο μέρος, κουβαλώντας αυτή τη φορά
πολυβόλο. Πίσω από ένα θάμνο βλέπει το αυτί της αρκούδας, βγάζει το πολυβόλο και
αρχίζει να ρίχνει μέχρι που άδειασε η γεμιστήρα. Κοιτά για πτώμα αρκούδας αλλά
δυστυχώς τίποτα. Ξάφνου του χτυπά πάλι την πλάτη, γυρίζει και βλέπει πάλι την
αρκούδα που του λέει αυτή τη φορά:
-Επειδή ξαναπροσπάθησες να με σκοτώσεις αυτή τη φορά θα στήσεις κώλο αλλιώς θα
σε πετσοκόψω.
Τι να κάνει ο άνθρωπος το κάνει και φεύγει, πραγματικά νευριασμένος, απειλώντας
την αρκούδα ότι κάποτε θα καταφέρει να την σκοτώσει. Την άλλη μέρα έρχεται με
ένα μπαζούκα και ψάχνει την αρκούδα. Πίσω από κάτι φυτά διακρίνει το περίγραμμα
της, οπότε σημαδεύει και ΜΠΑΜ. Σίγουρος πλέον ότι την σκότωσε ψάχνει για το
πτώμα της, αλλά τίποτα. Γυρίζει όλο τρόμο πίσω του και βλέπει την γνωστή
αρκούδα, που του λέει:
-Εχω την υποψία ότι δεν έρχεσαι στο δάσος για να κυνηγήσεις, αλλά για κάτι
άλλο!!!

32)Σε μια κουκέτα τρένου ταξιδεύουν δυο άγνωστοι και κάποια στιγμή ο κάτω λέει
στον πάνω:
-Ρε φιλάρα, επειδή η γυναίκα μου δεν βρήκε κρεβάτι, γίνεται να την φέρω να
κοιμηθεί εδώ μαζί μου?
Ο πάνω λίγο από ντροπή, λίγο από φιλότιμο τελικά δέχτηκε. Ομως κάποια στιγμή το
βράδυ η γυναίκα του κάτω είχε όρεξη για «τρελίτσες» και άρχισε να τρίβεται στον
άντρα της.
-Τι κάνεις, ρε γυναίκα, δεν είμαστε μόνοι μας, ντροπή πάει.
-Μα σε θέλω πάρα πολύ.
Λίγο-λίγο τον έψησε, γδυθήκανε και αρχίσανε το σεξ. Ο πάνω τους άκουσε αλλά
ντρεπόταν να μιλήσει και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Οι κάτω όμως ενώ κάνανε σεξ
μιλούσανε κιόλας.
-Τι κάνουμε γυναίκα τώρα?
-Ετοιμάζουμε το γιο μας άντρα μου.
-Και τι θα τον κάνουμε άμα μεγαλώσει?
-Οικοδόμο να τον κάνουμε, επιβήτορα μου.
-Οχι, δεν θα τον κάνουμε οικοδόμο.
-Και τι θα τον κάνουμε, άντρα μου?
-Θα τον κάνουμε επιστήμονα, ναι επιστήμονα, επιστήμονα, και κόντευε να
τελειώσει.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκτροχιάζεται το τρένο, τουμπάρει η κουκέτα, πέφτουν
όλοι κάτω και τελικά βρίσκονται και οι τρεις μαζί στο πάτωμα, μαζί με ρούχα,
στρώματα, κτλ. Σηκώνεται ο πάνω και λέει στο ζευγάρι:
-Ορίστε το σουτιέν της γυναίκας σας, ξεκρεμώντας το από τον ώμο του, ορίστε και
το μποξεράκι σας, τινάζοντας το από το πόδι του, και τέλος πάρτε και τον
επιστήμονα σας, σκουπίζοντας το πρόσωπο του.

33)Ενας κρητικός από ένα χωριό κάπου στον Ψηλορείτη, ταξιδεύει πρώτη φορά με
καράβι, για την Αθήνα. Το καράβι όμως κουνάει αρκετά και ο κρητικός ως
ασυνήθιστος που είναι, τον πειράζει πολύ. Κατά τα μεσάνυχτα, δεν αντέχει και
πάει και βρίσκει τον καπετάνιο.
-Καπετάνιε, το καράβι κουνεί και θέλω να κατεβώ.
-Τι πράγμα, τον ρωτά ο καπετάνιος όλο απορία.
-Θέλω να κατέβω εδώ, γιατί δεν μπορώ άλλο.
-Τρελός είσαι, είμαστε μες στη μέση της θάλασσας.
-Ε, πήγαινε τότε το καράβι από ένα δρόμο που να μην έχει λακκούβες
Κόκαλο ο καπετάνιος….

34)Ηταν ένας αράπης και ήθελε να κάνει έρωτα, οπότε σκέφτηκε να πάει σε ένα
μπουρδέλο. Μπαίνει σε ένα αλλά η τσατσά του λέει:
-Δεν γίνεται να σας δεχτώ γιατί είστε αράπης.
-Μήπως είστε ρατσιστές?
-Όχι αλλά εσείς οι μαύροι την έχετε πολύ μεγάλη και όπως τα κορίτσια έχουν
συνηθίσει στις μικρές, θα έχουν πρόβλημα.
-Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους μαύρους, την έχω μικρή.
-Όχι, όχι ,λυπάμαι δεν γίνεται.
Το ίδιο έγινε σε δυο-τρία μπουρδέλα, οπότε πάει και στο τελευταίο της περιοχής
με την ελπίδα ότι θα τον δεχτούν. Η τσατσά όμως του λέει πάλι:
-Λυπάμαι δεν γίνεται γιατί εσείς οι μαύροι την έχετε πολύ μεγάλη και όπως τα
κορίτσια έχουν συνηθίσει στις μικρές, θα έχουν πρόβλημα.
-Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους μαύρους, την έχω μικρή.
-Όχι, όχι ,λυπάμαι δεν γίνεται.
-Σας παρακαλώ πολύ μη με διώξετε και εσείς όπως οι άλλοι.
-Καλά κομμάτια να γίνει, αφού λες κιόλας ότι την έχεις μικρή, αλλά θα μπεις μέσα
μόνο για μια πίπα.
-Ασε, άμα είναι για πίπα την κάνω και μόνος μου.

35)Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κρεοπωλείο.
Ανοίγουν λοιπόν το μαγαζί και περιμένουν την πελατεία.
Λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:
-Ρε συ Κωστίκα, Δε θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια προπόνηση για να δούμε πως θα
μιλάμε στους πελάτες?
-Δίκιο έχεις ,απαντάει ο Κωστίκας.
-Ακου τι θα κάνουμε, εσύ θα βγεις έξω και θα ξαναμπείς για να παραγγείλεις σαν
να είσαι πελάτης, εντάξει?
-Εντάξει, απαντά ο Κωστίκας και βγαίνει έξω.
Ξαναμπαίνει μετά από δυο λεπτά και λέει:
-Καλημέρα.
-Καλημέρα, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω?
-Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα, απαντά ο Κωστίκας.
-Τι πορτοκαλάδα ρε βλάκα, κρεοπωλείο είμαστε όχι καφενείο. Βγες έξω και
ξαναδοκίμασε.
Πράγματι βγαίνει έξω και ξαναμπαίνει.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα σας, τι θα θέλατε?
-Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα.
Ο Γιωρίκας σταλμένος τελείως αρχίζει να τον βρίζει.
-Τι λες, μωρέ πανηλίθιε, βλάκα τόσο κόπανος είσαι? Δεν γίνεται έτσι δουλειά,
λοιπόν θα κάνεις εσύ τον καταστηματάρχη και εγώ τον πελάτη.
Βγαίνει έξω ο Γιωρίκας και ξαναμπαίνει μετά από λίγο.
-Καλημέρα σας, θα ήθελα μισό κιλό κιμά.
-Τα μπουκάλια τα έφερες?

36)Τρεις φίλοι κυνηγοί συζητούν. Λέει ο ένας:
-Μια φορά πήγα στη ζούγκλα και σκότωσα ένα λιοντάρι, οχτώ μέτρων μήκους και δυο
πλάτους.
-Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο δεύτερος, εγώ κάποτε στην Αφρική σκότωσα έναν
ελέφαντα δέκα μέτρων ύψους και βάρους εξήντα τόνων.
Οπότε γυρίζει και ο τρίτος και τους λέει:
-Ρε παιδιά την Νεκρά Θάλασσα την ξέρετε, λοιπόν εγώ την σκότωσα.

37)Ένας τύπος έχει έντονο πρόβλημα με αιμορρο?δες και παρόλο που έχει επισκεφτεί
πολλούς γιατρούς θεραπεία δεν βλέπει, οπότε αποφασίζει να πάει σε έναν που ξέρει
γιατροσόφια να του πει το πρόβλημα του.
-Φίλε μου είναι απλό, κάθε πρωί, θα βάζεις στον πρωκτό σου το κατακάθι από τον
καφέ που πίνεις, για είκοσι μέρες και μετά θα είσαι περδίκι.
Οι είκοσι μέρες περνάνε αλλά αποτέλεσμα κανένα και αποφασίζει να επισκεφτεί έναν
καινούργιο πρωκτολόγο. Πάει λοιπόν και του λέει το πρόβλημα του και αυτός τον
βάζει να σκύψει για να τον εξετάσει.
-Χμ, χμ ,πωπώ, τέλοσπάντων.
-Γιατρέ μου πείτε μου είναι τόσο σοβαρό?
-Όχι, αλλά βλέπω ότι μεγάλο δρόμο θα διαβείς και στεφάνι θα φορέσεις.

38)Ένας νεαρός που πρόκειται να παντρευτεί συζητά με τον πατέρα του.
-Πατέρα, τι θα κάνω την πρώτη νύχτα του γάμου?
-Θα πάρεις αυτό που έπαιζες, όταν ήσουν μικρός και θα το βάλεις εκεί που κατουρά
η γυναίκα σου.
Ο νέος όμως παρερμήνευσε και την πρώτη νύχτα του γάμου, έβαλε την μπάλα μπάσκετ
στη λεκάνη της τουαλέτας.

39)Μπαίνει ένας πιτσιρικάς μέσα στην τουαλέτα και βλέπει τον πατέρα του να βάζει
ένα προφυλακτικό.
-Ρε πατέρα, τι κάνεις εκεί?
-Υπάρχει ένα ποντίκι, εδώ μέσα και φτιάχνω μια παγίδα, για να το πιάσω.
-Δηλαδή θες να το πιάσεις για να το γαμήσεις?

40)Είναι ο Τοτός στο σχολείο και η δασκάλα τους μαθαίνει την αλφαβήτα.
-Παιδιά μου για κάθε γράμμα θα μου λέτε μια λέξη που ξεκινά από το γράμμα αυτό.
Πείτε μου για το άλφα.
Πετάγεται η Αννούλα και λέει «αχλάδι».
-Μπράβο παιδί μου.
Φτάνουν στο γράμμα «Μ» οπότε πετάγεται ο Τοτός και λέει τη λέξη
«μουνί».Τσατίζεται η δασκάλα και του λέει:
-Για τιμωρία Τοτέ γιαυτό που είπες, θα σηκωθείς και θα γράψεις στον πίνακα
χίλιες φορές τη λέξη που είπες και μετά θα τις σβήσεις με τη γλώσσα σου. Τι να
κάνει ο Τοτός το κάνει, οπότε καταλήγει να έχει ένα μελανιασμένο πρόσωπο από την
προσπάθεια και μια γλώσσα κάτασπρη από την κιμωλία. Γυρίζει σπίτι του, τον
βλέπει ο πατέρας του και τον ρωτά:
-Πως είσαι έτσι, τι έπαθες?
-Άσε με ρε πατέρα και εσύ άμα είχες γλύψει χίλια μουνιά το ίδιο θα πάθαινες

41)Η Παρθένα πηγαίνει στη φίλη της να πιουν καφεδάκι και πάνω στην
κουβέντα της εκμυστηρεύεται ότι η σεξουαλική της ζωή έχει
καταντήσει φοβερά ανιαρή σε τέτοιο σημείο, ώστε με τον άνδρα της
έχουν πάψει πια να κάνουν έρωτα. Η φίλη της τη συμβουλεύει να
δοκιμάσει το 69 και της αναλύει πως ακριβώς θα το κάνουν. Η Παρθένα
λοιπόν φεύγει και τρέχει γεμάτη χαρά στον άνδρα της.
-Κωστίκα μου γδύσου γρήγορα κι έλα στο κρεβάτι να σου δείξω ένα
καινούργιο κόλπο στον έρωτα.
-Σοβαρά μιλάς ρε γυναίκα? Και τι κόλπο είναι αυτό?
-Το λένε 69 και πρέπει να στηθούμε έτσι κι έτσι… και θα σου λέω
εγώ τι ακριβώς πρέπει να κάνεις.
Ξαπλώνουν λοιπόν όλο χαρά και προσμονή στο κρεβάτι και
ετοιμάζονται.
Πάει να ξεκινήσει ο Κωστίκας όμως ξεφεύγει της Παρθένας μια
κλανιά. Εκπλήσσεται εκείνος, αλλά δεν της λέει τίποτα υποθέτοντας ότι
θα της ξέφυγε. Πάει λοιπόν να ξαναξεκινήσει όμως της ξεφεύγει της
Παρθένας δεύτερη κλανιά. Τότε εκνευρίζεται και της λέει:
-Παρθένα, τι να σου πω? Πολύ ωραίο το 69. Ρίξε λοιπόν και τις
άλλες 67 να τελειώνουμε…

42)Πως θα λεγόταν η Λάρισα, άμα είχε γύρω-γύρω θάλασσα? Βλαχονησίδα….

43)Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας βρίσκονται στο Βόρειο Πόλο και συζητάνε με έναν
εσκιμώο σε ένα ιγκλού.
-Δε μου λες ρε φίλε, εδώ έχετε άσπρες γυναίκες?
-Ναι έχουμε, του απαντά ο εσκιμώς.
-Μαύρες έχετε, ξαναρωτά ο Γιωρίκας.
-Έχουμε και λίγες μαύρες.
-Ασπρόμαυρες έχετε?
-Όχι είμαι σίγουρος ότι ασπρόμαυρες δεν έχουμε.
Οπότε γυρίζει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα και του λέει:
-Και στο είπα, ρε μαλάκα, ότι πιγκουίνους γαμούσαμε.

44)Μια μπανάνα, ένα αγγούρι και ένας πούτσος συζητάνε για τη ζωή τους. Μιλάει
πρώτη η μπανάνα.
-Εμένα μου βγάζουνε την πέτσα και μετά με ξεσκίζουνε με τα δόντια τους.
Πετάγεται το αγγούρι και λέει:
-Σιγά ρε φίλε το κακό. Εμένα με ξεφλουδίζουνε αλλά πριν με ξεσκίσουν με τα
δόντια τους, με κόβουνε και σε μικρά κομματάκια.
Τότε γυρίζει και ο πούτσος και τους λέει:
-Ρε παιδιά, εσείς περνάτε καλά και δεν πρέπει να παραπονιέστε. Εμένα μου βάζουνε
μια σακούλα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, μετά με χώνουνε σε μια μαύρη τρύπα και
με ταρακουνάνε μέχρι να κάνω εμετό.

45)Δυο άσπονδοι εχθροί τρακάρουν άσχημα με τα αυτοκίνητα τους, τα οποία γίναν
παλιοσίδερα, αλλά κανείς τους δεν έπαθε τίποτα. Βγαίνουν έξω από το αυτοκίνητα
και βλέπουν ο ένας τον άλλο, οπότε γυρίζει ο πρώτος και λέει:
-Παρόλο που τα αυτοκίνητα μας γίναν παλιοσίδερα, εμείς δεν πάθαμε τίποτα και
αυτό πρέπει να είναι ένα σημάδι από το θεό ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί
ειρηνικά.
-Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, απαντά ο δεύτερος.
-Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε, λέει ο πρώτος και φέρνει από το αυτοκίνητο του
δυο κουτάκια μπίρας που τυχαία δεν είχαν πάθει τίποτα. Δίνει το έναν στον πρώην
εχθρό του και λέει «άσπρο πάτο».
-Άσπρο πάτο, απαντά και ο άλλος και την κατεβάζει μονορούφι. Μόλις τελειώνει
βλέπει τον άλλο να μην έχει πιει ούτε γουλιά, οπότε τον ρωτά «εσύ δεν θα πιεις?»
-Όχι, λέω να περιμένω να έρθει η αστυνομία πρώτα.

46)Σε ένα πάρτι εργένηδων έχουν φέρει μερικές στιπτηζέζ , έσβησαν τα φώτα και
το έχουν ρίξει στην παρτούζα. Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή:
-Να οργανωθούμε ρε παιδιά, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία και συνεχίζουν.
Μετά από λίγο η ίδια φωνή, ακούγεται να λέει:
-Ρε παιδιά σας είπα να οργανωθούμε, αλλά και πάλι τον γράψανε.
Σηκώνεται τότε αυτός και πάει και ανάβει τα φώτα, σταματάνε όλοι και γυρίζουν
και τον κοιτάνε.
-Σας είπα να οργανωθούμε ρε παιδιά, έχω φάει πέντε και δεν έχω ρίξει καμία.

47)Ένας γιος πάει τον πατέρα του σε ένα γιατρό, γιατί δεν νοιώθει καλά. Ο
γιατρός κάνει τη διάγνωση και τους λέει ότι έχει καρκίνο και θα πεθάνει σε ένα
μήνα. Καθώς γυρίζανε ο πατέρας ήθελε να πάει σε ένα μπαράκι για να μεθύσει και ο
γιος δεν του χάλασε το χατίρι. Εκεί βρήκε κάποιους κολλητούς του και άρχισε να
τους λέει ότι σε ένα μήνα θα πεθάνει γιατί έχει AIDS. Κάποια στιγμή ο γιος
ξεμοναχιάζει τον πατέρα του και τον ρώτα:
-Γιατί τους λες ότι έχεις AIDS και όχι καρκίνο?
-Γιατί, ρε ηλίθιε, δεν θέλω να γαμάνε τη μάνα σου όταν εγώ πεθάνω.

48)Είναι αποκριές και στο σχολείο όλα τα παιδιά έχουν ντυθεί από κάτι και η
δασκάλα ρωτά ένα-ένα τα παιδάκια τι έχουν ντυθεί. Σηκώνει το χέρι της η Αννούλα
και λέει:
-Εγώ κυρία έχω ντυθεί γατούλα, μιάου, μιάου.
-Μπράβο Αννούλα, της απαντά η δασκάλα.
Σηκώνει το χέρι του ο Γιωργάκης και λέει:
-Εγώ κυρία έχω ντυθεί σκυλάκι, γαβ,γαβ.
-Μπράβο Γιωργάκη, του απαντά η δασκάλα.
Ο Τοτός που κάθεται στο τελευταίο θρανίο, σηκώνει και αυτός το χέρι του. Το
βλέπει η δασκάλα και του λέει:
-Σήκω Τοτέ να δούμε τι έχεις ντυθεί εσύ.
Σηκώνεται ο Τοτός και προς έκπληξη όλων είναι ολόγυμνος και έχει μια
οδοντογλυφίδα στο στόμα του, αλλά σαν να μη συμβαίνει τίποτα λέει:
-Εγώ κυρία έχω ντυθεί μεζεδάκι……

49)Ένας μεθυσμένος σε ένα μπαρ, ρωτά ένα σερβιτόρο:
-Ρε φιλάρα, εκείνο εκεί το μαύρο τι είναι?
-Ηχείο, του απαντά ο σερβιτόρος.
-Σιγά ρε φίλε μην είναι και η Μυτιλήνη.

50)Τι λέει μια ξανθιά που σηκώνεται το πρωί πολύ κουρασμένη?
-Πάλι μπούτι δεν έκλεισα σήμερα

51)Ένας αλβανός πάει σε ένα περίπτερο και λέει του περιπτερά:
-Παγωτό κεράσι.
Του δίνει ο περιπτεράς ένα παγωτό κεράσι, οπότε ο αλβανός το παίρνει και φεύγει.
Πετάγεται ο περιπτεράς έξω φωνάζοντας:
-Που πας, δεν πλήρωσες.
-Το ξέρω, εγώ αύριο κεράσει.

52)Τι είπε η πρώτη γκόμενα του γνωστού Bill Gates?
-MICROSOFT (micro and soft)

53)Ένας πέφτει στη ζούγκλα και βλέπει έναν αράπη που του λέει:
-Άμα πιάσει γαμήσει.
Το βάζει στα πόδια ο φίλος μπας και ξεφύγει του αράπη, αλλά ο αράπης αρχίζει να
τρέχει ξωπίσω του. Κάποια στιγμή σκοντάφτει, πέφτει οπότε ο αράπης τον πιάνει
και του λέει:
-Αφού έπιασε θα γαμήσει, θέλεις με βαζελίνο ή χωρίς βαζελίνο?
Ο άλλος σκέφτηκε ότι αφού δεν γλυτώνει το γαμήσει τουλάχιστον να μην πονέσει
πολύ και του απαντά με βαζελίνο, οπότε γυρίζει ο αράπης και φωνάζει:
-Βαζελίνοοοο, έλα και εσύ εδώ.

54)Σε ένα αεροπλάνο που πετά πάνω από τον ωκεανό, είναι ένας έλληνας, ένας
γερμανός, ένας αμερικάνος και ένας αλβανός. Κάποια στιγμή ο πιλότος τους λέει
ότι χάλασε ο ένας κινητήρας και ότι για να φτάσουν στη στεριά πρέπει να πετάξουν
ότι περίσσιο έχουν. Ο αμερικάνος πετά δέκα hambuger λέγοντας στους άλλους ότι
στην πατρίδα του έχουν πολλά τέτοια. Ο γερμανός πετά ένα κασόνι μπύρες λέγοντας
ότι η χώρα του είναι γεμάτη τέτοια. Ο έλληνας πιάνει τον αλβανό και τον πετά
κάτω και βλέποντας τα απορημένα βλέμματα των υπολοίπων λέει:
-Μην ανησυχείτε, στη χώρα μας έχουμε πολλούς τέτοιους.

55)Η μητέρα του Τοτού μετά από πολλά κλάματα και παρακάλια πείθει τον Τοτό να
πάει στην εκκλησία μια και ήτανε κιόλας Μεγάλη Παρασκευή. «Δεν έχω να χάσω και
τίποτα» σκέφτεται ο Τοτός και ετοιμάζεται και πάει. Τη στιγμή που φτάνουν είναι
έτοιμοι να βγάλουν τον επιτάφιο, οπότε ο Τοτός πιάνει την κολυμπήθρα και
εκνευρισμένος λέει:
-Φτού να πάρει, μια φορά είπα να έρθω και εγώ και έπεσα σε μετακόμιση.

56)Ο Τοτός έχει αϋπνίες και τριγυρίζει το βράδυ στο διάδρομο. Η πόρτα της
κρεβατοκάμαρας των γονιών του είναι μισάνοιχτη και ο Τοτός σαν περίεργος που
είναι άρχισε να κοιτάει. Μετά από λίγο μονολογεί:
-Αυτό είναι αδικία, εμένα με πήγανε στον ψυχίατρο μόνο επειδή πιπίλαγα το
δάχτυλο μου.

57)Σε ένα δημοτικό σχολείο στη Λάρισα η δασκάλα μαθαίνει τα παιδιά τους μήνες
του χρόνου στα αγγλικά.
-Λοιπόν πιδιά μου η Ιανουάριος λέγεται Τζάνουαρη, η Φεβρουάρης λέγεται
Φέμπρουαρη, η Μαρτς μένει όπους είνι………

58)Κάποιος κάνει ώτο-στοπ αργά το βράδυ στην εθνική. Ένας φορτηγατζής σταματάει
και τον παίρνει. Αφού μιλάνε, μιλάνε, πηγαίνουν, πηγαίνουν και έχουν βαρεθεί,
κάνει έτσι το χέρι του ο φορτηγατζής και πιάνει από πίσω μια μαϊμού. Ο άλλος
παρακολουθεί έκπληκτος καθώς ο φορτηγατζής την αρχίζει στις σφαλιάρες για λίγη
ώρα και μετά την πιάνει από το λαιμό και της λέει «τσιμπούκι» και η μαϊμού
πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Μόλις τελειώνει γυρίζει προς τον τύπο και του
λέει:
-Μήπως θες και εσύ?
-Όχι, ευχαριστώ, του απαντά με μια σχεδόν ξεψυχισμένη φωνή.
Αυτό το σκηνικό επαναλαμβάνεται 2-3 φορές και συνεχώς γίνονται τα ίδια πράγματα
( ξύλο, τσιμπούκι και ερώτηση αν θέλει και αυτός, αλλά του απαντά αρνητικά με
διάφορες δικαιολογίες). Την τέταρτη φορά πάλι τα ίδια, αρπάζει τη μαϊμού την
πλακώνει στις σφαλιάρες και μετά από λίγο
την βάζει να του πάρει πίπα. Μόλις τελειώνει γυρνά πάλι προς τον άλλο και τον
ρωτά:
-Μήπως θες και εσύ?
Και ο άλλος του απαντά:
-Εντάξει με έπεισες, αλλά εμένα δεν θα με βαρέσεις…..

59)Η μικρή Αννούλα είναι στο σχολείο και την ώρα του μαθήματος της έρχεται πρώτη
φορά περίοδος. Κατατρομαγμένη, γιατί δεν της έχει μιλήσει κανείς για αυτό, το
λέει εμπιστευτικά στη δασκάλα της και αυτή της λέει να πάει στη μητέρα της και
θα της πει αυτή τι να κάνει. Πράγματι η Αννούλα τρέχει σπίτι της και χτυπά το
κουδούνι, αλλά ο μικρός της αδερφός δεν της ανοίγει για πλάκα.
-Άνοιξε μου Πέτρο.
-Όχι αν δεν μου πεις γιατί γύρισες τόσο νωρίς.
-Δεν μπορώ να σου πω, άνοιξε μου.
-Αν δεν μου πεις γιατί, δεν σου ανοίγω.
Με τα πολλά η Αννούλα δεν άντεξε και σήκωσε το φουστανάκι της, για να δει ο
αδερφός της τι έπαθε. Αυτός μόλις το βλέπει, έντρομος βάζει τις φωνές:
-Μαμά, μαμά τρέχα, κόψανε της Αννούλας τα αρχίδια…

60)Ήταν ένας τύπος και τα είχε με μια γκόμενα, αλλά επειδή δεν είχε μεταφορικό
μέσο κάθε μέρα έτρωγε ένα τόνο μουρμούρα. Με πολλούς κόπους και οικονομίες
καταφέρνει να αγοράσει μια φοβερή μηχανή με σέλα από ακριβό δέρμα. Μαζί με τη
μηχανή του έδωσαν και ένα κουτί βαζελίνη για να βάζει στη μηχανή όταν βρέχει.
Περιχαρής παίρνει τη μηχανή για να πάει να την δείξει στην κοπέλα του. Στο σπίτι
της κοπέλας τρώγανε οικογενειακώς (γονείς και κόρη) και επειδή όλοι βαριόντουσαν
να πλύνουν τα πιάτα, βάλανε στοίχημα αυτός που θα μιλήσει πρώτος θα τα πλύνει.
Εκείνη τη στιγμή έρχεται τύπος, χτυπάει το κουδούνι, του ανοίγει η γκόμενα του
και αυτός περιχαρής τρέχει την αγκαλιάζει και της λέει:
-Αγάπη, πήρα μια φοβερή μηχανή.
Κουβέντα αυτή ούτε οι γονείς της (στοίχημα γαρ).
-Αγάπη σου μιλάω, γιατί δεν απαντάς?
Τα ίδια οι υπόλοιποι. Τσατίζεται αυτός, τη γδύνει εντελώς και την βάζει κάτω.
-Θα μιλήσεις ή θα στον κάτσω μπροστά στους γονείς σου?
Κανείς δεν μιλά, οπότε αρχίζει τη «δουλειά». Έκπληκτος βλέπει ότι κανένας δεν
λέει τίποτα. Σηκώνεται πάνω και γυρίζει προς την πεθερά του:
-Τουλάχιστον θα μου πείτε εσείς τι συμβαίνει?
Κουβέντα αυτή. Γεμάτος νεύρα τότε την αρπάζει, την γδύνει ,τη βάζει κάτω και της
κάνει σεξ. Κανένας όμως δεν αντιδρά. Σηκώνεται τότε πάνω και στρέφεται στον
πεθερό. Δεν προλαβαίνει να μιλήσει και ακούει μπουμπουνητά, σημάδι πως θα
βρέξει, οπότε βιαστικά γυρίζει και λέει:
-Τρέχω να βάλω βαζελίνη.
Μόλις το ακούει ο πεθερός πετάγεται πάνω φωνάζοντας:
-Δε γαμιέται, θα τα πλύνω εγώ τα πιάτα.

61)Κάποιος μονολογεί:
-Μακάρι όταν ο θάνατος με βρει, να πεθάνω ειρηνικά στον ύπνο μου, όπως ο παππούς
μου και όχι ουρλιάζοντας τρομαγμένος, όπως οι συνεπιβάτες του στο αυτοκίνητο.

62)Ένας ηλικιωμένος αγρότης με την κόρη του γυρίζουν από την αγορά, πάνω σε ένα
κάρο που το σέρνει ένα άλογο. Είναι και οι δυο χαρούμενοι γιατί κατάφεραν να
πουλήσουν σχεδόν όλη την παραγωγή τους και γυρίζουν με ένα πορτοφόλι γεμάτο
χρήματα. Για κακή τους τύχη στο δρόμο τους σταματάνε ληστές και τους κλέβουν τα
πάντα, ακόμη και τα ρούχα. Ο πατέρας κλαίει τη μοίρα του αλλά η κόρη του, του
λέει:
-Μην είσαι τόσο λυπημένος και βάζοντας το χέρι ανάμεσα στα πόδια της, βγάζει το
πορτοφόλι με τα χρήματα.
-Κρίμα, λέει ο πατέρας, άμα ήταν εδώ η μητέρα σου θα σώζαμε και το άλογο.

63)Μια κοπέλα γυρίζοντας σπίτι μετά τη βραδινή έξοδο, βλέπει ότι οι γονείς της
κοιμούνται και είναι ευκαιρία να βάλει μέσα το αγόρι της για να της κάνει λίγη
παρέα ακόμη.
-Έλα μέσα αλλά μην κάνεις θόρυβο γιατί έτσι και μας πάρουν είδηση θα έχω
μπλεξίματα.
Πράγματι μπαίνει μέσα κι αρχίζουν τις γλύκες στον καναπέ του σαλονιού. Κάποια
στιγμή το αγόρι της λέει ότι θέλει να πάει στην τουαλέτα.
-Κοίτα, του λέει η κοπέλα, η τουαλέτα είναι στον πάνω όροφο που κοιμούνται οι
γονείς μου και άμα πας θα ξυπνήσουν, γι?αυτό χρησιμοποίησε τον νεροχύτη της
κουζίνας.
Αυτός σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, οπότε μετά από λίγο ακούγεται η φωνή του:
-Το χαρτί υγείας που είναι?

64)Ένας βαρυποινίτης αποφυλακίζεται μετά από πολλά χρόνια και η πρώτη του
δουλειά είναι να πάει σε ένα μπουρδέλο. Εκεί ζητά την πιο βιτσιόζα πουτάνα που
έχουν, του τη δείχνουν και πάνε σε ένα δωμάτιο. Ο τύπος της λέει:
-Κοίτα θα σου δώσω πολλά λεφτά άμα σε πάρω από πίσω και μάλιστα έξω στο μπαλκόνι
και εσύ να κρατιέσαι από τα κάγκελα.
Καθώς λοιπόν την γαμούσε βίαια στο μπαλκόνι, σπάνε τα κάγκελα και πέφτουν και οι
δυο κάτω και σαν να μην έφτανε αυτό, εκείνη την ώρα περνούσε ένας οδοστρωτήρας
και τους κάνει χαλκομανία. Εκείνη την ώρα περνά ο Τοτός και βλέπει το πατημένο
ζευγάρι, τρέχει γρήγορα στο μπουρδέλο και χτυπά το κουδούνι και του ανοίγει μια
πουτάνα.
-Συγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά σας έπεσε η πινακίδα στο δρόμο.

65)Δύο νέους τους πιάνει η αστυνομία γιατί καπνίζανε χασίς και τους πάει στο
δικαστήριο. Ο δικαστής όμως λυπήθηκε για την νεαρή τους ηλικία και σκέφτηκε να
τους δώσει μια ευκαιρία.
-Λοιπόν, επειδή είστε πολλοί νέοι για να καταδικαστείτε θα σας δώσω άλλη μια
ευκαιρία, μέσα στις επόμενες δύο μέρες θα προσπαθήσετε να πείσετε ναρκομανείς να
σταματήσουν τα ναρκωτικά και άμα κατά τη γνώμη μου είναι αρκετοί τότε θα σας
αφήσω ελεύθερους.
Φεύγουν αυτοί και μετά από δυο μέρες εμφανίζονται ξανά στο δικαστήριο. Λέει ο
πρώτος:
-Εγώ κατάφερα να μεταπείσω 31 ναρκομανείς.
-Πως το έκανες αυτό, τον ρωτά ο δικαστής?
-Είναι απλό, τους έδειχνα ένα χαρτί με δύο κύκλους έναν μεγάλο και ένα μικρό και
τους έλεγα ότι ο μεγάλος είναι πριν αρχίσουν τα ναρκωτικά και ο μικρός είναι
μετά.
-Μπράβο παιδί μου, είσαι ελεύθερος. Για πες μας και εσύ κοιτώντας τον δεύτερο.
-Εγώ κατάφερα να μεταπείσω 119 ναρκομανείς.
-Καταπληκτικό και με ποιο τρόπο?
-Τους έδειχνα και εγώ ένα χαρτί με δυο ανόμοιους κύκλους, ένα μικρό και ένα
μεγάλο, και τους έλεγα ότι ο μικρός είναι η κωλοτρυπίδα τους πριν πάνε φυλακή
και ο μεγάλος άμα καταδικαστούνε για ναρκωτικά και πάνε φυλακή…..

66)Δυο βλάχοι παίζουν το παιχνίδι των ερωτοαπαντήσεων.
-Πες μι, ήνα έλληνα ποδουσφαιριστή που ήπαιζε στην Ελλάδα και τούρα παίζει στου
εξωτερικού?
-Τσάρτας, του απαντά ο άλλος.
-Ούι βλάκα, αυτό ήνι γιοφύρ…

67)Πάει κάποιος στο ληξιαρχείο:
-Γεια σας, θα ήθελα να αλλάξω το όνομα μου.
-Κύριε μου κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο και πρέπει να συντρέχουν σοβαροί λόγοι
για να γίνει.
-Μα με λένε Γιάννη Πολυπαρμένο, αυτό δεν είναι σοβαρός λόγος?
-Α, τότε έχετε απόλυτη ανάγκη να αλλάξετε το όνομα σας και θα εξυπηρετηθείτε
αμέσως. Το πολύ σε δεκαπέντε μέρες θα έχετε την καινούργια ταυτότητα.
-Σας ευχαριστώ πολύ και θα σας είμαι ευγνώμων.
-Λοιπόν, πως θέλετε να σας λένε τώρα?
-Γιώργο…….

68)Είναι αργά το βράδυ και ένα νεαρό ζευγάρι πάει με το αυτοκίνητο τους σε ένα
ύψωμα, κάπου στην Πεντέλη, δήθεν για να θαυμάσουν τη θέα. Φτάνουν εκεί και
αρχίζουν τη «δουλειά», οπότε κάποια στιγμή από το πολύ κούνημα λύνεται το
χειρόφρενο και αρχίζει να κατρακυλάει στην κατηφόρα. Πριν προλάβουν να κάνουν
κάτι χτυπάνε σε ένα δέντρο και το αυτοκίνητο γίνεται φυσαρμόνικα. «Είσαι καλά?»,
ρωτάει το κορίτσι. «Ναι είμαι καλά, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ γιατί έχω
παγιδευτεί και πρέπει να πας για βοήθεια», απαντά το αγόρι. «Δώσε μου τα ρούχα
μου, γιατί δεν μπορώ να πάω γυμνή»,λέει η κοπέλα. «Το μόνο που μπορώ να πιάσω
είναι το ένα μου παπούτσι. Βάλτο στο αιδοίο σου και πήγαινε». Παίρνει λοιπόν η
κοπέλα το παπούτσι του αγοριού, το βάζει πάνω στο όργανο της και βγαίνει στον
πλησιέστερο δρόμο. Εκεί σταματά ένα φορτηγατζή και του λέει:
-Κύριε σας παρακαλώ πρέπει να βιαστούμε, γιατί είχαμε ένα ατύχημα με το αγόρι
μου και παγιδεύτηκε. Πρέπει να μας βοηθήσετε.
Ο οδηγός καρφώνοντας τα μάτια του στο παπούτσι πάνω στο όργανο της, της λέει:
-Κοπέλα μου, αν έχει παγιδευτεί εκεί που νομίζω, είμαι σίγουρος πως δεν μπορώ να
σε βοηθήσω πάρα πολύ.

69)Κάποιος μπαίνει σε ένα άγνωστο του μπαρ και βλέπει πάνω σε ένα τραπέζι ένα
σωρό από δεκαχίλιαρα πάνω σε ένα τραπέζι και μια ταμπέλα από πίσω που έλεγε
«ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΜΙΣΟ ΕΚΑΤΟΜΥΡΙΟ, ΓΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΑΝ». Πάει στον
μπάρμαν και τον ρωτάει τι πρέπει να κάνει. «Πρέπει να κάνεις τρία πράγματα και
τα λεφτά είναι δικά σου», του απαντά ο μπάρμαν. «Μου φαίνεται απλό, τι πρέπει να
κάνω», ρωτά ο τύπος. «Λοιπόν πρέπει πρώτα να νικήσεις με νοκ-άουτ εκείνο τον
παλαιστή των 160 κιλών. Δεύτερον πρέπει να βγάλεις δυο χαλασμένα δόντια από ένα
λυκόσκυλο που έχω στην πίσω αυλή και τρίτον να πας στον πάνω όροφο και να
πηδήξεις δυο φορές μια γριά ογδονταπέντε χρονών», του απαντά ο μπάρμαν. «Θα
δοκιμάσω», λέει ο τύπος και πάει προς τον παλαιστή. Πετά με τρόπο ένα χιλιάρικο
μπρος στα πόδια του και του λέει «Φίλε, σου έπεσαν κάτι λεφτά». Τα βλέπει ο
παλαιστής, σκύβει να τα πάρει, του ρίχνει ο τύπος μια γονατιά, νοκ-άουτ ο
παλαιστής. Μετά πάει στην πίσω αυλή για να περιποιηθεί το σκύλο. Για λίγη ώρα
ακούγεται πολύ φασαρία και ουρλιαχτά από το σκύλο σαν να υποφέρει πολύ και σε
λίγο βγαίνει έξω γεμάτος δαγκωνιές και αίματα και λέει:
-Έμεινε μόνο η γριά που πρέπει να της βγάλω δυο χαλασμένα δόντια.

70)Πάει ένας νταλικέρης σε ένα περίπτερο και λέει του περιπτερά:
-Ε#$ (*&&^$@! @&&#@@…Coca-Cola.
Και ο περιπτεράς του απαντά:
-Ένα παγωμένο κουτάκι, τι?

71)Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας συζητούν για το σεξ. Μιλάει πρώτα ο
Γάλλος:
-Εγώ εχτές το βράδυ έκανα σεξ στη γυναίκα μου τρεις φορές και το πρωί ήταν ακόμη
σε έκσταση.
Γυρίζει τότε ο Ιταλός και τους λέει:
-Εγώ εχτές το βράδυ έκανα σεξ στη γυναίκα μου έξι φορές και το πρωί μου έφτιαξε
πρωινό και μου είπε ότι δεν θα ξαναγαπήσει ποτέ άλλον άντρα.
Ο Έλληνας δε μιλούσε. Οι άλλοι άρχισαν να τον πιέζουν να τους πει πόσες φορές
το έκανε αυτός. Ο Έλληνας σαν να μη συμβαίνει τίποτα τους απαντά:
-Μία.
-Καλά και τι έλεγε το πρωί, τον ξαναρωτάνε.
-Μη σταματάς, μη σταματάς,…….

72)Μετά από πολύ καιρό τα ζώα της ζούγκλας αποφασίζουν να βγάλουν καινούργιο
αρχηγό, στη θέση του λιονταριού. Στο διαγωνισμό μπορούν να πάρουν μέρος όλα τα
ζώα και για να κερδίσουν πρέπει να πουν ένα ανέκδοτο, τόσο καλό ώστε να γελάσουν
όλα ανεξαιρέτως τα ζώα. Για να αποφύγουν το συνωστισμό από τις πολλές αιτήσεις,
βάλανε έναν όρο ότι έστω και ένα ζώο να μη γελάσει, τότε τον διαγωνιζόμενο θα
τον σκοτώσουν. Μαζεύονται, λοιπόν, τα ζώα σε ένα ξέφωτο και αρχίζει ο
διαγωνισμός. Πρώτη μιλάει η τίγρη και τους λέει ένα φοβερό ανέκδοτο και γελάνε
όλοι εκτός από την χελώνα. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην τίγρη:
-Το ανέκδοτο σου ήταν καταπληκτικό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα σε
σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά η μαϊμού τους λέει ένα καταπληκτικό ανέκδοτο και ξεραίνονται όλοι στα
γέλια, εκτός πάλι από τη μαϊμού που δεν μιλά καθόλου. Το βλέπουν αυτό οι κριτές
και λένε στην μαϊμού:
-Το ανέκδοτο σου ήταν φοβερό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα αναγκαστούμε να
σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά ήρθε η σειρά του βουβαλιού και ένα τόσο ηλίθιο ανέκδοτο που κανείς δεν
γέλασε εκτός από τη χελώνα, που κόντευε να βγει από το καβούκι της από τα γέλια.
Το παρατηρούν οι κριτές και γεμάτοι περιέργεια τη ρωτάνε:
-Πες μας χελώνα, που βρήκες το αστείο σε αυτό το ηλίθιο ανέκδοτο και γελάς έτσι?
-Απλά, θυμήθηκα το ανέκδοτο της τίγρης.

73)Ένας τύπος μπαίνει σε ένα ιατρείο και κάθεται στον καναπέ δίπλα σε μια
γριούλα. Η γριούλα είχε όρεξη για κουβέντα:
-Εγώ ήρθα για να δώσω αίμα και κάθε φορά που έρχομαι μου δίνουν 7000 δραχμές και
αντέχω να έρχομαι κάθε δυο ή τρεις εβδομάδες και με τα λεφτά ψωνίζω ρούχα και
παιχνίδια στα εγγόνια μου και επιπλέον μου κάνει καλό και στην υγεία μου, αλλά
μακάρι να μπορούσα να πάρω περισσότερα λεφτά. Και εσείς για να δώσετε αίμα
ήρθατε?
Ο τύπος βαρέθηκε την πολυλογία της και σκέφτηκε ότι άμα της απαντήσει ίσως την
ξεφορτωθεί.
-Όχι δεν ήρθα να δώσω αίμα.
Η γριούλα όμως ήταν περίεργη:
-Και τι ήρθατε να κάνετε εδώ?
Τσατίζεται ο τύπος και αποφασίζει να της τα πει όλα μπας και τον αφήσει ήσυχο.
-Ήρθα εδώ για να δώσω σπέρμα και κάθε φορά μου δίνουν 26000 δραχμές και αντέχω
να έρχομαι και κάθε μέρα για τόσα λεφτά.
Η γριούλα ακούγοντας τα, κοκκίνισε από ντροπή και δεν ξαναμίλησε.
Μετά από δύο βδομάδες ξανασυναντιούνται η γριούλα μαζί με τον τύπο στο ιατρείο,
αλλά η γριούλα είχε φουσκωμένα μάγουλα σαν να είχε κάτι στο στόμα της. Μόλις την
βλέπει ο τύπος τη ρωτάει:
-Ήρθατε για να δώσετε αίμα?
Και η γριούλα με τα φουσκωμένα μάγουλα τον κοιτά και του κάνει:
-Μμμ-μμμ-μμμ-μμμ.

74)Ένα ζευγάρι που είχε ένα γιο δέκα χρονών, ήθελε να κάνει έρωτα, αλλά δεν
ήξεραν πως γιατί ήταν απόγευμα και ο μικρός θα τους καταλάβαινε. Τελικά
αποφασίσανε να τον βγάλουν στο μπαλκόνι και να τον βάλουν να περιγράφει τι
συμβαίνει στη γειτονιά, για να είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν. Τον βγάζουν
έξω και αρχίζει να περιγράφει:
-Η κυρία Φωφώ από απέναντι, απλώνει την μπουγάδα της.
-Ο κύριος Μάκης πλένει το αυτοκίνητο του.
-Ένα περιπολικό διασχίζει το δρόμο.
-Ο κύριος και η κυρία Αντρεάδη από απέναντι κάνουν σεξ.
Με το που το ακούνε οι γονείς σταματάνε και τον ρωτάνε:
-Και πως το συμπεραίνεις αυτό?
-Είναι και το δικό τους παιδάκι στο μπαλκόνι, τους απαντά ο μικρός.

75)Κάποιος πεθαίνει και πάει στην κόλαση. Ενώ περιμένει τη σειρά του για να
περάσει την πύλη της κόλασης, σκέπτεται ότι παρόλο που δεν ήταν άγιος, ωστόσο
δεν ήταν τόσο κακός για να πάει στην κόλαση και όλες αυτές οι σκέψεις του
έριχναν τελείως στη διάθεση. Φτάνοντας μπροστά στην πύλη τον σταματά ένας
διάβολος και πιάνουν τη συζήτηση:
Διαβ.: Γιατί είσαι τόσο λυπημένος?
Άνθρ.: Μα είσαι σοβαρός, αφού πηγαίνω στην κόλαση.
Διαβ.: Κοίτα τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά, γιατί τελευταία έχουμε αλλάξει
σύστημα. Δε μου
λες, σου αρέσει να πίνεις?
Άνθρ.: Ναι, πίνω που και που.
Διαβ.: Τότε θα λατρέψεις τις Δευτέρες, γιατί κάθε πίνουμε μέχρι να μεθύσουμε. Θα
μπορείς να
πίνεις ρούμι, τεκίλα, ουίσκι, μπύρα και ότι άλλο θες και σε όση
ποσότητα θες. Εννοείται ότι
όλα είναι τζάμπα. Πες μου, καπνίζεις?
Άνθρ.: Ναι καπνίζω.
Διαβ.: Τότε θα σου αρέσουν οι Τρίτες γιατί η Τρίτη είναι η μέρα του καπνίσματος
και στη διάθεση
σου είναι άπειρα τσιγάρα και πούρα, πρώτης ποιότητας. Επιπλέον Δε
χρειάζεται να
ανησυχείς για καρκίνο, γιατί είσαι ήδη νεκρός. Ναρκωτικά παίρνεις?
Άνθρ.: Όταν ήμουν νέος δοκίμασα μερικές φορές.
Διαβ.: Είμαι σίγουρος ότι θα ξετρελαθείς με τις Τετάρτες, γιατί είναι η ημέρα
των ναρκωτικών. Θα
μπορείς να δοκιμάζεις, δωρεάν, οποιοδήποτε ναρκωτικό θες, τα οποία
μάλιστα είναι τελείως
καθαρά και ολόφρεσκα. Και όσο για την υγεία σου μην ξεχνάς ότι είσαι
ήδη νεκρός. Χαρτιά
παίζεις?
Άνθρ.: Σε αυτό έχουμε μια μικρή αδυναμία.
Διαβ.: Τότε θα παρακαλάς κάθε μέρα να είναι Πέμπτη. Κάθε Πέμπτη παίζουμε χαρτιά
όλη μέρα,
και παίζουμε όλα τα παιχνίδια. Μήπως είσαι αδερφή?
Άνθρ.: Όχι, μου αρέσουν μόνο οι γυναίκες.
Διαβ.: Μάλιστα, νομίζω ότι θα έχεις πρόβλημα τις Παρασκευές………..

76)Κάποιος πάει στο σπίτι ενός φίλου του, του χτυπάει το κουδούνι και του
ανοίγει η γυναίκα του:
-Είναι μέσα ο Κώστας, την ρωτά?
-Όχι, αλλά δεν θα αργήσει.
-Μπορώ να τον περιμένω?
-Βεβαίως, πέρασε.
Κάθονται στο σαλόνι, του φτιάχνει καφέ και πιάνουν την κουβέντα. Κάποια στιγμή
λέει ο τύπος στη γυναίκα του φίλου του:
-Μαρία, έχεις το ωραιότερο στήθος που έχω δει ποτέ μου και θα σου δώσω 20000
δρχ. για να τα
δω για λίγο.
Η Μαρία αφού σκέφτηκε ότι δεν έχει κάτι να χάσει, ξεκουμπώνει το πουκάμισο της
και του τα δείχνει. Αμέσως ο άλλος, σκάει στο τραπέζι 20000δρχ. Μετά από λίγο
της ξαναλέει:
-Μαρία, άμα σου δώσω 30000δρχ. θα με αφήσεις να πιάσω για λίγο το υπέροχο σου
στήθος?
Η Μαρία σκέφτηκε ότι με 50000δρχ. θα μπορέσει να αγοράσει εκείνο το ωραίο
φόρεμα, που ήθελε και δέχτηκε. Ξεκουμπώνει ξανά το πουκάμισο της και για ένα
λεπτό, άφηνε τον τύπο να της χαϊδεύει το στήθος. Κρατώντας τον λόγω του, ο τύπος
σκάει στο τραπέζι 30000δρχ. και λέει:
-Βλέπω ότι ο Κώστας αργεί και μάλλον θα περάσω το βράδυ.
Φεύγει ο τύπος και μετά από μισή ώρα έρχεται ο Κώστας και η γυναίκα του, του
λέει:
-Πέρασε ο Μάκης, γιατί σε ήθελε.
-Μήπως σου άφησε 50000δρχ. που μου χρωστάει?

77)Ένας παπάς και μια μοναχή γυρίζουν από ένα μοναστήρι, αλλά το αυτοκίνητο τους
χαλά και πρέπει να περάσουν τη νύχτα τους σε ένα ξενοδοχείο. Επειδή όμως στην
πόλη είχε γιορτή, υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο σε ένα μόνο ξενοδοχείο.
Παπάς: Δεν νομίζω ο Κύριος κάτω από αυτές τις συνθήκες να έχει πρόβλημα να
κοιμηθούμε στο
ίδιο δωμάτιο, άλλωστε εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ και εσύ στο
κρεβάτι.
Μοναχή: Μάλλον συμφωνώ.
Πάνε στο δωμάτιο και ξαπλώνουν να κοιμηθούν, ο παπάς στον καναπέ και η μοναχή
στο κρεβάτι. Η μοναχή όμως νιώθοντας στο ίδιο δωμάτιο με έναν άντρα,
«κολάστηκε». Σκέφτηκε λοιπόν ένα τρόπο για να τον φέρει με τρόπο κοντά της και
λέει στον παπά:
-Παπά, κρυώνω πολύ.
-Εντάξει θα σου φέρω μια κουβέρτα, όπως και κάνει.
Μετά από λίγο:
-Παπά μου, συνεχίζω να κρυώνω, πολύ.
-Εντάξει θα σου φέρω άλλη μια κουβέρτα, όπως και κάνει.
Η μοναχή επέμενε:
-Παπά μου, συνεχίζω να κρυώνω. Νομίζω ο Κύριος κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν
θα είχε
πρόβλημα να συμπεριφερθούμε μια βραδιά σαν αντρόγυνο.
-Τώρα που το λες δεν έχεις άδικο. Σήκω, μωρή και πάρε μια κουβέρτα αφού
κρυώνεις…

78)Μια όμορφη γυναίκα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάνε ζωάκια. Μόλις ήρθε ο
πωλητής του είπε ότι επειδή χώρισε πρόσφατα, έψαχνε ένα σκυλάκι για παρέα. Ο
πωλητής της απαντά:
-Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά η ταμπέλα από έξω, έγραφε «ΕΞΩΤΙΚΑ ΖΩΑ», οπότε
δυστυχώς
δεν έχουμε σκυλάκια, αλλά έχω κάτι τέλειο για την περίπτωση σας και τις
δείχνει ένα τεράστιο
βάτραχο.
Η γυναίκα άρχισε να οδύρεται :
-Δεν πιστεύω να νομίζετε, ότι θα έχω για παρέα ένα βρωμοβάτραχο..
Ο πωλητής προσέχοντας μην τον ακούει κάποιος, της λέει ψιθυριστά:
-Αυτός ο βάτραχος, ήρθε από τον Αμαζόνιο και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να
«ικανοποιεί» μοναχικές γυναίκες, καταλάβατε?
Με το που ακούει η γυναίκα σκάει αμέσως ένα χαμόγελο και λέει βιαστικά στον
πωλητή :
-Θα τον αγοράσω και δεν ενδιαφέρει πόσο ακριβός είναι, μόνο πείτε μου πως θα
καταλάβει ότι πρέπει να κάνει «αυτά που πρέπει».
-Είναι απλό, γδυθείτε και ξαπλώστε δίπλα του στο κρεβάτι και θα καταλάβει. Άμα
όμως υπάρχει πρόβλημα, απλά πάρτε με τηλέφωνο.
Το παίρνει η γυναίκα περιχαρής και πάει σπίτι. Βάζει τον βάτραχο πάνω στο
κρεβάτι, γδύνεται και αυτή και ξαπλώνει δίπλα του και ενώ περιμένει να πιάσει
«δουλειά», ο βάτραχος δεν κουνιέται καν. «Θα θέλει σπρώξιμο ίσως», σκέφτεται και
τον παίρνει και τον βάζει πάνω στο όργανο της, αλλά ο βάτραχος πάλι τίποτα.
Δοκιμάζει διάφορες στάσεις και τακτικές αλλά ο βάτραχος πέρα βρέχει. Τρέχει και
παίρνει τηλέφωνο τον πωλητή:
-Ο βάτραχος σας δεν κάνει τίποτα.
-Παράξενο, τον «σπρώξατε» λίγο?
-Τον «έσπρωξα» πολύ αλλά τίποτα.
-Πολύ παράξενο, περιμένετε και σε λίγο θα είμαι εκεί.
Όντως, μετά από λίγο φτάνει ο πωλητής και ζητά από την γυναίκα να ξαπλώσει γυμνή
δίπλα στον βάτραχο, για δει και αυτός τι τρέχει. Ξαπλώνει η γυναίκα, αλλά
τίποτα. Τότε ο πωλητής, γδύνεται, ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα και γυρίζει και
λέει στο βάτραχο:
-Βάτραχε, δεν είσαι καθόλου εντάξει. Λοιπόν θα στο δείξω τελευταία φορά πως
γίνεται……

79)Πάει ένας χωρικός στην Αθήνα, μπαίνει σε ένα ταξί και του λέει ο ταξιτζής:
-Που πάμε?
Και ο χωρικός του απαντά:
-Στης αδερφής μου.

80)Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας πάνε εκδρομή στην ζούγκλα. Κάποια στιγμή
τους τελειώσανε τα τρόφιμα και πεινούσανε. Για καλή τους τύχη βλέπουν ένα
σπιτάκι με φως και αποφασίζουν να πάνε να ζητήσουν βοήθεια. Χτυπάνε την πόρτα
και τους ανοίγει μια καρακουκλάρα:
-Παρακαλώ?
-Μήπως μπορείτε να μας φιλοξενήσετε για μια βραδιά, πεινάμε κιόλας?
-Κάνουμε το μήνα του μέλιτος με τον άντρα μου αλλά μπορείτε να μείνετε στο άλλο
δωμάτιο και για φαγητό έχουμε φακές, περάστε.
Μπαίνουν μέσα, συστήνονται, τους δείχνει το δωμάτιο αλλά ενώ τους έβαζε φαγητό,
της λένε:
-Καλύτερα θα πάμε για ύπνο, γιατί είμαστε πολλοί κουρασμένοι.
Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ο Κωστίκας ξυπνά τον Γιωρίκα και του λέει:
-Γιωρίκα πεινάω, πάω να φάω λίγες φακές.
-Καλώς και όταν έρχεσαι φέρε μου και εμένα μια κουταλιά, του απαντά.
Πάει ο Κωστίκας τρώει και παίρνει και μια κουταλιά για τον Γιωρίκα, όμως μέσα
στο σκοτάδι χάνει το δρόμο και πάει και μπαίνει στο δωμάτιο του ζευγαριού που
εκείνη την ώρα έκανε έρωτα. Νομίζοντας ότι ο άντρας είναι ο Γιωρίκας πάει και
βάζει το κουτάλι στον πισινό του άντρα (νόμιζε ότι ήταν το στόμα του). Εκείνη τη
στιγμή ο άντρας αφήνει μια κλανιά και ο Κωστίκας αρχίζει να φωνάζει:
-ΤΙ ΦΥΣΑΣ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ, ΚΡΥΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΑΚΕΣ !!!!!

81)Ήταν ένα ζευγάρι και ο άντρας είχε το εξής πρόβλημα, τελείωνε το πολύ σε 6
δευτερόλεπτα όταν έκανε σεξ. Μια μέρα πάνε στον ζωολογικό κήπο εκδρομή. Φτάνουν
στον ελέφαντα και λέει ο ξεναγός:
-Ο ελέφαντας είναι πολύ μεγάλο ζώο, ζει……….,είναι πολύ σεξουαλικό ζώο και
η ερωτική του πράξη μπορεί να διαρκέσει ως και 24 ώρες.
Το ακούει λοιπόν η γυναίκα, σκουντάει τον άντρα της και του λέει:
-Τα βλέπεις, τα βλέπεις….
Μετά πάνε στο βουβάλι, αρχίζει πάλι ο ξεναγός:
-Το βουβάλι είναι και αυτό ένα μεγάλο ζώο ,ζει………,είναι και αυτό ένα πολύ
σεξουαλικό ζώο και η ερωτική πράξη διαρκεί ως και 8 ώρες.
Το ακούει λοιπόν η γυναίκα, σκουντάει τον άντρα της και του λέει:
-Τα βλέπεις, τα βλέπεις….
Σε κάθε ζώο που πήγαιναν η γυναίκα έκανε την ίδια σκηνή και ο άντρας είχα
αρχίσει να νευριάζει. Φτάνουν και στο ελάφι και αρχίζει ο ξεναγός:
-Το ελάφι είναι ένα ζώο χορτοφάγο που ζει…….,έχει πολύ έντονη ερωτική ζωή
και η ερωτική πράξη διαρκεί το πολύ τέσσερα δευτερόλεπτα. Με το που το ακούει ο
άντρας γυρίζει προς τη γυναίκα και της ρίχνει μια ειρωνική ματιά. Αυτή το βλέπει
και σαν να μη συμβαίνει τίποτα του λέει:
-Τα κέρατα τα βλέπεις?

82)Κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου σηκώνεται ο Χρηστός και λέει στους
μαθητές του:
-Θα πάρω μια κανάτα με κρασί και θα βάζω στον καθένα και θα πίνουμε μαζί. Σε
όποιον δεν βάλω
αυτός θα με προδώσει.
Ξεκινά να βάζει σε όλους με τη σειρά και να πίνει μαζί τους. Λίγο πριν φτάσει
στον Ιούδα, γυρίζει ο Ιούδας και λέει σε έναν άλλο μαθητή που ήταν δίπλα του:
-Να δεις που θα μεθύσει με το κρασί και πάλι εμένα θα μπλέξει.

83)Δυο ερωτευμένα ψάρια λένε το ένα στο άλλο:
-Με αγαπάς?
-Ναι, πάρα πολύ.
-Ωραία γιατί αλλιώς θα πέσω στη στεριά.

84)Ένας πόντιος βρίσκει στο δρόμο μια καλόγρια και αρχίζει να την χτυπάει. Ρις
σπάει τα κοκάλα, τα πλευρά και στο τέλος την πετά από μια γέφυρα, λέγοντας:
-Μπάτμαν, σε περίμένα πιο σκληρό άντρα.

85)Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, τρεις φίλοι, δύο πλούσιοι και ένας φτωχός,
συζητούν τι δώρα θα κάνουν στις γυναίκες τους. Λέει ο πρώτος πλούσιος:
-Εγώ της πήρα δυο BMW, μια μαύρη και μία άσπρη.
-Καλά και γιατί δύο, τον ρωτάνε οι άλλοι?
-Άμα δεν της αρέσει η μια, να έχει την άλλη.
Μετά μιλά ο δεύτερος πλούσιος:
-Εγώ της πήρα δυο γούνες, μια καφέ και μια μαύρη, άμα δεν της αρέσει η μια να
βάζει την άλλη.
Μετά ρωτάνε και το φτωχό τι πήρε.
-Εγώ της πήρα ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα δονητή.
-Καλά και γιατί διάλεξες τέτοια δώρα?
-Άμα δεν της αρέσουν οι παντόφλες να πάει να γαμηθεί.

86)Ένας έμπειρος κυνηγός είχε πάρει το φίλο του να πάνε να κυνηγήσουν πιθήκους
στη ζούγκλα. Είχε το όπλο στον ώμο, είχε πάρει και το σκύλο και προχωρούσαν. Σε
μια στιγμή βλέπουν ένα πίθηκο πάνω σε ένα δέντρο. Τρέχει ο κυνηγός, πιάνει τον
κορμό του δέντρου, τον κουνάει γερά, πέφτει κάτω ο πίθηκος, τον βουτάει ο
σκύλος, τον βάζει κάτω και το πεθαίνει στο γαμήσι. Ο φίλος που ήταν μαζί του
τρελάθηκε. Παρακάτω σε άλλο δέντρο, ήταν τρεις πίθηκοι. Πάλι κουνά το δέντρο ο
κυνηγός, πάλι πέφτουν οι πίθηκοι, τους γαμάει ο σκύλος, τέζα οι πίθηκοι. Ο φίλος
του τρελάθηκε και λέει του κυνηγού:
-Καλά ο σκύλος σου είναι φοβερός, αλλά αφού τους σκοτώνεις έτσι, το όπλο τι το
θες?
-Άσε μπορεί να χρειαστεί αργότερα.
Ποιο κάτω βρίσκουν ένα δέντρο πήχτρα στους πιθήκους. Κουνάει ο κυνηγός, αλλά δεν
πέφτει τίποτα. Ξανακουνά, αλλά τίποτα. Γυρίζει τότε προς τον φίλο του, του δίνει
το όπλο και του λέει:
-Κράτα λίγο, εγώ θα ανέβω να κουνήσω κανένα κλαδί, άμα πέσω σκότωσε αμέσως τον
σκύλο.

87)Η μητέρα είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει βραδινό, οπότε μπαίνει μέσα η μικρή
της κόρη και τη ρωτά:
-Μαμά, πως γεννιούνται τα μωρά?
-Κοίτα κόρη μου, η μαμά και ο μπαμπάς αγαπιούνται και παντρεύονται. Ένα βράδυ
πάνε στην κρεβατοκάμαρα, φιλιούνται και κάνουν σεξ (Η κόρη την κοιτούσε σαν να
μην καταλάβαινε). Αυτό σημαίνει ότι ο μπαμπάς βάζει το πουλί του στον κόλπο της
μαμάς και έτσι γίνονται τα μωρά.
-Τώρα κατάλαβα, αλλά την άλλη νύχτα που ήρθα στο δωμάτιο σας, είχες το πουλί του
μπαμπά στο στόμα σου, τι κερδίζεις τότε?
-Κοσμήματα, μωρό μου.

89)Δυο καλόγριες περπατάνε αργά τη νύχτα σε ένα σκοτεινό σοκάκι. Ξαφνικά
πετάγονται μπροστά τους δυο τύποι, τις βάζουν κάτω και αρχίζουν να τις βιάζουν.
Η πρώτη καλόγρια σηκώνει το κεφάλι της και λέει:
-Πατέρα, συγχώρα τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν.
Τότε σηκώνει το κεφάλι της η δεύτερη καλόγρια και λέει:
Ο δικός μου ξέρει και μάλιστα πολύ καλά.

90)Ένα ζευγάρι είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα γιατί ο μισθός του άντρα δεν
έφτανε για να ζήσουν. Με τα πολλά αποφασίζουν ότι η μόνη λύση είναι να κάνει η
γυναίκα την πόρνη. Το πρόβλημα είναι άσχετη με αυτά (χρήματα, ψάρεμα, στέκια),
όποτε συμφωνούνε να πηγαίνει και ο άντρας μαζί, μήπως έχει πρόβλημα και θα
παρκάρει το αυτοκίνητο του λίγα μέτρα παραπέρα. Πάνε σε ένα στέκι, παρκάρει ο
άντρας σε ένα σοκάκι και η γυναίκα παίρνει το ανάλογο ύφος και περιμένει πελάτη.
Κάποια στιγμή έρχεται κάποιος και τη ρωτά:
-Γεια σου κούκλα, πόσο πάει?
-Τυχαίνει να μην ξέρω, μπορείς να περιμένεις μισό λεπτό?
Τρέχει η γυναίκα πίσω στον άντρα της και τον ρωτά πόσο είναι η ταρίφα και
εκείνος της απαντά έξι χιλιάδες. Γυρίζει πίσω στον πελάτη και του λέει το ποσό.
Την ρωτά ο πελάτης:
-Και τι προσφέρεις για αυτό το ποσό?
-Μπορείς να περιμένεις πάλι για λίγο?
Τρέχει πάλι πίσω στον άντρα της και τον ρωτά.
-Το κανονικό για μια φορά, της απαντά.
Πάει πίσω στον πελάτη και του το λέει. Κοιτάει ο πελάτης το πορτοφόλι του και
δυστυχώς για αυτόν έχει μόνο δυο χιλιάδες .
-Δυστυχώς έχω μόνο δύο χιλιάδες, τι μπορώ να έχω με αυτά?
-Μισό λεπτάκι θα κάνω, περίμενε έτσι.
Πάει πάλι στον άντρα της και του λέει το πρόβλημα. Αφού σκέφτεται για λίγο της
απαντά ότι φτάνουν για μια μαλακία. Τρέχει αυτή πίσω και το λέει του πελάτη και
αυτός συμφωνεί. Μόλις όμως του ξεκουμπώνει το φερμουάρ Βγαίνει ένα πουλί κοντά
στους 35 πόντους. Μόλις το βλέπει η γυναίκα τρέχει πίσω στον άντρα της και της
λέει:
-Γίνεται να του δανείσουμε τέσσερις χιλιάδες ?????

91)Είναι δυο αγελάδες και λέει η μια στην άλλη:
-Μουουουουουουου
-Από το στόμα μου το πήρες, της απαντά η άλλη.

93)-Γιατί οι αγελάδες δεν πετάνε ?
-Φαντάζεσαι τι κουτσουλιές θα ρίχνανε ?

94)-Γιατί το Ωνάσειο ονομάστηκε και πυραμίδα?
-Γιατί είχε μια μούμια μέσα….. (Αντρέας Παπαντρέου)

95)Είναι ο Άγιος Πέτρος στην πόρτα του παραδείσου και ξαφνικά του εμφανίζεται ο
(συχωρεμένος πλέον) Αντρέας Παπαντρέου και του λέει:
-Μήπως με έχετε στη λίστα, να μπω μέσα?
Μόλις πάει να του απαντήσει, εξαφανίζεται ο Παπαντρέου. Μετά από δυο λεπτά
εμφανίζεται πάλι και τον ξαναρωτά αν είναι στη λίστα. Λέει ο Άγιος Πέτρος:
-Ναι είσαι, μπορείς να περάσεις.
Δεν προλαβαίνει να το πει και ο Παπαντρέου εξαφανίζεται. Μετά από δυο λεπτά
εμφανίζεται πάλι και λέει:
-Τελικά με έχετε στη λίστα σας?
-Ναι αλλά γιατί εξαφανίζεσαι συνεχώς?
-Εγώ φταίω ή ο μαλάκας που παίζει με την μπρίζα.

96)-Γιατί στο Ωνάσειο, στο δωμάτιο του Παπαντρέου, δεν μπορούμε να συνδέσουμε
ούτε μια τηλεόραση?
-Γιατί δεν υπάρχει μπρίζα ελεύθερη…..

97)Σε μια πολυκατοικία μένουν σε διπλανά διαμερίσματα ένας οικοδόμος και ένας
βιολιτζής. Κάποιο βράδυ γύρω στις τρεις ακούει ο οικοδόμος τον βιολιτζή να
παίζει. Σηκώνεται, πάει του χτυπά το κουδούνι για παράπονα.
-Σε παρακαλώ κάνε ησυχία γιατί πρέπει αύριο να ξυπνήσω στις έξι για να πάω στη
δουλειά.
-Ξέρεις, αύριο έχω μια πολύ σημαντική συναυλία και κάνω μια τελευταία πρόβα και
θα σε παρακαλούσα να με ανεχτείς.
Στραβώνει τα μούτρα του ο οικοδόμος και φεύγει, ενώ ο βιολιτζής συνεχίζει να
παίζει.
Το επόμενο βράδυ, πάλι τα άγρια χαράματα, ακούει ο οικοδόμος τον βιολιτζή να
παίζει. Τρέχει και του χτυπάει.
-Τι θα γίνει, θέλω να κοιμηθώ.
-Ξέρεις ο μαέστρος έχασε το αεροπλάνο και η συναυλία αναβλήθηκε για αύριο και
κάνω μια τελευταία πρόβα. Σου υπόσχομαι πως αύριο δεν θα ακούσεις τίποτα.
Αμολάει μια φονική ματιά ο οικοδόμος και φεύγει. Το επόμενο βράδυ πάλι τα ίδια.
Πάει πάλι ο οικοδόμος και χτυπά του βιολιτζή.
-Εχτές και προχτές έκανα την πάπια, αλλά απόψε θέλω να κοιμηθώ.
-Σε παρακαλώ πρέπει να με ανεχτείς για μια τελευταία βραδιά γιατί σήμερα έβρεξε
και μπήκανε νερά στην αίθουσα και αναβλήθηκε η συναυλία για αύριο. Αύριο πάντως
δεν θα χρειάζεται να κάνω πρόβα και έτσι θα κοιμηθείς.
Αφήνει ο οικοδόμος ένα επιφώνημα οργής και φεύγει ενώ ο βιολιτζής συνεχίζει. Το
επόμενο βράδυ ο βιολιτζής πάλι παίζει βιολί, αλλά παράλληλα σκέφτεται τι να πει
στον οικοδόμο. Βλέπει όμως ότι η ώρα περνά και ο οικοδόμος δεν έρχεται και
αποφασίζει να πάει να δει τι γίνεται. Φτάνοντας βλέπει ότι η πόρτα του οικοδόμου
να είναι λίγο ανοιχτή και την σπρώχνει. Μπαίνει μέσα και βλέπει τον οικοδόμο να
αυνανίζεται.
-Τι κάνεις εκεί, τον ρωτά ο βιολιτζής?
-Κάνω τελευταία πρόβα, αύριο θα σε γαμήσω.

98)Είναι Χριστούγεννα και οι σκουπιδιάρηδες πάνε από σπίτι σε σπίτι για το
καθιερωμένο δώρο. Στο σκουπιδιάρικο είναι δυο σκουπιδιάρηδες και ένας οδηγός.
Πηγαίνει ο πρώτος σκουπιδιάρης σε ένα σπίτι, χτυπά το κουδούνι και του ανοίγει
μια ωραία ξανθιά.
-Καλημέρα σας, είμαι από το δήμο και ήρθα για το δώρο.
Τον αρπά η γκόμενα, τον βάζει μέσα, τον ρίχνει κάτω και τον ξεσκίζει στο σεξ.
Κατεβαίνει κάτω και το λέει στους άλλους. Μόλις το ακούει ο δεύτερος
σκουπιδιάρης τρέχει απάνω, χτυπά το κουδούνι και λέει:
-Καλημέρα σας, είμαι από το δήμο και ήρθα για το δώρο.
Το αρπάζει και αυτόν και του αλλάζει τα φώτα. Κατεβαίνει κάτω και το λέει στους
άλλους. Ο οδηγός δεν κρατιέται πλέον και τρέχει πάνω. Χτυπά το κουδούνι, του
ανοίγει η ξανθιά και της λέει:
-Καλημέρα σας, είμαι σκουπιδιάρης και ήρθα για το δώρο.
Πάει αυτή και του φέρνει ένα χιλιάρικο. Μόλις το βλέπει ο οδηγός μένει
έκπληκτος.
-Συγνώμη γιατί εμένα μου δώσατε ένα χιλιάρικο και τους άλλους τους ξεσκίσατε?
-Άκου να σου πω, εγώ ακολουθώ αυτά που μου λέει ο άντρας μου και το πρωί μου
είπε «άμα έρθουν οι σκουπιδιάρηδες, δώστους ένα χιλιάρικο και τους άλλους γάμα
τους».

99)Σε ένα οφθαλμολογικό συνέδριο ο αμερικάνος γιατρός καυχιέται πως μπορεί να
γιατρέψει ένα τυφλό σε οχτώ λεπτά με εγχείρηση λέιζερ. Του φέρνουν ένα τυφλό και
πράγματι σε οχτώ λεπτά ο άνθρωπος βλέπει. Μετά λέει ο Γιαπωνέζος ότι μπορεί να
θεραπεύσει τυφλό σε τέσσερα λεπτά. Του φέρνουν ένα τυφλό και ο Γιαπωνέζος του
βάζει δυο τσιπ στα μάτια και σε τέσσερα λεπτά ο τυφλός βλέπει. Μετά πετάγεται ο
Έλληνας και τους λέει:
-Εγώ μπορώ να το κάνω σε ένα λεπτό αρκεί ο τυφλός να είναι Έλληνας.
Παραξενεύονται οι υπόλοιποι, αλλά του φέρνουν ένα Έλληνα τυφλό. Ο επιστήμονας
τον βάζει να γονατίσει. Μετά βγάζει έξω τα γεννητικά του όργανα και τα πηγαίνει
ένα εκατοστό από τη μύτη του τυφλού.
-Τώρα βλέπεις, τον ρωτά.
-ΑΡΧΙΔΙΑ ΒΛΕΠΩ, του απαντά.
Όλη η αίθουσα ξεσπά σε θερμά χειροκροτήματα.

100)Τρεις μοναχοί είναι ένα βήμα πριν χριστούν διάκονοι και ο αρχιδιάκονος τους
λέει ότι πρέπει να περάσουν ένα τελευταίο τεστ. Τους βάζει σε ένα δωμάτιο τους
βάζει να γδυθούν και τους κρεμάει στο πουλί τους ένα κουδουνάκι. Οι μοναχοί
μένουν έκπληκτοι αλλά δεν μιλούν. Ανοίγει την πόρτα ο αρχιδιάκονος και μέσα
μπαίνει μια πανέμορφη κοπέλα φορώντας κάτι πολύ σέξι ρούχα, η οποία αρχίζει να
χορεύει αισθησιακά μπροστά από τον πρώτο μοναχό.
-Τιν-τιν-τιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.
-Αδερφέ Γεώργιε δεν το περίμενα από εσένα, πήγαινε να κάνεις ένα κρύο ντους και
να προσευχηθείς για την αδυναμία σου να αντισταθείς στον πειρασμό.
Μετά η γυναίκα πάεί μπροστά στον δεύτερο μοναχό και αρχίζει να κάνει στριπτήζ,
βγάζοντας τα ρούχα της.
-Τιν-τιν-τιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.
-Αδερφέ Ιωάννη, δεν μπόρεσες να αντισταθείς στον πειρασμό, γι?αυτό πήγαινε και
εσύ να κάνεις ένα παγωμένο ντους και να προσευχηθείς για συγχώρεση.
Μετά η γυναίκα πάει στον τελευταίο μοναχό και κάνει τα ίδια. Καμία ανταπόκριση.
Αυτή γδύνεται τελείως και αρχίζει να τρίβεται πάνω του αλλά από τον μοναχό καμία
ανταπόκριση. Τελικά η γυναίκα κουράζεται και φεύγει.
-Αδερφέ Κώστα μπράβο σου, μόνο τώρα κατάλαβα την αληθινή δύναμη της ψυχής σου.
Τώρα πήγαινε και εσύ στα ντους μαζί με τους άλλους μοναχούς.
– Τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν, ακούγεται έντονα το κουδουνάκι του.

101)Είναι ένας βασιλιάς που έχει ένα γάιδαρο τον οποίο αγαπάει πολύ, ο οποίος
είναι πολύ λυπημένος και ο βασιλιάς κάνει διαγωνισμό ότι όποιος καταφέρει να
κάνει το γάιδαρο να γελάσει, θα του δώσει το μισό του βασίλειο. Κανείς δεν τα
καταφέρνει μέχρι που έρχεται κάποιος, λέει κάτι στο αυτί του γαϊδάρου και
αρχίζει να γελά. Όμως ο γάιδαρος δεν σταματά να γελά για δυο εβδομάδες μέχρι που
ο βασιλιάς κάνει άλλο διαγωνισμό για να τον σταματήσουν με έπαθλο την κόρη του.
Κανείς δεν τα καταφέρνει μέχρι που έρχεται πάλι ο τύπος, μπαίνει στο στάβλο
μόνος με το γάιδαρο και από τότε ο γάιδαρος αρχίζει να κλαίει σαν χήρα. Πιάνει ο
βασιλιάς τον τύπο και του λέει:
-Καλά τι έκανες?
-Θυμάσαι πριν που τον έκανα να σκάσει στα γέλια?
-Ναι θυμάμαι.
-Του είπα ότι την έχω μεγαλύτερη από αυτόν.
-Και μετά που ξανάρχισε να κλαίει τι έκανες?
-Μετά του την έδειξα.

102)Κάποια νοικοκυρά αντιμετώπιζε το εξής πρόβλημα: Κάθε φορά που περνούσε το
τρένο έπεφτε κάτω η ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας. Αυτό γινόταν συνεχώς και
αποφασίζει να φέρει ένα μαραγκό. Έρχεται λοιπόν ο τύπος, του εξηγεί το πρόβλημα
και πιάνει και στερεώνει την ντουλάπα στο πάτωμα. Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει,
περνά το τρένο, και πέφτει πάλι η ντουλάπα. «Τι στο καλό, δεν θα την στερέωσα
καλά» και πιάνει και στη στηρίζει και στον τοίχο. Μόλις όμως περνά το τρένο,
πάλι η ντουλάπα βρίσκεται να ξαπλώνει στο πάτωμα. Μετά από πολλές προσπάθειες
(στηρίγματα, κόλλες, σχοινιά, κλπ), αποτέλεσμα δεν υπάρχει, μόλις περνά το τρένο
η ντουλάπα πέφτει. Τσατισμένος λέει:
-Μου έχουνε σπάσει τα νεύρα, θα μπω μέσα και θα περιμένω το τρένο να δω τι
γίνεται.
Μπαίνει μέσα και την κλείνει. Δεν περνάνε πέντε λεπτά και μπαίνει ξαφνικά στο
σπίτι και στο δωμάτιο ο σωματώδης και πολύ ζηλιάρης νταλικέρης, άντρας της
κυρίας, που πάντα υποψιαζόταν ότι η γυναίκα του, του τα «φοράει». Ανοίγει την
ντουλάπα να πάρει ένα πουκάμισο και βλέπει τον μαραγκό. Σε έξαλλη κατάσταση του
λέει:
-Ρε κάθαρμα, τι κάνεις εκεί μέσα?
Και ο μαραγκός του απαντά:
-Τώρα άμα σου πω ότι περιμένω το τρένο θα με πιστέψεις?

103)Ήταν ένα παντρεμένο ζευγάρι που ο άντρας είχε μια κοιλιά σαν τσουβάλι. Μια
μέρα τους ήρθε να κάνουν έρωτα μέσα στο μεσημέρι. Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα
και αρχίζουν. Μια από τις στάσεις που βόλευε ήταν να κάθεται η γυναίκα από πάνω
και να «χοροπηδάει». Με την πολύ φασαρία όμως ξυπνάνε το εξάχρονο αγοράκι τους,
το οποίο μόλις τους είδε φρίκαρε και άρχισε να τρέχει στο σπίτι ουρλιάζοντας.
Τρέχει η μάνα του να το συνεφέρει.
-Αγόρι μου, αυτό που είδες δεν είναι κακό, απλά επειδή ο μπαμπάς έχει μεγάλη
κοιλιά ανεβαίνω πάνω του και χοροπηδάω για να την ξεφουσκώσω.
Σκέφτεται το παιδάκι και απαντάει:
-Μαμά τζάμπα χοροπηδάς, γιατί όταν λείπεις έρχεται η κυρία Γωγώ από τον τέταρτο,
βάζει στο στόμα της το πουλί του μπαμπά και την ξαναφουσκώνει.

104)Πάει ένας στη ζούγκλα, τον πιάνουν οι κανίβαλοι και τον βάζουν στο καζάνι.
Κάποια στιγμή ο μάγειρας πιάνει την κουτάλα και του βαράει μια στο κεφάλι. Το
βλέπει ο αρχηγός αλλά δεν λέει τίποτα. Μετά από λίγο πάλι τα ίδια και το ίδιο
σκηνικό γίνεται τελικά αρκετές φορές. Ο αρχηγός δεν κρατιέται και πάει στον
μάγειρα και του λέει:
-Μα καλά γιατί βαράς το φαγητό?
-Τον βαράω γιατί κάνει μακροβούτια και τρώει τις πατάτες.

105)Δυο κυρίες βρίσκονται στο κομμωτήριο και συζητούν. Σε λίγο έρχεται μια φίλη
τους η οποία ήταν πολύ χαρούμενη.
-Γιατί είσαι τόσο χαρούμενη, την ρωτούν οι άλλες?
-Εχτές το βράδυ μόλις ο άντρας μου, ο Γιώργος, βγήκε από το μπάνιο, πάω και
του πιάνω τα αρχίδια και του λέω «Είναι κρύα, έλα να σου τα ζεστάνω» και
μετά με ξέσκισε όλο το βράδυ.
Μετά από μερικές μέρες έρχεται στο κομμωτήριο μια από τις άλλες κυρίες το ίδιο
χαρούμενη και λέει τα ίδια πράγματα.
-Εχτές το βράδυ μόλις ο άντρας μου, ο Νίκος, βγήκε από το μπάνιο, πάω και
του πιάνω τα αρχίδια και του λέω «Είναι κρύα, έλα να σου τα ζεστάνω» και
μετά πέρασα όλο το βράδυ ανάσκελα.
Μετά από λίγες μέρες έρχεται στο κομμωτήριο η τρίτη φίλη με μαυρισμένα μάτια και
γεμάτη μελανιές.
-Τι έπαθες και είσαι έτσι, την ρωτάνε?
-Άστε, εχτές το βράδυ βγαίνει ο άντρας μου ο Κώστας από το μπάνιο, του
πιάνω τα αρχίδια και λέω «Κώστα μου γιατί τα αρχίδια σου είναι ζεστά, ενώ του
Γιώργου και του Νίκου είναι κρύα?».

106)Πάει μια πουτάνα σε ένα γιατρό:
-Γιατρέ μου, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα, πονάω στη τρύπα του πισινού μου.
-Παρακαλώ γδυθείτε και σκύψτε.
Γδύνεται αυτή και σκύβει και βάζει ο γιατρός το δάχτυλο του στον κώλο της.
-Εδώ πονάτε?
-Όχι, πιο βαθιά.
Βάζει το δάχτυλο του πιο βαθιά.
-Εδώ πονάτε?
-Όχι, πιο βαθιά.
Βάζει όλο το χέρι του μέσα και φτάνει στο στομάχι..
-Εδώ πονάτε?
-Όχι, πιο βαθιά.
Βάζει το χέρι του μέσα, μέχρι τον αγκώνα και φτάνει στα πνευμόνια της.
-Εδώ πονάτε?
-Όχι, πιο βαθιά.
Βάζει το χέρι του μέσα, μέχρι τον ώμο και φτάνει στο λαιμό της.
-Εδώ πονάτε?
-Ναι, του απαντάει.
-Δεν είναι τίποτα, οι αμυγδαλές σας φταίνε.

107)Ο Τοτός είναι ο χειρότερος μαθητής της τάξης και σαν να μην έφτανε αυτό
έβριζε και πάρα πολύ. Μια μέρα έρχεται σήμα πως την άλλη μέρα θα έρθει στο
σχολείο επιθεωρητής και την δασκάλα την πιάνει πανικός τι θα κάνει με τον Τοτό.
Μαζεύει όλα τα κοριτσάκια και τους λέει:
-Άμα Αρχίσει αύριο ο Τοτός να βρίζει τότε θα κάνετε ότι ντρέπεστε και θα φύγετε
τρέχοντας από την τάξη.
Έρχεται την άλλη μέρα ο επιθεωρητής, αλλά ο Τοτός δεν κάνει τίποτα άλλο από το
να κοιτάει από το παράθυρο. Η δασκάλα ευχαριστεί τον θεό για την τύχη της, όμως
κάποια στιγμή βλέπει ο επιθεωρητής τον Τοτό και λέει στη δασκάλα:
-Αυτό το παιδάκι γιατί δεν μιλάει?
-Είναι λίγο καθυστερημένο και καλύτερα να μην του μιλήσετε, του απαντά
σχεδόν τρέμοντας.
Όμως ο επιθεωρητής πάει στον Τοτό και τον ρωτά:
-Τι κοιτάς με τόσο ενδιαφέρον?
-Κοιτάω το μπουρδέλο που χτίζεται απέναντι.
Μόλις το ακούν τα κοριτσάκια, το βάζουν στα πόδια. Τις βλέπει ο Τοτός και τους
φωνάζει:
-Που πάτε ρε πουτάνες, δεν άνοιξε ακόμα!!!!

108)Ο Σημίτης με τον Έβερτ πάνε σε μια δεξίωση με τις γυναίκες τους, όπου είναι
όλος ο καλός κόσμος (πρέσβεις, στρατηγοί, κλπ.). Κάποια στιγμή λέει η γυναίκα
του Σημίτη στον άντρα της:
-Μου αρέσουν πολύ τα ποτήρια και θέλω να βουτήξεις ένα.
Τι να κάνει ο Σημίτης το κάνει, παίρνει ένα με τρόπο και το βάζει στην τσέπη
του. Το βλέπει όμως η γυναίκα του Έβερτ και ζήλεψε και γυρίζει και λέει στον
άντρα της:
-Ο Σημίτης βούτηξε ένα ποτήρι για την γυναίκα του και θέλω και εγώ ένα.
-Μα γυναίκα υπάρχει κόσμος και θα γίνουμε ρεζίλι.
-Δεν με νοιάζει, αν δεν το κάνεις θα φύγω και θα γίνεις ρεζίλι.
Σκέφτεται για λίγο ο Έβερτ, βλέπει πως δεν τον παίρνει, σηκώνεται πάνω και λέει:
-Μπορώ να έχω την προσοχή σας για λίγο. Θα σας κάνω ένα ταχυδακτυλουργι-
κό κόλπο, θα εξαφανίσω ένα ποτήρι και θα το εμφανίσω αλλού.
Παίρνει ένα ποτήρι το βάζει στην τσέπη του και μετά γυρίζει προς τον Σημίτη και
του λέει:
-Κώστα, δες στην τσέπη σου τώρα και θα βρεις ένα ποτήρι.

109)Δυο αυτοκίνητα πάνε το ένα πίσω από το άλλο. Στο πρώτο αυτοκίνητο είναι ένα
νεαρό ζευγάρι και στο άλλο είναι ένα ηλικιωμένο. Το νεαρό ζευγάρι μπροστά
τσακωνότανε και σε κάποια στιγμή η γυναίκα βγάζει ένα μαχαίρι, του κόβει το
πουλί και το πετά από το παράθυρο. Το πουλί λόγω της θέσης των αυτοκινήτων
πέφτει πάνω στο τζάμι του αυτοκίνήτου των ηλικιωμένων. Τότε ο γέρος λέει:
-Γυναίκα τι έντομο ήταν αυτό?
-Δεν ξέρω τι έντομο ήταν, αλλά είδες τι μεγάλη ψωλή είχε?

110) Η αναπνοή της γκόμενας μυριζει άσχημα και ο συνοδός της βρίσκεται σε
δύσκολη θέση.
-Μήπως έχεις πρόβλημα με τα δόντια σου? τη ρωτάει.
-Όχι, απαντά εκείνη, μόνο μια γέφυρα έχω.
Και ο συνοδός της:
-Μήπως κάτω από την γέφυρα έχει χέσει κανένας ?

111) Στο σχολείο του Τοτού η δασκάλα λέει:
-Πείτε μου κάτι που τρώγεται και αρχίζει από λάμδα.
Πετάγεται ο Τοτός :
– Η λάμπα κυρία.
Η δασκάλα βάζοντας τα γέλια του λέει :
-Η λάμπα Τοτέ δεν τρώγεται.
-Τι λέτε κυρία, αφού κάθε βράδυ ο μπαμπάς μου λέει στη μαμά μου «σβήσε την λάμπα
και έλα να την φας»

112) Ένας τυπάκος είναι μέσα στο ασανσέρ, όταν στον επόμενο όροφο μπαίνει μέσα
μια θεογκόμενα, βγάζει τα ρούχα της και του λέει :
-Θέλω να μου δείξεις πόσο άντρας είσαι.
Εκείνος χωρίς να χάσει λεπτό, βγάζει τα ρούχα του, τα πετά στην μούρη της και
της λέει :
– Πάρτα και πλύντα μωρή χαμούρα.

113)-Γιατί ένας πενηντάρης ιδρώνει μεταξύ δυο πηδημάτων ?
-Γιατί μεσολαβεί καλοκαίρι.

114)Η ξανθιά λέει στον άντρα της:
-Αγάπη μου κάτι νοιώθω στον κόλπο μου, δεν βάζεις το χέρι σου να δεις τι είναι?
-Δεν νοιώθω τίποτα, λέει ο σύζυγος βάζοντας το δάχτυλο του.
-Ποιο βαθιά, λέει η ξανθιά.
-Τίποτα και πάλι, λέει ο σύζυγος έχοντας βάλει όλα τα δάχτυλα του.
-Λίγο πιο μέσα, λέει η ξανθιά.
Ο σύζυγος βάζει όλο το χέρι του μέσα, το τραβάει έξω και βλέπει ένα ρολόι Rolex
περασμένο στο χέρι του. Και η ξανθιά:
-Happy birthday to you………..
**Το λιοντάρι – ο βασιλιάς των ζώων – καθόταν και τεμπέλιαζε. Βλέπει να περνάει
από κοντά ο λαγός και σκέφτηκε να τον πειράξει. «Λαγέ, για έλα εδώ!», του
φωνάζει. Πλησιάζει ο λαγός ανυποψίαστος και το λιοντάρι ρωτά: «Γιατί δε φοράς
ψηλό καπέλο;». «Μα, βασιλιά μου, εγώ…». «Λέγε, γιατί δε φοράς ψηλό καπέλο;»,
αγριεύει το λιοντάρι. «Μα…», πάει να πει ο λαγός, φλαπ! του τραβάει μια
σφαλιάρα το λιοντάρι. «Χάσου τώρα από μπροστά μου!», λέει το λιοντάρι. Φεύγει
κι ο λαγός με κατεβασμένα τα αυτιά .
Την άλλη μέρα έτυχε να ξαναπερνά από κει ο λαγός. Τον βλέπει το λιοντάρι και
σκέφτεται: ‘Τι καψόνι να του κάνω σήμερα αυτουνού του βλάκα;…Το βρήκα! Θα του
ζητήσω τσιγάρα. Αν μου δώσει με φίλτρο θα του πω ότι ήθελα άφιλτρα και τ’
αντίθετο, αν μου δώσει άφιλτρο θα του πω ότι ήθελα με φίλτρο. Έτσι κι αλλιώς θα
τη φάει τη μπούφλα του!’. Αμέσως φωνάζει: «Λαγέ, για έλα εδώ!». Ο λαγός
πλησιάζει φοβισμένος. «Τι θέλεις, βασιλιά;», ρωτά. «Τίποτα, μωρέ. Ένα τσιγαράκι
θα ‘θελα να μου δώσεις.». «Αμέσως, βασιλιά.», απαντάει ο λαγός. «Θες με φίλτρο
ή άφιλτρο;». Φλαπ! τραβάει το λιοντάρι του λαγού μια σφαλιάρα και φωνάζει:
«Ακόμη, ρε, να φορέσεις ψηλό καπέλο;» .

Ο λαγός καθόταν αραχτός στη ρίζα ενός δέντρου. Περνά από κει ο ελέφαντας. «Τι
έγινε, λαγέ, πώς πάει;», ρωτά. «Να, εδώ αραχτός, τρώω, πίνω, ρίχνω και κανένα
πούτσο στο λιοντάρι…». Τ’ ακούει αυτό ο ελέφαντας, παραξενεύεται, κουνάει το
κεφάλι του και φεύγει. Αργότερα περνά από κει η αρκούδα. «Τι χαμπάρια, λαγέ,
πώς πάει;». «Να, εδώ αραχτός, τρώω, πίνω, ρίχνω και κανένα πούτσο στο
λιοντάρι…». Κουνάει το κεφάλι της με απορία κι η αρκούδα, φεύγει κι αυτή .
Μια-δυο, έφτασαν αυτά στ’ αυτιά του λιονταριού, αγριεύει, πάει και βρίσκει το
λαγό. «Γεια σου, λαγέ. Έμαθα περνάς καλά. Πώς πάει;», ρωτά. Ατάραχος ο λαγός
απαντά: «Να, εδώ αραχτός, τρώω, πίνω, λέω και καμιά μαλακία να περάσει η
ώρα!

Σ’ ένα λεωφορείο κάθονταν κοντά δυο εντελώς διαφορετικοί τύποι: μπροστά ένας
λέτσος, βρωμιάρης, αξύριστος, με βρώμικο παλτό και λυμένες αρβύλες και πίσω
ένας κυριλέ τύπος, καλοξυρισμένος, αρωματισμένος, καλοντυμένος. Σε μια στιγμή ο
βρωμύλος ανασηκώνεται λίγο απ’ τη θέση του και «μπριτς!» αμολάει μία γερή
πορδή. Ο κυριλέ τύπος κοιτάει αλλού και «γκουχ! γκουχ!» ξεροβήχει διακριτικά. Ο
βρωμιάρης αναίσθητος. Λίγο αργότερα «μπριτς!» αφήνει άλλη μία βροντερή κλανιά.
«Γκουχ!γκουχ!» ξανά ο κυριλέ. Μία, δύο τρεις, «μπραφ!» αμολάει μια πολύ γερή ο
λεχρίτης. Δεν αντέχει ο κυριλάτος κι απ’ την αηδία κάνει «φτου!» φτύνοντας στο
πάτωμα. Οπότε γυρνάει ο βρωμιάρης και του λέει ειρωνικά: «Μπα, είχε και
κουκούτσι;» .

Ο δάσκαλος διαβάζει την έκθεση του Τοτού: ‘Έκανα μια βόλτα στο δάσος τις
προάλλες και στη ρίζα μιας βελανιδιάς βλέπω ένα μικρό σωρό από πράσινα σκατά.
«Αυτά τα σκατά θα ‘ναι του φίλου μου του Γιάννη, που τρώει πολύ σπανάκι.»,
σκέφτηκα. Παρακάτω πίσω από ένα πεύκο βλέπω κάτι κίτρινα σκατά. «Εδώ πρέπει να
έχεσε ο φίλος μου ο Νίκος, που τρώει πολλές μπανάνες.», σκέφτηκα. Λίγο παραπέρα
βλέπω ένα σωρό από κοκκινωπά σκατά. «Ε, βάζω στοίχημα ότι αυτά είναι του φίλου
μου του Κώστα, που τρώει πολλά κεράσια.», σκέφτηκα…’. Τσαντισμένος ο δάσκαλος
φωνάζει: «Τοτό, τι αηδίες είναι αυτές που έγραψες στην έκθεσή σου;». «Μα,
κύριε,», διαμαρτύρεται ο Τοτός, «το θέμα της έκθεσης δεν ήταν ‘Ο φίλος στην
ανάγκη φαίνεται’;» .

Ο άνθρωπος νοίκιασε ένα σπίτι και στη βδομάδα πάνω τηλεφωνεί στο
σπιτονοικοκύρη. «Έλα να δεις τα χάλια του σπιτιού.», του λέει. Καταφθάνει ο
σπιτονοικοκύρης. «Τι πρόβλημα υπάρχει;», ρωτάει. «Παρατήρησε.», του λέει ο
άνθρωπος και βγάζει απ’ το ψυγείο ένα κομμάτι τυρί, το οποίο και ακουμπάει
κοντά σε μια ρωγμή ενός τοίχου. Σε μισό λεπτό προβάλλει ένα ποντικάκι,
οσμίζεται το τυρί, το τρώει κι εξαφανίζεται. «Ε, εντάξει,», λέει ο ιδιοκτήτης,
«και στα πιο καθαρά σπίτια θα βρεις κανένα ποντικάκι!». «Περίμενε.», του λέει ο
νοικάρης και ακουμπάει κοντά στη σχισμή ένα μεγαλύτερο κομμάτι τυρί. Σε λίγο
βγαίνουν πέντε-έξι ποντίκια, πλακώνουν το τυρί, το τρώνε και ξαναφεύγουν.
«Εντάξει,», λέει λίγο ντροπιασμένος ο ιδιοκτήτης, «το ποντικάκι θα βρήκε ταίρι
και θα κάναν μερικά μικρά. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο.». «Περίμενε.», ξαναλέει ο
νοικάρης και αφήνει κοντά στον τοίχο όλο το κεφάλι το τυρί. Σε λίγο αρχίζουν να
ξεχύνονται απ’ τη ρωγμή δεκάδες ποντίκια και να κατατρώνε το τυρί και μαζί τους
πετάγεται κι ένα ψάρι, που πέφτει στο πάτωμα και σπαρταράει. «Απίστευτο!»,
κάνει ο σπιτονοικοκύρης. «Ένα ψάρι!». «Άσε,», λέει ο νοικάρης, «για την υγρασία
θα σου πω μετά!» .

Ένας άνθρωπος κάθεται στο μπαλκόνι του σπιτιού του φίλου του όταν σε κάποιο
αντικρινό μπαλκόνι βλέπει μια ανεκδιήγητη σκηνή: μια γυναίκα να έχει βγάλει έξω
το βυζί της, να το κουνάει με το ένα χέρι και με το άλλο να κρατάει μια
σοκολάτα κι ένας άντρας απέναντί της να κρατάει ένα καθίκι με το ένα χέρι και
μια ομπρέλα με το άλλο. «Καλά, τι κάνουν εκείνοι οι δύο, τρελοί είναι;», ρωτάει
ο άνθρωπος. «Όχι,», λέει ο οικοδεσπότης, «είναι κωφάλαλοι και έτσι
συνεννοούνται.». «Και τι διάβολο λένε τώρα;», ρωτάει ο πρώτος. «Μα, νομίζω
είναι φανερό.», λέει ο άλλος. «Η γυναίκα λέει: ‘Θέλω να μου φέρεις γάλα κακάο!’
κι ο άντρας της απαντά ‘Να πας να χεστείς, έξω βρέχει!» .

Ένας άνδρας έχει ένα μεγάλο πρόβλημα … έχει μια πούτσα 50 πόντους. Μεγάλο
πρόβλημα, που τον ταλαιπωρεί, γιατί ούτε να γαμήσει μπορεί, ούτε σχέση μπορεί
να κάνει, γιατί όπως καταλαβαίνετε μόλις το έβλεπαν οι γυναίκες το έβαζαν στα
πόδια. Πάει στο γιατρό (χειρούργο) και τον ρωτάει αν μπορεί να του τον κόψει?
-Αποκλείεται του λέει ο γιατρός …. είναι πολύ επικίνδυνη αυτή η εγχείρηση και
δεν την κάνει κανένας γιατρός στον κόσμο.. Αν ήταν μικρή θα μπορούσαμε να τη
μεγαλώναμε, αλλά αυτό ….. λυπάμαι!! !
Έχει πάρει σβάρνα όλους τους γιατρούς, σε όλο τον κόσμο, και του λένε όλοι τα
ίδια. Τι να κάνει κι αυτός, πάει σε ένα μπαρ και αρχίζει να πίνει και να λέει
τον καημό του .
Τον ακούει κάποιος από δίπλα, πάει τον πιάνει και του λέει.
-Άκουσε, μόνο ένα θαύμα θα λύσει το πρόβλημά σου. Και αυτό είναι ένα βατραχάκι
που βρίσκεται σε μια λίμνη 10 Km βόρεια από εδώ .
Μόλις το ακούει σηκώνεται και φεύγει τρέχοντας. Πάει στη λίμνη και αρχίζει να
φωνάζει… ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ, ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ. Εμφανίζεται το βατραχάκι και τον ρωτάει τι
θέλει .
-Να, έχω ένα πρόβλημα, λέει αυτός. Την έχω 50 πόντους και θα ήθελα αν γίνεται
να μικρύνει .
-ΟΧΙ, του λέει το βατραχάκι και τσουπ εξαφανίζεται.
Περίλυπος αυτός φεύγει και πάει σπίτι του. Το βράδυ πάει να κατουρήσει και
βλέπει ότι έχει μικρύνει. Παίρνει το μέτρο, μετράει και βλέπει ότι έχει γίνει
40 πόντους .
Την επόμενη μέρα χαρούμενος ξαναπάει στη λίμνη.
-ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ, ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ.
-Τι θές; τον ρωτάει το βατραχάκι.
-Είμαι αυτός που είχα έρθει χθες με το πρόβλημα, θυμάσαι; Με τους 50
πόντους…..Μήπως γίνεται να μικρύνει ;
-ΟΧΙ του λέει και εξαφανίζεται.
Πάει σπίτι, τη μετράει, την ξαναμετράει και τη βρίσκει 30 πόντους.
Την άλλη μέρα ξαναπάει στη λίμνη.
-ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ, ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ
-Τι θες;
-Με θυμάσαι; Είμαι αυτός με το πρόβλημα με που σου είχα πεί με τους 50 πόντους.
Είχα έρθει χθές και προχτές. Μήπως γίνεται να μικρύνει ;
-ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ !!!!!!!!!!!! (του λέει το βατραχάκι και εξαφανίζεται).

Κάποτε σε μια υπαίθρια καφετέρια καθονταν δύο γιατροί που μόλις είχανε πάρει το
δίπλωμά τους και συζητούσαν πίνοντας καφέ. Οπότε σε μια στιγμή βλέπουν έναν
ηλικιωμένο να έρχεται προς το μέρος τους περπατώντας κάπως παράξενα (με ανοικτά
τα πόδια και γέρνοντας λίγο μπροστά). Λέει ο ένας στον άλλο :
-Συνάδελφε, τι λες να έχει αυτός ο φουκαράς;
-Μα είναι φανερό συνάδελφε, ο άνθρωπος πάσχει από ισχιαλγία.
-Κι εμένα αυτό μου πέρασε από το μυαλό, αλλά δεν το πιστεύω. Εγώ νομίζω ότι
πάσχει από οσφυαλγία, τι λες δεν τον ρωτάμε να δούμε ποιος έχει δίκιο.
Οπότε σηκώνονται και πάνε προς το μέρος του.
-Συγνώμη κύριε, σας είδαμε να περπατάτε έτσι και μια που είμαστε και οι δύο
γιατροί κάναμε από μια διάγνωση. Εγώ λέω ότι έχετε οσφυαλγία και ο συνάδελφος
ισχιαλγία. Ποια από τις δύο διαγνώσεις είναι η σωστή ;
-Αχχχ παλικάρια μου και οι τρεις πέσαμε έξω. Κι εγώ νόμιζα ότι θα ΚΛΑΣΩ, αλλά
τελικά ΧΕΣΤΗΚΑ .

Κάποτε, επί Γερμανικής κατοχής, μια ομάδα γερμανών κυνηγούσε τρεις αντάρτες.
Οπότε σε μια στιγμή οι τρεις αντάρτες βρίσκουν τρία πηγάδια και πηδάει ο κάθε
ένας σε ένα πηγάδι κάνοντας ησυχία μη τους καταλάβουν οι γερμανοί .
Φτάνουν οι γερμανοί στα πηγάδια, κοιτούν δεξιά – αριστερά, δε βλέπουν κανένα.
Ο αξιωματικός την ψηλιάστηκε τη δουλειά και πλησιάζει σε ένα πηγάδι και φωνάζει:
-Λες να είναι εδώ;
Ο αντάρτης τώρα που είναι μέσα στο πηγάδι κάνει δήθεν αντίλαλο.
-Λες να είναι εδώώώώ….
Πάει στο άλλο πηγάδι ο αξιωματικός και φωνάζει:
-Μπα …. θα πήγαν κατά τα βουνά.
-Πήγαν κατά τα βουνάααα…
Πάει και στο τρίτο πηγάδι και φωνάζει:
-Ας ρίξω μια χειροβομβίδα.
Και μέσα από το πηγάδι ακούγεται:
-Πήγαν κατά τα βουνάααα…Πήγαν κατά τα βουνάαα….
Πήγαν κατά τα βουνάαα…

Όλοι λίγο πολύ θα ξέρετε το μύθο του Αισώπου με το μέρμηγκα και τον τζίτζικα .
Διαβάστε τι έπαθε ένας μέρμηγκας που στηρίχτηκε στο μύθο.
Είναι καλοκαίρι, ο ήλιος στο φόρτε του και ο μέρμηγκας κουβαλάει καταϊδρωμένος
ένα μεγάλο σπυρί για τη φωλιά του. Ο τζίτζικας αραχτός μέσα στα φύλλα στην
παχειά σκιά τραγουδάει φορώντας το μαύρο του γυαλί , πίνοντας ένα παγωμένο
αναψυκτικό και έχοντας και δύο γκόμενες αγκαλιά, βλέπει το μέρμηγκα να
τυρανιέται και του λέει:
-Τι κάνεις εκεί ρε μαύρε κάτω από τον ήλιο, έλα εδώ να τραγουδήσουμε στη σκιά,
έχω και δύο μανούλια πρώτα.
Ο μέρμηγκας σαλτάρησε:
-Δε θα έρθει ο χειμώνας, θα σου πω εγώ ρε μαλάκα όταν θα έρθεις μέσα στα χιόνια
στη φωλιά μου και θα μου ζητάς παρακαλώντας φαϊ και ζεστασιά. Με τις κλωτσιές
θα σε διώξω, δε θα σε λυπηθώ όσο κι αν παρακαλάς. Το ίδιο σκηνικό
επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, ώσπου ήρθε …. και ο χειμώνας .
Ο μέρμηγκας άναψε το τζάκι, έκλεισε πόρτες και παράθυρα στο χιόνι, αλλά δεν
μπορεί να ηρεμήσει. Δε θα έρθει ο μαλάκας ο τζίτζικας, θα τον διώξω με τις
κλωτσιές λέει και ξαναλέει.
Ώσπου κάποια στιγμή χτυπάει η πόρτα. Ανοίγει ο μέρμηγκας και βλέπει τον
τζίτζικα, αλλά αυτός δεν τουρτούριζε από το κρύο. Φορούσε φόρμα του σκι,
γυαλιά, κασκόλ , μπότες και είχε και δύο γκόμενες αγκαλιά.
-Τι κάνεις εδώ ρε μαύρε, λέει στο μέρμηγκα, όλο το καλοκαίρι δουλεύεις και το
χειμώνα κλειδώνεσαι; Βγες λίγο να διασκεδάσεις, έλα να πάμε σε κανένα
χιονοδρομικό κέντρο, έλα να πάμε κανένα ταξιδάκι που έχω και δύο γκόμενες
πρώτες .
Ο μέρμηγκας ξανασαλτάρησε:
– ΕΞΩ …. ΕΞΩ, πάρε τις γκόμενές σου και φύγε, αλλά πού ‘ σαι, αν δεις τον
Αίσωπο να του πεις ότι θα τον ΓΑΜΗΣΩ!! !

Ο Χριστός και ο Πέτρος περπατούν σ?ένα σχολείο.
Εκεί που βαδίζουν να’σου και πέφτει στο κεφάλι του Χριστού μια μπάλα (μπαμ).
Ο Πέτρος ωρύεται: δεν ντρέπεστε κωλόπαιδα να χτυπάτε αυτόν τον άγιο άνθρωπο;
Και ο Χριστός: Πέτρο άσε τα παιδιά να πλησιάσουν το Χριστό…
Μετά από λίγο, να πάλι μια μπάλα πετάγεται στο κεφάλι του Χριστού και ο Πέτρος
ξαναρχίζει: καταραμένα να’στε στην κόλαση να καείτε… .
-Πέτρο άσε τα παιδιά να πλησιάσουν τον κύριο…
Σε λίγο (μπαμ) μια μπάλα του τένις στο μάτι του Χριστού και ο Πέτρος: στο
διάολο να πάτε βρωμόπαιδα που χτυπάτε τον Χριστό.. .
Και ο Χριστός: Πέτρο άσε τα παιδιά να πλησιάσουν τον Ιησού…. δε θα πλησιάσει
κάποιο; Ε, θα το γαμήσω!!! !

Μια φορά πέθανε ένας άνθρωπος και πήγε στον Παράδεισο. Εκεί είδε τον ?Αγιο
Πέτρο που του είπε :
-Πέρασε, να σου δείξω τον Παράδεισο.
Καθώς περπατούσαν, σε μια μεριά είδε ο άνθρωπος κάτι ρολόγια.
-Τι είναι αυτά τα ρολόγια, ρώτησε τον Αγιο Πέτρο.
-Αυτά είναι τα ρολόγια όλων των φίλων σου και όσες στροφές κάνει ο μεγάλος
δείχτης τόσες μαλακίες παίζουν την μέρα .
-Ποιο είναι του φίλου μου του Μανώλη;
Τότε ο Πέτρος του το έδειξε και του είπε:
-Αυτό είναι. Έκανε 5 στροφές, άρα παίζει 5 μαλακίες τη μέρα.
-Το δικό μου ρολόι πού είναι;
Λέει ο Άγιος Πέτρος:
-Αυτό το έχει πάρει για ανεμιστηράκι ο Θεός !

Ένα παιδί παίρνει το λεωφορείο μετά το σχολείο και ετοιμάζεται να βγάλει το
εισιτήριο. Ξαφνικά βάζει τα κλάματα.Ο εισπράκτορας το βλέπει και το ρωτά
περίεργα :
-Τι συμβαίνει μικρέ, γιατί κλαις;
-Έχασα, κύριε, τα χρήματά μου. Σας το ορκίζομαι είχα ένα κατοστάρικο μέσα στην
τσέπη μου, μα τώρα δεν το βρίσκω .
Ο εισπράκτορας λυπάται το παιδί και του λέει.
-Καλά δεν πειράζει, πες ότι το πλήρωσες το εισιτήριό σου.
Και τότε το παιδί γεμάτο απορία του λέει:
-Και …. πού είναι τα ρέστα;

Ήταν μία φορά ένας και πήγε στη Λάρισα να δει έναν συγγενή του. Εκεί που
περπατούσαν περνάει από εκεί ένα πολεμικό αεροπλάνο .
-Κοίτα, Μirage 2000, λέει ο τύπος στο συγγενή του.
Και ο Λαρισαίος του λέει με την ειδική προφορά του:
-Σιγά μην μοιράζ και πεντοχίλιαρα.

Ήταν μια φορά μια γυναίκα στο δικαστήριο όπου έδινε αναφορά για μία εισβολή των
Τούρκων στο σπίτι της. Της λέει ο δικαστής να περιγράψει ένα – ένα τα γεγονότα
με τη σειρά που συνέβησαν .
Αυτή λοιπόν λέει:
-Την πρώτην ημέραν που ήρθασιν οι Τούρκοιν εις το σπίτιν μας, εβιάσανε τον
πατέραν μου, εβιάσανε την μητέραν μου, εβιάσανε τον αδερφόν μου και προσωπικώς
εμένα .
Την δεύτερην ημέραν που ήρθασιν οι Τούρκοιν εις το σπίτιν μας, εβιάσανε τον
πατέραν μου, εβιάσανε την μητέραν μου, εβιάσανε τον αδερφόν μου και προσωπικώς
εμένα .
Την τρίτην ημέραν, αδίκως επεριμέναμεν.

Προχωράει ένας στο δρόμο κι όπως προχωράει, βλέπει λίγο πιο πέρα κάτι καφέ κάτω
στο δρόμο. Πλησιάζει, σκύβει, το κοιτά καλά – καλά, μετά βγάζει το χέρι του
και παίρνει λίγο από αυτό. Το μυρίζει, γλύφει λίγο, καταπίνει, ξαναγλύφει,
ξανακαταπίνει και στο τέλος, με μια έκφραση αηδίας κάνει :
«Μπλιάχ!!! ΣΚΑΤΑ !!!» Και ύστερα, με χαμόγελο: «Καλά που δεν τα πάτησα !!!»

-Πώς λένε τον Κωλοκοτρώνη στα αρχαιοελληνικά;
-Πρωκτόλιθο (!!!)

-Πού έχει ένας ελέφαντας το καυλί του;
-Στα πόδια του.?Αμα σε πατήσει, σε γάμησε!

Τρείς ναυτικοί και μία καλόγρια είχαν ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί στη μέση του
ωκεανού .
Τρείς μήνες μετά η καλόγρια είχε αηδιάσει τόσο πολύ μ?αυτά που έκανε με τους
ναυτικούς, ώστε δεν άντεξε άλλο και αυτοκτόνησε .
Τρείς μήνες μετά οι ναυτικοί είχαν αηδιάσει τόσο πολύ με αυτά που έκαναν με την
καλόγρια, ώστε δεν άντεξαν άλλο και την έθαψαν.. .

Πηγαίνει μια ηλικιωμένη κυρία στο γιατρό και του λέει:
-Γιατρέ μου, θα ήθελα να μου δώσετε κάποια αντισυλληπτικά χάπια.
-Με συγχωρείτε, εσείς είστε 75 ετών, τι να τα κάνετε τα αντισυλληπτικά χάπια;
-Γιατρέ μου, με βοηθάνε για να κοιμηθώ πιο ήσυχα.
-Και πώς το πετυχαίνουν αυτό;
-Τα βάζω στο χυμό της εγγονης μου και κοιμάμαι ήσυχη τα βράδια.

Ένας νεαρούλης πάει στον παπά της ενορίας του να εξομολογηθεί:
Ο πατέρας μου, μου είχε απαγορεύσει να πάω στο καμπαρέ
επειδή έχει γυμνές γυναίκες, όμως εγώ πήγα…
Παπάς: -Αυτό είναι πολύ άσχημο, τέκνον μου. Και
φυσικά, είδες αυτό που
δεν έπρεπε να δεις, έτσι;
Νεαρός: -Ναι… Τον πατέρα μου στο πρώτο τραπέζι με δυο πουτάνες…

Νεαρός γόνος μικροαστικής οικογένειας κάνει τη
φοβερή εξομολόγηση στον πατέρα του:
-Μπαμπά, πρέπει να σου πω ότι είμαι γκέυ.
Ο πατέρας ακούει έκπληκτος το νεαρό γιο του και τον ρωτάει:
-Δε μου λες, παιδί μου, έχουμε εμείς βίλλα στη Μύκονο;
-Όχι μπαμπά!
-Ξέρεις να έχουμε καταθέσεις στην Ελβετία;
-Όχι μπαμπά!
-Έχουμε κότερο;
-Όχι μπαμπά;
-Τότε, γιε μου, δεν είσαι γκέυ, αλλά ένας απλός… φτωχόπουστας!

Ένας Πόντιος τηλεφώνησε στην Ολυμπιακή Αεροπορία
και ρώτησε:
-Πόση ώρα είναι η πτήση Αθήνα – Μόσχα;
-Ένα λεπτό παρακαλώ, του είπε ο υπάλληλος.
-Ευχαριστώ, είπε ο Πόντιος και το έκλεισε!

-Τα χάλια σου έχεις, λέει ο μπάρμαν σ’ ένα πελάτη που
μπήκε για ένα ποτό.
-Πριν από λίγο έθαψα την πεθερά μου.
-Α, πολύ δυσάρεστο αυτό το καθήκον, αγαπητέ μου.
Αυτές οι γρατσουνιές στο πρόσωπό σου πώς έγιναν;
-Η άτιμη με δυσκόλεψε πολύ για να μπει στο μνήμα…!

Βρισκόμαστε στο μουσείο με τα εκθέματα που αφορούν το μακαρίτη τον
Ανδρέα. Ο επισκέπτης ψάχνει απεγνωσμένα να βρει μεταξύ των φωτογραφιών
που εκτίθενται, εκείνη με τον τίτλο: » Ο Ανδρέας στο Βουκουρέστι» .
Αφού δεν την βρήκε, απευθύνεται στον υπεύθυνο Διευθυντή και ρωτάει αν
υπάρχει φωτογραφία με τίτλο » Ο Ανδρέας στο Βουκουρέστι». Ο υπεύθυνος
Διευθυντής τρελάθηκε. Να υπάρχει τέτοιο ντοκουμέντο, αναρωτήθηκε, και να μη
βρίσκεται στο μουσείο; Άρχισε λοιπόν να ψάχνει παντού σε φίλους και γνωστούς
να ανακαλύψει τη σπάνια φωτογραφία, ώσπου κάποια μέρα μαθαίνει ότι τη
φωτογραφία την έχει ο Κουρής. Μια και δυο λοιπόν τραβάει και βρίσκει το Μάκη.
-Μάκη, του λέει, ξέρω ότι έχεις μια σπάνια φωτογραφία με τίτλο «Ο Ανδρέας στο
Βουκουρέστι» και θα σε παρακαλούσα επειδή είναι η μόνη που λείπει από το
μουσείο, αν δεν θέλεις να μου τη δώσεις τουλάχιστον να μου τη δανείσεις να
βγάλω ένα αντίγραφο.
Παραδόξως ο Μάκης δέχθηκε με το πρώτο και πήγε να φέρει τη φωτογραφία.
Όταν όμως ο Διευθυντής του μουσείου κοίταξε τη φωτογραφία είδε τη
Μιμή να κάνει έρωτα με έναν αράπη και δίκαια ρώτησε το Μάκη.
-Καλά, ο Ανδρέας πού είναι;
Οπότε του λέει ο Μάκης:
-Ο Ανδρέας, στο Βουκουρέστι!!!

Η δασκάλα λεει στα παιδιά να γράψουν μια έκθεση με θέμα πώς περνούν τη μέρα
τους. Και ο Τοτός γράφει:
«Σηκώνομαι το πρωί, πλένομαι, ντύνομαι, τρώω, πηδάω τη μάντρα και έρχομαι στο
σχολείο. Μετά το σχολείο γυρνάω σπίτι, πηδάω τη μάντρα, ξεντύνομαι, πλένομαι
και κάθομαι να φάω. Μετά πηδάω τη μάντρα και πάω να παίξω. Μετά από κάμποση ώρα
γυρνάω στο σπίτι, πηδάω τη μάντρα, διαβάζω, βλέπω λίγο τηλεόραση και πέφτω για
ύπνο. »
Πέρασε αρκετός καιρός και μια μέρα η μαμά του Τοτού κάλεσε τη δασκάλα του για
καφέ στο σπίτι. Αυτή φόρεσε μπλουτζίν, γιατί νόμιζε ότι θα πηδήξει πολλές
μάντρες και πήγε .
Όταν φτάνει σπίτι δεν βλέπει τίποτα. Κάθονται και η μαμά του Τοτού λέει.
«Μάντρα φέρε τους καφέδες!»

Ένας υπερβολικά παχύς πόντιος στέκεται έξω από το σχολείο. Σε λίγο χτυπάει το
κουδούνι και τα παιδιά φεύγουν όλα για το σπίτι τους. Τον πλησιάζει ο επιστάτης
που πήγε να κλείσει τις πόρτες και του λέει :
-Κι εσείς παιδί περιμένετε;
-Ο χοντρός πόντιος κοκκίνισε, ξεροκατάπιε και κοιτάζοντας την κοιλιά του
ψιθύρισε :
-Ο… όχι, είναι… ξέρετε… είναι…φυσική!…

Δυο φίλοι έτρεχαν με μία Φεράρι. Ξαφνικά η Φεράρι τραντάχτηκε κι οι δυο φίλοι
κοίταξαν πίσω και είδαν ένα μεγάλο μαύρο πράγμα .
-Πω πω τι πάθαμε, θα πατήσαμε κανέναν άνθρωπο, είπε ο ένας.
-Όχι ρε καμιά μαύρη γάτα θα ήταν, αποκρίθηκε ο άλλος.
Σταματάνε στο χωριό που ήταν εκεί, κατεβαίνουν από τη Φεράρι και ρωτάνε ένα
χωριανό :
-Είκοσι εκατοστά μαύρες γάτες έχετε;
-Έχουμε, του απαντάει ο χωριανός.
-Πενήντα εκατοστά μαύρες γάτες έχετε;
-Έχουμε.
-Ένα μέτρο μαύρες γάτες έχετε;
-Έχουμε, απαντάει και πάλι ο χωριανός.
-Ενάμιση μέτρο μαύρες γάτες έχετε;
-Ε… όχι ρε φίλε, τόσο μεγάλες μαύρες γάτες δεν έχουμε.
-Στο είπα βλάκα. Τον Παπά πατήσαμε, του λέει ο άλλος.

Συζητούν δυο πόντιοι :
-Αν βρεις τι έχω μέσα στο καλάθι, θα σου δώδω ένα τσαμπί.
-Πατάτες, απαντά ο άλλος.

Ο υφυπουργός επισκέπτεται την σεισμοπαθή περιοχή. Μαζί του οι παρατρεχάμενοι,
τα κομματόσκυλα και οι δημοσιογράφοι να καταγράφουν την κάθε του κίνηση. Αυτός
μιλάει με τους σεισμοπαθείς, ρωτά για τις ζημιές, υπόσχεται ενισχύσεις. Κάποια
στιγμή απευθύνεται σ’ έναν παθόντα :
-Εσύ, φίλε μου, τι ζημιά έπαθες;
-Εμένα, κύριε υφυπουργέ μου, γκρεμίστηκε το σπίτι μου. Τίποτα δεν έμεινε όρθιο.
-Γράψε για τον κύριο ένα δάνειο δέκα εκατομμυρίων, λέει στο γραμματέα του ο
υφυπουργός, προκαλώντας αίσθηση σ’ όσους το ακούν. Το κλιμάκιο προχωρεί
παρακάτω .
-Εμένα, κύριε υφυπουργέ, απαντάει ένας άλλος στην ίδια ερώτηση, μου γκρεμίστηκε
ο μαντρότοιχος .
-Γράψε για τον κύριο ένα δάνειο πέντε εκατομμυρίων, ξαναλέει στο γραμματέα του
ο υφυπουργός και προχωρούν παρακάτω. Εκεί συναντούν έναν άνθρωπο ξαπλωμένο σε
φορείο, προφανώς τραυματισμένο .
-Εσύ, τι έπαθες, αγαπητέ μου, ρωτάει ο υφυπουργός.
-Εμένα, κύριε υφυπουργέ, λέει ο άνθρωπος με χαμηλή φωνή, έπεσε πάνω μου ένας
τοίχος και κόπηκαν τ’ αρχίδια μου .
-Φοβερό!, αναφωνεί ο υφυπουργός. Γραμματέα, γράψε τον κύριο για είκοσι
εκατομμύρια .
-Μα, κύριε υφυπουργέ, επιμένει χαμηλόφωνα ο άνθρωπος, δε χρειάζομαι χρήματα.
-Δεν έχει σημασία, επιμένει κι ο υφυπουργός. Γραμματέα, σημείωσες τον κύριο;
-Κύριε υφυπουργέ, ξαναλέει ο άνθρωπος, μήπως δεν κατάλαβες; Σου λέω ότι εμένα
μου κόπηκαν τ’ αρχίδια. Τι να το κάνω το δάνειο ;
-Άσε με να κάνω τη δουλειά μου, λέει σιγά κι ο υφυπουργός. Έτσι κι αλλιώς, κι
αυτοί που περιμένουν δάνειο, τ’ αρχίδια τους θα πάρουν !

Στο Φάρ-Ουέστ δυο φίλοι ταξίδευαν με τ’ άλογά τους μαζί. Κάποια στιγμή, και ενώ
είχαν σταματήσει για ξεκούραση, ο ένας ακούει τον άλλο να ουρλιάζει από πόνο.
Πετάγεται εκεί που ακούστηκε η φωνή και βλέπει το φίλο του να χτυπιέται κάτω
κουλουριασμένος. «Τι έπαθες, φίλε;», ρωτάει με αγωνία. «Εκεί που κατουρούσα»,
λέει ο άλλος σφίγγοντας τα δόντια, «πετάχτηκε ένα φίδι και με δάγκωσε στον
πούτσο. Σώσε με, φίλε. Τρέχα στην πόλη που αφήσαμε πίσω μας και φέρε το
γιατρό!». «Αμέσως, φίλε, αμέσως. Κάνε κουράγιο κι εγώ έφτασα.», λέει ο πρώτος.
Πετάγεται πάνω στ’ άλογό του, το βιτσίζει άγρια και καλπάζει προς την πόλη.
‘Μόνο να σωθεί ο φίλος μου’, σκεφτόταν. Κάποια στιγμή, με το άλογο ξεθεωμένο
απ’ τον καλπασμό, φτάνουν στην πόλη. Ρωτάει για το γιατρό, βρίσκει το ιατρείο
του, μπαίνει μέσα, μα τι να δει! Ο γιατρός τύφλα στο μεθύσι. Τον ταρακουνάει.
«Γιατρέ, σήκω. Πρέπει να σώσουμε το φίλο μου.». «Δε μπορώ να κάνω βήμα»,
τραυλίζει ο γιατρός». «Μα τον δάγκωσε φίδι», λέει με αγωνία ο άλλος. «Τότε
είναι στα χέρια σου να τον σώσεις.», λέει ο γιατρός. «Ρούφα το δηλητήριο απ’
την πληγή και φτύνε το. Αυτό μόνο μπορείς να κάνεις, αλλιώς ο φίλος σου θα
πεθάνει.». «Εντάξει.»,λέει ο άλλος και αστραπιαία ξαναφεύγει. Στο δρόμο του
γυρισμού σκεφτόταν: ‘Να σώσω το φίλο μου. Να ρουφήξω και να φτύσω το δηλητήριο,
αλλιώς θα πεθάνει…’. Κάποια στιγμή έφτασε. Τον βλέπει ο πληγωμένος και τον
ρωτάει: «Πού είναι ο γιατρός;». «Ο γιατρός δε μπόρεσε να έρθει, αλλά μου
είπε…». «Τι σου είπε, τι σου είπε;», ρωτάει ο πληγωμένος. Ο άλλος βλέπει το
ματωμένο πούτσο του φίλου του, τον κοιτάει στα μάτια και του λέει: «Μου
είπε…ότι θα πεθάνεις!» .

Ο επιθεωρητής στο σχολείο:
– Παιδιά θα σας κάνω μερικές ερωτήσεις για να δούμε την πρόοδό σας. Ποια είναι
η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας ;
Καμία απάντηση.
– Δεν πειράζει παιδιά, δεύτερη ερώτηση. Ποια είναι η Πρωτεύουσα της Ελλάδας;
Καμία απάντηση !!!
Γυρίζοντας στη δασκάλα τη ρωτάει τι μαθαίνουν τα παιδιά.
Συνεχίζοντας λέει:
-Δεν πειράζει παιδιά, θα σας κάνω μια τρίτη και πιο εύκολη ερώτηση.
Ο γιος μου είναι 15 ετών, η γυναίκα μου 36 ετών, πόσο ετών είμαι εγώ;
Αμέσως ο Μπόμπος σήκωσε το χέρι του.
-Εγώ κύριε, εγώ.
( Η δασκάλα σκέφτηκε: Ωχ! Τι θα πει πάλι).
-Λέγε παιδί μου, είπε ο Επιθεωρητής.
-48, λέει ο Μπόμπος.
-Μπράβο παιδί μου. Πώς το βρήκες;
-Εύκολο κύριε, ο αδελφός μου είναι 24 και λέει μισές μαλακίες από σένα !!!!

Πρώτη νύχτα του γάμου ! Η γυναίκα στον άνδρα της:
– Γιώργο, σήμερα είναι η βραδιά μου. Θα κάνουμε έρωτα όσες φορές θέλω, μέχρι
που να βαρεθώ .
– Ότι πεις γυναίκα.
Ξάπλωσαν και άρχισαν !!!! Αφού το έκαναν δύο φορές, σταμάτησε ο σύζυγος.
– Γιώργο, είπαμε όσες φορές θέλω.
Πάλι ο Γιώργος άλλη μια φορά και ήταν έτοιμος να κοιμηθεί.
– Γιώργο, είπαμε όσες φορές θέλω.
Ξανακάνει κουράγιο ο Γιώργος, το έκαναν άλλη μια φορά και έτοιμος πλέον να
καταρρεύσει της λέει ότι δεν μπορεί άλλο και ότι πρέπει να κοιμηθεί .
Εκείνη συνεχίζει και λέει:
– Γιώργο, είπαμε όσες φορές θέλω!!!!!!
Κάνοντας άλλη μια προσπάθεια και ύστερα από πολύ ώρα τελείωσε άλλη μια φορά ο
Γιώργος και σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο .
Η γυναίκα του περίμενε 5 λεπτά, 10 λεπτά, μισή ώρα, στο τέλος σηκώθηκε να πάει
να δει τι έπαθε ο Γιώργος .
Πηγαίνει στο μπάνιο και βλέπει το Γιώργο να είναι μπροστά στη λεκάνη να κάνει
το σταυρό του και να λέει :
-Βγες πουλάκι, δε θα γαμήσεις, θα κατουρήσεις.

Ήταν κάποτε μια Αγγλίδα που είχε έρθει διακοπές στην Ελλάδα. Αφού λοιπόν
βαρέθηκε τα νησιά ( Μύκονος, Άνδρος, Ρόδος, Κρήτη και δε συμμαζεύεται )
αποφάσισε να γνωρίσει και την ηπειρωτική Ελλάδα. Πηγαίνει λοιπόν σε κάποιο
απομακρυσμένο χωριό, παραδοσιακό κι έτσι. Εκεί λοιπόν βλέπει έναν βλάχο,
ντυμένο με φουστανέλα. Κι όπως ήταν γεροδεμένος και βαρβάτος ο βλάχος καύλωσε η
Αγγλίδα, οπότε πηγαίνει και του λέει :
-Fuck me right now.
-Φύγε από ‘δω, της απαντά ο βλάχος, χωρίς φυσικά να καταλάβει.
-I want you to fuck me, συνέχιζε αυτή.
-Φύγε μωρή, ο βλάχος.
-Fuck me, fuck me, συνέχιζε αυτή.
Ώσπου στο τέλος τα παίρνει στο κρανίο ο βλάχος και της λέει :
-Φύγε μωρή από εδώ μη σε γαμήσω.

Πάει ένας γιαννιώτης σε κάποιο πολυκατάστημα και λέει στον υπάλληλο :
-Θέλω ένα βρακί.
-Slip δηλαδή, του απαντάει αυτός.
-Ε τι. Αν δε μου έλειπε θα ερχόμουνα ;

Σε μια πτήση Ελλάδα – Αμερική, κάπου πάνω από τον Ατλαντικό, καθόταν ένας
πούστης και δυο όμορφοι άντρες απέναντί του, οπότε σε μια στιγμή λέει :
-Εδώ κοιμούνται όλοι, μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε.
-Άντε ρε, απαντούν με μια φωνή και οι δύο.
-Να κοιτάξτε. (και φωνάζει) Αεροσυνοδός, μια πορτοκαλάδα.
Περιμένουν λίγο, τίποτα, ούτε φωνή ούτε καν ψίθυρος και ξεκινάν τα όργια. Μετά
από τρεις ώρες, από την πιο μπροστά θέση, ακούγεται μια γυναίκα να λέει :
-Αεροσυνοδός, καφέ.
Και ο άνδρας της:
-Γυναίκα μη ζητάς καφέ.
-Γιατί; Εγώ θέλω καφέ. Ενα καφέ είπα !!
-Σου λέω πάψε, μη ζητάς καφέ.
-Γιατί;
-Γιατί και ο πίσω πριν τρεις ώρες ζήτησε πορτοκαλάδα και τον πηδάν ακόμα.

Ήταν κάποιος που μόλις είχε αγοράσει ένα καινούργιο αμάξι. Πηγαίνοντας σπίτι
του βρίσκει μια γιαγιά του που του ζητά να την πάει στο χωριό .
Τη βουτάει όπως είναι, τη χώνει στο κάθισμα του συνοδηγού, μπαίνει μέσα και
ξεκινά γρήγορα, βγαίνει στο διεθνή και πατάει 200, 300, 400, 450 τελική. Όπως
πηγαίνει γρήγορα πατάει μια χελώνα, αρχίζει η γιαγιά να φωνάζει και να λέει
«σκότωσες το ζώο του θεού, τι έκανες, πάει το ζωντανό». Αυτός νευριασμένος
γυρνάει και της λέει «ΓΙΑΓΙΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙΣ;». «Οχι» απαντά η γιαγιά. «ΤΟΤΕ
ΣΚΑΣΕ». Παρακάτω χτυπά μια αγελάδα και η γιαγιά αρχίζει να λέει πάλι «σκότωσες
το ζώο του θεού, τι έκανες». Αυτός πολύ νευριασμένος γυρνά και της λέει «ΓΙΑΓΙΑ
ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙΣ;» . «Οχι» απαντά η γιαγιά φοβισμένη. «ΤΟΤΕ ΣΚΑΣΕ !!!» Η
γιαγιά σκέφτεται ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί αυτό και παρακάτω αν την
ξαναρωτήσει θα απαντήσει ναι. Παρακάτω λοιπόν, καθώς έτρεχε με 480, χτυπάει ένα
ζευγάρι που έβγαινε από την εκκλησία. Αρχίζει να λέει πάλι η γιαγιά «τι έκανες,
σκότωσες τους χριστιανούς» και τότε ο οδηγός γυρνά νευριασμένος και της λέει
«ΓΙΑΓΙΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙΣ;» και η γιαγιά του απαντάει «ναι» . Οπότε ο οδηγός
γεμάτος αγωνία της λέει » Ε ΤΟΤΕ, ΠΟΥ ΣΚΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΡΕΝΟ;»

Ήταν μια κοπέλα στο δρόμο Λάρισας – Θεσσαλονίκης και έκανε ωτοστόπ. Σε μια
στιγμή σταματά ένας οδηγός και της λέει :
-Θα σε πάρω μόνο αν μου κάνεις πίπα.
-Για ποια με πέρασες ρε μαλάκα, δεν τα κάνω αυτά εγώ.
-Ε τότε γεια σου.
Παρακάτω πάλι τα ίδια. Αυτό συνεχίστηκε ώσπου βαρέθηκε και αποφάσισε στον
επόμενο που θα σταματήσει θα το κάνει. Πιο πέρα σταματάει ένας φορτηγατζής και
της ζητάει το ίδιο, δέχεται και την παίρνει μαζί του, αλλά επειδή βιαζόταν θα
του το έκανε στο δρόμο ενώ αυτός οδηγούσε .
Κοντά στα Τέμπη όμως, τρακάρουν με ένα άλλο φορτηγό και η κοπέλα όπως ήταν
σκυμμένη στα πόδια του οδηγού και αυτός την κρατούσε από τα αυτιά της, κατά
λάθος της τα κόβει. Μετά από λίγο, αφού συνέρχεται, βγαίνει έξω και ρωτάει τους
ανθρώπους που είχαν σταματήσει :
-Μήπως είδατε μια κοπέλα χωρίς αυτιά ;
Και του λέει ένας.
-Ποια, αυτή με την πούτσα στο στόμα ;

Σε ένα τηλεοπτικό παιχνίδι με πλούσια δώρα, ο παρουσιαστής λέει στον
προσκεκλημένο τηλεθεατή του :
– Λοιπόν κύριέ μου, θα κερδίσετε 500.000 δραχμές αν μου απαντήσετε στην ερώτηση
: «Τι είναι αυτό που έχει τέσσερις ρόδες, τιμόνι, παίρνει επιβάτες και
κυκλοφορεί στους δρόμους »
-Μα, αυτό είναι πολύ εύκολο. Το αυτοκίνητο !
-Αχ! Κύριέ μου, δυστυχώς χάσατε. Η απάντηση είναι το ΚΟΚΚΙΝΟ αυτοκίνητο. Τέλος
πάντων. Θα σας δώσω άλλη μια ευκαιρία για να κερδίσετε αυτή την φορά 1.000.000
δραχμές ! Λοιπόν, τι είναι αυτό που έχει δύο ρόδες, έναν ή δύο επιβάτες που
φορούν κράνος και τρέχει ;
-Μα, το μηχανάκι βεβαίως ! λέει θριαμβευτικά ο τηλεθεατής.
-Δυστυχώς, χάσατε πάλι, γιατί η απάντηση είναι το ΜΑΥΡΟ μηχανάκι!
Ο τηλεθεατής εξαγριωμένος γυρνάει και του λέει :
-Εγώ θα σου δώσω 5.000.000 δραχμές αν μου απαντήσεις στην ερώτηση : Τι είναι
αυτό που είναι τριχωτό, το ‘χει η γυναίκα ανάμεσα στα σκέλια της και απ’ αυτό
γεννιούνται παιδιά ;
-Μα, το μουνί βεβαίως, λέει ο άλλος ήρεμα.
-Δυστυχώς έχασες, ρε μαλάκα, γιατί η σωστή απάντηση είναι το ΜΟΥΝΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
ΣΟΥ !

Όταν πρωτογνωρίστηκαν ο Αδάμ και η Εύα και βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο,
της είπε ο Αδάμ :
Κάνε λίγο πιο πίσω, γιατί δεν ξέρω πόσο θα μεγαλώσει…

Απογοητευμένος ο σύζυγος πάει στο σεξολόγο για να ζητήσει τη συμβουλή του :
– Που λες, γιατρέ, η γυναίκα μου σιχαίνεται τα πάντα. Με το κόμπλεξ που έχει,
δεν μπορεί να καυλώσει. Αφού να φανταστείς ότι σιχαίνεται να μου πιάσει τον
πούτσο !
Ο γιατρός προσπάθησε να του δώσει τις συμβουλές του και αφού είδε ότι δε
γίνεται τίποτα, του λέει :
Ε, αφού σιχαίνεται και συ θέλεις να σου πιάνει τον πούτσο για να καυλώσει, να
της πεις να τον πιάνει με μια … χαρτοπετσέτα .
-Μα τι λες, γιατρέ μου! Και τι είναι ο πούτσος μου ; Τυρόπιτα;

Δύο νεαρές γυναίκες συζητάνε :
– Γαμώτο, λέει η πρώτη, κάθε φορά που ο άντρας μου έρχεται σπίτι με μια
ντουζίνα τριαντάφυλλα, πρέπει να περνάω όλο το βράδυ με τα πόδια ανοιχτά και
σηκωμένα ψηλά .
-Γιατί, ρωτά η φίλη της με περιέργεια, δεν έχετε βάζο να τα βάλετε ;

Ηταν κάποτε ένας τύπος, ο οποίος μετά τη δουλειά αποφάσισε να πιεί ένα ποτό σε
ένα κοντινό μπαρ. Αφού ήπιε το ποτό του και ετοιμαζόταν να φύγει, παρατηρεί στο
διπλανό σκαμπώ ότι ένας ηλικιωμένος κύριος είναι τύφλα στο μεθύσι και δεν
στηρίζεται καλά .
Πραγματικά, ο ηλικιωμένος κύριος γλυστράει και σωριάζεται στο πάτωμα. Ο τύπος,
νηφάλιος ακόμα, τρέχει γρήγορα και τον σηκώνει. Παρ’όλο το μεθύσι του ο
ηλικιωμένος κύριος μπορούσε ακόμα να μιλήσει και να καταλάβει. Ετσι, ο τύπος
προσφέρθηκε να τον πάει στο σπίτι του. Αφού τον σηκώνει, τον ακουμπάει στον
πάγκο του μπαρ για να πληρώσει. Την ώρα που βγάζει το πορτοφόλι του, ο γέρος
σωριάζεται και πάλι στο πάτωμα. Ο τύπος πληρώνει τον μπάρμαν, του αφήνει και τα
ρέστα, ενώ ξανασηκώνει τον τύπο, και κατευθύνονται προς το αυτοκίνητο .
Φτάνοντας στο αυτοκίνητο, και καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να τον
κρατήσει στα πόδια του, ο τύπος τον ακουμπάει στο αμάξι για να βγάλει τα
κλειδιά του αυτοκινήτου του και να ανοίξει την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή, ο
ηλικιωμένος άντρας ξαναπέφτει στο πάτωμα. Ο τύπος έχει αρχίσει να ενοχλείται
από το πολύ μεθύσι του κυρίου, αλλά αφού ανοίγει την πόρτα, ώς καλός
Σαμαρείτης, τον ξανασηκώνει και τον βάζει στο αυτοκίνητο .
Ο μεθυσμένος, μετά βίας καταφέρνει να ψελλίσει την διεύθυνσή του σπιτιού του.
Ετσι, μετά από ένα τέταρτο, ο τύπος φτάνει στο σπίτι του μεθυσμένου, και
παρκάρει. Κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, βγάζει έξω τον μεθυσμένο, και τον
ξαναστηρίζει στο αμάξι, για να κλειδώσει. Οπως και τις προηγούμενες φορές, ο
μεθυσμένος σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο πλακόστρωτο. Για μια ακόμα φορά ο τύπος
τον σηκώνει και σχεδόν τον σέρνει στο κατώφλι του σπιτιού του.
Τον στηρίζει στον τοίχο και χτυπάει το κουδούνι. Το μικρό αυτό διάστημα που
μεσολάβησε για να χτυπήσει ο τύπος το κουδούνι ήταν αρκετό ώστε ο μεθυσμένος να
πέσει για άλλη μια φορά κάτω. Βιαστικά ο τύπος τον μαζέβει και τον κρατάει,
αυτή τη φορά αποφασισμένος να μην τον αφήσει μέχρι να μπει σπίτι του .
Εκείνη την ώρα, ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μία ηλικιωμένη γυναίκα.
– Σας έφερα τον άντρα σας, λέει περήφανος ο τύπος..
Η κυρία κοιτάει βιαστικά τον άντρα της, και μετά γύρω γύρω και απαντάει…
– Και το αναπηρικό καροτσάκι τί το κάνατε;

Μία μέρα σε ενα στρατόπεδο κάπου στο πουθενά ο διοικητής της Μονάδας
ειδοποιείται απο το ΥΠΕΘ οτι ο υπουργός Κος Ακης Τσοχατζόπουλος θα περάσει για
έλεγχο την επόμενη μέρα Σάββατο αιφνιδίως! !
Πανικόβλητος ο διοικητής βγαίνει έξω και καλεί προσκλητήριο να δει ποιός έχει
μείνει μέσα για το Σαββατοκύριακο για να βάλει κανα φαντάρο της προκοπής
σωματαρά στην Πύλη να υποδεχθει τον κ.Τσοχατζόπουλο.. .
Τι να δεί… ολοι χάλια, αρρωστοι, άπλυτοι, ξερακιανοί, μαστουρωμένοι εκτός
ενος γίγαντα που είναι στην εντέλεια!! !
– Ελα δώ παιδί μου πως λέγεσαι;
– Στρατιώτης Πεζικού Γιωρίκας Τζιτζιρίδης κύριε Διοικητά!!
– Ευγε νεε μου… Αύριο πρωι πρωι εσυ θα πάς στην Πύλη να την φυλάς και να με
ειδοποιήσεις όταν φτάσει ο Τσοχατζόπουλος.. .
– Μάλιστα κύριε Διοικητά!!
… Την άλλη μέρα 7 το πρωι ο Γιωρίκας στην εντέλεια στην Πύλη άγρυπνος
σκοπός!! Κατα τις 7.30 χτυπάει το τηλέφωνο .
– ΠΥΛΗ-ΜΑΛΙΣΤΑ;
– Ελα Γιωρίκα παιδί μου ο Διοικητής είμαι !! Ηρθε ο Τσοχατζόπουλος;;
– ΟΧΙ ΚΥΡΙΕ ΔΙΟΙΚΗΤΑ!!
– Καλά θα σε ξαναπάρω…
Κατα τις 8.30 ξαναχτυπαει το τηλέφωνο…
– ΜΑΛΙΣΤΑ;
– Ελα Γιωρίκα παιδί μου ο Διοικητής είμαι πάλι!! Ηρθε ο Τσοχατζόπουλος;
– Οχι ακόμα κυριε Διοικητά!!
– Καλά θα σε ξαναπάρω…
Κατα τις 10.30 χτυπαει πάλι το τηλέφωνο…
– Ναι ποιός είναι;
– Ελα Γιωρίκα παιδί μου ο Διοικητής είμαι και πάλι. Τι γίνεται; Ηρθε ο
Τσοχατζόπουλος ;
– Τίποτα ακόμα κυριε Διοικητά!!
– Καλά θα σε ξαναπάρω…
Κατα τις 12.30 για μια ακόμα φορά χτυπαει το τηλέφωνο…Ο Γιωρίκας
ψιλοζαλισμένος απο τον ηλιο απαντάει.. .
– Εμπρός;
– Ελα ρε Γιωρίκα ο Διοικητής είμαι το κέρατό μου!! Ηρθε ο Τσοχατζόπουλος;
– Μπααααααα οχι… κυριε Διοικητά!!
– Καλά …
Κατα τις 3.30 ο διοικητής ξαναπαίρνει τηλέφωνο. Ο Γιωρίκας κομμάτια τον εχει
ψιλοπάρει τον υπνάκο.. .
– Ζζζζζζζζ….ναιιιιιιι;
– Ελα!!!!!! Ηρθε αυτός ο Τσοχατζόπουλος;
– Eμμμμμ μπαααααααα κυριε Διοικητά!!
– Καλά θα σε ξαναπάρω…
Πανω που κοιμότανε όρθιος ξαφνικά κατα τις 4 το μεσημερι σκάει μια αυτοκινητάρα
και σταματαέι μπροστά στην πόρτα.. .
– ΖΖζζζζ παρακαλώ τι θέλετε; λεει ο Γιωρίκας στον οδηγό..
– Ελα νέος ήρθε ο Τσοχατζόπουλος, του λέει ο οδηγός…
– Που είναι ρε; λεει ο Γιωρίκας…
– Πίσω ρε μεγάλε, του λεέι ο οδηγός.
Πάει ο Γιωρίκας χτυπάει το τζάμι, ανοίγει ο Τσοχατζόπουλος…
– Δε μου λες, λεει ο Γιωρίκας, εσυ είσαι ο Τσοχατζόπουλος;
– Ναι, λεει ο Τσοχατζόπουλος είμαι, θέλεις κάτι;
– Βγές ρε μαλάκα απο το αυτοκίνητο και πήγαινε άλλαξε γιατι σε ψάχνει ο
Διοικητής απο το πρωι και θα σε γαμήσει !

Είναι δύο εργάτες στην οικοδομή, και κοντεύουν να σχολάσουν. Σε μια στιγμή,
γυρνάει ο ένας στον άλλο και του λέει :
– Καλά, δεν βλέπω την ώρα να τελειώσουμε απο εδώ.. θα πάω γρήγορα σπίτι, θα
κατεβάσω το κιλοτάκι της γυναίκας μου. .
– Οπα ρε.. τόσες κάυλες έχεις;
– Οχι ρε.. με στενεύει λίγο..

Κάποτε σε ένα μπαρ στο Κολωνάκι, μπαίνει ένας πολύ καλοντυμένος άντρας έτοιμος
για την βραδυνή εξόρμηση προς αναζήτηση γυναίκας. Σ’ένα από τα τραπέζια κάθεται
μία πολύ όμορφη κοπέλα μόνη της και πίνει το ποτό της κοιτάζοντας νωχελικά
τριγύρω. Με το που τη βλέπει ο τύπος, θολώνει από την ομορφιά της και την
πλησιάζει .
– Καλησπέρα, της λέει.
– Καλησπέρα, του απαντάει και αυτή.
– Θέλω να σου πώ ότι είσαι πολύ όμορφη και πολύ γλυκιά. Τα μάτια σου έιναι
τέλεια, τα μαλλιά σου μεταξένια, το δέρμα σου λάμπει.. όσο για το κορμί σου..
τι να πει κανείς… Θέε μου είσαι τόσο, μα τόσο όμορφη.. πες μου μόνο το όνομά
σου .
– Αναϊς, λέει η κοπέλα.
– Το περίμενα, απαντάει εκείνος, μια κούκλα σαν και σένα μόνο ένα τόσο όμορφο
όνομα θα μπορούσε να έχει. Μα αλήθεια, από πού βγαίνει αυτό το θεσπέσιο όνομα ;
– Από το Παναής.

Ένας οπαδός του Ολυμπιακού βλέπει κοντά στη γειτονιά του ένα παιδάκι να παίζει
με δύο κουταβάκιαπου μόλις είχαν γεννηθεί. Ξέρετε τώρα πως είναι τα νεογέννητα
και πόση πλάκα έχουν.-Τι ομάδα είναι τα σκυλάκια μικρέ; ρωτάει τον πιτσιρικά.
-Ολυμπιακός φυσικά ! του απανταει ο πιτσιρικάς.Θεωρώντας πως και ο πιτσιρικάς
είναι ομοιδεάτης του:- Μπράβο μικρέ ! του λέει και του δίνει ένα πεντακοσάρικο.
Λίγους μήνες αργότερα ξαναπερνάει από το ίδιο σημείο και βλέπει τον μικρό να
παίζει με τα σκυλάκια που τώρα πια είχαν μεγαλώσει. Ξέρετε πόσο γρήγορα
μεγαλώνουν τα σκυλάκια.-Τι κάνουν οι Ολυμπιακάρες μικρέ; τον ρωτάει.
-Παναθηναϊκάρες είναι τα σκυλιά, του αντιτείνει ο πιτσιρικάς- Τι λες ρε
κωλόπαιδο -του λέει- αφού πριν λίγους μήνες μου είπες ότι είναι Ολυμπιακός.Και
ο πιτσιρικάς του απαντάει:-Την πρώτη φορά που με ρώτησες, δεν είχαν ανοίξει
ακόμη τα μάτια τους !! !

Σε κάποιο ορεινό χωριό της Καρδίτσας ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ηγιαγιά μια
μέρα είδε σε μια φίλη της ένα ηλεκτρικό σίδερο και ενθουσιάστηκε! Από τότε
έβαλε σκοπό να πείσει τον παππού να της πάρει ένα.Κάθε μέρα λοιπόν γκρίνιαζε.
Και γκρίνιαζε…και γκρίνιαζε… Ο παππούςδεν άντεξε άλλο και στο τέλος παίρνει
τις οικονομίες του(ένα σακούλικέρματα) και πηγαίνει στην πόλη σε ένα κεντρικό
κατάστημα ηλεκτρικώνσυσκευών.- Τι θες παππού;- Ένα σίδερο παιδί μου.Οι πωλητές
κατάλαβαν την κατάσταση και αποφάσισαν να του κάνουν πλάκα.- Παππού η προσφορά
του μήνα είναι αυτό το σίδερο το οποίο μπορείς να τοπάρεις δωρεάν αρκεί να το
σηκώσεις με το πέος σου!!Το βγάζει λοιπόν ο παππούς και με μερικές προσπάθειες
το σηκώνει!Έκπληκτοι οι πωλητές αναγκάζονται να του δώσουν το σίδερο δωρεάν.
Γυρίζει ο παππούς όλο χαρά στο χωριό…Βρίσκει την γιαγιά όλο χαρά καιεκείνη…
Περνάει μια εβδομάδα με την γιαγιά να σιδερώνει κάθε βράδυ.Άρχισε όμως με τον
καιρό να ζητάει και σεξ. Ο παππούς κάθε βράδυ έλεγεόχι! Μέχρι που ένα βράδυ η
γιαγιά του λέει:- Τι θα γίνει επιτέλους, πότε θα το κάνουμε; Και τότε της
απαντά ο παππούς,- Σώπα γριά κάνω προπόνηση για το ψυγείο!! !

Μετά από μερικές μέρες στην καινούρια γη, ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Είναι
πλέον καιρός να αρχίσετε τη διαδικασία δημιουργίας πληθυσμού της γης, γι ‘
αυτό θέλω να φιλήσεις την Εύα.» «Μάλιστα, Κύριε», απάντησε ο Αδάμ, «αλλά ,
τι είναι το φιλί?» Ο Θεός έδωσε μερικές σύντομες οδηγίες στον Αδάμ,
ο οποίος πήρε την Εύα από το χέρι και την πήγε πίσω από κάτι θάμνους. Μετά
από λίγα λεπτά γύρισε ο Αδάμ και είπε «Σ? ευχαριστώ, Κύριε, ήταν πολύ
ευχάριστο!»
Ο Κύριος απάντησε, «Ναι,Αδάμ, ήμουν σίγουρος ότι θα σου αρέσει. Τώρα θέλω
να χαϊδέψεις την Εύα.» Και ο Αδάμ είπε «Τι είναι χάδι?» Ετσι ο Κύριος
ξανά έδωσε μια σύντομη περιγραφή και ο Αδάμ πήγε στους θάμνους με την Εύα.
Μετά από λίγα λεπτά επέστρεψε χαμογελαστός και είπε «Κύριε, αυτό ήταν ακόμη
καλύτερο από το φιλί.»
Και ο Κύριος είπε, «Τα πήγες πολύ καλά, Αδάμ. Και τώρα θέλω να κάνεις
έρωτα στην Εύα.» Και ο Αδάμ ρώτησε, «Τι είναι το ‘κάνω έρωτα’, Κύριε? »
Ετσι ο Κύριος πάλι έδωσε οδηγίες στον Αδάμ και ο Αδάμ πήγε ξανά στην Εύα
πίσω από τους θάμνους για να ξαναεμφανιστεί μετά από μερικά δευτερόλεπτα ,
αυτή τη φορά, και να ρωτήσει: «Κύριε, τι είναι πονοκέφαλος?»

Τέσσερις φίλοι, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ένας τραυλός, αποφασίζουν
μια μέρα να πάνε για ψάρεμα με τη βάρκα που είχε ο ένας από αυτούς.
Αφού ανοίχτηκαν στο πέλαγος, ετοίμασαν τα σύνεργά τους και άρχισαν να
ψαρεύουν.
Μετά από λίγη ώρα πετάγεται όρθιος ο τραυλός και αρχίζει να φωνάζει
τρομαγμένος δείχνοντας προς τη θάλασσα.
-Κα ..κα..κα..κα κα
Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του ένα καράβι πέφτει επάνω στο
βαρκάκι και το κάνει κομμάτια.
Αφού πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από το ατύχημα η παρέα
ετοιμάζεται να ξαναπάει για ψάρεμα
Στην αρχή βέβαια κανείς δεν ήθελε τον τραυλό μαζί, αλλά με τα πολλά τον πήραν.
Εκεί που ψάρευαν ήσυχα αρκετή ώρα πετάγεται ο τραυλός και αρχίζει να
φωνάζει δείχνοντας προς τη θάλασσα.
-Κα κα κα κα κα
Μόλις το ακούνε οι άλλοι τρείς τα παρατάνε όλα και βουτάνε στη θάλασσα για
να σωθούν.
-Κα κα κα κα …καρχαρίας, λέει ο τραυλός.

Ένας κρητικός πηγαίνει στο αεροδρόμιο, περνά από τον ανιχνευτή μετάλλων και
ακούγεται «Ντιννν».
Ο υπάλληλος στον κρητικό: «Αφαιρέστε όλα τα μεταλλικά αντικείμενά σας» .
Βγάζει ο κρητικός κέρματα, ζώνες κ.λ.π., τα ακουμπάει στον πάγκο, περνά
ξανά από το μηχάνημα και ακούγεται ξανά «Ντιννν».
Ο υπάλληλος: Τα βγάλατε όλα;
Ο Κρητικός: Ολα, εκτός από το κομπιουτεράτσι, λέει ο κρητικός και βγάζει
κι ακουμπάει στον πάγκο μια πιστόλα να!
Υπάλληλος: Μα, αυτό δεν είναι κομπιουτεράκι, αλλά όπλο!!!
Κρητικός : Ναι, αλλά εμείς στην Κρήτη με αυτό λύνουμε τους λογαριασμούς μας.. .

Ηταν τρεις ισοβίτες και συζητούσαν τι θα κάνουν στη φυλακή για την υπόλοιπη
ζωή τους:
Βγάζει ο πρώτος ένα γιο-γιο: – Εγώ με αυτό το γιο-γιο θα παίζω συνέχεια .
Βγάζει ο δεύτερος μία τράπουλα: – Εγώ θα παίζω με αυτήν εδώ την τράπουλα .
Βγάζει και ο τρίτος ένα κουτί ταμπόν !!! : – Εγώ πήρα αυτά. – Μα, τι θα τα
κάνεις αυτά; – Στις οδηγίες χρήσης γράφει ότι με αυτά μπορώ να παίζω τέννις ,
να τρέχω, να κολυμπάω, να κάνω ορειβασία…

Σε μια εταιρεία, προσλαμβάνεται ένας νέος υπάλληλος
ημέρα Παρασκευή. Τη Δευτέρα παίρνει τηλέφωνο στη
δουλειά και λέει ότι δεν θα πάει γιατί είναι άρρωστος.
– Εντάξει παιδί μου, τι να κάνουμε, του λέει ο
διευθυντής.
Την επόμενη Δευτέρα πάλι ο τύπος δεν πάει στη δουλειά
λόγω αρρώστιας. «Θα έτυχε» σκέφτεται ο διευθυντής.
Ο υπάλληλος όμως το έχει κάνει σύστημα και τις
Δευτέρες δεν πηγαίνει λέγοντας ότι είναι άρρωστος.
Ο διευθυντής αρχίζει πλέον να τα παίρνει στο κρανίο.
Πριν όμως πάρει την απόφασή του, ζητά τη γνώμη των
υπόλοιπων υπαλλήλων.
– Εργατικός και πολύ φιλότιμος, του απαντούν.
Υπόδειγμα υπαλλήλου.
Το ξανασκέφτεται ο διευθυντής και αποφασίζει να δώσει
μια τελευταία ευκαιρία στον υπάλληλό του. Τον φωνάζει
την άλλη μέρα στο γραφείο του:
– Παιδί μου κοίτα, δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάθε
Δευτέρα αρρωσταίνεις. Για αυτό σε παρακαλώ κοίτα να
συνετιστείς!
– Κοιτάξτε κύριε διευθυντά, κάθε Δευτέρα έχω κάποιο
πρόβλημα. Η αδερφή μου έχει παντρευτεί έναν μεθύστακα
που κάθε Σαββατοκύριακο την κάνει τόπι στο ξύλο. Τη
Δευτέρα που αυτός πηγαίνει στη δουλειά, πάω εγώ στο
σπίτι τους για να παρηγορήσω την αδερφή μου. Και πάνω
στην παρηγοριά ξεσκιζόμαστε!
– Τι λες βρε, πηδάς την ίδια σου την αδερφή; Αυτό
είναι σκέτη αρρώστια!
– Μα αυτό σας λέω και εγώ κύριε διευθυντά αλλά εσείς
δεν με πιστεύετε!

Ο Μπόμπος και ο Τοτός στις τουαλέτες του σχολείου (ΚΟΛΑΣΗ!) κοιτάνε ο ένας
το πουλί του άλλου ενώ κατουράνε. Του Μπόμπου είναι ίσιο και του Τοτού
είναι στριφτό σαν ουρά γουρουνιού:
– Πωπω, ποτέ δεν έχω ξαναδεί τέτοιο σαν κι αυτό.
– Γιατί τι έχει;
– Είναι σαν τιρμπουσούν, έτσι όπως είναι.
– Γιατί το δικό σου πως είναι;
– Το δικό μου είναι ίσιο, είναι κανονικό.
– Κοίτα, δεν υπάρχει κανονικό. Κι εγώ ως τώρα νόμιζα πως το δικό μου είναι
κανονικό.
Σε εκείνη τη φάση ο Μπόμπος την τινάζει (κοινώς):
– Τι έκανες τώρα;
– Την τίναξα για να πέσουν οι σταγόνες που θα έμεναν. Κανονικά.
– Φτού σου ρε γαμώτο, και όλα αυτά τα χρόνια εγώ τη στράγγιζα!

Η κατηγορία είναι βαριά: Φόνος εκ προμελέτης. Ο κατηγορούμενος όμως, έχει
την τύχη να γνωρίζει έναν από τους ενόρκους, που είχε μεγάλη επιρροή. Τον
ικετεύει λοιπόν να προσπαθήσει να πείσει και τους άλλους ενόρκους ότι
επρόκειτο για φόνο εξ αμελείας
Όταν τελειώνει η διαδικασία, οι ένορκοι αποσύρονται στην ειδική αίθουσα για.
να συσκεφτούν και να βγάλουν απόφαση. Η ετυμηγορία αργεί και η αγωνία
του κατηγορούμενου κορυφώνεται. Κάποια στιγμή, οι ένορκοι ξαναμπαίνουν
στην αίθουσα και η ετυμηγορία είναι φόνος εξ αμελείας. Η απόφαση είναι τρία
χρόνια φυλάκισης. Ευχαριστημένος που γλίτωσε από βαρύτερη ποινή,
ο κατηγορούμενος συναντά αργότερα τον γνωστό του που ήρθε στη φυλακή
για επίσκεψη.
» Λοιπόν φίλε μου, θα δυσκολεύτηκες πολύ να τους πείσεις. Η σύσκεψη κράτησε
πάρα πολύ ώρα».
» Αν δυσκολεύτηκα; Είδα κι έπαθα να τους πείσω. Αυτοί θέλανε να
σε βγάλουνε αθώο…».

» Πώς καταλαβαίνεις ότι ένα fax έχει σταλεί από Πόντιο;»
» Εχει γραμματόσημο».

Η μικρή Μαίρυλιν ρωτάει τη μητέρα της:
» Μανούλα, πες μου, μπορεί ένα κοριτσάκι εννιά χρονών να μείνει έγκυος ;
» Φυσικά, όχι, της λέει η μάνα της
Τότε η μικρή Μαίρυλιν φωνάζει στους φίλους της:
» Εντάξει παιδιά, κανένα πρόβλημα, μπορούμε να γαμηθούμε ελεύθερα».

Ο Σύζυγος: Δεν ξέρω γιατί φοράς σουτιέν τελικά. Αφού δεν έχεις τίποτα να
βάλεις μέσα.
Η Σύζυγος: Κι εσύ φοράς μποξεράκι. Δεν φοράς?

Ήταν ένας μέσα σε ένα αεροπλάνο και λίγο πριν την προσγείωση άρχισε να παίζει
με μία τρίχα. Περνάει η αεροσυνοδός …. Τον κοιτάζει με απορία …. τον
ξανακοιτάζει …. ώσπου κάποια στιγμή του λέει :
«Συγνώμη κύριε, από τα νεύρα σας είναι;» και αυτός της απαντάει: «όχι από τα
αρχίδια μου είναι» .

Κάποτε τρεις φίλοι βλάχοι κατέβηκαν στη θάλασσα για μπάνιο και για καμάκι. Ήταν
ο Δημητρός, ο Γιάννος και ο Τζίμς, ο πιο εξελιγμένος της παρέας γιατί σπούδαζε
στη Θεσσαλονίκη .
Αφού έκαναν το μπάνιο τους, πήραν ο Δημητρός και ο Τζίμς την μπάλα του βόλεϋ
για να παίξουν. Σε κάποια στιγμή τους φεύγει η μπάλα και πάει στον Γιάννο που
έκανε ηλιοθεραπεία. Ο Τζίμς φωνάζει στο Γιάννο, στα αγγλικά για θέμα
εντυπωσιασμού στις γκόμενες :
-Γκίβ μι δε μπολ.
Ο Γιάννος : Τί…..;
Ο Τζίμς : Δε μπολ…
Ο Γιάννος : Τι να του κανς του μπολ ρε αφού τους φάγαμε τους κιουφτέδες.

Κάποτε ο Γιωργάκης είχε ένα σοβαρό πρόβλημα γι’ αυτό και πήγε σε κάποιον ειδικό
γιατρό .
-Γιατρέ μου έχω ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα .
-Δηλαδή, τον ρωτάει ο γιατρός.
-Να, όταν πέφτω για ύπνο το βράδυ ένας διαολάκος με βασανίζει. -Δηλαδή τι σου
κάνει, ρωτάει έντονα ο γιατρός .
– Να μόλις κοιμηθώ έρχεται στον ύπνο μου και με ρωτάει «Τσισάκια
έκανες…τσισάκια έκανες τσσσς…τσσς…. » Κι εγώ αφήνομαι και κατουριέμαι
επάνω μου. Έχω πρόβλημα με τη γυναίκα μου γιατρέ, δεν ξέρω τι να κάνω…βοήθησέ
με .
-Ηρέμησε, του λέει ο γιατρός, το πρόβλημά σου δεν είναι και τόσο τραγικό όσο
νομίζεις.
-Δηλαδή τι πρέπει να κάνω;
-Είναι απλό : όταν ο διαολάκος σε ρωτήσει αν έκανες τσίσα σου, εσύ να του πεις
Ναι, οπότε θα σηκωθεί και θα φύγει.
Ο Γιωρήκας καταευχαρίστησε το γιατρό και έφυγε. Την άλλη μέρα νάτος πάλι.
-Τι έγινε, τον ρωτάει ο γιατρός, τον ξεγέλασες τον διαολάκο ;
-Αχχχ γιατρέ μου, γελιέται ο διαολάκος; Πάνω που του είπα «Ναι ρε, έκανα τσίσα,
τι θέλεις;» εκείνος με ρωτάει «Κακάκια έκανες… Κακάκια έκανες για σφίξου!

Τρείς μεθυσμένοι ανεβασμένοι στην κορυφή ενός ουρανοξύστη κοιτάνε το έδαφος 600
μέτρα κάτω και ξαφνικά λέει ο ένας :
«ρε παίδες αισθάνομαι τόσο καλά που νομίζω ότι θα πετάξω». Δίνει λοιπόν μια
βουτιά και αρχίζει να πέφτει. Κι εκεί που πήγε να τσακιστεί 10 μέτρα από το
έδαφος, δίνει μια και ξανανεβαίνει πάνω, εκεί που ήταν οι άλλοι δύο. Μόλις το
βλέπει αυτό ο δεύτερος λέει: «Μάγκες, σειρά μου να πετάξω», και βαράει βουτιά
στο κενό και γίνεται αλοιφή στο πεζοδρόμιο…. Γυρνάει τότε ο τρίτος και λέει
στον πρώτο: «Ρε Σούπερμαν, όταν μεθάς γίνεσαι πολύ μαλάκας».. .

Ένας ράμπο της εφορίας κάνει έφοδο σ’ ένα ορνιθοτροφείο και ρωτάει τον
ιδιοκτήτη :
-Πόσα ξοδεύεις το χρόνο για να ταϊσεις τις κότες σου;
-Δέκα χιλιάδες, αλλά τις ταϊζω όλο καλαμπόκι.
-Χμ, φαίνεται πως έχεις αρκετά κέρδη για να τις ταϊζεις όλο καλαμπόκι, επομένως
σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της κυβέρνησης πρέπει να πληρώσεις πολύ
φόρο .
Τον άλλο χρόνο, όταν ξαναπήγε ο εφοριακός, ο πτηνοτρόφος ήταν προετοιμασμένος.
-Τι δίνεις στις κότες σου;
-Μαζεύω αποφάγια από τη γειτονιά και τις ταϊζω…
-Χμ, έτσι ε; Σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα της κυβέρνησης πρέπει να
πληρώσεις πολύ φόρο γιατί έτσι δεν έχεις έξοδα και σου περισσεύουν αρκετά !
Ένα ολόκληρο χρόνο βασάνιζε το μυαλό ο φουκαράς ο πτηνοτρόφος για να βρεί τρόπο
να ξεφύγει από τον ράμπο και όταν αυτός ξαναπήγε και τον ρώτησε τι ταϊζει τις
κότες του, απάντησε :
-Τις δίνω ένα δίφραγκο και τρώνε έξω.

Μια φορά ήταν πέντε φίλοι και ο ένας συνέχεια παινευόταν ότι είχε τη δυνατότητα
να γαμήσει ό,τι ζώο του δώσουν. Αποφασίζουν οι φίλοι του να του δώσουν μια γάτα
και σε μισή ώρα την είχε γαμήσει. Έπειτα του πηγαίνουν ένα σκύλο όπου μέσα σε
σαράντα λεπτά τον είχε γαμήσει και αυτόν. Του πάνε μετά ένα γάιδαρο για να
δούνε αν θα τον γαμήσει. Μια ώρα αργότερα τον είχε γαμήσει και αυτόν. Οι φίλοι
του, πριν ακόμα πειστούν τελείως, του βάζουνε μια ζέμπρα. Περνάνε τρεις ώρες
και δεν ακούγεται ούτε μια φωνή. Έπειτα, μόλις πέρασαν πέντε ώρες, αποφασίζουν
να μπουν. Ανοίγουν και βλέπουν τον φίλο τους καθισμένο σε μια καρέκλα να λέει:
-Α, ρε πούστη γάιδαρε, δε θα βγάλεις τις πυτζάμες;

Μπαίνει ο Χριστός σε ένα bar και βλέπει τρεις παράλυτους. Έναν Γερμανό, έναν
Αλβανό και έναν Πόντιο. Πάει στον Γερμανό και τον ρωτάει τι έχει.
«Μου έχει παραλύσει το δεξί μου χέρι» απαντάει αυτός. Τον ακουμπάει ο Χριστός
και γίνεται καλά το χέρι του. Πάει στον Αλβανό και τον ρωτάει τι έχει. Του
απαντάει αυτός ότι του έχει παραλύσει το αριστερό του πόδι. Του πιάνει το πόδι
και θεραπεύεται. Πηγαίνοντας και στον Πόντιο του απαντάει .
-Μη διανοηθείς να με ακουμπήσεις και χάσω τη σύνταξη…

Πάνε σε ένα bar τρεις τύποι, πίτα μεθυσμένοι. Προσπαθούν να ανέβουν στις
καρέκλες του bar για να παραγγείλουν. Ανεβαίνουν οι 2 με το ζόρι ενώ ο τρίτος
πέφτει λιπόθυμος κάτω. Παραγγέλνουν ένα μπουκάλι και πίνουν για ώρες. Μετά από
μερικές ώρες, γεμάτος απορία ο barman τους ρωτάει :
-Ρε παιδιά, αυτός που είναι κάτω δεν θα πιει ;
-Όχι ρε φίλε, αυτός οδηγάει.

( Στο δικαστήριο όπου κατηγορείται κάποιος για το βιασμό του γιου του).
Πρόεδρος : Κατηγορούμενε δέχεστε την ενοχή σας;
Κατηγορούμενος : Όχι κύριε πρόεδρε, εγώ είμαι αθώος.
Πρόεδρος : Εμ, τότε πείτε μας κατηγορούμενε πώς έγινε το περιστατικό;
Κατηγορούμενος : Κοιτάτε κύριε πρόεδρε, εγώ κι ο γιος μου πηγαίναμε για ψάρεμα.
Προτού φτάσουμε στο λιμάνι ρωτάω το γιο μου «Γιωργάκη, θες κουλούρι;». «ζε
σέλω»μου λέει . Μετά από λίγο κύριε πρόεδρε τον ξαναρωτάω » Γιωργάκη θες
κουλούρι;». «ζε σέλω» μου ξαναλέει .
Αφού φτάσαμε στο λιμάνι, κύριε πρόεδρε, ρωτάω για τελευταία φορά τον Γιωργάκη
«Γιωργάκη θες κουλούρι;». «ζε σέλω» μου απαντάει πάλι αυτός. Τέλος πάντων κύριε
πρόεδρε, για να μην τα πολυλογώ, μπήκαμε στη βάρκα, ξανοιχτήκαμε, ρίξαμε τα
δίχτυα και ξαφνικά ακούω το Γιωργάκη να φωνάζει επίμονα, αφού είμασταν στη μέση
της θάλασσας :»σέλω κουλούρι, σέλω κουλούρι, μπαμπά σέλω κουλούρι…» και πείτε
μου κύριε πρόεδρε τώρα εσείς σας παρακαλώ, το γαμάς ή δεν το γαμάς δηλαδή !! !

Μια φορά αποφασίζει ένας μισθωτός να πάει διακοπές στη Μύκονο. Εκεί που όλα
είναι μια χαρά, ξάφνου τον πιάνει ένας δυνατός πόνος. Πηγαίνει σε έναν γιατρό
και του το λέει. Αμέσως ο γιατρός τον στέλνει να κάνει εξετάσεις. Μετά από
κάμποσες ώρες ταλαιπωρίας, πηγαίνει στο γιατρό με τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Τα βλέπει ο γιατρός και του λέει.
-Πολύ λυπάμαι κύριέ μου, αλλά έχετε AIDS. Υπάρχουν ελπίδες αλλά για καλό και
για κακό θα πάτε στην παραλία μας και θα αρχίσετε τα αμμόλουτρα .
-Και με τα αμμόλουτρα θα γίνω καλά γιατρέ μου;
-Δεν ξέρω αν θα γίνεις καλά, αλλά σίγουρα θα συνηθίσεις το χώμα.

Ήταν έξι φίλοι και συναντήθηκαν μετά από χρόνια για να πούνε τα «παλιά». Εκεί
που συζητούσαν λέει ο ένας : «Τι γίνεται ρε παιδιά, ο φίλος μας ο Μπιτσίδης;»
Και λέει κάποιος από την παρέα . «Άστα, θλιβερά νέα, πέθανε!». Αναστατώθηκαν
όλοι και ρώτησαν πώς έγινε. Και αυτός άρχισε να τους διηγείται : » Καθόμασταν
ρε παιδιά στο σπίτι μου και βλέπαμε τον τελικό του Μουντιάλ και στο ημίχρονο
έβαλε διαφημίσεις. Συγκεκριμένα, μετά από μια διαφήμιση πορτοκαλάδας του άνοιξε
φαίνεται η όρεξη του Μπιτσίδη και πήγε να πάρει μια από το ψυγείο. Καθώς
ερχόταν σκοντάφτει στο τραπέζι της κουζίνας και πέφτει κάτω» .
– Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης, ρωτάν οι άλλοι.
-Όχι, δεν πέθανε έτσι ο Μπιτσίδης. Σηκώνεται και πάει να πιαστεί από το χερούλι
του ντουλαπιού, σπάει αυτό και πέφτει με το κεφάλι μέσα στον φούρνο .
-Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης, ρωτάν οι άλλοι.
-Όχι δεν πέθανε έτσι. Βγάζει το κεφάλι του μέσα από τον διαλυμένο φούρνο,
σηκώνεται και έρχεται μέσα στο σαλόνι όπου καθόμασταν για να ζητήσει βοήθεια.
Το κεφάλι του ήταν μέσα στα αίματα, δεν έβλεπε καλά και έτσι σκοντάφτει στο
τραπεζάκι και πέφτει με τα μούτρα πάνω στην τηλεόραση, σπάει αυτή και γίνεται
έκρηξη .
-Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης, ρωτάν οι άλλοι.
-Όχι δεν πέθανε έτσι. Βγάζει το κεφάλι του από την τηλεόραση, σηκώνεται και
προχωρά στα τυφλά. Πέφτει πάνω στη βιβλιοθήκη και στην προσπάθειά του να
στηριχτεί την φέρνει όλη κάτω .
-Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης, ρωτάν οι άλλοι.
-Όχι δεν πέθανε έτσι ο Μπιτσίδης. Σηκώνεται πάλι μέσα από το σωρό των βιβλίων
και προχωράει. Εκείνη την ώρα γλιστράει και πιάνεται από κάτι σπαθιά του παππού
μου που είχα κρεμασμένα στον τοίχο και καθώς πέσανε καρφώθηκαν στην καρδιά του.
-Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης, ρωτάν οι άλλοι.
-Όχι δεν πέθανε έτσι. Βγάζει τα σπαθιά από την καρδιά του, κάνει δύο βήματα και
πέφτει πάνω στην τζαμαρία όπου βάζω όλα μου τα ποτά. Κομμάτια η τζαμαρία και ο
Μπιτσίδης στο πάτωμα να σπαρταράει .
-Έτσι πέθανε ο Μπιτσίδης;
-Όχι δεν πέθανε έτσι.
-Ε, πες μας ρε μαλάκα πώς πέθανε, μας τα έπρηξες!
-Τον σκότωσα, γιατί θα μου γαμούσε το σπίτι !!!

Ενας επιτυχημενος επιχειρηματιας παει στην Ιαπωνια για κατι δουλειες.
Φτανει το απογευμα και ειχε την επομενη μερα ενα σημαντικο ραντεβου και
μετα, σε περιπτωση που εκλεινε τη συμφωνια, μια παρτιδα γκόλφ με τους
νεους του συνεργατες.
Ομως, επειδη ήθελε να δοκιμασει την παραδοση των Γιαπωνέζων εκδιδομενων
γυναικων, πηρε μια γκέισα για μια νυχτα. Ενω ηταν λοιπον μεσα στο παθος,
ξαφνικα ξεφωνιζει αυτη «KAWASAKIIII!». Aυτος φυσικα δεν καταλαβαινε αλλα
φανταστηκε οτι ειναι η επιβραβευση του για το οτι ηταν πολυ καλος.
Συνεχισε λοιπον πιο δυνατα και αρχισε αυτη «KAWASAKIIII! KAWASAKIIII!»
ωσπου τελικα δεν αντεξε και σηκωνεται και φευγει πριν αυτος καταλαβει
τι γινεται.
«Ημουν πολυ καλος γι αυτην φαινεται» σκεφτεται και πεφτει για υπνο.
Την αλλη μερα παει στο συμβουλιο και αφου κλεινει τη συμφωνια των πολλων
εκατομμυριων δολλαριων τον καλουν για μια παρτιδα γκόλφ. Εκει, σε μια
πολυ μακρινη βολη καταφερνει και βαζει το μπαλακι με την πρωτη και για
να δειξει οτι εμαθε και Ιαπωνικα, φωναζει «KAWASAKIIII!!!!»
Οι Ιαπωνεζοι συνεργατες του τον κοιτάνε περίεργα και τον ρωτανε:
– Τι εννοεις «Λαθος τρυπα» ???

Ένας ναυτικός και ένας παπάς έπαιζαν μπάσκετ. Σε μια φάση εκεί που κάνει
επίθεση ο ναυτικός και βαράει το σουτ, η μπάλα κάνει δύο γύρους στο στεφάνι
αλλά τελικά δεν μπαίνει:
– Αστόχησα γαμώτη μου, λέει ο ναυτικός.
– Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του λέει επικριτικά ο
παπάς.
Μετά, όταν ξανακάνει επίθεση ο ναυτικός πάλι βαράει ένα σουτ και η μπάλα πάει
στο ταμπλό και στο στεφάνι και πάλι δεν μπαίνει:
– Αστόχησα γαμώτη μου, ξαναλέει ο ναυτικός.
– Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του υπενθυμίζει ο
παπάς.
Την τρίτη φορά που γίνεται η ίδια φάση, πάει να βρίσει ο ναυτικός αλλά ξαφνικά
πέφτει ένας κεραυνός από τον ουρανό και κάνει τον παπά στάχτη. Και ενώ έχει
μείνει ο ναυτικός με ανοιχτό το στόμα, ακούει από τον ουρανό τη φωνή του Θεού:
– Αστόχησα γαμώτη μου!

Μιά φορά η Γαλλία φτιάχνει ένα χρυσό αεροπλάνο. Πάνε λοιπόν οι πρωθυπουργοί
της Αγγλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας για να θαυμάσουν το κατόρθωμα των
Γάλλων. Πρώτος μπαίνει ο Αγγλος για να το δει. Αφού χόρτασε πια να το θαυμάζει
βγαίνει έξω και γυρίζει στη χώρα του μαζί με τον ένα (χρυσό) κινητήρα του
αεροπλάνου!
Δεύτερος μπαίνει ο Ιταλός. Αφού έδωσε τα συγχαρητήριά του στους Γάλλους για το
αεροπλάνο, έφυγε και αυτός για Ιταλία μαζί με τον δεύτερο κινητήρα! Και
τελευταίος μπαίνει ο έλληνας! Μετά από κάνα τέταρτο βγαίνει και ο πρωθυπουργός
της Γαλλίας τον πλησιάζει λέγοντάς του:
ΓΑΛΛΟΣ: Ω μον ντιέ! Καταστροφή! Καταστροφή!
ΕΛΛΗΝΑΣ: Τι έγινε;
ΓΑΛΛΟΣ: Οι άλλοι δύο κλέψανε τους δύο κινητήρες! Πού θα βρω λεφτά να φτιάξω
άλλους;
ΕΛΛΗΝΑΣ: Φτού γαμώτο! Γι’αυτό δεν έπαιρνε μπροστά το κωλόπραμα…

– Τοτέ, που είναι η εργασία σου, τον ρωτάει η δασκάλα;
– Κυρία, την έφαγε ο σκύλος μου.
– Τοτέ, είμαι 19 χρόνια τώρα δασκάλα και περιμένεις να σε πιστέψω;
– Μα είναι αλήθεια, κυρία, το ορκίζομαι. Έπρεπε να τον αναγκάσω αλλά την
έφαγε!

Πέθανε ο Πάπας. οπότε του λέει ο Άγιος Πέτρος πως επειδή έκανε
τρομερή δουλειά όσο ήταν ζωντανός, θα μπορούσε να ζητήσει ότι ήθελε.
Ο Πάπας το σκέφτεται για λίγο και λέει πως θέλει να συναντήσει την Παναγία. Ο
Πετράκης το κανονίζει για την επόμενη μέρα και πράγματι επισκέπτεται ο Πάπας
την Παναγία:
– Ω Μαρία Παρθένα, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι.
– Τι είναι;
– Πάντα, σε όλα τα αγάλματα και τις εικόνες όταν κρατάτε το Θείο Βρέφος έχετε
ένα θλιμμένο ύφος. Γιατί?
– Αχ, εγώ ήθελα κορίτσι.

– Τι είναι η μαύρη σκόνη που πέφτει απο τη λάμπα απο το ταβάνι?
– Ο Ηλεκτρολόγος!

Τοτός: Κυρία, κυρία, να βάλω το χερι μου στον αφαλό σας οσο εχετε κλειστά
τα μάτια;
Κυρία: Αααααααάάχχ… Τοτέ μου… δεεέν ειναι εκει ο αφαλός μου!
– Ούτε και αυτό είναι το χέρι μου κυρία!

Μπαίνουν τρεις τύποι σε ένα μπαρ και είναι ήδη τύφλα από το προηγούμενο
μπαρ που είχανε παει οπότε με δυσκολία κινούνται στο μπαρ. Ο πρώτος αρχικά
περπατάει, τρεκλίζει, πέφτει και μποσουλάει ως τη μπάρα. Ο δεύτερος
περπατάει, τρεκλίζε, πέφτει και φτάνει στο μπαρ έρπειν. Ο τρίτος περπατάει
και πέφτει και δεν ξανασηκώνεται.
Οι δύο που έχουν ήδη φτάσει στο μπαρ δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Παραγγέλνουν
δύο ποτά και τους ρωτάει ο barman:
– Καλά και αυτός που έμεινε εκεί δεν θα πιεί;
– Ασ’ τον αυτόν. Αυτός οδηγάει.

Κάποτε ένας άπειρος κυνηγός πηγαίνει στο δάσος για κυνήγι. Όπως όμως έψαχνε για
θηράματα, βλέπει ξαφνικά μπροστά του έναν αγριεμένο λύκο. Από τον φόβο του και
χωρίς να χάσει καιρό το βάζει γρήγορα στα πόδια. Αρχίζει ο λύκος να τον
κυνηγάει, τον πλησιάζει στα τριάντα μέτρα, τρέχει αυτός, ο λύκος πλησιάζει κι
άλλο, στα δέκα μέτρα ο λύκος γλιστράει, παίρνει λίγο θάρρος αυτός, βάζει τα
δυνατά του, πετάει το όπλο του, το μπουφάν του και συνεχίζει. Δεν εγκαταλείπει
όμως κι ο λύκος, σηκώνεται και τρέχει πάλι ξοπίσω του. Πάνω που κοντεύει να τον
φτάσει, γλιστράει ξανά και πέφτει. Τον βλέπει ο κυνηγός, εντείνει κι άλλο την
προσπάθεια, τρέχει προς μια καλύβα που βλέπει κοντά του. Ο λύκος όμως θυμώνει,
σηκώνεται πάλι και συνεχίζει το τρέξιμο. Πλησιάζει τον κυνηγό στα δέκα μέτρα,
στα πέντε, νιώθει ο τύπος πίσω του την ανάσα του, και την τελευταία στιγμή ο
λύκος ξαναγλιστράει και πέφτει. Ο κυνηγός μπαίνει ανακουφισμένος στην καλύβα κι
αφού ηρεμεί λίγο, διηγείται την τρομάρα του. «Τι πέρασες ρε φίλε» του λέει
κάποιος από την καλύβα, «εγώ στη θέση σου θα είχα χεστεί από τον φόβο μου». Κι
ο κυνηγός ατάραχος πια του λέει : «Κι εγώ φίλε μου το ίδιο έκανα, πώς νόμισες
ότι γλίστραγε ο λύκος» .

Ένας εκκεντρικός πλούσιος κάνει ένα πάρτι στον κήπο του σπιτιού του. Όταν το
κέφι ανάβει, δίπλα στην πισίνα που είναι γεμάτη με κροκόδειλους, ο πλούσιος
λέει :» Όποιος πέσει στην πισίνα και κατορθώσει να περάσει σώος απέναντι, του
δίνω ένα εκατομμύριο». Κανένας όμως δεν τολμάει. «Πέντε εκατομμύρια» λέει ο
πλούσιος. Τίποτα όμως. «Πέντε εκατομμύρια και τη γυναίκα μου για ένα βράδυ».
Καμία κίνηση όμως.» Όλα αυτά και την κόρη μου» επιμένει. Πάλι τίποτα όμως.
«Πέντε εκατομμύρια, τη γυναίκα μου, την κόρη μου και έναν πούστη» ξαναλέει
θυμωμένος. Βλέπει τότε έναν να πέφτει στο νερό και με πολύ γρήγορες κινήσεις να
κολυμπάει μέχρι απέναντι. Βγαίνει λαχανιασμένος και αρχίζει να φωνάζει : «Φέρτε
μου τον πούστη, φέρτε μου τον πούστη». Παραξενεύονται όλοι για την προτίμησή
του, αλλά αυτός συνεχίζει φωνάζοντας : «Φέρτε μου τον πούστη, φέρτε μου τον
πούστη που με έσπρωξε και έπεσα μέσα» !

Σε ένα χωριό επειδή κατά την εξομολόγηση οι κάτοικοι ντρέπονται να λένε στον
παπά ότι κάνουν απιστίες, συμφωνούν να λένε ότι γλίστρησαν. Αλλάζει όμως ο
παπάς και ξεχνάνε να τον ενημερώσουνε γι’ αυτή τους τη συνήθεια. Αφού λοιπόν σε
κάθε εξομολόγηση ο παπάς ακούει από κάθε γυναίκα πόσες φορές γλίστρησε κάθε
εβδομάδα, αποφασίζει να πάει στον πρόεδρο του χωριού. Τον βρίσκει στο καφενείο
λοιπόν και του λέει : «Πρόεδρε, σε παρακαλώ, διόρθωσε λίγο τους δρόμους και τα
πεζοδρόμια γιατί οι γυναίκες γλιστράνε πολύ» .
«Γλιστράνε;» Βάζει τα γέλια ο πρόεδρος που ήξερε τι συμβαίνει, αλλά ο παπάς
συνεχίζει . «Μη γελάς πρόεδρε, τα πράγματα είναι σοβαρά. Και καλά οι ξένες,
αλλά η δικιά σου γυναίκα τρεις φορές γλίστρησε μέσα σε μια εβδομάδα! »

Ένας τύπος κάθεται σ’ ένα μπαρ μόνος του και πίνει συνεχώς. Απορημένος ο
μπάρμαν τον πλησιάζει και τον ρωτάει για ποιο λόγο πίνει διαρκώς .
-Γιορτάζω το πρώτο μου τσιμπούκι, του απαντά ο τύπος.
-Ε, τότε να κεράσω κι εγώ ένα σφηνάκι, του λέει ο μπάρμαν.
-Τι να μου κάνει ένα σφηνάκι. Δώδεκα έχω πιει και ακόμα να φύγει η γεύση από το
στόμα .

ΗHτανε κάπου στη Τζαμάικα δυο πειρατές θαλασσόλυκοι και πίνανε τα ρούμια τους
σ’ ένα μπάρ. Μετά το τρίτο ποτό γυρίζει ο ένας από τους δύο και λέει στον άλλον:
– Δεν μπορώ να μην προσέξω πως έχεις ένα ξύλινο πόδι. Πως έγινε και το έπαθες
αυτό;
– Συνέβη σε μια μάχη, απάντησε αυτός, έπεσα στη θάλασσα, με βούτηξε ένας
καρχαρίας και μέχρι να
με σώσουνε, πάει το πόδι μου.
– Εντυπωσιακό! παρατήρησε ο πρώτος. Ομως δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι
σου λείπει και το ένα χέρι και έχεις γάντζο. Αυτό πάλι πως το έπαθες;
– Πάλι σε μάχη, που αλλού; Κάποτε ήμουνα πιο αργός απ’ ότι έπρεπε και μια
σπαθιά μου έκοψε το χέρι.
– Είναι πράγματι εντυπωσιακά όλα αυτά που μου λές, ξαναείπε ο πρώτος πειρατής.
Εχω ακόμα μια ερώτηση όμως να σου κάνω. Βλέπω ότι έχεις καλυμμένο και το μάτι
σου. Πως συνέβη αυτό πάλι ;
– ! αυτό είναι από κουτσουλιά πουλιού.
– Από κουτσουλιά πουλιού ;!! Πως είναι δυνατόν;
– Ε να, ήτανε η πρώτη μέρα που είχα βάλει το γάντζο !

Κάποτε ο Διάβολος προκάλεσε το
Χριστό σε ένα διαγωνισμό pρογραμματισμού με το Θεό διαιτητή. Το
θέμα ήτανε ποιος θα κατάφερνε να γράψει
το πιο εντυπωσιακό και χωρίς λάθη
πρόγραμμα μέσα σε μια μόνον ώρα.
ΟΧριστός δέχτηκε και έτσι οι δύο αντίπαλοι
κάθησαν μπροστά στα Computer τους, τα
άναψαν και με το σύνθημα του διαιτητή
άρχισαν να γράφουν.
Για τα επόμενα 59 λεπτά γράφανε και οι
δύο με απίστευτη ταχύτητα και οι γραμμές
τρέχανε πάνω στις οθόνες με ρυθμό που
δεν έπιανε το ανθρώπινο μάτι. Λίγο πριν
τελειώσει όμως ο χρόνος πέφτει ένας
κεραυνός και κόβεται το ρεύμα. Τα δύο
Computer σβήσανε και μπροστά στους
αντιπάλους έμεινε μόνο μια μαύρη κενή
απογοητευτική οθόνη.
Αμέσως φυσικά με ένα κτύπημα των
δακτύλων του Θεού ξαναήλθε το ρεύμα.
Τα computer ξανάνοιξαν και μόλις ίσα ισα
πρόλαβαν να κάνουν reboot, λέει ο Θεός:
Ο χρόνος έληξε, ας δούμε τι έχει κάνει
ο καθένας σας.
Στο computer του Διάβολου υπήρχε μόνο
μια γραμμή που έλεγε «Bad command or
file name»
Αει στον εαυτό μου! έβρισε ο Διάβολος,
με τον κεραυνό έχασα όλα όσα είχα κάνει.
Ζητώ να ξαναγίνει ο διαγωνισμός.
Αλλά ο Χριστός χαμογέλασε όπως στην
οθόνη του εμφανίστηκε μια λαμπερή
καταπληκτική εικόνα του PhotoShop με
256 εκατομμύρια χρώματα, που έδειχνε
ένα ασημένιο σύννεφο και γύρω γύρω
δεκάδες αγγέλους να χορεύουν, ενώ από
τα μεγάφωνα ακούγονταν ένα WAV
αρχείο με εκατοντάδες άρπες σε απόλυτη
αρμονία.
Μα πως γίνεται με τον ίδιο κεραυνό το
δικό μου το πρόγραμμα να γαμήθηκε
τελείως και το δικό του να μην έπαθε
τίποτα; ρώτησε έξω φρενών ο Σατανάς
τον Θεό.
Και ο Θεός με ένα γαλήνιο χαμόγελο
γύρισε και του είπε:
Μα διάολε δεν το ξέρεις; Ο Χριστός
σώζει!

Advertisements