Ηταν ένα μεσημεράκι στη ζούγκλα, όπου ο ήλιος έκαιγε ανυπόφορα. Κάπου
σε ένα ξέφωτο ο λαγός είχε βάλει τα αρχίδια του πάνω σε ένα βράχο, ενώ με έναν
άλλο τα χτυπούσε με δύναμη. Κάθε φορά που τα χτύπαγε φώναζε με ηδονικό ύφος:
– Καύλα…
Ο λαγός συνέχιζε το «παιχνίδι» του, όταν κάποια στιγμή τον παίρνει χαμπάρι το
λιοντάρι. Στην αρχή παραξενεύεται, αλλά σύντομα αρχίζουν και του περνούν
διάφορες σκέψεις από το μυαλό…
– Δεν είναι δυνατόν ο μικρός και ασήμαντος λαγός να το κάνει αυτό και να
καυλώνει, και εγώ ο βασιλιάς των ζώων να μην το έχω δοκιμάσει ακόμα…
Ετσι, αποφασισμένος πάει στο λαγό, του παίρνει την πέτρα, τον παραμερίζει και
βάζει αυτό τα αρχίδια του πάνω στο βράχο. Σηκώνει την πέτρα ψηλά, την κατεβάζει
με δύναμη πάνω στ’αρχίδια του…
-Ααααααααααααααααα… , φωνάζει σαν να το πυροβολήσανε.
Κοιτάει τα αρχίδια του τα οποία ήταν ματωμένα σε κακό χάλι. Γυρνάει στο λαγό
– Ρε πούστη λαγέ, που στο διάολο τη βρίσκεις την καύλα σ’αυτό?
Και ο λαγός…
– Η καύλα είναι να μην τα πετύχεις…

Ηταν κάποτε δύο ερωτευμένα άλογα. Η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα δυνατή. Κάποια
μέρα, το αρσενικό άλογο φεύγει και πηγαίνει στην πόλη για να αναβαθμίσει τον
υπολογιστή του. Μόλις φεύγει, ο καλύτερος του φίλος (επίσης άλογο), βρίσκει την
ευκαιρία να την «πέσει» στην κοπελιά του. Οπότε την πλησιάζει και της λεει:
– Έλα μανάρα μου να φύγουμε μαζί και να παντρευτούμε.
Εκείνη απαντάει…
– Α πα πα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Είμαι ερωτευμένη με το «αγόρι» μου.
– Μα τι πράγματα είναι αυτά που μου λες. Ξέρεις ότι με τρελαίνεις. Αστον τον
άλλο και πάμε να φύγουμε μαζί.
– Ξέρεις ότι σε εκτιμάω ιδιαίτερα, αλλά δεν μπορώ να του το κάνω αυτό.
– Σε παρακαλώ, είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Χέστον τον
άλλον και παντρέψουμε.
– Ότι και να πεις δεν μπορώ να υποκύψω.. τον αγαπάω..
– Μα έλα..
– Μα δεν μπορώ..
– Αν δεν με παντρευτείς, θα πέσω από το γκρεμό να σκοτωθώ.
– Σου είπα ότι δεν γίνεται!
– Αυτή είναι η τελευταία σου λέξη?
– ΝΑΙ!
– Εντάξει τότε.. θα με έχεις βάρος για πάντα στη συνείδησή σου..
…και λέγοντας αυτά, παίρνει φόρα και πηδάει από το γκρεμό. Το θηλυκό άλογο
πετιέται τρομαγμένο! Κοιτάει από κάτω και βλέπει τον καλύτερο φίλο του
αρσενικού διαμελισμένο. Αρχίζει και τρέμει ενώ συλλογίζεται…
– Τι έκανα η κακούργα?*;?*; Με την άρνησή μου, οδήγησα ένα αθώο άλογο στο
θάνατο.
Δεν μπορώ να ζήσω με τέτοιες τύψεις, τέτοιο βάρος στη συνείδησή μου.
Θα αυτοκτονήσω.
Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, το θηλυκό άλογο παίρνει φόρα και πηδάει και αυτό με
τη σειρά του από το γκρεμό. Μετά από δύο λεπτά, το αρσενικό άλογο επιστρέφει
από την πόλη, αφού έχει θυμηθεί στο δρόμο ότι είναι Κυριακή και τα μαγαζιά
είναι κλειστά. Φωνάζει την κοπελιά του αλλά δεν λαμβάνει απάντηση. Φωνάζει τον
φίλο του.. αλλά ούτε πάλι λαμβάνει απάντηση. Αρχίζει να τους ψάχνει, αλλά
μάταια.. δεν είναι πουθενά. Στεναχωρημένο νομίζοντας ότι το εγκατέλειψαν, πάει
πάνω από το γκρεμό και αγναντεύει το άπειρο μοιρολογώντας. Σε κάποια στιγμή,
κοιτάει κάτω και βλέπει τα δύο άλογα που
είχαν γίνει πλέον μία μάζα από κρέατα. Σπαράζει η καρδιά του και μονολογεί
δυνατά…
– Ω, τι έπαθα ο άμοιρος. Η γυναίκα της ζωής μου.. νεκρή… ο καλύτερος μου
φίλος. . και αυτός νεκρός.
Τι θα απογίνω ολομόναχος σε αυτή τη ζωή?*; Δεν μπορώ να ζήσω έτσι.. θα
αυτοκτονήσω… Πραγματικά, το αρσενικό άλογο παίρνει φόρα και πηδάει και αυτό
από το γκρεμό. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται μία φωνή απο κάτω από τον γκρεμό …
– Ρεεεεεε… ποιός μαλάκας πετάει άλογα?*;

Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο)
να επισκεφτεί τη γιαγιά της. Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν
γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής
Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα
και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της. Σε κάποια στιγμή,
στρίβει πίσω από μία οξυά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον
ρωτάει …
– Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια?*;
– Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα
.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη
κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και
ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω
στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει…
– Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά?*;
– Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο
πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία
φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα
στο νόημα …
– Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη?*;
– Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε
την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και
πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν
γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και
πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του.
Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει …
– Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια?*;
και ο λύκος…
– Θα με αφήσεις, γαμώ το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους?*;

Μία ζεστή μέρα με το θερμόμετρο να αγγίζει τους 40, ένας ομοφυλόφιλος ταξιδεύει
με ένα Deux Chevaux (Ντεσεβώ) στην Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας. Ο εν λόγω «κύριος»
πηγαίνει στην αριστερή λωρίδα ενώ η βελόνα δεν ξεκολλάει από τα 20 χλμ/ω. Από
πίσω, ένας αρκετά τσαμπουκαλής φορτηγατζής, ακολουθεί σαν σε επιτάφιο, ενώ κάθε
προσπάθεια να προσπεράσει αποβαίνει μάταιη. Αφού λοιπόν προσπαθεί να
συγκρατήσει τον εαυτό του από τα διόδια Σχηματαρίου, κάπου κοντά στις στροφές
Αλεξάκη και λόγω της αφόρητης ζέστης, ο φορτηγατζής αποφασίζει να κάνει κάτι
δραστικό. Σανιδώνει λοιπόν το φορτηγό και πέφτει πάνω στον ομοφυλόφιλο, όπου
και το αυτοκίνητό του εκτελεί ένα πολλαπλό τετακέ, και καταλήγει στο χαντάκι.
Έξαλλος ο φορτηγατζής, κατεβαίνει από το φορτηγό, πλησιάζει
τον ομοφυλόφιλο και
ετοιμάζεται να δώσει συνέχεια στο θέμα. Εξοργισμένος ο ομοφυλόφιλος βγαίνει από
το συνετριμένο αυτοκίνητο και εμπλέκεται στον ακόλουθο διάλογο:
– Βάρβαρε, αγροίκε, πειρατή της ασφάλτου. Δεν δείχνεις κανένα σεβασμό στους
άλλους οδηγούς. Θα έπρεπε να σε έχουν πίσω από τα σίδερα.
Τι μου λες μωρή καρακραγμένη πουστάρα?*; Με σέρνεις καροτσάκι από τα διόδια στο
Σχηματάρι, και δεν κάνεις άκρη να περάσω και θες να βγεις και από πάνω?*;
– Και τι θες να κάνω?*; Σάμπως έχω και καμιά Ferrari?*;
– Να πας στην άκρη να οδηγήσεις τον κουβά σου. Χέστηκα και εγώ αν ο δρόμος δεν
είναι καλός. Να πέσεις μέσα μόνος σου στο χαντάκι, μαλάκα
– Δεν με φοβίζεις αγροίκε, τώρα θα πάρω το δικηγόρο μου και θα σου δείξω εγώ.
Ο ομοφυλόφιλος, βγάζει το Panasonic G500 από την τσέπη και σχηματίζει
τον αριθμό του δικηγόρου.
– Έλα Τάκη χρυσέ μου, είμαι στην Εθνική και ένας βάρβαρος φορτηγατζής με
τράκαρε από πίσω και μου διέλυσε το αμάξι… πώς?*;.. μα σαφώς και θα κάνω
μήνυση… Ναι βέβαια, δεν πρόκειται να τον αφήσω από τα μάτια μου.
Υψώνοντας τη φωνή συνεχίζει…
– Δεν θα το κουνήσει ρούπι.. θα το μετανιώσει φρικτά που έμπλεξε μαζί μου..
βέβαια.. θα του πάρω την άδεια κυκλοφορίας, θα του πάρω τις πινακίδες, θα του
πάρω το φορτηγό, θα του πάρω τα λεφτά του, θα του πάρω το σπίτι του, θα του τα
πάρω όλα …
Σαρκάζοντας ο φορτηγατζής επεμβαίνει…
– Θα πάρεις τ’αρχίδια μου…
..και ο ομοφυλόφιλος…
– Άκυρο Τάκη.. τα βρήκαμε…

Είναι που λέτε μια ξανθιά, μια μελαχρινή και μια
κοκκινομάλα, οι οποίες έχουν ναυαγήσει σε ένα έρημονήσι.
Η απέναντι ακτή απέχει 100 μίλια, πολύ μεγάλη απόσταση.
Αλλά, μια και δεν έχουν καθόλου φαγητό και νερό πρέπει
να προσπαθήσουν να τη διασχίσουν αλλιώς θα πεθάνουν.
Κανονίζουν, λοιπόν να φύγει μια από αυτές και να πάει να
φέρει βοήθεια. Ξεκινάει λοιπόν η κοκκινομάλα, η οποία κάνει
10 μίλια, νιώθει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και γυρίζει πί-
σω. Μετά αποφασίζουν να δοκιμάσει η μελαχρινή, η οποία ήταν
σε καλύτερη φυσική κατάσταση. Πράγματι, έκανε 15 μίλια, αλλά
κουράστηκε και αυτή και γύρισε πίσω. Έτσι, απέμεινε η ξανθιά.
Βλέπωντας ότι είναι η μόνη ελπίδα που είχαν, η ξανθιά ξεκίνησε με
όλες της τις δυνάμεις, έκανε 95 μίλια, και ξεθεωμένη είπε: «Αποκλεί-
εται να τα καταφέρω», και γύρισε πίσω.

-Πως μπορείς να απασχολήσεις μια ξανθιά για ώρες?*;
-Της δίνεις ένα χαρτί που λέει: «Γύρισε το από την άλλη» και
στις δύο πλευρές του.

-Τι διαφορά έχει μια ξανθιά από μια ντουλάπα?*;
-Μόνο δύο άντρες χωράνε σε μια ντουλάπα ταυτόχρονα.

-Γιατί ο θεός έδωσε 2% παραπάνω ευφυία στις ξανθιές απ’ότι στα άλογα?*;
-Γιατί δεν ήθελε να χέζουν στους δρόμους όταν συμμετέχουν σε παρελάσεις.

Η ξανθιά ηρωίδα μας βρίσκεται στο σούπερ-μάρκετ
και ψωνίζει. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό της:
«Εμπρός, ε, Λάκη εσύ είσαι?*; Πως ήξερες ότι ήμουν εδώ?*;»

Ο γέρο-ναυτικός αφού πέρασε πολλά χρόνια στην θάλασσα συνταξιοδοτημένος
πια έχει αράξει σπίτι του παρέα με τις αναμνήσεις του. Μια μέρα που
έκανε μπάνιο είδε ότι το πέος του έκανε κάποιες προσπάθειες να
«σηκωθεί». Συγκινημένος αυτός άρχισε να μιλάει στο «εργαλείο» του.
– Δεν πειράζει, του λεει, κάτσε εκεί που είσαι. Πέρασες άλλωστε πολλά
τόσα χρόνια. Γυναίκες γυναίκες.. τα θυμάσαι όλα αυτά?*; Λιμάνια, μπαράκια,
άσπρες, μαύρες, κίτρινες γυναίκες, πολλές γυναίκες στα διάφορα λιμάνια
που βρισκόμασταν… Ωραία που περνούσαμε, γλέντια…
Εκείνη την ώρα που τα έλεγε όλα αυτά στο «εργαλείο» του, του έφυγε ένα
κλάσιμο. Γυρνάει και λεει στον κώλο του.
-Σκάσε εσύ! Με σένα θα τα πούμε σε λίγο.

– Γιατί το στόμα της Μόνικας ανακηρύχθηκε υγροβιότοπος υπό προστασία?*;
– Γιατί εκεί συχνάζουν σπάνια πουλιά…

– Γιατί το Viagra τυφλώνει τις γυναίκες?*;
– Γιατί όταν το παίρνουν οι άντρες τους βγάζουν τα μάτια…

Μια κοπέλα αποφασίζει να αυτοκτονήσει, ανεβαίνει λοιπόν στην κορυφή ενός
ουρανοξύστη και πέφτει…
Στον αέρα το μετανιώνει και αρχίζει να φονάζει «Βοήθεια». Βγαίνει ένα χέρι από
τον 50ηκοστό όροφο και την γραπώνει από το πόδι…
-Σας παρακαλώ κύριε, σώστε με, το μετάνιωσα και δεν θέλω να πεθάνω!!!
-Θα σε σώσω, πρέπει όμως να μου πάρεις μια πίπα!!!
-Μα τι είναι αυτά που λέτε κύριε, για ποιά με περάσατε, δεν τα κάνω εγώ αυτά…
-Ε, αει στο διάολο τότε…
Και την αφήνει να πέσει. Συνεχίζει αυτή να φωνάζει οπότε βγαίνει ένα χέρι από
τον 30στό όροφο και την πιάνει…
-Σας παρακαλώ κύριε, σώστε με!!!
-Οκ, αλλά θα κάτσεις να σε γαμήσω…!!!
-Μα όλο σε ανώμαλους πέφτω, δεν τα κάνω εγώ αυτά, για ποιά με περάσατε???
-Ε, αει στο διάολο τότε…
Και η πτώση συνεχίζεται. Στον 10ατο όροφο πάλι τα ίδια. Κάποιος την πιάνει.
-Σας παρακαλώ κύριε, σώστε με!!!
-Εντάξει, αλλά θα μου δώσεις κωλαράκι…!!!
-Α, μα φτάνει πιά! Όλοι ανώμαλοι είστε! Δεν τα κάνω εγώ αυτά!!!
-Ε, αει στο διάολο τότε…
Στον πέμπτο όροφο επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία. Η κοπέλα έντρομη και
απογοητευμένη λέει:
-Σας παρακαλώ κύριε, σώστε με και εγώ θα κάτσω να με γαμήσετε από μπρος, από
πίσω, θα σας πάρω πίπα, φέρτε και κανένα φίλο σας αν θέλετε, μόνο σας παρακαλώ
ΣΩΣΤΕ ΜΕ!!!!!!!!!!!
-ΠΟΥΤΑΝΑ!!!!!!!
Και την αφήνει να πέσει…

Σεενα χωριό Κανίβαλων στη ζούγκλα της Αφρικής, ο φύλαρχος
ακούει τον Ευρωπαίο επιθεωρητή που του περιγράφει την
καταστρεπτική δύναμη των πυρηνικών οπλών.
Και τι κάνετε το ανθρώπινο κρέας που σίγουρα σας περισσεύει
στον πόλεμο?*; ρωτάει ο αρχηγός των Κανίβαλων.
Μα οι λευκοί είναι πολιτισμένοι. Δεν τρώνε ποτέ
ανθρώπους, εξηγεί ο εξερευνητής.
Τι βάρβαροι και ανόητοι που είστε, παρατηρεί ο Κανίβαλος
με αηδία! Να σκοτώνετε έτσι χωρίς σκοπό!

Ποια η διαφορα αναμεσα σ’ενα σκοτωμενο σκυλι στη
μεση του δρομου και σ’ενα σκοτωμενο μαυρο στη μεση
του δρομου?*;
Μπροστα στο σκυλι υπαρχουν ιχνη φρεναρισματος…..

Τι κοινο εχει ενας μαυρος κι ενα ποδηλατο ?*;
Δουλευουν και τα δυο με αλυσιδες!

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε ένα μαύρο που πνίγεται?*;
Απλά, θα πάρουμε το πόδι μας από το κεφάλι του!

Γιατι τα φερετρα των μαυρον εχουν δυο χερουλια?*;
Γιατι εχετε δει ποτε σκουπιδοντενεκε με τεσσερα.

Γιατι οι ποντιοι οταν εχουν 5.00 δρχ τα κρατανε στο χερι και
δεν τα βαζουνε στην τσεπη τους ???
Γιατι σκεφτονται : «Καλιο πεντε και στο χερι παρα δεκα και καρτερει». )

Ποιο ηταν το αποτροπαιο τελος του τελευταιου ποντιου κυκλωπα ποδηλατη
?*;?*;?*;?*;?*;?*;?*;
Πανω σε μια στροφη με το ποδηλατο του ενω εστριβε ειδε ένα μανουλι
και της εκλεισε το ματι……..

Τι διαφορά εχει μια πιτσα απο ενα Εβραίο…!!!!!!
Η πιτσα στον φουρνο δεν ουρλιαζει!!!!!!!!!!!!!!

Καθε ποτε χαμογελαμε σε εναν νεγρο και του κλεινουμε το ματι?*;?*;?*;?*;
Οταν τον σημαδευουμε με το οπλο !!!!!

Η κ. Τάδε έβαλε να σκαλίσουν στον τάφο του άνδρα της «ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ»
Μετά ανοίχτηκε η διαθήκη του. Δεν της άφηνε τίποτε.
Και ζήτησε να προσθέσουν . . .
«ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΑΩ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ. . »

Μετά το τέλος του Μεγάλου Φεστιβάλ Μπύρας στην Γερμανία, όλοι οι πρόεδροι
των εταιριών Ζυθοποιϊας αποφάσισαν να βγουν έξω για . . μια μπύρα.
Το αφεντικό της Corona κάθεται στο μπαρ και λέει: «Θα ήθελα την καλύτερη
μπύρα στον κόσμο, Μια Corora, παρακαλώ.
Ο μπαρμαν πιάνει ένα μπουκάλι από το ράφι και του το δίνει.
To αφεντικό της Βudweiser λέει: «Θάθελα την καλύτερη μπύρα στον κόσμο!
The King of Beers!! Μια Budweiser, παρακαλώ!»
Ο μπάρμαν του δίνει μία.
Ο τύπος από την Coors: «Θάθελα την μόνη μπύρα που είναι φτιαγμένη με
πραγματικό νερό πηγής από τα Βραχώδη ‘Ορη. Δώσε μου μια Coors!!»
Παίρνει κι αυτός την μπύρα του!!
Ο τύπος από την Calsberg κάθεται και λέει: Δώστε μου μια Κόκα Κόλα»
Ο μπάρμαν ξαφνιάζεται λίγο, αλλά του δίνει ό,τι παράγγειλε.
Οι άλλοι όμως ζυθοπαραγωγοί τον κοιτάζουν περίεργα και ρωτάνε γιατί δεν
πήρε Calsberg!
Kι εκείνος: «Να, σκέφτηκα αφού δεν πίνετε εσείς μπύρα, γιατί να πιω εγώ?»

Ένας τύπος αφηγήται σε μερικούς φίλους του, κάποια ερωτική του περιπέτεια
με μία παντρεμένη:
– Κάποτε παιδιά, τα είχα με μία παντρεμένη που την πηδούσα όποτε έλειπε ο
άντρας της με την νταλίκα. Ένα απόγευμα όμως, εκεί που την είχα ξεσκίσει,
μπαίνει ξαφνικά ο άντρας της -ένα γομάρι 2 μέτρα, 150 κιλά με κάτι χέρια
σαν κουπιά- και μας τσακώνει στα πράσα.
– Τι λες ρε παιδί μου! Και τι έγινε?*;
– Τι να γίνει?*; Την κοπανάω όπως είμουν γυμνός, απ’ το παράθυρο κι αρχίζουμε
να κυνηγιόμαστε. Μπροστά εγώ και πίσω ο κερατάς. Κάποια στιγμή με
στριμώχνει σε ένα αδιέξοδο και βγάζει έξω μια ψωλή, μεγάλη και χοντρή, σαν
ρόπαλο.
– Σώπα ρε μεγάλε! Και τι έγινε?*;
– Τι να σας πω ρε παιδιά! Καλά που με γάμησε, γιατί αν μου την έφερνε στο
κεφάλι θα με είχε σκοτώσει…

Ήταν ένα αντρόγυνο και μια φορά η γυναίκα ρωτάει τον άντρα:
– Τι θα έκανες αν πέθαινα?*;
– Τι εννοείς τι θα έκανα?*; απαντά εκείνος.
– Θα ξαναπαντρευόσουν?*;
– Όχι, βέβαια, λέει εκείνος.
– Μα δεν σ’ αρέσει να είσαι παντρεμένος?*;
– Ε, μ’ αρέσει.
– Τότε γιατί δεν θα ξαναπαντρευόσουν?*;
– Ε, καλά θα ξαναπαντρευόμουν.
– Και θα κοιμόσουν στο κρεβάτι μας?*;
– Ε, ναι θα κοιμόμουν νομίζω.
– Αχα, λέει η γυναίκα του. Και θα την άφηνες να φοράει τα παλιά μου ρούχα?*;
– Αν εκείνη το επιθυμούσε, νομίζω πως ναι.
– Αλήθεια?*; Και θα έπαιρνες όλες τις φωτογραφίες μου και θα τις άλλαζες με
δικές της?*;
– Ε, μάλλον έτσι θα έκανα. Αυτό πρέπει να είναι και το σωστό.
– Έτσι έ?*; Και θα την άφηνες να παίζει με τα μπαστούνια μου του γκολφ?*;
– Όχι, βέβαια, απαντά εκείνος. Είναι αριστερόχειρας…

Μια νεαρή κοπέλα που φοράει μίνι, ταξιδεύει με το τραίνο. Απέναντι της
ακριβώς κάθεται ένας τύπος που κοιτάει επίμονα τα μπούτια της.
Αγανακτισμένη τον ρωτάει:
– Τι βλέπετε εκεί κύριε?*;
– Να, τον Καραμανλή. Μεγάλος πολιτικός. Πάντα ήθελα να του σφίξω το χέρι.
Μπορώ να το κάνω?*;
Σαστισμένη αυτή του απαντάει:
– Τι να σας πω, αν το θέλετε τόσο πολύ…
Και τελικά την χουφτώνει για τα καλά. Μετά από πολλή ώρα η κοπέλα
γυρνάει από την άλλη μεριά, οπότε ο τύπος έχει θέα στο άλλο μπούτι της.
– Πάλι βλέπετε κάποιον κύριε?*;
– Βέβαια! Τον Παπανδρέου! Αληθινός ηγέτης.
Του σφίγγει και αυτού του χέρι.
Περνάει μία ώρα και η κοπέλα επειδή καθόταν άβολα βρίσκεται πλεόν με τα
πόδια ανοιχτά..
Ο τύπος συνεχίζει και αυτή τη φορά βλέπει κάτω από τη φούστα της:
– Ε, δε θα μου πείτε ότι πάλι βλέπετε κάποιον!
– Μα φυσικά. Τον Μητσοτάκη. Αυτόν καιρό ήθελα να τον πηδήξω!….

Πεθαίνει ένας μηχανικός και πάει στις πύλες του Παραδείσου. Εκεί ο Άγιος
Πέτρος τον ρωτάει:
– Τι δουλειά έκανες?*;
– Ήμουν μηχανικός.
– Τότε δεν ήρθες στο σωστό μέρος. Στην Κόλαση θα πας.
Οπότε πάει στην Κόλαση, όπου ο Σατανάς τον δέχεται. Όμως ο μηχανικός δεν
είναι καθόλου ευχαριστημένος από τις παροχές και τις ανέσεις της Κόλασης.
Οπότε, πιάνει δουλειά και αρχίζει να βελτιώνει τα πράγματα, φτιάχνει
ασανσέρ, βάζει κλιματισμό, βάζει καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
Σε κάποια φάση λοιπόν, τηλεφωνάει ο Θεός τον Σατανά και τον ρωτάει:
– Τι γίνεται εκεί?*;
– Ε, μια χαρά. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ εδώ, απαντά εκείνος.
– Τι μου λες?*; Πώς έγινε αυτό?*;
– Ε, να ήρθε ένας μηχανικός και έχει βελτιώσει τα πράγματα, έβαλε
κλιματισμό, ασανσέρ, καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
– Μηχανικός?*; Τι δουλειά έχει εκεί?*; Στείλτον στον Παράδεισο.
– Τι λες ρε?*; Δεν στον δίνω.
– Δώστον, γιατί θα σου κάνω μήνυση.
– Και πού θα βρεις δικηγόρο?*;

Μια μέρα, όπως γύριζε ο Τοτός από το σχολείο, βλέπει στον κήπο του, το
σκύλο του νεκρό, με τα πόδια ψηλά. Ρωτάει τον πατέρα του, γιατί τα πόδια
ήταν σηκωμένα ψηλά όταν πέθανε και αυτός του λέει πως έτσι μπορεί να
κατέβει πιο εύκολα ο Θεός και να τον πάρει στον Παράδεισο.
Μια άλλη φορά λοιπόν, όταν γυρίζει ο πατέρας, του λέει ο Τοτός:
– Μπαμπά, σήμερα η μαμά ήταν σχεδόν νεκρή.
– Δηλαδή?*;
– Ε, να, ήταν στο δωμάτιό της και είχε τα πόδια της σηκωμένα μπρος τα πάνω
και φώναζε «Χριστέ μου έρχομαι…». Αν δεν ήτανε και οι δύο ναύτες από πάνω
της να την κρατήσουν, θα την είχαμε χάσει…

Ένας τύπος πάει σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει διάφορα πλαστικά
προϊόντα.
Περνάει πρώτα από το τμήμα που φτιάχνουν πιπίλες για μπιμπερό. Το
μηχάνημα κάνει ένα δυνατό ήχο: χσσσσσς ποπ… χσσσσσς ποπ… χσσσσσς
ποπ… χσσσσσς ποπ…
– Τι είναι αυτός ο ήχος, ρωτάει τον περιηγητή.
– Το «χσσσς» είναι το λάστιχο που χύνεται στο καλούπι και το «ποπ» είναι
μία βελόνα που κάνει την τρύπα.
Αργότερα φτάνει στο τμήμα κατασκευής προφυλακτικών και εκεί ακούει το
μηχάνημα να κάνει: χσσσσσς… χσσσσσς… χσσσσσς… χσσσσσς… ποπ!
– Για μισό λεπτό. Εντάξει, άκουσα το «χσσσσ» και λογικά είναι το λάστιχο
που πέφτει στο καλούπι. Αλλά το «ποπ» τι ήταν?*;
– Αυτό είναι η βελόνα που λέγαμε προηγουμένως.
– Μα αυτό δεν είναι καλό για το προφυλακτικό…
– Ναι, αλλά ξέρεις πόσο καλό είναι για την αγορά των μπιμπερών?*;

Ένα πρωινό Παρασκευής, η καθηγήτρια μπήκε στην τάξη και αποφάσισε να
διαβάζει μία χαρακτηριστική φράση ενός προσώπου και ο πρώτος που θα έβρισκε
σωστά ποιος το είχε πει, θα μπορούσε να πάει σπίτι του.
Αρχισε λοιπόν :
-Ποιος είπε : «Αυτή είναι η καλύτερη ώρα της Αγγλίας»?*;
Η μικρή Αννούλα αμέσως σήκωσε χέρι και είπε :
-Ο Winston Churchill.
-Μπράβο, είπε η δασκάλα, μπορείς να πας σπίτι σου τώρα.
Συνέχισε η δασκάλα :
-Ποιος είπε : «Ζήτα όχι ό,τι η χώρα μπορεί να κάνει για σένα»?*;
Η μικρή Μαιρούλα αμέσως σήκωσε χέρι και είπε :
-Ο John F. Kennedy.
-Πολύ καλά, είπε η δασκάλα, πήγαινε σπίτι σου τώρα.
Τσαντισμένος που έχασε δύο χρυσές ευκαιρίες για να πάει σπίτι του ο Τοτός
είπε :
-Εύχομαι αυτές οι δύο σκύλες να είχαν κρατήσει τα στόματά τους κλειστά.
-Ποιος το είπε αυτό?*; ρώτησε τσαντισμένη η δασκάλα.
Ο Τοτός αμέσως σηκώθηκε και είπε :
-Ο Bill Clinton, καλό Σαββατοκύριακο…

Μια γυναίκα είναι στο σπίτι της, στο κρεβάτι με τον καλύτερο φίλο του άντρα
της. Ενώ είναι αρκετή ώρα εκεί, ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει
λοιπόν εκείνη :
-Εμπρός?*;…. Α, γεια σου. …. Είμαι τόσο χαρούμενη που τηλεφώνησες. …
Αλήθεια?*; … Πολύ ωραία … Είμαι τόσο χαρούμενη για σένα… Πρέπει να
είναι πολύ συναρπαστικό… Περίφημα… Εντάξει… ‘ντε γεια.
Κλείνει το τηλέφωνο και τη ρωτάει ο φίλος της:
-Ποιος ήταν στο τηλέφωνο?*;
-Ο άντρας μου ήταν, λέει εκείνη, και μου έλεγε τι ωραία που περνάει σε αυτό
το ταξίδι με το ιστιοπλοϊκό μαζί σου…

Πέθανε ο άντρας της Τάδε. Η μαμά της είναι πάρα πολύ στεναχωρημένη διότι
πάει καιρός από το γεγονός και η θυγατέρα της κλαίει και θρηνεί και τίποτα άλλο.
Κάποια στιγμή όμως η Τάδε γνωρίζει έναν νέο και αφού βγήκαν μερικές φορές,
ετοιμάζονται για ένα Σαββατοκύριακο ταξίδι. Χαρά η μαμά, διότι τέλος
πάντων είναι σαφές τι σημαίνει ένα τέτοιο ταξιδάκι.
Βράδυ Σαββάτου λοιπόν και είμαστε στο ξενοδοχείο -ειμαστε τώρα, είναι μια
κουβέντα. Δεν παίρνουμε και μάτι!! Είναι λοιπόν το ζευγάρι στο
ξενοδοχείο, ο Νέος μες τη χαρά του, βρίσκεται όπως τον γέννησε η μαμά του
και εμφανίζεται η Τάδε γυμνή μεν, με ένα μαύρο όμως εσώρουχο. «Γιατί
αυτό?» ρωτάει ο Νέος. «Το στηθος μου μπορείς να το χαϊδέψεις, τα χείλη μου
μπορείς να τα φιλήσεις, το σώμα μου είναι στη διάθεσή σου, εκεί κάτω όμως
πενθώ ακόμη» Είδε, απόειδε ο Νέος, τι να κάνει, κάτι μπορεί να έκανε, δεν
ξέρω, μάτι δεν έπαιρνα σας είπα, περασε το βράδυ. Ερχεται το επόμενο
βράδυ, νάτη πάλι αυτή με την ίδια περιβολή. Με το μαύρο της σλιπάκι. Και
ο Νέος μας, πάλι όπως τον γέννησε η μαμά του, αλλά αυτή τη φορά . . . μ’
ένα μαύρο προφυλακτικό.
«Τι είναι αυτό?» ρωτάει η Τάδε
«Δεν είπες ότι εκεί ακόμη πενθείς?»
«Ναι!»
«Ε κι εγώ, θέλω να σε συλληπηθώ!»

Μόλις έχει βρέξει και στο σπίτι το αντρόγυνο συζητά περί φαγητού. «Πήγαινε
Γιώργο μου να μαζέψεις σαλιγκάρια , καιρό έχουμε να φάμε» , προτείνει η
σύζυγος στον άντρα της. «Καλή ιδέα» , απαντά αυτός , και ξεκινά την
αναζήτηση.
Πράγματι , πολλά τα σαλιγκάρια , πέρασε γρήγορα η ώρα , ώσπου κάποια στιγμή
το απόγευμα εκεί μου μάζευε ο γιώργος μας βλέπει ένα φίλο του . «Ρε συ πάμε
να πιούμε κανά κρασάκι?» τον ρωτά ο φίλος του. «Μπα , θα με σκοτώσει η
μέγαιρα η γυναίκα μου .’στο καλύτερα» . «Πάμε ρε μαλάκα , καιρό έχουμε να τα
π(ι)ούμε» , επέμενε ο άλλος , έδωσε πήρε (μη σας τα πολυλογώ) , τον έπεισε.
Κρασάκι κρασάκι , το ένα ποτήρι έφερε το άλλο , το γυρίζουν στο ποτό
βραδιάζει , μεσάνυχτα … 4 το πρωί η ώρα… «Πωπώ θα με γαμήσει η γυναίκα
μου» , κάνει ο δικός μας στο φίλο του , και παίρνει τα σαλιγκάρια του και
την κάνει , μια και δυο για το σπίτι … Φτάνοντας στο κατώφλι του σπιτιού
του και αντιλαμβανόμενος τι έχει να τραβήξει ανοίγει τη σακούλα και πετάει
τα σαλιγκάρια κάτω . Στο καπάκι ανοίγει την πόρτα , οπότε και φυσικά βλέπει
την παπάρω να τον περιμένει με τον μπαλτά πίσω από την πόρτα.
Χωρίς να χάσει καιρό γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω και απευθυνόμενος
στα σαλιγκάρια , τους λέει «έλα άλλο λίγο και φτάσαμε !!!»

Σε ένα ψηλό βουνό, ένας από τους ορειβάτες ξεφεύγει σε έναν
γκρεμό και πέφτει. Οι άλλοι του φωνάζουν:
– Είσαι ζωντανός?*;
– Ναι.
– Είσαι καλά?*;
– Ναι.
– Τότε σκαρφάλωσε πάνω, προς εμάς.
– Δεν μπορώ.
– Γιατί?*;
– Ακόμη πέφτωωωωωωωωωωωωωω…….

Ένας φορτηγατζής ήθελε περίπου 3 ώρες για Αθήνα και σκυλοβαριόταν. Ξαφνικά,
βλέπει στην άκρη του δρόμου δύο νεαρούς να κάνουνε ωτοστόπ.
«Ας τους πάρω», σου λέει, «να πιάσω την κουβέντα κι όλας να μην βαριέμε».
Πράγματι, σταματάει κι ανοίγει την πόρτα.
«Αθήνα πάτε?*;», ρωτάει ο ένας με πούστικη φωνή.
Ο φορτηγατζής δαγκώθηκε λίγο αλλά βασικά δεν είχε πρόβλημα.
«Ναι ρε παιδιά. Ανεβείτε».
Ανεβαίνουν κι αυτοί και ξεκινάνε. Μετά από κανένα μισάωρο, του ήρθε του
ενός να κλάσει.
«Με συγχωρείτε, αλλά κάτι έφαγα και με πείραξε. Αν δεν σας πειράζει, ν’
αφήσω κάτι αέρια που έχω…».
«Οχι παληκάρι μου», του λέει ο φορτηγατζής. «Αερήσου ελεύθερα, δεν υπάρχει
πρόβλημα, αλοίμονο».
Τουρλώνει τον κώλο ο άλλος κι αφήνει την πορδή φφφφσσσσσσσσσσσσ. Πορδή που
έμοιαζε περισσότερο με ανθρακικό που φεύγει από μπουκάλι κόκα-κόλας.
Μετά από ένα μισάωρο, τα ίδια και ο άλλος, ρωτάει τον φορτηγατζή και κείνος
του δίνει την άδεια. Αμολάει κι αυτός την πορδίτσα του φφφφφφσσσσσσσσσ.
Μετά όμως, του ήρθε του φορτηγατζή να αμολήσει πορδή.
«Συμπαθάτε με ρε παιδιά, αλλά έφαγα φασολάδα εχτές και με έχει κόψει».
«Μα τι λέτε», του λέει ο ένας από τους πούστηδες. «Αλοίμονο, δικό σας είναι
το φορτηγό».
Κι αμολάει μια πορδάρα, σείστηκε όλο το φορτηγό.
Οπότε, λέει ο ένας πούστης στον άλλο:
«Μπράβο πορδή, είναι και παρθένος…»

Πεθαίνουν τρεις φίλοι : ο Κώστας, ο Νίκος και ο Γιάννης και πηγαίνουν στην
Κόλαση. Εκεί τους περιμένει ο διάβολος. Εκείνη τη στιγμή ανοίγει μία πόρτα
και βλέπουν και οι τρεις μία γυναίκα κακάσχημη, 1,30 ύψος, 200 κιλά, τόσο
βρώμικη που μύριζε μέχρι εκεί που βρίσκονταν, παρά την απόσταση. Λέει ο
διάβολος :
– Κώστα, αμάρτησες και γι’ αυτό θα περάσεις όλη την δεύτερη ζωή σου στο
κρεβάτι με αυτή τη γυναίκα.
Και ήρθαν τα διαβολάκια και τον παίρνουν και τον πάνε σε εκείνη.
Μετά έρχεται η σειρά του Νίκου. Ανοίγει λοιπόν μια άλλη πόρτα και βλέπει
μια άλλη γυναίκα κακάσχημη, χειρότερη και από μάγισσα που ζει στη Σομαλία,
2,20 ύψος, 50 κιλά, πολύ βρώμικη και γεμάτη μύγες, με λίγα λόγια χειρότερη
και από την πρώτη. Λέει ο διάβολος :
– Νίκο, αμάρτησες και γι’ αυτό θα περάσεις όλη την δεύτερη ζωή σου στο
κρεβάτι με αυτή τη γυναίκα.
Και τα διαβολάκια τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκεί.
Ο Γιάννης που είχε δει τα προηγούμενα δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε
τρομοκρατηθεί, φοβόταν μήπως του βγει καμία κακάσχημη, αλλά εκείνη τη
στιγμή ανοίγει μια τρίτη πόρτα και βγαίνει η Σίντυ Κρώφορντ. Ο Γιάννης
τρελλάθηκε, άρχισε να λέει τι τυχερός που ήταν, οπότε λέει ο διάβολος:
– Σίντυ, αμάρτησες ….

Είναι τώρα ένας τύπος στην παραλία και επιδεικνύει το σώμα του περήφανος.
Περνάει λοιπόν δίπλα από μία κοπέλα και τη ρωτάει:
-Σ’ αρέσει το σώμα μου?*;
-Όχι, απαντά εκείνη.
-Ούτε εμένα, λέει αυτός, μαλακία τραγούδι είναι….

Για όσους δεν κατάλαβαν εννοεί το τραγούδι του Σφακιανάκη

Παει ενας τυπος στο Ισραηλ και βλεπει ενα μαγαζι με ρολογια στη βιτρινα.
Μπαινει μεσα να παρει ενα…
– Γεια σας.
– Γεια σας.
– Θα μπορουσα να σας εξυπηρετησω?
– Ναι, θα ηθελα να αγορασω αυτο το ρολόι.
– Αυτο το ρολόι? Χμ… δυστυχως κυριε θα σας απογοητευσω αλλα το
συγκεκριμενο ρολόι δεν ειναι για πουλημα.
– Κριμα και μου αρεσε πολυ. Αυτο εκει περα διπλα ομως ειναι πιο καλο. αυτο
ποσο εχει?
– Λυπαμαι αλλα ξερετε ουτε αυτο ειναι για πουλημα.
– Ουτε αυτο? Εκεινο εκει περα τοτε στη γωνια?
– Εεεε.. ξερετε, ουτε αυτο ειναι για πουλημα.
– Μα καλα, με δουλευεις? Τοτε τι σόι ρολογαδικο ειναι αυτο?
– Βασικα, ξερετε κυριε, δεν ειναι ρολογαδικο.
Εμεις εδω περιτομες κανουμε αλλα τι να βαλουμε στη βιτρινα?

Ξεχαστε τους παρατεταμενους τους πολλαπλους και τους απανωτους οργασμούς.
Οι οργασμοι της γυναικας ειναι τεσσερις:
Ο θετικος, ο αρνητικος, ο θρησκευτικος, και ο ψευτικος.
– Ο θΕΤΙΚΟΣ: Nαι, ναι, ναι….
– Ο ΑΡΝΗΤΙΚΟΣ: Οχι, οχι, οχι….
– Ο θΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ: Αχ θεέ μου!

Η μικρη που καπως ειχε μεγαλωσει παει στην γιαγια της που
ηταν πολυ γρια και επασχε απο αμνησια και την ρωταει
εμπιστευτικα:
Γιαγια,τι θα πει εραστης?*;
πως ειπες παιδι μου?*;Ρωταει η γιαγια που ηταν βαρυκοη καιετρεμαν τα χερια της.
Γιαγια,λεω,τι θα πει η λεξη εραστης?*;
Toτε η γιαγια χτυπαει το κεφαλι της με το χερι της
φωναζωντας:»πω πω τι μου θυμισες παιδακι μου!».
Και τρεχει αμεσως πανω στην σοφιτα οπου ανοιγει μια παλια
διπλοκλειδωμένη και αραχνιασμενη ντουλαπα.
ΝΤΑΠ !!! και … ενας σκελετος πεφτει απο την ντουλαπα στο πατωμα …

Μετά τη 10η πίπα η Μόνικα ρωτάει τον Bill:
– Bill do you love me ή τσάμπα πίνω?

Μια και δεν ειχε δουλειά ο διάολος αποφασίζει να κατέβει στη γη και να
παντρευτεί.Για γυναίκα δεν ήθελε ότι κι ότι, την ήθελε ΠΑΡΘΕΝΑ (μη
φας).Ξεκινάει λοιπόν την έρευνά του από την Αμερική.Ψάχνει , ψάχνει αλλά
τίποτα.Βλέπετε τον είχε προλάβει ο Bill (ένας είναι ο Bill) και
απογοητευμένος ξεκίνησε για την Ευρώπη.Πάει Γερμανία , πάει Αγγλία, πάει
Γαλλία τίποτα.Ολες ήτανε δοκιμασμένες.Εκεί που έψαχνε στην Ελλάδα τον
συμβουλέψανε να πάει σε ένα μικρό χωριό στην Λάρισσα (χα χα) κοντά και
εκεί θα του πούνε.Μια και δυο (και χι) πάει στο χωριό.Λέει τον πόνο του
εκεί στο καφενείο και οι θαμώνες του δείξανε ένα βουνό που πίσω από αυτό
είχε πάει από 10 χρονών ένα κοριτσάκι και εδώ και 10 χρόνια δεν
ξαναγύρισε οπότε μάλλον θα του κάνει.Πάει λοιπόν ο διάολος πίσω από το
βουνό, βρίσκει το κοριτσάκι, το ελέγχει (λάδια και νερό) βλέπει ότι του
κάνει το παίρνει και το παντρεύεται!!
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Κορίτσια γαμιέστε μην σας πάρει ο διάολος!

Eνας άνεργος ηθοποιός έχει απελπιστεί ψάχνοντας δουλειά. Δύσκοληπερίοδος και οι
δουλειές λιγοστές. Τυχαία, συναντά έναν τύπο από τονΖωολογικό Κήπο, που ψάχνει
για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοίλόγοι, δεν τους επιτρέπουν να εισάγουν
έναν πολύτιμο Αφρικανικό πίθηκοκαι ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει
τον πίθηκο, μέχρις ότουσυγκεντρωθεί το ποσό για την εισαγωγή του αληθινού ζώου.
Αν και η φάσητου φάνηκε κάπως ανόητη, ο ηθοποιός δέχτηκε και πήρε την δουλειά.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος καισκεπτόμενος
ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες,που να νομίζουν ότι
αυτός είναι ένας αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμήβαρέθηκε και αποφάσισε να
εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Εκείνη τηνστιγμή που αποφάσισε να κινηθεί,
πρόσεξε ότι ο κόσμος απ’ έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε
έτσι, να κάνει τοπρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες
μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιάτου κλουβιού μέ
το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και μεαυτόν τον τρόπο, να
έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβίτου.Κάποια στιγμή, προσπαθώντας
να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά πουέχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα
χέρια του από ένα κλαδίκάνοντας μερικά -όχι και τόσο εντυπωσιακά για γορίλα-
ακροβατικάνούμερα, το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον
μεσότοιχο,προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι
τοναντιλαμβανεται και αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά.Ο ηθοποιός
οπισθοχωρεί όσο μπορεί και μη βλέποντας άλλη λύση,αρχίζει να βγάζει τα
πνευμόνια του ξεφωνίζοντας:- ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΕ!Με αυτές
τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:- Σκάσε ηλίθιε,
έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.

Τάκης: Ρε Μάκη, πως έχεις γίνει έτσι?*; Ερεψες. Μαύροι κύκλοι στα μάτια,
αδυνάτισες, έχασες το χρώμα σου…Μάκης: Αστα ρε Τάκη. Εχω να κοιμηθώ δυό
μήνες. Τάκης: Γιατί?*;Μάκης: Να, βλέπω κάτι όνειρα που με εμποδίζουν να κοιμηθώ
καλά και το πρωί που ξυπνάω είμαι κατάκοπος.Τάκης: Κοίτα να δείς σύμπτωση. Κι
εγώ είχα το εξής πρόβλημα. Μόλις κοιμόμουνα ονειρευόμουνα ότι ερχόταν ένας
θηριώδης τύπος στο σπίτι μου και με ανάγκαζε να οδηγήσω μιά νταλίκα από την
Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και πάλι πίσω. Οπως καταλαβαίνεις το πρωί που ξύπναγα
ήμουν ένα ράκος μιας και όλο το βράδυ οδηγούσα την νταλίκα.Μάκης: Κάτι τέτοιο
συμβαίνει και μένα. Το πρόβλημά σου εσύ πως το έλυσες?*;Τάκης: Πήγα στο Γιατρό
Ψυχολογίδη, του εξήγησα το πρόβλημα και από τότε, κάθε φορά που θα έρχεται ο
τύπος στο όνειρό μου για να μου δώσει τη νταλίκα για Θεσσαλονίκη, σφυράω στο
Γιατρό, παίρνει αυτός την νταλίκα κι εγώ κοιμάμαι ήσυχος.Μάκης: Μεγάλε μ’έσωσες
πάω αμέσως στο Γιατρό………….Τάκης: Ρε Μάκη, δεν πήγες ακόμα στο Γιατρό?*;
Ενας μήνας πέρασε από τότε που μιλήσαμε και τα χάλια σου είναι χερότερα.Μάκης:
Ασε με, με το μαλάκα το Γιατρό σου. Πήγα κι έγινα χειρότερα.Τάκης: Πώς
δηλαδή?*;Μάκης: Κοίτα εγώ μόλις κοιμόμουνα ονειρευόμουνα πως έμπαινε στο δωμάτιό
μου η Sharon Stone. Γδυνότανε, ερχότανε δίπλα μου και κάναμε ένα γαμήσι άλλο
πράμα. Ντυνόνατε, έφευγε κι ερχότανε η Eva Herzigowa. Γδυνότανε κι αυτή,
ερχόταν δίπλα μου, τα ίδια. Εφευγε κι ερχότανε η Βάνα Μπάρμπα (να βάλουμε και
μιά Ελληνίδα). Τα ίδια και μ’αυτή. Το πρωί όπως καταλαβαίνεις ξύπναγα ένα
ράκος.Τάκης: Τά ‘πες αυτά του Γιατρού?*;Μάκης: Του τά ‘πα. Κοίτα να δείς, μου
λέει ο Γιατρός, μόλις κοιμηθής και έρθη η πρώτη, θα μου σφυράς, θα αναλαμβάνω
εγώ να τις γαμήσω όλες και θα κοιμάσαι ήσυχος.Τάκης: Και τί έγινε?*; Του
σφύριξες?*;Μάκης: Πρόσεξε να δείς τί γίνεται. Κοιμάμαι. Μπαίνει η πρώτη άν έχω
όρεξη τη γαμάω, άν όχι σφυράω του Γιατρού, έρχεται αυτός, γαμάει τις γκόμενες
κι εγώ οδηγάω σα μαλάκας όλο το βράδυ τη νταλίκα για Θεσσαλονίκη κα πάλι πίσω
….

Ο τύπος μας μπαίνει στο μπαρ και δείχνει να είναι πολύ απογοητευμένος από
την ζωή του. Παραγγέλνει ένα ποτό και μόλις ο
μπάρμαν τον σερβίρει, το καταπίνει με μια κίνηση. Αμέσως παραγγέλνει
και δεύτερο και τρίτο και όλα έχουν την ίδια τύχη.
Συμπονετικός ο μπάρμαν,τον ρωτά αν θέλει να μιλήσει για το
πρόβλημά του. Ο απογοητευμένος πελάτης λέει:
– Τι να πω, ρε φίλε…. Τι να πω… Τους τελευταίους μήνες,
υποψιαζόμουν την γυναίκα μου ότι με απατούσε. Ετσι, σήμερα, έφυγα από
την δουλειά μου και πήγα στο σπίτι πιό νωρίς. Την έπισα στο κρεβάτι με τον
καλύτερο φίλο μου.
– Αμάν, λέει ο μπάρμαν. Και αν δεν σε πειράζει που ρωτάω, τι
του είπες του καλύτερου φίλου σου σε αυτήν τη φάση?*;
– Τον κοίταξα κατευθείαν μέσα στα μάτια και του φώναξα: ΚΑΚΟ ΣΚΥΛΙ!!!

Τρεις μεξικανοι ειναι σε σιεστα ακουμπισμενοι σε εναν τοιχο.Περναει
ενααεροπλανο απο πανω. Την αλλη μερα σηκωνει ο πρωτος το κεφαλι και λεει:
Ε,Χοσε περασεενα αεροπλανο-και ξανακοιμαται. Μετα απο δυο μερες σηκωνει ο
δευτερος το κεφαλι και λεει: Α,ναι αμιγκο, τοακουσα κι εγω-και την ξαναπεφτει.
Μετα απο μια βδομαδα σηκωνει και ο τριτος το κεφαλι και λεει: Τι θα γινειρε
παιδια, θα μας αφησετε καμια ωρα να κοιμηθουμε?*;

-Γιατι η εθνικη ποδοσφαιρου της Κολομβιας δε μπορει να νικησει ποτε?*;
-Πεφτουν με τα μουτρα πανω στις ασπρες γραμμες (τις περνανε για χασις)!!!

-Tι περιμενουν ενας λαρισαιος,ενας ποντιος και ενας εβραιος εξω απο ενα
μπουρδελο?*;
Ο λαρισαιος τη γυναικα του, ο ποντιος να αναψει πρασινο και ο εβραιος να
πεσουν οι τιμες.

Ηταν ένας τύπος, ναυαγός σε ένα νησί για κάνα δυό χρόνια. Μια μέρα βλέπει μια
γυναικάρα με στολή κατάδυσης να ξεπροβάλει από τη θάλασσα και να τον πλησιάζει
με βήμα λικνιστικό. Απορημένος αυτός τρέχει κοντά της:
– Πώς βρέθηκες εσύ εδώ
?*;- Δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να καπνίσεις?*;
– Ε, δεν θα ‘ναι και δυό χρόνια?*;
Ανοίγει τότε αυτή μια τσέπη της στολής και του δίνει ένα πακέτο τσιγάρα
– Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να πιείς
?*;- Ε, δεν θα ‘ναι και δυό χρόνια?*;
Ανοίγει τότε αυτή μιά άλλη τσέπη της στολής και και του δίνει ένα μπουκάλι
κρασί.Αρχίζοντας να κατεβάζει το φερμουάρ της στολής:
– Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να διασκεδάσεις πραγματικά?*;
– Μην μου πης ότι έχεις εκεί μέσα μπαστούνια του γκολφ, γιατί θα τρελλαθώ !!!

Ηταν ένας τύπος ξενέρωτος αλλά με χρήμα, που κατάφερε το μπαμπά του να
του αγοράσει μιά Ferrari. Πάει λοιπόν στον κολλητό
του για να του κάνει
φιγούρα και τον καλεί να πάνε μιά βόλτα με το καινούργιο
αυτοκίνητο.
Μάκης: Πάμε ρε μια βόλτα με την αμαξάρα μου να δής τί πήρα…
Ο Τάκης ξέρει τι σκοτώστρα οδηγός είναι ο Μάκης αρνείται ευγενικά.
Τάκης: Ασε ρε Μάκη κι έχω μια δουλειά σε μισή ώρα..
Μάκης: Μισή ώρα?*; Σε μισή ώρα πάμε Θεσσαλανίκη και ξαναρχόμαστε.
Μια
βολτίτσα εδώ κοντά σου λέω.
Τι να κάνει, με τα πολλά πείθεται ο Τάκης, μπαίνει μέσα και
ξεκινάνε.
Τάκης: Κοίτα μαλάκα μην τρέχεις πολύ, γιατί φοβάμαι.
Μάκης: Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ρε Τάκη, το αυτοκίνητο είναι
πολύ
ασφαλές. Να για παράδειγμα, βλέπεις αυτή την κλειστή στροφή μπροστά
μας
(μπροστά διακρίνεται μια στροφή 180 μοιρών)?*; Θα την περάσουμε με
170 και
το αμάξι δεν θα κουνηθεί από το δρόμο.
Τρελλαίνεται ο Τάκης. Διπλώνεται στα δύο. Σφίγγει το κάθισμά του με
το
αριστερό χέρι, την πόρτα με το δεξί. Τσιτώνει τα πόδια στο πάτωμα
και
προσεύχεται.
Παρά όλες τις προβλέψεις το αυτοκίνητο δικαιώνει το Μάκη και
παίρνει τη
στροφή με 170 χωρίς να βγή από το δρόμο.
Μάκης: Είδες ρε που στά ‘λεγα?*;
Τάκης: Εν τάξει, αλλά από δω και πέρα να πηγαίνουμε και λίγο
σιγώτερα
έτσι?*;
Μάκης: Βλέπω ότι δεν σε έπεισα. Βλέπεις αυτή την εφημερίδα στο
βάθος του
δρόμου?*; Θα περάσουμε από πάνω της με 320 και το κενό αέρος που θα
δημιουργήσουμε θα την κόψει στα δύο.
Τρελλαίνεται ξανά ο Τάκης. Επαναλαμβάνει τις πιό πάνω κινήσεις.
Παίρνει
ένα χρώμα λευκοκίτρινο, τα μάτια του γυρίζουν ελαφρά προς τα
μέσα…
Και πάλι ο Μάκης δικαιώνεται, το αυτοκίνητο περνά με τρομερή
ταχύτητα
πάνω από την εφημερίδα και την σκίζει στα δύο.
Μάκης: Είδες ρε?*; Σου λέω. Μη φοβάσαι τίποτα.
Τάκης: Εντάξει, εντάξει, αλλά μήπως πρέπει να γυρίσουμε γιατί έχω
και τη
δουλίτσα που λέγαμε?*;
Ο Μάκης όμως την έχει καταβρεί με το αυτοκίνητο και δεν συμαζεύται
με
τίποτα.
Μάκης: Βλέπεις αυτό το γκρεμό μπροστά μας?*; Θα πιάσω ταχύτητα 340.
Θα
φρενάρω 10 μέτρα πριν από το γκρεμό και θα σταματήσουμε στο χείλος.
Μόλις ακούει αυτά τα λόγια ο Τάκης, χάνει 25 κιλά, παθαίνει δύο
εγκεφαλικά, βγάζει αφρούς από το στόμα και γενικά βρίσκεται σε
κατάσταση
αμόκ.
Πέρα από κάθε λογική πρόβλεψη τα πράγματα γίνονται ακριβώς όπως
είπε ο
Μάκης (έτσι λέιε το ανάκδοτο που δεν αχολείται με αναλύσεις Φυσικής
για
ταχύτητες και επιβραδύνσεις – ή αλλοιώς – ΚΑΙ ΓΑΜΩ ΤΑ ABS!!!!) και
με το
αυτοκίνητο σταματημένο στο χείλος του γκρεμού ο Μάκης γυρίζει προς
τον
Τάκη και του λέει χαμογελώντας:
Μάκης: Πες μου τώρα τι θέλεις να κάνουμε…
Τάκης (ψιθυριστά, συγκεντρώνοντας όσες δυνάμεις του έχουν μείνει
από την
αγωνία): Τώρα που χέστηκα, πάμε πίσω στην εφημερίδα…

Πρώτο τραπέζι στο μαγαζί που τραγουδά ο Λιβιεράτος είναι ένας τυπάκος τύφλα
στο μεθύσι. Φανατικός θαυμαστής του τραγουδιστή, κάθε φορά που
εμφανίζεται
στην πίστα το ίνδαλμά του, χτυπιέται φωνάζοντας ΜΠΑΜΠΗΣ ! – ΜΠΑΜΠΗΣ
! μπράβο
ρε ΜΠΑΜΠΗ ! πες τα όλα τα σουξέ ρε ΜΠΑΜΠΗ !
Ο Λιβιεράτος, δείχνει μεν κατανόηση για το μεθυσμένο κύριο, πλην
όμως τα
έχει ψιλοπάρει κι όλας… Κάνει υπομονή, αλλά κι εκείνος ο
ευλογημένος δεν
είχε βάλει γλώσσα μέσα. Φώναζε , χειροκροτούσε και χτυπιόταν :
ΜΠΑΜΠΗΣ,
ΜΠΑΜΠΗΣ !
Ο Λιβιεράτος, κατεβαίνει από την πίστα, αγανακτισμένος από την
επιμονή του
μεθυσμένου να παραλλάζει το όνομά του και κάθεται στο τραπέζι του.
Ακουμπά με κατανόηση το χέρι στον ώμο του πελάτη και του λέει μία
λέξη :
– Λάμπης !
– Ναι, ρε Μπάμπη, το ξέρω ! κι εσύ λάμπεις ρε δικέ μου !

Σε μιά από τις τακτικές πτήσεις μια αεροπορικής εταιρίας, οι
επιβάτες έχουν ήδη επιβιβαστεί στο σκάφος και περιμένουν τους
πιλότους
να μπούν για να απογειωθούν. Τελικά ο κυβερνήτης και ο
συγκυβερνήτης
εμφανίζονται στο πίσω μέρος του αεροπλάνου και δισχίζουν τον
διάδρομο
προς το πιλοτήριο.
Ομως και οι δύο είναι τυφλοί!!! Ο κυβερνήτης χρησιμοποιεί ένα
λευκό μπαστούνι τυφλών καθώς βηματίζει στον διάδρομο,
σκουντουφλώντας
πάνω στα καθίσματα και χτυπώτας κατά λάθος τους επιβάτες, ενώ ο
συγκυβερνήτης οδηγείται από ένα σκύλο-οδηγό για τυφλούς. Και οι δύο
έχουν καλυμμένα τα μάτια τους με τεράστια, μαύρα γυαλιά ηλίου.
Στην αρχή οι επιβάτες δεν αντιδρούν, σκεπτόμενοι ότι είναι μάλλον
κάποιο αστείο που έστησαν οι πιλότοι για να γελάσουν. Παρόλα
αυτά,
μετά από λίγα λεπτά, οι κινητήρες παίρνουν μπρος και αρχίζουν να
ανεβάζουν στροφές, και το αεροπλάνο αρχίζει να κινείται στον
αεροδιάδρομο. Οι επιβάτες κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με κάποια
νευρικότητα και αμηχανία, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους και ψάχνοντας
απελπισμένα κάποια από τις αεροσυνοδούς, ζητώντας κάποιον να τους
καθησυχάσει.
Εκείνη την στιγμή, το αεροπλάνο ξεκινά να επιταχύνει γρήγορα και ο
κόσμος πανικοβάλεται. Μερικοί επιβάτες προσεύχονται και καθώς το
αεροπλάνο πλησιάζει όλο και περισσότερο το τέλος του αεροδιαδρόμου,
οι
φωνές γίνονται όλο και πιό υστερικές. Τελικά, όταν το αεροπλάνο
έχει
φτάσει σε λιγότερο από 20 μέτρα από το τέρμα, σημειώνεται μια
ξαφνική
αλλαγή στον τόνο των κραυγών, καθώς όλοι οι επιβάτες, μέσα στον
πανικό
τους, έχουν αρχίσει να τσιρίζουν με όλη τους την δύναμη και την
τελευταία ακριβώς στιγμή το αεροπλάνο σηκώνει τους τροχούς του και
βρίσκεται στο αέρα.
Μέσα στο πιλοτήριο, ο συγκυβερνήτης αφήνει έναν αναστεναγμό
ανακούφισης
και λέει στον πιλότο: «Nα μου το θυμηθείς, κάποια από αυτές τις
μέρες,
οι επιβάτες δεν θα τσιρίξουν και τότε, να δεις, θα σκοτωθούμε όλοι
μας»

Ηταν ένας τύπος περί τα 140 κιλά και αποφάσισε να αδυνατίσει. Βλέπει
λοιπόν στην εφημερίδα μια διαφήμιση για «ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ» όπως χαρακτηριστικά έγραφε. Την επομένη βρίσκεται
εκεί
και αφού τον ζυγίζουν, τον οδηγούν σε ένα δωμάτιο που ήταν εντελώς
άδειο
και του ζητούν να περιμένει έως ότου έλθει η γυμνάστριά του.
Πραγματικά
μετά από λίγη ώρα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο μια γυναικάρα να σου
πέφτουν
τα σάλια. Προφανώς αλλοδαπή, του λέει:»Τρέχω, τρέχεις κυνηγάς, άμα
πιάσεις με γαμάς, καμπανάκι σταματάς».Συμφωνεί κι αυτός και ξεκινά
το
κυνηγητό. Μετά από μία ώρα και ενώ κόντευε να φτάσει την κοπέλλα
χτύπησε
το καμπανάκι και αναγκάστηκε να σταματήσει. Το σκηνικό αυτό
επαναλήφθηκε
για δύο εβδομάδες και το καμπανάκι χτύπαγε πάντα λίγο πριν ο τύπος
φτάσει την γκόμενα. Μπορεί να μη γάμησε αλλά έχασε 60 κιλά!
Καταχαρούμενος πλήρωσε τα χρήματα και σύστησε ανεπιφύλακτα το
Ινστιτούτο
σε όλους τους φίλους του. Οσοι πήγαιναν υποβάλλονταν στην ίδια
δοκιμασία
με τη γκομενάρα και το: «τρέχω, τρέχεις κυνηγάς, άμα πιάσεις με
γαμάς,
καμπανάκι σταματάς». Τελευταίος της παρέας ήταν ένας τύπος 220
κιλά,
σωστός ιπποπόταμος. Πάει λοιπόν κι αυτός, τον ζυγίζουν και τον
βάζουν
στο δωμάτιο. Χαρούμενος αυτός περιμένει την γκομενάρα να έρθει για
να
ξεκινήσουν. Ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλει ένας αράπαρος δυό μέτρα
με
μια πούτσα 40 πόντους και του λέει: «Τρέχεις, τρέχω κυνηγώ, άμα
πιάσω σε
γαμώ, καμπανάκια και μαλακίες δεν υπάρχουν»!!!!!

Μια εναλλακτική άποψη για το πώς ο Θεός διάλεξε τους Εβραίους
για να δώσει τις εντολες στον κόσμο.
Πρώτα πλησίασε τους Ιταλούς:
– Τι εντολές προσφέρεις?*;
– Ου φονεύσεις.
– Σκούζι αλλά δεν ενδιαφερόμαστε.
Μετά πλησιάζει τους Έλληνες:
– Τι εντολές προσφέρεις?*;
– Ου κλέψεις.
– Συγγνώμη αλλά δεν θα πάρουμε.
Μετά πλησιάζει τους Γάλλους:
– Τι εντολές προσφέρεις?*;
– Ου θελήσεις τη γυναίκα του γείτονά σου.
– Merci αλλά δεν θα πάρουμε.
Πλησιάζει τέλος τους Εβραίους:
– Πόσο κάνουν?*;
– Μα, είναι δωρεάν.
– Πιάσε δέκα.

Μια μέρα την ώρα του μαθήματος πετάγεται ο Τοτός και πηγαίνει δίπλα
στην δασκάλα.Της λέει ψιθιριστά:
ΤΟΤΟΣ:Κυρια πρεπει να πιασω τον αφαλό σας
ΔΑΣΚΑΛΑ:ΤΙΙΙΙΙΙ????!!!!!
Τ.:Κυρια είναι απόλυτη ανάγκη να πιάσω τον αφαλό σας!!!
Δ.:Τρελλάθηκες παιδί μου την ώρα του μαθήματος?
Τ.:Ναι κυρία,είναι ΑπΟΛΗ ανάγκη να πιάσω αμέσως τώρα τον αφαλό σας
Δ.:Καλά παιδί μου αν είναι τόσο μεγάλη ανάγκη.
πηγαίνουν λοιπόν στην τουαλέτα σηκώνει η δασκάλα το φουστάνι της
και
λέει:
Δ:Aντε Τοτό τελείωνε…Τοτό..Τοτό..ΤΟΤΟ ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΦΑΛΟΣ
ΜΟY
Τ:Γιατί νομίζεις ότι αυτό είναι το δάκτυλό μου???

Βρίσκετε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ένας πόντιος. Εκεί ο πόντιος αφού
πρώτη φορά στη ζωή του είδε γυναίκες με φερετζέ άρχησε να τις
πειράζει.
Τον συνέλαβαν γιαυτό και τον οδήγησαν στο δικαστήριο. (Σε πολλές
Μουσουλμανικές χώρες ισχύει ακόμα ο Ισλαμικός νόμος).Εκεί αφού ο
δικαστής έμαθε για την πράξη του ανακοινώνει την απόφαση:
-Aμπντούλ γάμισέ τον 5 φορές.
Ο Aμπντούλ ήταν ο δήμιος.
Ο πόντιος πανικοβλήθηκε και άρχησε να δωροδοκεί τον Aμπντούλ.
– Έλα ρε Aμπντούλ τώρα τι να γαμήσεις από μένα,
σιγά τον κώλο που έχω,
έλα και εγώ θα σου δώσω χρήματα…. και άλλα τέτοια. Στο μεταξύ οι
δίκες
συνεχίζονταν και ο πόντιος τις παρακολουθούσε συνεχίζωντας να
παρακαλεί
τον Aμπντούλ.
-Τι έκανες εσύ?*;
-Έκλεψα ένα ρούχο.
-Aμπντούλ κόψιμο το χέρι.
-Τι έκανες εσύ?*;
-Βίασα.
-Aμπντούλ κόψιμο το πουλί του.
Όσο περνούσε ο χρόνος τόσο τρόμαζε πιό πολύ ο Πόντιος.
-Τι έκανες εσύ?*;
-Έκλεψα μια τράπεζα.
-Aμπντούλ κόψιμο τα χέρια και τα πόδια.
-Τι έκανες εσύ?*;
-Σκότωσα.
-Aμπντούλ κόψιμο το κεφάλι.
Σε κάποια στιγμή τελείωσαν οι δίκες και λέει ο Δικαστής:
-Aμπντούλ εκτέλεσε τις αποφάσεις.
Τους πέρνει όλους μαζί ο Aμπντούλ να τους πάει για να εκτελέσει την
ποινή τους. Στο δρόμο ο πόντιος κατατρομαγμένος με όσα άκουσε λέει
στον
Aμπντούλ :
-Aμπντούλ εμείς τα είπαμε έτσι?*; Μην ξεχνιώμαστε. Γαμισάκι
Aμπντούλ
έτσι?*; Γαμισάκι.

Ο ιερέας ανακοινώνει στο ποίμνιό του:
«Την επόμενη Κυριακή θα μιλήσω για την αμαρτία του ψέματος. Για να
καταλάβετε τη λειτουργία μου καλύτερα, θα ήθελα να διαβάσετε το
«Κατά
Μάρκον, κεφάλαιο 17″.»
Την επόμενη Κυριακή, πριν ξεκινήσει τη λειτουργία του, ο ιερέας
ρωτάει
ποιός είχε διαβάσει το Κατά Μάρκον κεφάλαιο 17 και όλα τα χέρια
στην
εκκλησία σηκώθηκαν.
Ο ιερέας χαμογελάει και λέει: «Το Κατά Μάρκον έχει μόνο 16
κεφάλαια.
Τώρα θα αρχίσω να σας λέω για την αμαρτία του ψεύδους …»

Τρεις αδελφές (όχι ψυχές και ούτε νοσοκόμες) συζητάνε:
Α: Εγώ θα ήθελα να ήμουν πουλάκι για να πετάω ελεύθερο και να
κάθομαι σε
κάθε παλουκάκι.
Β: Εγώ θα ήθελα να ήμουν ασφενοφόρο για να με ανοίγουν από πίσω, να
μου
βάζουν ολόκληρο άνθρωπο και να τρέχω χαρούμενη φωνάζοντας «ΠΙ-ΠΑ,
ΠΙ-ΠΑ»!
Γ: Εγώ θα ήθελα να ήμουν ποδοσφαιριστής στον τελικό του Μουντιάλ
για φτάνω
στο τέρμα με τη μπάλα, έχοντας ντριμπλάρει όλους τους αντιπάλους,
να
περνάω τον τερματοφύλακα και σε κενή εστία να κλωτσάω άουτ! Και
τότε ένα
μανιασμένο πλήθος να μου φωνάζει «ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ!»

Ένας εβδομηντάχρονος πάει στο γιατρό για εξέταση σπέρματος. Αυτός του δίνει
ένα βαζάκι και του λέει να το φέρει την άλλη μέρα με δείγμα
σπέρματος.
Γυρίζει αυτός την άλλη μέρα με το βαζάκι άδειο. Ο γιατρός ρώτησε τι
έγινε.
Αυτός του εξήγησε τι έγινε:
– Κοίτα γιατρέ έτσι έχουν τα πράγματα: Πρώτα δοκίμασα με το δεξί
μου χέρι,
αλλά τίποτα. Μετά δοκίμασα με το αριστερό μου χέρι, αλλά τίποτα.
Φώναξα
μετά τη γυναίκα μου, δοκίμασε με το δεξί της χέρι, τίποτα. Μετά
δοκίμασε με
το αριστερό της, τίποτα. Δοκίμασε με το στόμα της, πρώτα με τη
μασέλα, μετά
χωρίς αυτή, αλλά πάλι τίποτα. Φωνάξαμε ακόμα και τη γειτόνισσα και
δοκίμασε
με τα δύο χέρια και το στόμα μαζί, αλλά τίποτα.
Ο γιατρός σοκαρίστηκε:
– Φωνάξατε τη γειτόνισσα?*;
Και ο γέρος απάντησε:
– Ναι, αλλά ότι και να δοκιμάσαμε το βαζάκι δεν άνοιγε με τίποτα…

Ο παππούς στέλνει τον εγγονό μια και ξέρει καλύτερα να πάρει Viagra λέγοντάς
του οτι θα βρη κάτω από το μαξιλάρι του ενα πεντοχίλιαρο το πρωί. Ο εγγονός
έκανε την δουλειά. Την άλλη μέρα το πρωί όμως βρίσκει τριάντα χιλιάδες. Πηγαίνει
και ρωτάει τον παππού για τα επιπλέων λεφτά. Κι ο παππούς :
– Εγώ έβαλα μόνο πέντε χιλιάδες τα υπόλοιπα είναι από την γιαγιά σου.

Ηταν ένας φτωχός κηπουρός στην βίλλα ενός εφοπλιστή, που για να τον ανταμείψει
το αφεντικό του τον κάλεσε σε ενα επίσημο δείπνο, όπου κάλεσε και φίλους του
εφοπλιστές.
Η συζήτηση λοιπόν είχε ανάψει και ο καημένος ο κηπουρός καθόταν
σε μιά άκρη σιωπηλός και άκουγε.
Ελεγε λοιπόν ο ένας εφοπλιστής στον άλλον :
-Φέτος έστειλα την γυναίκα μου για διακοπές στη Χαβάη για 1 μήνα
να ξεκουραστεί και γω έμεινα στο γραφείο.
– Α εγώ την έστειλα στην Ισπανία για 15 μέρες …
– Και εγώ την έστειλα στην Κοπακαμπάνα …
Τότε για να πειράξει τον καημένο τον κηπουρό
που ήταν έξω απο τα νερά του τον ρώτησε το αφεντικό του .
– Μα πες και συ κάτι Γιώργο , μίλα μας , εσυ που έστειλες
για διακοπες την γυναίκα σου φέτος ?
– Α , τους απαντάει αυτός , Εμείς κύριε , φτωχοί άνθρωποι είμαστε,
και τις γυναίκες μας τις πηδάμε μόνοι μας .

Μια φορά ήταν ένα παιδί που τον έλεγαν Χώστο. Μια μέρα ο πατέρας του τον
έστειλε στο μπακάλικο να του αγοράσει τσιγάρα. Ο Χώστος πήρε τα λεφτά και
ξεκίνησε. Στο δρόμο συνάντησε μια μαυρομάλα με κάτι φοβερά πόδια. Αυτή του
λέει: Χώστο παιδί μου δεν μου δίνεις τα λεφτά και εγώ θα σε αφήσω να πιάσεις τα
πόδια μου. Ο Χώστος της δίνει τα λεφτά και της πιάνει τα πόδια. Οταν γύρισε
σπίτι είπε του πατέρα του ότι τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο και έχασε τα λεφτά. Ο
πατέρας του αφού τον ρώτησε αν είναι καλά του έδωσε άλλα λεφτά για να του
αγοράσει τσιγάρα. Στο δρόμο ο Χώστος συναντά μια ξανθιά με πολύ όμορφο στήθος.
Η ξανθιά του λέει: Χώστο αν μου δώσεις τα λεφτά θα σε αφήσω να πιάσεις το
στήθος μου. Ο Χώστος της έδωσε τα λεφτά και έπιασε το στήθος της. Οταν γύρισε
πίσω στο σπίτι είπε του πατέρα του ότι τον έκλεψαν στο δρόμο. Αφού ο πατέρας
του τον ρώτησε αν είναι καλά, του έδωσε άλλα λεφτά για να του πάρει τσιγάρα.
Στο δρόμο ο Χώστος συνάντισε μια κοκκινομάλα που είχε φοβερό σώμα και πρόσωπο.
Η κοκκινομάλα του λέει: Χώστο εάν μου δώσεις τα λεφτά θα κάνουμε σεξ. Ο Χώστος
της έδωσε τα λεφτά και ο πατέρας του όμως στο σπίτι ανησυχούσε επειδή άργησε.
Αυτός βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε: Χώστο, Χώστο και ο Χώστος του απαντάει:
δεν μπορώ πιο μέσα .

Ένας κυνηγός, όντας απρόσεκτος, σκαλώνει σε μια ρίζα, πέφτει και
αυτοπυροβολείται στο πέος. Ο πόνος είναι τρομερός και χάνει τις
αισθήσεις του. Όταν ξυπνάει, βλέπει πως βρίσκεται σε νοσοκομείο και
ένας
γιατρός του χαμογελάει.
-Νέε μου, είστε πολύ τυχερός! Καταφέραμε να σώσουμε το πέος
σας!
-Να ‘στε καλά γιατρέ μου!
-Αυτή η κάρτα είναι του αδερφού μου. Να τον επισκεφτείτε.
-Είναι φυσιοθεραπευτής?*;
– Όχι, μουσικός! Παίζει φλογέρα. Θα σου δείξει πως να βάζεις
τα
δάχτυλά σου για να μην κατουράς το μάτι σου.

Τι λεει ενας ανθρωποφαγος οταν ετοιμαζεται να φαει μια εγκυο γυναικα ?
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ KINDER ΕΚΠΛΗΞΗ

Νωρίς το απόγευμα και ο καιρός είναι δροσερός. Ενας τύπος με κουστούμι,
και χαρτοφύλακα περιμένει στην αίθουσα αναμονής του γραφείου του
Πάπα.
Η γραμματέας του χαμογελάει συγκαταβατικά και του λέει:
– Ο Παναγιότατος θα σας δεχτεί τώρα. Μπορείτε να
περάσετε.
Ο τύπος γνέφει, σηκώνεται απότομα, μπουκάρει στην μισάνοιχτη
πόρτα, ακουμπά το χαρτοφύλακα πανω στο γραφείο του
Πανιερώτατου, τον ανοίγει (τον χαρτοφύλακα), τραβάει ένα
χαρτί από μέσα, το προσφέρει στον Πάπα και λέει:
– Θα περάσω κατευθείαν στο ψητό. Λέγομαι Jim Douglas και
αντιπροσωπεύω την Coca Cola. Είμαι εδώ, γιατί η
εταιρία μου έχει να σας κάνει την εξής γενναιόδωρη
προσφορά: Σας ζητάμε να αλλάξετε τον στίχο του Πατερ
Ημών υπ’αριθμόν 8, το σημείο που λέει: «τον άρτον ημών
των επιούσιον», έτσι ώστε να λέει: «την Coca Cola ημών
την επιούσια». Εμείς από τη μεριά μας θα σας δώσουμε
το ποσό των διακοσίων εκατομυρίων δολλαρίων σε νόμισμα
της επιλογής σας. Δέχεστε?*;
Ο Αντιπρόσωπος του ενός και μοναδικού Θεού, αφού ξοδεύει
τέσσερα ως και εφτά δευτερόλεπτα για να καταλάβει τι
συμβαίνει, άλλα ενάμιση ως δύο για να συγκεντρώσει τη φωνή
του, και περίπου τρία τέταρτα του δευτερολέπτου για σκίσει
το χαρτί, φωνάζει γεμάτος έξαρση και θρησκευτικό φανατισμό:
– ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΔΥΝΑΤΟΝ. Θα μας κάψουν οι ουρανοί. Τολμάτε και
έρχεστε εδώ και ζητάτε τέτοιο πράγμα. Δεν υπάρχει ποσό για να
αγοράσει
τέτοιο πράγμα. Παρακαλώ να ανακαλέσετε την προσβολή που μας κάνατε.
Ο Jim Douglas χαμογελά, τραβάει ένα δεύτερο χαρτί από τον
χαρτοφύλακα του, το προσφέρει και λέει:
– Αχα, το προβλέψαμε πως θα αντιδρούσατε κάπως έτσι. Η
εταιρία μου είναι διατεθιμένη να ανεβάσει την προσφορά
της στα τριακόσια εκατομύρια δολλάρια και να
συμπεριλάβει στο συμβόλαιο και ένα ετήσιο ποσοστό επί
των κερδών της.
Ο Πάπας πετάει κάτω το άσπρο σκουφάκι του γεμάτος οργή.
– Σας παρακαλώ κύριε, ΔΕΝ είναι δυνατόν να ζητάτε από τη
καθολική εκκλησία να κάνει κάτι τέτοιο για οποιοδήποτε
ποσό. Είμαστε η μεγαλύτερη εκκλησία στον κόσμο, έχουμε
εκατομμύρια πιστούς, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλαγές
στην προσευχή μας και στα πιστεύω μας
(ο αντιπρόσωπος της Coca Cola χαλαρώνει την γραβάτα του,
ο Αγιος πατέρας βηματίζει πάνω κάτω στο γραφείο του.)
– Αγιε πατέρα, ζητούμε συγνώμη αν σας προσβάλαμε.
Παρακαλώ, σκεφτήτε την τελευταία προσφορά μας: Δίνουμε
μισό δισεκατομμύριο δολλάρια σε νόμισμα της επιλογής
σας και ένα αρκετά σεβαστό ποσοστό επί των ακαθάριστων
κερδών της εταιρίας ετησίως, ας πούμε πέντε τα εκατό.
(παύση για σκέψη)
(ο Πανιερώτατος έχει κάτσει στην πολυθρόνα του)
Φαίνεται να το σκέφτεται, παίζει με το στυλό του και τελικά
χτυπά το intercom, από όπου ακούγεται η φωνή της γραμματέας του
να ρωτά πως μπορεί να τον εξυπηρετήσει.
– Α, Μαίρη. Σε παρακαλώ κορίτσι μου, ψάξε στα αρχεία μας
να δεις πότε λήγει εκείνη η σύμβαση με τους
αρτοποιούς !!!

Ήταν τρεις τύποι και συζητάγαν μεταξύ τους για τις σεξουαλικές τους
ικανότητες.
– Εγώ, λέει ο πρώτος, αφού πηδάω τη γυναίκα μου για μία ώρα, μετά
αφού
έχουμε τελειώσει αυτή συνεχίζει και φωνάζει για ακόμα δύο ώρες.
– Σιγά, λέει ο δεύτερος. Εγώ την πηδάω για δυό ώρες και αυτή
συνεχίζει να
φωνάζει για μία μέρα.
– Σσσσσσ………Σιγά ρε, λέει και ο τρίτος. Εγώ την πηδάω για μιά
ολόκληρη
μέρα και αφού τελειώσουμε αυτή συνεχίζει και φωνάζει για πέντε
ολόκληρες
μέρες.
– Τί λες ρέ?*; Και πώς το κάνεις αυτό, τον ρωτάνε……
-Χύνω στις κουρτίνες……….

Ενας μεθυσμένος κάου-μπόι πάει σε ένα λούνα παρκ. Περιφέρετε σε διάφορα
περίπτερα και στο τέλος καταλήγει στην σκοποβολή. Πληρώνει, πέρνει
το
όπλο και μπαμ μπαμ ρίχνει όλα τα βλήματα στο κέντρο.
-Συγχαρητίρια κύριε του λέει η κοπέλα που ήταν υπεύθηνη
κερδίσατε. Και
του δίνει μία χελωνίτσα. Την πέρνει ο κάου-μπόι και φεύγει. Μετά
από
μισή ώρα ξανάρχετε και επαναλαμβάνετε το ίδιο σκηνικό.
-Μπράβο του λέει η κοπέλα ξανακερδίσατε. Και του δίνει αυτήν τη
φορά
ένα κουκλάκι.
-Συγνώμη κυρία λέει ο κάου-μπόι, μήπως μπορείτε να μου το
αλλάξετε το
κουκλάκι με ένα σάντουιτς όπως αυτό που μου δώσετε
προηγουμένος?*;

Ένας cowboy γύρω στο 1.60 μπαίνει αγριεμένος στο σαλούν και χτυπώντας το
χέρι του στο μπαρ ουρλιάζει:
– Ποιός από εσάς ρε, έβαψε το άλογό μου πράσινο?*;
Τότε πετάγεται ένας τύπος γύρω στα δύο μέτρα και 160 κιλά, τον
βουτάει απ’
τον γιακά, τον σηκώνει στη μούρη του και τον ρωτάει:
– Εγώ ρε! Τραβάς κανένα ζόρι?*;
Και ο άλλος, χεσμένος απ’ το φόβο του και με τρεμάμενη φωνή:
– Όχι ρε φίλε. Απλώς ήθελα να ρωτήσω πότε θα περάσεις το δεύτερο
χέρι γιατί
η μπογιά έχει σχεδόν στεγνώσει…

Ένας Κοζανίτης πάει στον υπουργό της περιφέρειας του για ρουσφέτι, οπότε και
ο διάλογος με τη γραμματέα του υπουργού:
– (Με προφορά…) Θα ήθηλα να ειδώ τον κύριου υπουργό.
-Δεν γίνεται αυτή τη στιγμή. Ο κύριος υπουργός συσκέπτεται.
-Μη σκέπτεται??

Στο μάθημα της ανατομίας ρωτά ο καθηγητής μια κοπέλα.
-Τι μήκος έχει ένα ανδρικό πέος σε στύση?*;
Τα έχασε η κοπέλα, κοκκίνησε, πρασίνησε και διστακτικά απάντησε.
-25 με 30 πόντους κύριε καθηγητή.
Και ο καθηγητής.
-Εσύ κοπέλα μου ή αδιάβαστη είσαι ή πολύ τυχερή.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ
1) Δαγκώσεις ένα μήλο και να βρεις ένα σκουλήκι?*;
– Να δαγκώσεις ένα μήλο και να βρεις μισό σκουλήκι
(μάντεψε που είναι το άλλο μισό…)
2) Κάνεις ένα παιδί που δεν σου μοιάζει καθόλου?*;
– Να κάνεις παιδί που μοιάζει εκπληκτικά
στον καλύτερό σου φίλο και κουμπάρο.
3) Είσαι κοντός, χοντρός, άσχημος, φτωχός και βλάκας?*;
– Να ονειρεύεσαι κάθε βράδυ ότι είσαι ψηλός,
λεπτός, όμορφος, πλούσιος και έξυπνος.
4) Είσαι 50 χρονών και να μην έχεις πάει
με άντρα/γυναίκα?*;
– Να είσαι 5 χρονών και να έχεις πάει και με
τα δύο.
5) Εκδίδεσαι επί χρήμασι (κοινώς εκπόρνευση)?*;
– Να εκδίδεσαι επί πιστώσει.
6) Έχεις αρνητικά αποτελέσματα στις εξετάσεις
για το Πανεπιστήμιο?*;
– Να έχεις θετικά αποτελέσματα στην εξέταση
για AIDS.
7) Παντρευτείς στα 16?*;
– Να είσαι πολύτεκνος στα 16.
8) Σε λένε Παφνούτιο?*;
– Να σε λένε Παφνούτιο και να σε φωνάζουνε Πάφι.
9) Σε δαγκώσει σκύλος?*;
– Να γίνει ο σκύλος ήρωας στο reality show του
Μικρούτσικου.
10) Είσαι σε ένα πλοίο που βυθίζεται?*;
– Να ξέρεις ότι μπορεί κάποτε να γυριστεί σχετική
ταινία, όπου θα σε υποδυθεί κάποιος ατάλαντος
με ιταλικό όνομα.

Mία μέρα, στην τάξη του Μπόμπου, εμφανίστηκε ο τοπικός επιθεωρητής ο οποίος
θέλοντας να διαπιστώσει το πόσο καλή δουλειά γίνεται στο σχολείο,
είπε στην
δασκάλα να κάνει ένα τεστ νοημοσύνης στα παιδιά. Ετσι, η δασκάλα
σκέφτεται
λίγο και καταλήγει σε ένα βιαστικό τέστ. Σηκώνεται από την καρέκλα
της και
λέει στην τάξη.
– Ποιό παιδάκι θα μου πεί πως μπορούμε να βάλουμε μία τρύπα μέσα σε
μια
άλλη τρύπα?*;
Με το που ακούγεται η λέξη «τρύπα» όλα τα βλέμματα στρέφονται προς
τον
Μπόμπο, ο οποίος όμως δίχνει να βρίσκεται σε βαθειά σκέψη. Ενώ όλοι
περιμένουν να πει κάτι ο Μπόμπος, πετάγεται η Ελενίτσα…
– Κυρία, κυρία, κυρία…
– Ναι Ελενίτσα, λέει η δασκάλα απευθύνοντάς της το λόγο.
– Νά.. έτσι, λέει η Ελενίτσα και ενώνοντας τους δείκτες και τους
αντίχειρές
της, τοποθετεί την εικονική αυτή τρύπα γύρω από το στόμα της.
– Μπράβο Ελενίτσα, λέει η δασκάλα.. ήταν πολύ ευρηματικό.. ποιό
παιδάκι θα
μου πεί τώρα πως να βάλουμε δύο τρύπες σε μια τρύπα?*;
Το βλέμμα όλων ξαναπέφτει στο Μπόμπο, ο οποίος όμως μουρμουρίζει
επιθετικά,
χωρίς να γίνεται κατανοητός..
– Κυρία, κυρία, κυρία… ξαναπετάγεται η Ελενίτσα
– Ναι Ελενίτσα?*;
– Να.. έτσι.. και τοποθετεί ξανά την εικονική τρύπα στο πρόσωπό
της.. αυτή
τη φορά πάνω από τα ρουθόυνια της.
– Μπράβο Ελενίτσα.. την επαινεί ξανά η δασκάλα..
Ο Μπόμπος στο μεταξύ είχε αρχίσει να αφρίζει. Δεν ήταν δυνατόν να
του την
«έμπαινε» έτσι η Ελενίτσα… Μετά από λίγο ακολουθεί και τρίτη, πιο
εξελιγμένη ερώτηση…
– Ποιό παιδάκι θα μου πει, πως να βάλουμε 3 τρύπες σε μια τρύπα
αυτή τη
φορά.
Ο Μπόμπος κοντεύει να σκάσει, γιατί και αυτή τη φορά δεν έχει
απάντηση..
Ενώ ξαναπετάγεται η Ελενίτσα…
– Κυρία, κυρία, κυρία…
– Ναι Ελενίτσα…?*;
– Να έτσι, και αυτή τη φορά βάζει την εικονική τρύπα πάνω από το
στόμα της
και τα ρουθούνια της…
– Συγχαρητήρια Ελενίτσα, λέει η δασκάλα, είσαι πολύ έξυπνη…
Εξαλος πλέον ο Μπόμπος πετάγεται και λέει στην δασκάλα…
– Εγώ κυρία, μπορώ να βάλω 9 τρύπες σε μία τρύπα…
– Πώς θα το κάνεις αυτό Μπόμπο?*;.. εκφράζει την απορία της η
δασκάλα..
– Θα βάλω μια φλογέρα στον κώλο της Ελενίτσας!

Είναι δύο εργάτες στην οικοδομή, και κοντεύουν να σχολάσουν. Σε μια στιγμή,
γυρνάει ο ένας στον άλλο και του λέει:
– Καλά, δεν βλέπω την ώρα να τελειώσουμε απο εδώ.. θα πάω γρήγορα
σπίτι, θα
κατεβάσω το κιλοτάκι της γυναίκας μου..
– Οπα ρε.. τόσες κάυλες έχεις?*;
– Οχι ρε.. με στενεύει λίγο..

– Τι έχει μια γριά ανάμεσα στα βυζιά της που δεν έχει μια νέα?*;
-Τον αφαλό της…

– Γιατί οι γριές δεν φοράνε μίνι?*;
-Γιατί φαίνονται τα βυζιά τους

Σε μία διασταύρωση, όπου η διέλευση των αυτοκινήτων είναι γρήγορη,
ένας γύφτος με ένα Datsun, παραβιάζει ένα STOP και παραλίγο να
βρεθεί
αγκαλια μαζί με τον οδηγό του Autobianchi που ερχόταν κανονικά πάνω
στη
διάβαση
Πλακώνονται στα φρένα και οι δύο, και μετα-βίας κατάφεραν να
αποφύγουν
τη σύγκρουση. Εξαλλος ο γύφτος πετάγεται έξω από το Datsun και
πλησιάζει
τον οδηγό του Autobianchi, ρίχνοντας παναγίες και καντήλια.
Εκείνη τη στιγμή, και ενώ ο γύφτος του τα έχει διαβάσει και τα 12
ευαγγέλια, ανοίγει η πόρτα του Autobianchi και βγαίνει από
μέσα ένας τύπος φουσκωτός και πολύ γυμνασμένος, που μετά βίας
χώραγε στο
Autobianchi. Πλησιάζει το γύφτο και αρχίζει να του φωνάζει…
– Θα σου γαμήσω τη μάνα ρε… θα σου ξεσκίσω τον κώλο αν σε πιάσω
στα
χέρια μου !!!
ο γύφτος πανικόβλητος τρέχει ξανά μέσα στο Datsun, κλείνει πόρτες,
παράθυρα ασφάλειες κλπ.. Παίρνει το μικρόφωνο και αρχίζει να
φωνάζει στον
φουσκωτό τύπο:
– Κχχ.. Θα μας κλάσεις τα αρχίδια.. Κχχ..

Μπαίνει μια ξανθιά σε ένα σουβλατζίδικο:
-Μία πίτα, σας παρακαλώ, λέει στον σουβλατζή
-Με καλαμάκι?, ρωτάει αυτός,
-α, θα τρελαθώ, μη μου πείς ότι βγήκε και σε χυμό?

Οι γονείς ενός μικρού ανησυχούν γιατί βλέπουν ότι το πέος του γιου τους
ειναι ιδιαίτερα μικρό. Τον πηγαίνουν στο γιατρό και αυτός τους
λέει να
δίνουν στο παιδί να τρώει πολύ ψωμί, κατά προτίμηση φριγανισμένο.
Το άλλο πρωί η μαμά σηκώνεται ιδιαίτερα νωρίς και ετοιμάζει μια ταιράστια

στίβα από ψημένες φέτες ψωμιού — τα πηγαίνει στον μικρό και
«Πάρε δυό – τρεις από πάνω», του λέει «οι υπόλοιπες είναι για τον πατέρα
σου».

Η κυρία είναι στο κρεβάτι με τον εραστή της. Ξαφνικά ακούν το αυτοκίνητο του
συζύγου να παρκάρει έξω απ’ το σπίτι. Ο εραστής τρέχει πανικόβλητος
να κρυφτεί.
Η κυρία, πιο ψύχραιμη, του λέει:
-Πήγαινε στη γωνία και κάτσε ακίνητος!
-Μα…
-Δεν έχει μα! Κάτσε εκεί που σου λέω!
Πηγαίνει στο μπάνιο και φέρνει baby-oil και ταλκ. Τον πασαλείβει με
το λάδι, τον
πασπαλίζει ολόκληρο με ταλκ και του λέει:
-Κάτσε ακίνητος και κάνε το άγαλμα!
-Μα…
-Κάνε το άγαλμα, που σου λέω, αλλιώς μας έσφαξε και τους δυο!
Μπαίνει ο σύζυγος και βλέπει το «άγαλμα».
-Τι είναι αυτό Μαρία?*;
-Α, τίποτε! Είχα πάει στους Παπαδοπουλαίους το Σαββατοκύριακο κι
είχαν ένα
τέτοιο άγαλμα και το ζήλεψα. Δεν σε πειράζει που πήρα κι εγώ ε?*;
-Α μπα, τι να με πειράξει?*;
Έκατσαν, έφαγαν, είδαν τηλεόραση και κάποια στιγμή έπεσαν για ύπνο.
Κατά τις
τρεις τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται, πάει στην κουζίνα,
ανοίγει το ψυγείο,
φτιάχνει ένα σάντουιτς, παίρνει και μια μπύρα και πάει στο
«άγαλμα».
-Έλα ρε, φάε, πιες!
Ο εραστής παγώνει απ’ το φόβο του.
-Έλα ρε, φάε κάτι! Εγώ τρεις μέρες έκανα το άγαλμα στους
Παπαδοπουλαίους κι ούτε
ένα ποτήρι νερό δεν μου ‘δωσαν!

Ο μικρός Γιαννάκης άργησε πάλι το πρωί στο σχολείο . . . «Γιατί άργησες πάλι,
βρε Γιαννάκη?» ‘Επρεπε να πάω την αγελάδα στον ταύρο, κυρία . . . «»Και καλά
δεν μπορούσε να το κάνει ο πατέρας σου?» «Μπορούσε, κυρία,
αλλά ο ταύρος το κάνει καλύτερα!»

Δυο αγοράκια μαλλώνουν ποιανού μπαμπάς είναι πιο δυνατός . . . . «Ο δικος μου
μπαμπάς είναι ο καλύτερος», λέει το πρώτο»Οχι,» λέει το δεύτερο. «Ο δικός μου .
. . «»Ναι, αλλά η δικιά μου μαμά είναι καλύτερη από τη δική σου», ξαναλέει
τοπρώτο»Το ξέρω», λέει το δεύτερο. «‘Ετσι λέει και ο μπαμπάς μου!! . . . »

– Γιατρέ μου, κάθε νύχτα βλέπω τον ίδιο τρομακτικό εφιάλτη. Κάποιος με
κυνηγά για να με σκοτώσει. Ξάφνου βλέπω μια πόρτα με μια μεγάλη επιγραφή .
Σπρώχνω να την ανοίξω αλλά δεν ανοίγει, σπρώχνω, σπρώχνω, ξανασπρώχνω αλλά
δεν κουνιέται. Και τότε ιδρώνω και ουρλιάζω από το φόβο μου και ξυπνάω
έντρομος.
– Και τι ακριβώς λέει αυτή η επιγραφή?*; ρωτάει ο γιατρός.
– «ΕΛΞΑΤΕ»

– Ποιό είναι το άκρον άωτον της ηδονής?*;
– Να πηδάς έγκυο και η μπέμπα μέσα να σου παίρνει πίπα.

– Ποιό είναι το άκρον άωτον των μεγάλων βυζιών?*;
– Να αγοράζει σουτιέν και να σε ρωτάνε που θα στήσεις αντίσκηνο!

– Ποιό είναι το άκρον άωτον της βαριεμάρας?*;
– Να παντρευτείς έγκυο γιατί βαριέσαινα κάνεις παιδί.

Είναι δύο τύποι που τρέχουν με τα καροτσάκια στο super market. Κάποια
στιγμή πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο.
-Σιγά ρε φίλε, λέει ο ένας, γιατί τρέχεις σαν τρελός?*;?*;?*;
-Αστα, λέει ο άλλος. Εχασα την γυναίκα μου και την ψάχνω.
-Ελα ρε! Και εγώ το ίδιο έπαθα. Πως είναι η δικιά σου?*;
-Να, είναι ψηλή, γύρω στα δύο μέτρα, ξανθιά, με μεγάλο στήθος, πόδι
λαμπάδα, πισινό φοβερό…η δικιά σου?*;
-Γάμησε ρε την δικιά μου! Πάμε να ψάξουμε την δικιά σου! ….

Είναι στο στρατό ένας φαντάρος, λίγο κουνιστός (αδελφή, για όσους δεν
κατάλαβαν) ο οποίος κάνει σκοπιά. Εκεί που κάθεται αμέριμνος, μες
την καλή
χαρά, περνάει ο λοχαγός.
-Αχ! καλέ ένα μανάρι!!! λέει ο φαντάρος μας
Εκνευρίζεται ο λοχαγός, βάζει φωνή και του λέει:
-Πως λέγεσαι ρε??? Παρουσιάσου!!!
Αφού λέει τα καθέκαστα ο φαντάρος, γυρίζει ο λοχαγός δείχνοντας το
ένα εκ
των τρίων αστέρων που έχει, και του φωνάζει :
-Τι είναι αυτό ΡΕ?????
-Ενα αστεράκι!!! (με νάζι ο φαντάρος)
-Και αυτό τι είναι ΡΕ??? (δείχνοντας με νεύρα το δεύτερο αστεράκι)
-Ακόμα ένα αστεράκι!!! (με το ίδιο νάζι ο άλλος)
-Και αυτό τι είναι ΡΕΕΕΕ?????*; (φοβερά εκνευρισμένος ο λοχαγός)
-Ενα τρίτο αστεράκι!!! (στον κόσμο του, ο φαντάρος)
-Και πως πρέπει να με φωνάζεις ΡΕΕΕΕ??????
-Ουρανέ μου…

Τρείς άνδρες βρίσκονται στην τουαλέττα ενός κτιρίου και κάνουν
την ανάγκη τους. Μόλις ένας από αυτούς τελειώνει, κατευθύνεται προς
τον νεροχύτη για να πλύνει τα χέρια του. Αφού τα σαπουνίζει καλά
καλά με
μπόλικο σαπούνι, πηγαίνει στις χάρτινες πετσέτες για να τα
σκουπίσει.
Χρησιμοποιώντας την μία πετσέτα μετά την άλλη, σκουπίζει προσεκτικά
τα
χέρια του. Οταν βεβαιώνεται ότι κάθε σταγόνα έχει εξαφανιστεί,
γυρίζει στους άλλους και λέει:
«Εμείς στο σπίτι μας, έχουμε μάθει να είμαστε προσεκτικοί».
Στο μεταξύ ο δεύτερος έχει τελειώσει την δουλειά του και έχει
αρχίσει να πλένει τα χέρια του. Παίρνει μια μόνο πετσέτα από την
θήκη και
αρχίζει να σκουπίζει τα χέρια του, χρησιμοποιώντας την με τέτοιο
τρόπο ώστε κάθε φορά ένα καινούριο στεγνό σημείο της πετσέτας να
σκουπίζει ένα διαφορετικό μέρος των χεριών του. Οταν βεβαιώθηκε ότι
και η
τελευταία σταγόνα έχει εξαφανιστεί λέει στους άλλους:
«Εμείς στο σπίτι μας, έχουμε μάθει να είμαστε προσεκτικοί και
αποτελεσμετικοί με το μικρότερο δυνατό κόστος».
Ο τρίτος έχει ακούσει όλα όσα είπαν οι άλλοι άνδρες και
τελειώνοντας,
κατευθύνεται στην πόρτα χωρίς να καθαρίσει να χέρια του και λέει:
«Αυτό που εμείς μάθαμε στο σπίτι μας είναι να μην κατουράμε στα
χέρια
μας».

Μια μέρα λοιπόν, όταν ο ένας απτους φίλους ερχόταν απτη δουλειά, ακούει
φωνές απ’το ασανσέρ. Ήταν η πεθερά του που φώναζε: «Βοήθεια, βοήθεια!».
Ο τύπος λοιπόν, αγαπούσε πολύ τη πεθερά του, οπότε τρέχει να πάει να τη
βοηθήσει. Καάνει από’δω, κάνει από’κει, καταφέρνει τελικά να τη βγάλει.
Αρχίζει τις ευχαριστίες η πεθερά κι όλα αυτά, κλπ.
Την επόμενη μέρα, μώλις βγαίνει απ?το κτίριο της εταιρίας στην οποία δούλευε,
βλέπει μπροστά στην είσοδο παρκαρισμένη μια Μερσέντες, με μια επιγραφή στο
καπώ «Με αγάπη πεθερά!»
Μια άλλη μέρα, ο δεύτερος απ’τους τρεις γυρίζει σπίτι. Μπάινοντας στη πολυ-
κατοικία, ξαφνικά ακούει φωνές απ’το ασανσέρ. Ήταν η πεθερά του που φώναζε:
«Βοήθεια, βοήθεια!». Ο τύπος λοιπόν, ναι μεν δεν συμπαθούσε τη πεθερά του,
αλλά λέει τι στο καλό, μητέρα της γυναίκας μου είναι, οπότε πάει να τη
βοηθήσει. Καάνει από’δω, κάνει από’κει, καταφέρνει τελικά να τη βγάλει.
Αρχίζει τις ευχαριστίες η πεθερά κι όλα αυτά, κλπ.
Την επόμενη μέρα, μώλις βγαίνει απ?το κτίριο της εταιρίας στην οποία δούλευε,
βλέπει μπροστά στην είσοδο παρκαρισμένη μια Μερσέντες, με μια επιγραφή στο
καπώ «Με αγάπη πεθερ!»
Μετά από λίγο καιρό, ο τρίτος φίλος γυρίζει σπίτι απ’τη δουλειά. Ακούει φωνές
απ’το ασανσέρ, τη πεθερά του να φωνάζει για βοήθεια. Όμως αυτός την
αντιπαθούσε
ιδιαίτερα, οπότε και την άφησε μέσα να πεθάνει από κλειστοφοβία.
Την επομένη στο γραφείο, όλοι σε κλίμα πένθους, αυτός άνετος κι ωραίος, χωρίς
πρόβλημα. Βγαίνοντας έξω απ?το γραφείο, βλέπει μια Porsche, μια Ferrari και
μία BMW παρκαρισμένα απ’έξω, και με μια επιγραφή στο καπώ «Με αγάπη πεθερός!»

… Και είπε ο αρχάγγελος:
Χαίρε κεχαριτωμένη. Ο Κύριος με τα σου!
Και απήντησε η Μαρία:
Αφού σας είπα γαμώτο, δε θέλω σου! Εκλαιράκια θέλω!

Τι τύπος ειναι ο παιδεραστης???
Και γαμω τα παιδιά!!!!

Ταξιδεύει ένας στην εθνική.
Κάποια στιγμή βλέπει μια ταμπέλα: Οριο 80.
Κατεβάζει την ταχύτητά του στα 80 χλμ./ώρα και συνεχίζει το ταξίδι
του.
Σε λίγο βλέπει άλλη ταμπέλα: Οριο 50.
Κατεβάζει την ταχύτητα στα 50 χλμ. και συνεχίζει.
Παρακάτω βλέπει άλλη ταμπέλα: Οριο 20.
Αρχίζει να παραξενεύεται . . . Anyway, κατεβάζει κι άλλο την
ταχύτητά του.
Δεν περνάει πολύ ώρα, βλέπει άλλη πινακίδα: Οριο 5.
Αρχίζει να αναρωτιέται τι στο καλό συμβαίνει!
Κατεβάζει την ταχύτητά του στα 5 χλμ./ώρα φανερά αγανακτισμένος.
Μέχρι που βλέπει άλλη ταμπέλα: Οριο 1
Ε, αυτή τη φορά δεν ήξερε τι να υποθέσει!
Εν πάσει περιπτώσει, ελαττώνει κι άλλο την ταχύτητά του και πλέον
πηγαίνει
πιο αργά και από χελώνα, ώσπου βλέπει μια μεγάλη ταμπέλα μπροστά
του:
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΟΡΙΟ

Δικάζεται παπούς που συνελήφθη να ασελγεί στο εγγονάκι του:
Δικαστής: Καλά δεν ντράπηκες γέρος άνθρωπος…
Παπούς: Κε Πρόεδρε ήταν άτακτο και απλώς ήθελα να το απασχολήσω με
κάτι…
Δικαστής: Και τούδωσες τό πουλί σου για να παίξει?
Παπούς: Ε…και τι να του έδινα? κανένα πιρούνι να βγάλει το μάτι του
Ο τύπος μπαίνει στο γραφείο του ωτορινολαρυγγολόγου και αρχίζει να…
γδύνεται. «Κύριέ μου», του λέει ο ωριλά, «λάθος έχετε
κάνει. Ο αφροδισιολόγος είναι ακριβώς δίπλα». Απτόητος ο κύριος,
συνεχίζει. «Σας παρακαλώ», λέει ο γιατρός, «εγώ είμαι για τα
αυτιά, τη μύτη, τέτοια πράγματα. Δίπλα ακριβώς είναι ο αφροδισιολόγος!».
Τίποτε ο άλλος. Όχι μόνο γδύνεται, αλλά… αυτό που
δείχνει είναι και σε μαύρο χάλι. Γεμάτο αίματα, πύων, πρησμένο, μια
αηδία σκέτη. «Μα … σταμάτα», του λέει ο κύριος. «Ξέρω γιατί
έχω έρθει». «Γιατί?» ψελλίζει ο γιατρός. «Άκου», του λέει ο κύριος.
«Είμαι εργένης…». «Μαζί με άλλους επτά εργένηδες», συνεχίζει
ο κύριος, τρώμε μια φορά τη βδομάδα μαζί και μετά παίζουμε ένα
παιχνίδι…». «Παιχνίδι? Τι παιχνίδι?». «Να, σηκωνόμαστε γύρω
από το τραπέζι, ακουμπάμε τα πουλιά μας επάνω, κλείνουμε τα μάτια μας
και με το δεξί του χέρι ο καθένας κρατάμε το παπούτσι
μας…». Ο γιατρός έχει αρχίζει να τα … παίζει. «Και λοιπόν?» ρωτάει.
«Ε, ο πρώτος που λέει ‘ψιτ'», συνεχίζει ο κύριος, «κοπανάει
με το παπούτσι του το πουλί του το πουλί του διπλανού του». Έξαλλος ο
γιατρός, ρωτάει, λοιπόν: «Ε, και τι μπορώ να κάνω
εγώ?». Και ο κύριος. «Να, αυτό το γαμημένο το ‘ψιτ’ δεν ακούω ποτέ».

Πάνε για εκτέλεση έναν Άγγλο, ένα Γάλλο και έναν Πόντιο. «Η μόνη
επιθυμία που μπορούμε να σας ικανοποιήσουμε είναι να
διαλέξετε τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνετε. Προτιμάτε ηλεκτρική
καρέκλα ή κρεμάλα?». «Κρεμάλα», λέει τρέμοντας ο Γάλλος.
Τον ανεβάζουν στην γκιλοτίνα και τη στιγμή που το μαχαίρι πρέπει να
φύγει για να του κόψει το κεφάλι, ο μηχανισμός
μπλοκάρει και σταματάει η εκτέλεση. «Θέλημα Θεού», λένε οι εκτελεστές
και του χαρίζουν τη ζωή. «Κρεμάλα θέλω κι εγώ», λέει ο
Άγγλος που αναθάρρησε. Πάλι μπλοκάρει το μαχαίρι και του χαρίζουν κι
αυτού τη ζωή. Και έρχεται η σειρά του Πόντιου: «Εγώ
προτιμώ την ηλεκτρική καρέκλα, γιατί απ’ ότι βλέπω αυτό το κωλομηχάνημα
δεν λειτουργεί!».

Η δασκάλα στο σχολείο ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν το καθένα από μια
συσκευή για να εξηγήσουν τη λειτουργία της. Η
Αννούλα φέρνει ένα γκαζάκι. «Μπράβο, Αννούλα!», λέει η δασκάλα. Ο
Μπόμπος φέρνει μια φιάλη οξυγόνου. «Μπράβο,
Μπόμπο. Πού τη βρήκες τη φιάλη?», ρωτά η δασκάλα. «Την πήρα από τον
παππού μου, κυρία.»,λέει ο Μπόμπος. «Καλά, και τι
σου είπε ο παππούς σου?»,ρωτά η δασκάλα. «Τίποτα, κυρία. Έκανε μονάχα:
‘Ααααχ’!».

Ο τύπος μόλις έχει πάρει από το ντεντέκτιβ τις φωτογραφίες της γυναίκας
του με τον καλύτερό του φίλο! Στην αρχή
απογοητεύεται, μετά οργίζεται, μετά αποφασίζει να εκδικηθεί. Καλεί,
λοιπόν, τον… έτσι στο μπαρ που πηγαίνουν συνήθως και,
αφού πίνουν κάνα δύο ποτά, τσουπ, του αραδιάζει τις φωτογραφίες στον
πάγκο. «Δεν μου λες», του λέει, «σ’ αυτήν εδώ εσύ με τη
γυναίκα μου δεν είστε?». «Ναι», λέει αυτός. «Και σ’ αυτήν εδώ εσύ με τη
γυναίκα μου, έξω από το ξενοδοχείο ‘Ο Ωραίος
Γαμιστρών’, δεν είστε?». «Ναι». «Και σ’ αυτήν εδώ εσύ με τη γυναίκα μου
δεν είστε στο δωμάτιο?». «Ναι». «Και εδώ εσείς δεν είστε
γυμνοί στο δωμάτιο?». «Ναι». Ο τύπος έχει αρχίσει να τα παίρνει στο
κρανίο με την ψυχραιμία του άλλου. «Και, δεν μου λες, εδώ
εσείς δεν είστε στο κρεβάτι του δωματίου γυμνοί?». «Ναι». Σχεδόν
τρελαμένος ο τύπος, του αραδιάζει πέντε ακόμα φωτογραφίες
στον πάγκο. «Και εδώ εσύ δεν είσαι με την γυναίκα μου από πάνω? Και εδώ
με την γυναίκα μου από κάτω? Και εδώ σε βιδωτό,
εδώ σε καρεκλάτο, εδώ σε πιγκουινάτο?». «Ναι», συνεχίζει να λέει απλά ο
άλλος. «Τι ‘ναι’, μωρέ? Μόνο αυτό έχεις να πεις?». «Ε, τι
άλλο θες να σου πω?». «Ξέρω γω? Μόνο αυτό έχεις να πεις γι’ αυτές τις
φωτογραφίες?». «Ε, τι άλλο?». «Ο,τι θες!». «Καλά τότε,
εντάξει. Αυτές τις πέντε τελευταίες, μήπως μπορείς να… μου τις βγάλεις
σε μεγέθυνση?».

Ο τύπος πάει στο γιατρό. «Γιατρέ μου», του λέει , «έχω έναν πόνο που
ξεκινάει από κάτω δεξιά στην κοιλιά και μετά με χτυπάει
στο αριστερό στήθος και τη δεξιά ωμοπλάτη…». Τον κοιτάζει ο γιατρός
και του ανακοινώνει: «Πρέπει να σου κόψω το δεξί χέρι και
το αριστερό πόδι!». Ο τύπος φεύγει έντρομος. Και ο επόμενος γιατρός,
όμως, όμως του λέει το ίδιο. Και ο επόμενος κι ο
μεθεπόμενος, τι να κάνει, πάει στην Αμερική. «Γιατροί», λέει στο
συμβούλιο που τον εξετάζει, «έχω έναν πόνο που ξεκινάει από
κάτω δεξιά στην κοιλιά και μετά με χτυπάει στο αριστερό στήθος και τη
δεξιά ωμοπλάτη…». Τον εξετάζουν και του λένε: «Πρέπει
να σου κόψουμε το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι, αλλιώς θα
πεθάνεις…». Τι να κάνει, κάθεται, του τα κόβουν και επιστρέφει στην
Ελλάδα. Την επομένη, πάει στο ράφτη, να φτιάξει καινούργια κοστούμια.
Όπως τον μετράει ο ράφτης, του λέει λοιπόν: «Δεν μου
λες, τα αρχίδια σου, που τα βάζεις, αριστερά ή δεξιά?». «Ξέρω γω? Όπου
να ‘ναι. Γιατί?». Και ο ράφτης: «Γιατί αν είσαι αριστερός
και τα βάζεις δεξιά θα έχεις έναν πόνο που θα ξεκινάει από κάτω δεξιά,
στην κοιλιά…».

Ο τύπος πάει στο γιατρό διότι τον πονάνε πολύ τα αχαμνά του. Τον
κοιτάζει ο γιατρός και μετά τον ρωτάει για τη σεξουαλική του
ζωή. «Κάνετε έρωτα συχνά?», τον ρωτάει. «Συνέχεια!», λέει αυτός.
«Δηλαδή, πόσο συχνά?». «Να σας πω», αρχίζει αυτός. «Λοιπόν.
Έχουμε και λέμε: πηδάω κάθε μέρα από μια φορά τη γυναίκα μου, από τρεις
φορές τη γραμματέα μου, από μία δύο φορές μια
παντρεμένη που έχουμε στην πολυκατοικία και λείπει συνέχεια ο άντρας της
και τουλάχιστον τέσσερις φορές την ημέρα μια χήρα
στη διπλανή πολυκατοικία. Καλά, γιατρέ, ε? Μιλάμε για ΤΟ κρεβάτι τώρα!
Λοιπόν. Αυτά. Α, όχι. Μισό λεπτό. Ξεχάστηκα. Πέντ’ έξι
φορές την εβδομάδα πηδάω κι έναν πούστη που μένει στο διπλανό
τετράγωνο…». Ο γιατρός έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό:
«Κάθε μέρα τα κάνετε όλα αυτά?», ρωτάει. «Μάλιστα. Κάθε μέρα!», λέει ο
τύπος. «Ε, αυτό είναι», λέει άναυδος ο γιατρός. «Τα έχετε
κουράσει τα αρχίδια σας, είναι απλό. Όσο για θεραπεία, προσέξτε με καλά:
κομμένη η παντρεμένη, η χήρα και ο πούστης. Μόνο
τη γυναίκα σας και, άντε, το πολύ πολύ και τη γραμματέα σας στο
εξής…». «Γιατρέ», λέει αυτός. «Εντάξει ο πούστης. Εντάξει και η
παντρεμένη. Αλλά τη χήρα τη γουστάρω πολύ. Σας το είπα! Μπορώ αντί για
τη χήρα να κόψω…την πρωινή μου μαλακία?».

Ένας αράπης το σκάει από τη φυλακή και χάνεται στην έρημο. Περπατάει
μέρες, διψασμένος και νηστικός, ώσπου, σε μια στιγμή,
σκοντάφτει σε κάτι. Κοιτάζει κάτω και βλέπει ένα λυχνάρι! Με το που το
βγάζει από την άμμο και το τρίβει για να το καθαρίσει,
βγαίνει ένα τζίνι και του λέει: «Πες μου τρία πράγματα που θέλεις και θα
σου τα κάνω…». Σκέφτεται λίγο ο αράπης και του λέει:
«Πρώτον, θέλω να γίνω λευκός. Έπειτα, θέλω να τρέχουν συνέχεια πάνω μου
δροσερά νερά. Και τρίτον, θέλω συνέχεια να
βλέπω γυναικείους κώλους και μ…ά». Το τζίνι σκέφτεται κι αυτό λίγο και
μετά τον κάνει… μπιντέ!

Ο τύπος έντρομος πηγαίνει στο γιατρό. «Γιατρέ, κάτι έχουν τα μάτια μου.
Βλέπω διαρκώς ροζ και κίτρινες κηλίδες!». «Έχετε δει
οφθαλμίατρο?», ρωτά ο γιατρός. «Όχι, μόνο ροζ και κίτρινες κηλίδες!».

Ο τύπος μπαίνει σ’ ένα μπαρ, που στον πάγκο του υπάρχει ένας
παπαγάλος. «Όποιος μου πει τι πουλί είναι αυτό, θα κάτσω να
με… πηδήξει!», λέει με σιγουριά στους θαμώνες. Αυτοί βλέπουν τη
σιγουριά του, βλέπουν και τον παπαγάλο, σκέφτονται πως
κάποια παγίδα θα υπάρχει. «Εγώ λέω ότι είναι… σπουργίτι», λέει δειλά
ένας θαμώνας. «Ας το θεωρήσουμε κι αυτό
σωστό»,απαντά με αδελφίστικη φωνή ο τύπος!

Ένας φαρμακοποιός διανυκτερεύει και έχει κρατήσει ένα φίλο του να του
κάνει παρέα. Προς το ξημέρωμα αποφασίζει να πάει να
κοιμηθεί και αφήνει το φίλο του στο φαρμακείο. Όταν ξύπνησε το επόμενο
μεσημέρι, παίρνει στο τηλέφωνο με αγωνία το φίλο
του για να μάθει εάν υπήρξε κανένα πρόβλημα. «Όλα πήγαν καλά», λέει ο
φίλος. «Τρεις περιπτώσεις είχα όλες κι όλες και τις
έλυσα με τον καλύτερο τρόπο. Έρχεται ο πρώτος πελάτης μου και μου λέει
ότι έχει πονοκέφαλο. Του δίνω ένα κουτί ασπιρίνες.
Έρχεται ένας δεύτερος και μου λέει ότι τον πεθαίνει το δόντι του. Του
δίνω κι αυτουνού ασπιρίνες και του λέω να πάει στο γιατρό.
Έρχεται και μια θεογκόμενα και μου λέει: ‘Αγόρι, δεν σε βλέπω από την
πολύ καύλα’. Ε, αυτηνής της έδωσα ένα κολλύριο.

Η Ιταλίδα μητρομανής έχει συγκλονιστεί από τη μυθολογία για τους Έλληνες
εραστές και όταν φεύγει, στο αεροπλάνο τη ρωτάει
ο διπλανός της: «Πώς σας φάνηκε η Ελλάδα?». «Ήταν καταπληκτική χώρα,
όμως ευχαριστήθηκα όσο δεν έχω ευχαριστηθεί
πουθενά αλλού την πίτσα.», απαντάει εκείνη. «Μα στην Ιταλία έχετε παντού
πίτσες», απορεί ο διπλανός της. «Κι όμως, οι
ελληνικές δεν συγκρίνονται με τις δικές μας», απαντάει η Ιταλίδα. «Και
πού θα πάτε τώρα?», ξαναρωτάει ο κύριος δίπλα της. Και
εκείνη: «Λέω να πεταχτώ μέχρι τη… Βιλγαρία!».

Ο τύπος κάνει βόλτα στο δάσος. Ξαφνικά, βλέπει μπροστά του μια μεγάλη
ταμπέλα: «ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΩΛΟΜΠΑΡΑΣ». Δεν δίνει
σημασία και συνεχίζει τη βόλτα του. Λίγο πιο κάτω βλέπει και πάλι μια
πιο μικρή ταμπέλα που γράφει το ίδιο πράγμα. Κάθε
δέκα, δεκαπέντε μέτρα μια πινακίδα έγραφε το ίδιο πράγμα, αλλά ήταν και
μικρότερη. Ξαφνικά, φτάνει σε μια μικροσκοπική.
Σκύβει να τη διαβάσει, αλλά, φαπ, κάποιος του τον φορά από πίσω. Η
ταμπελίτσα έγραφε: «ΕΜΕΙΣ ΣΑΣ ΕΙΧΑΜΕ
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙ».

Ο τύπος έμεινε χήρος και στην κηδεία της γυναίκας του είναι αξιολύπητος.
Κλαίει και χτυπιέται. «Τι θα κάνω τώρα?», λέει και
ξαναλέει. Ο παπάς τον λυπάται και πάει να τον παρηγορήσει: «Μην κάνεις
έτσι, τέκνον μου. Ο πανδαμάτωρ χρόνος όλα τα
γιατρεύει.», του λέει. «Τι θα κάνω τώρα, πάτερ μου, πείτε μου.», απαντά
αυτός. «Υπομονή να κάνεις, τέκνον μου. Και να το δεις
που ο Θεός θα σε βοηθήσει. Μπορεί αύριο να βρεις μια καλή γυναίκα και να
παρηγορηθείς.», του λέει ο παπάς. Και ο χήρος
απαντά: «Τι να το κάνω το αύριο, πάτερ μου? Σήμερα πώς τη βγάζουνε?».

Λέει ο τύπος στο σπιτονοικοκύρη του: «Λυπάμαι πολύ, κύριε, αλλά δεν θα
μπορέσω να σας πληρώσω αυτό το μήνα το νοίκι.».
«Μα και τον περασμένο μήνα το ίδιο μου είπες…», του απαντά ο
σπιτονοικοκύρης. Και ο τύπος: «Βλέπετε, λοιπόν, ότι ξέρω να
κρατώ το λόγο μου? Γι’ αυτό έχετέ μου εμπιστοσύνη!».

Σε μια εταιρεία ζητάνε ένα στέλεχος με γνώσεις κομπιούτερ, οικονομικών,
αγγλικών, γαλλικών και γερμανικών. Καμιά δεκαριά
άτομα περιμένουν στο σαλόνι, καλοντυμένοι, καλοξυρισμένοι. Ανάμεσά τους
και ένας τύπος βρόμικος, αξύριστος με δόντια… αλά
Γεωργίου. Έρχεται η σειρά του. «Ξέρετε άπταιστα και τις τρεις ξένες
γλώσσες που ζητάμε?», τον ρωτούν στη συνέντευξη. «Ούτε
λέξη από καμία», απαντά. «Κομπιούτερ ή οικονομικά ασφαλώς θα ξέρετε»,
τον ξαναρωτούν. «Τίποτα», απαντά εκείνος. «Και τότε
γιατί ήρθατε?». «Ήρθα για να σας πω ότι διάβασα την αγγελία, αλλά δεν
πρέπει να υπολογίζετε σε μένα!».

Ο πεθερός λέει στο γαμπρό του, που είναι πολύ διαχυτικός: «Μόλις
αρραβωνιαστήκατε κι έχετε τόσες οικειότητες? Εγώ όταν
αρραβωνιάστηκα την πεθερά σου καθόμουν στη μια άκρη του δωματίου κι αυτή
στην άλλη.». Κι ο αρραβωνιαστικός, κοιτάζοντας
λοξά την πεθερά, απαντά: «Κι εγώ στη θέση σου πατέρα, το ίδιο θα
‘κανα!».

Ο ατζαμής οδηγός χτυπάει έναν περαστικό. Βγαίνοντας από το αμάξι του και
βλέποντας ότι το… θύμα δεν έμεινε στον τόπο του
λέει: «Είστε πολύ τυχερός! Σας χτύπησα ακριβώς μπροστά από ένα
ιατρείο.». Κι ο πεζός: «Είμαι λιγότερο τυχερός απ’ ότι
νομίζετε. Είμαι ο γιατρός αυτού του ιατρείου!».

Ο κουρέας ρωτά τον πελάτη: «Πώς θέλετε να σας χτενίσω σήμερα, κύριέ
μου?». «Όπως πάντα.», λέει ο πελάτης. «Μα, είναι
αδύνατον. Πριν από μια βδομάδα είχατε τρεις τρίχες κι έκανα τη χωρίστρα
δεξιά, πριν τρεις μέρες είχαν μείνει δύο και σας έκανα
χωρίστρα στη μέση. Όμως σήμερα βλέπω ότι σας έμεινε μόνο μια τρίχα.». Κι
ο πελάτης ατάραχος: «Δεν πειράζει, θα βγω έξω…
αχτένιστος!».

Η μικρή δεν τα πάει καλά με την αριθμητική και η μάνα της αναλαμβάνει να
τη βοηθήσει: «Ας πούμε ότι είσαι μανάβισσα κι εγώ
πελάτισσα. Αγοράζω ένα κιλό πατάτες που κάνουν εκατό δραχμές κι ένα κιλό
ντομάτες που κάνουν διακόσιες το κιλό. Πόσα
πρέπει να σου δώσω?». Κι η μικρή σαστισμένη απαντά: «Δεν πειράζει, με
πληρώνετε αύριο…».

Η μαμά δέρνει τον Μπόμπο. «Για να μάθεις να χτυπάς την αδελφή σου.». «Μα
τραβούσε τα αυτιά του σκύλου», απαντά ο
Μπόμπος. «Τότε θέλει ξύλο κι αυτή», απαντά η μαμά, που κλονίζεται για
την απόφασή της. Κι ο Μπόμπος όλο αυτοπεποίθηση
συμπληρώνει: «Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν άφησε κι εμένα να τραβήξω τα
αυτιά του σκύλου ενώ ήταν η σειρά μου!».

Ένας ναυαγός φτάνει σε ένα ερημονήσι. Πάνω που είχε απελπιστεί, βλέπει
μια σχεδία να πλησιάζει. Η σχεδία είχε επάνω της
έξι σούπερ γκόμενες, από το ίδιο ναυάγιο. Οι πρώτες βδομάδες πέρασαν
πολύ χαρούμενα. Μάλιστα, έβαλε και πρόγραμμα και
πηδούσε μια κάθε μέρα. Την Κυριακή ξεκουραζόταν. Σιγά σιγά, όμως, οι
δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Εξαντλημένος τελείως,
βλέπει ένα πρωινό μια σχεδία να πλησιάζει. Ο ναυαγός ήταν άντρας και
ο παλιός ναυαγός πάει να τρελαθεί από τη χαρά του.
Με το που βλέπει ο τύπος με τη σχεδία έξι γυναίκες, λέει μ’ αδερφίστικη
φωνή: «Καλέ, σαν πολλές δεν μαζευτήκαμε εδώ?». Και ο
άντρας: «Ωχ, πάει και η Κυριακή μου»!

Ένας Γάλλος, ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας έχουν γίνει στουπί στο
μεθύσι και συζητούν για τις χώρες τους. «Εμείς», λέει ο
Γάλλος, «έχουμε τον Πύργο του Άιφελ, που είναι εννιακόσια μέτρα
ψηλός…». «Σιγά», λέει ο Αμερικανός. «Εμάς το Εμπάιαρ Στέιτ
είναι δυόμισι χιλιόμετρα ύψος…». «Δεν μασάω Χριστό», λέει η Ελληνάρα:
«Εμείς έχουμε έναν τύπο στη Λάρισα που τον έχει
εβδομήντα πόντους!». Οι άλλοι μένουν ξεροί. «Εβδομήντα? Αποκλείεται!».
«Κι όμως. Έτσι είναι», λέει η Ελληνάρα. «Εβδομήντα
πόντους! Αφού τον έδειξε σ’ ένα γαϊδούρι και το γαϊδούρι αυτοκτόνησε!».
Το πρωί, όμως, ξεμέθυστοι πλέον και οι τρεις, είναι
πιο… ελαστικοί. «Παιδιά», λέει ο Γάλλος. «Χθες βράδυ σας είπα ένα
ψεματάκι. Ο Πύργος του Άιφελ δεν είναι εννιακόσια μέτρα
ψηλός. Είναι… εφτακόσια…». Ο Αμερικανός, τα αλλάζει κι αυτός: «Και
σε μας», λέει, «το Εμπάιαρ Στέιτ δεν είναι δυόμισι
χιλιόμετρα ψηλό. Είναι… ενάμισι…». Τους κοιτάζει, λοιπόν, καλά καλά
και η Ελληνάρα και λέει: «Για να λέμε την αλήθεια, κι εγώ
σας είπα ένα ψεματάκι παιδιά. Για τον τύπο που τον έχει εβδομήντα
πόντους εννοώ… Ξέρετε… Δεν είναι ακριβώς έτσι. Εννοώ
δηλαδή… δεν είναι από τη Λάρισα, από τα Τρίκαλα είναι»!

Ένας τύπος, γνωστός τσιγκούνης, μπαίνει στο καφενείο μπουρινιασμένος.
«Τι έπαθες πάλι?», τον ρωτούν. «Με τέτοια γυναίκα
που έχω, πως να μην έχω πάρει ανάποδες? Όλο λεφτά μου ζητάει!». «Και τι
τα κάνει?». «Ξέρω κι εγώ? Σάμπως της έδωσα
ποτέ?».

Δύο γεωργοί συζητούν: «Αυτή η βροχή είναι ευλογία Θεού. Η γη θα βγάλει
ό,τι κρατά στα σπλάχνα της. Κι ο άλλος έντρομος:
«Αμάν, κάηκα. Το ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι τρεις φορές χήρος…».

Δύο φίλοι συναντιούνται μετά από καιρό. «Νίκο», λέει ο ένας. «Γιατί
φοράς πένθος?». «Έχασα τη γυναίκα μου. Πήγε για ιππασία
και την έριξε το άλογο». «Δε μου λες», ξαναρωτάει ο άλλος, «μου το
πουλάς αυτό το άλογο?». «Όχι, γιατί σκέφτομαι να
ξαναπαντρευτώ»!

«Γυναίκα, αποφάσισα να ξενιτευτώ. Εδώ διαβάζω ότι στη Σουηδία το κράτος
πληρώνει με 25.000 δραχμές τη σεξουαλική επαφή
με τις Σουηδέζες, για να χτυπηθεί η υπογεννητικότητα», λέει με κομπασμό
ο σύζυγος. Και η γυναίκα του όλο… κακία, απαντά:
«Να πας, αγάπη μου, και να σε δω πώς θα τη βγάζεις με 25.000 δραχμές το
μήνα στη Σουηδία!».

Στον ΟΑΕΔ δυο άνθρωποι συζητούν. «Δυστυχισμένε, είσαι πολύ καιρό
άνεργος?», ρωτάει ο ένας. «Δυστυχώς, ναι, από τότε που
πέθανε η μάνα μου». «Και πότε πέθανε?», συνεχίζει ο πρώτος. Και ο άλλος:
«Στη γέννα»!

Οι δύο τύποι, χαμένοι στο καζίνο, πιάνουν την κουβέντα. «Πόσες φορές
κάνεις έρωτα με τη γυναίκα σου την εβδομάδα?», ρωτάει
ο ένας. «Έξι». «Και εγώ επτά. Έξι και επτά μας κάνει δεκατρία. Δεν
παίζουμε το δεκατρία να ρεφάρουμε?». Παίζουν λοιπόν το
δεκατρία, αλλά η μπίλια κάθεται στο… μηδέν. «Ρε συ», λέει ο πρώτος,
«άμα λέγαμε την αλήθεια, θα ‘χαμε κερδίσει τώρα!».

Ο έξαλλος πελάτης στο σερβιτόρο: «Γκαρσόν, τι ζώο είναι αυτό που πλέει
στη σούπα μου?». «Συγνώμη, κύριε, αλλά αν ήμουν
δυνατός στη ζωολογία, θα γινόμουν κτηνίατρος κι όχι γκαρσόνι!».

Μια νεαρή σύζυγος είναι πραγματική καταστροφή στην κουζίνα. Ένα βράδυ
που ο άνδρας της γυρίζει σπίτι και τη βλέπει να
κλαίει, τη ρωτά: «Τι έγινε, αγάπη μου?». «Να… σου είχα ετοιμάσει ένα
γλυκό, αλλά το έφαγε ο σκύλος», του λέει αυτή, ξεσπώντας
σε λυγμούς. Κι ο σύζυγος: «Έλα τώρα. Πώς κάνεις έτσι? Θα σου πάρω άλλο
σκύλο»!

Ο πελάτης μπαίνει στο κατάστημα οπτικών να αγοράσει γυαλιά. Ξαφνικά μετά
από αρκετή ώρα φοράει ένα ζευγάρι και λέει με
έντονη δυσφορία στον υπάλληλο: «Αυτά τα γυαλιά με κάνουν να μοιάζω με
ηλίθιο». «Φυσικά», απαντά ο υπάλληλος, «αυτά είναι
τα γυαλιά σας! Με αυτά ήρθατε στο μαγαζί!».

Ο Πόντιος πηγαίνει στο αυτόματο μηχάνημα καφέ, ρίχνει το κέρμα του και
πέφτει το φραπεδάκι του. Αμέσως ρίχνει κι άλλο κέρμα
και παίρνει κι άλλο καφέ. Συνεχίζει με τρίτο και τέταρτο. Κάποια στιγμή
ένας περαστικός, που περίμενε να πάρει κι αυτός καφέ,
τον ρωτάει: «Μέχρι πότε θα παίρνεις καφέδες?». Και ο Πόντιος: «Μέχρι να
πάψω να κερδίζω»!

Ο Μπόμπος προσεύχεται μεγαλόφωνα: «Θεούλη μου, σε παρακαλώ, στείλε μου
ένα ποδήλατο στα γενέθλιά μου». «Δεν είναι
ανάγκη να φωνάζεις, ο Θεός δεν είναι κουφός», του λέει η μάνα του. «Το
ξέρω», απαντά ο Μπόμπος, «αλλά η γιαγιά που βλέπει
τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο είναι…»!

Ο πελάτης στο φαρμακείο ζητάει ένα προφυλακτικό, μια ασπιρίνη και ένα
ποτήρι νερό. Ο φαρμακοποιός τον εξυπηρετεί και
έκπληκτος βλέπει ότι ο πελάτης βάζει την ασπιρίνη στο προφυλακτικό, το
γεμίζει νερό και μετά το καταπίνει. «Κύριε, δεν
κατάλαβα τι προσπαθείτε να θεραπεύσετε?», ρωτά ο φαρμακοποιός. Και ο
πελάτης: «Έναν… πούστη πονοκέφαλο»!

«Γιατρέ, σας επισκέπτομαι για εικοστή φορά και κάθε φορά μου δίνετε και
διαφορετικό φάρμακο», λέει ο εξοργισμένος ασθενής
στο γιατρό. Και αυτός του απαντάει: «Υπομονή, φίλε μου. Πού θα πάει.
Κάποια στιγμή θα βρούμε το σωστό»!

Ο τύπος δικάζεται για κατάχρηση, και ο πρόεδρος του λέει: «Είχες
κανένα… συνέταιρο στην επιχείρησή σου?». Και ο
καταχραστής: «Τι λέτε, κύριε πρόεδρε? Συνέταιρο? Μπορείς να βρεις τίμιο
άνθρωπο σήμερα για να τον κάνεις συνέταιρο?»!

Δύο μικροαπατεώνες συναντιούνται στο δρόμο: «Χαρούμενο σε βλέπω. Έκανες
καμιά καλή μπίζνα?», ρωτάει ο ένας. «Μόλις
πήρα δύο επιταγές από την ασφάλεια. Η μια είναι για τη φωτιά και η άλλη
για το χαλάζι», απαντά ο άλλος. «Μπράβο, βρε θηρίο.
Όμως, για πες μου, το χαλάζι πως το έριξες?».

Λέει η δασκάλα σεξολογίας στο σχολείο: «Αυτό είναι το αιδοίο, αυτό είναι
το στήθος, να σας δείξω τώρα πώς γίνεται η συνουσία».
Και ο Μπόμπος: «Κυρία, εμείς που έχουμε γαμήσει μπορούμε να πάμε να
παίξουμε μπάσκετ?».

Δύο τρελοί βλέπουν σ’ ένα δέντρο δύο παπαγάλους. Ο ένας είναι κόκκινος
κι ο άλλος πράσινος. Πάει ο ένας από αυτούς να τους
πιάσει και κατεβαίνει κρατώντας τον κόκκινο παπαγάλο. «Μα γιατί δεν
έπιασες και τον πράσινο?», τον ρωτάει ο άλλος τρελός. Κι
ο άλλος, με τον κόκκινο παπαγάλο στο χέρι, του λέει πονηρά: «Τον άφησα
να ωριμάσει!».

Ο Γιωρίκας μέσα στο λεωφορείο έχει καρφωμένα τα μάτια του στον απέναντί
του. Τον κοιτάζει με τρομερή έκπληξη κι αυτός δεν
αντέχει και τον ρωτάει: «Συγνώμη, βλέπετε τίποτα περίεργο?». «Ναι,
μοιάζετε καταπληκτικά με τη Σουμέλα, τη γυναίκα μου. Αν
δεν υπήρχε το μουστάκι θα ήσασταν ολόιδιοι». «Μα, με δουλεύεις, άνθρωπέ
μου, δεν έχω μουστάκι!», λέει ο τύπος. Κι ο Γιωρίκας:
«Εσύ όχι. Έχει όμως η Σουμέλα…»!

Ο νεαρός υπάλληλος μιας μεγάλης εταιρίας συναντά στο ασανσέρ το γενικό
διευθυντή και του λέει: «Είμαι πολύ τυχερός, κύριε!
Πάνω από ένα μήνα προσπαθώ να σας συναντήσω». «Καλά, κλείσε ένα ραντεβού
με τη γραμματέα μου», λέει αδιάφορα ο κύριος
γενικός. Κι ο νεαρός υπάλληλος απαντά: «Το έκανα, κύριε, και πέρασα τρία
υπέροχα Σαββατοκύριακα μαζί της. Αλλά μ’ εσάς
θέλω να μιλήσω»!

Πάει ο τύπος σ’ ένα ιερέα για να εξομολογηθεί. Του λέει ο ιερέας: «Πες
μου, τέκνον μου, τι αμαρτία πιστεύεις ότι έχεις κάνει?». Ο
τύπος αρχίζει να μιλά: «Πήγα μια μέρα στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς
μου, για να πάμε βόλτα. Αυτή όμως έλειπε. Ήταν εκεί η
μεγάλη της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη αυτή στο σπίτι, μόνος εγώ, έγινε το
κακό». «Μα παιδάκι μου, με τη μεγάλη αδελφή της
αρραβωνιαστικιάς σου πήγες να το κάνεις?». «Δεν ήταν μόνο αυτό»,
συνεχίζει ο μεταμελημένος τύπος, που συνεχίζει ακάθεκτος,
«την άλλη μέρα που πήγα ήταν εκεί η μικρή της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη
αυτή, μόνος εγώ, δεν άργησε να γίνει το… κακό». Ο
πάτερ άκουγε και δεν πίστευε στ’ αυτιά του. «Τέκνον μου, είναι βαριά τα
κρίματά σου, αμφιβάλλω αν συγχωρεθούν». Ο τύπος
όμως δεν είχε τελειώσει: «Ξέρετε, πάτερ, κι άλλη μια φορά πήγα σπίτι και
βρήκα μόνη τη μητέρα της. Τι να σας πω. Μόνος εγώ,
μόνη αυτή, έγινε το κακό…». Σε κάποια στιγμή ο τύπος σηκώνει το κεφάλι
του, αλλά ο παπάς έχει γίνει «άφαντος». Τον αναζητεί
και τον βλέπει πίσω από κάτι κουρτίνες. «Γιατί, πάτερ, κρυφτήκατε εκεί
πίσω?», αναρωτιέται ο τύπος. Κι ο παπάς έντρομος: «Δεν
καταλαβαίνεις? Μόνος εγώ, μόνος εσύ, άσε να μη γίνει τίποτα!».

Ο νεαρός πάει στο γιατρό. «Δεν μου λέτε», του λέει. «Η ομοφυλοφιλία
είναι κληρονομική?». «Όχι, γιατί ρωτάς?», λέει ο γιατρός.
«Να», απαντάει, «ο πατέρας μου είναι ομοφυλόφιλος». «Και τι σημασία
έχει?», του λέει ο γιατρός. «Να», συνεχίζει ο νεαρός, «αλλά,
ξέρετε, διαπίστωσα ότι είναι και ο αδερφός μου». «Και λοιπόν?», επιμένει
ο γιατρός. «Ναι, αλλά είναι και οι δύο αδερφοί του
πατέρα μου»… Ο γιατρός αρχίζει να κλονίζεται. «Σοβαρά?», ρωτάει.
«Βέβαια», λέει ο γιατρός. «Κι ο παππούς μου ομοφυλόφιλος
ήταν. Και τα αδέρφια του παππού μου»… Ο γιατρός τα ‘χει παίξει: «Μα,
καλά, δεν υπάρχει κανείς στην οικογένειά σου που να
πηγαίνει με γυναίκες?», ρωτάει. «Πώς δεν υπάρχει», λέει ο νεαρός. «Η…
αδερφή μου!».

Ο ταρίφας κατεβαίνει τη Συγγρού. Ένας τύπος με μια βαλίτσα του κάνει
νόημα. Σταματάει ο ταρίφας και ρωτάει: «Που πας, ρε
μεγάλε?». «Στη Φρανκφούρτη!», λέει αυτός. «Έμπα!», απαντάει ο ταρίφας.
Μετά από… τρεις μέρες και ενώ το κοντέρ έχει γράψει
325.000 δραχμές, φτάνουν στη Φρανκφούρτη. Κατεβαίνει ο τύπος και ο
ταρίφας πάει να φύγει. «Ωραία θα ήταν», λέει από μέσα
του, «να βρίσκαμε τώρα και κανέναν για την επιστροφή, ε?». Εκεί που το
λέει, τσουπ, βλέπει έναν τύπο να του κάνει νόημα! «Πού
πας, ρε γίγαντα?», τον ρωτάει. «Στη… Γλυφάδα», λέει αυτός. «Έμπα»,
λέει ο ταρίφας και ξεκινάνε. Πέντε χιλιόμετρα πιο πέρα, ο
ταρίφας βλέπει κι άλλον να του κάνει νόημα. «Να τον πάρουμε, άμα
λάχει?», ρωτάει… τυπικά και -βέβαια- σταματάει έτσι κι
αλλιώς και ρωτάει: «Πού πάμε ρε γίγαντα?». «Στου… Ζωγράφου!», λέει ο
τύπος. Και ο ταρίφας: «Μπα. Εμείς πάμε… παραλία»!

Ο τύπος την πέφτει στο δρόμο σε μια άγνωστη κοπέλα: «Πάμε να σε
ξεσκίσω?». «Στο σπίτι μου ή στο σπίτι σου?», απαντά αυτή.
Και ο τύπος… μπλοκαρισμένος: «Αν είναι να το συζητήσουμε, άσ’ το
καλύτερα.»!

Ο ευγενέστατος και μορφωμένος καθηγητής της Θεολογίας επισκέπτεται το
σπίτι του περίφημου αρχιμανδρίτη, ο οποίος είναι
ίνδαλμά του. Κοστουμαρισμένος, σένιος, φρεσκοξυρισμένος και τα σχετικά,
χτυπά την πόρτα και, μόλις αντικρίζει το νεωκόρο,
του λέει μελιστάλαχτα: «Καλημέρα σας και ο Θεός μαζί σας. Θα μπορούσα,
ίσως, να έχω την τύχη και την ευτυχία να συνομιλήσω
μετά του Σεβασμιότατου?». «Μπα…», λέει ξερά ο νεωκόρος. «Μάλιστα.
Αντιλαμβάνομαι. Μάλλον δεν έχει χρόνο στη διάθεσή του.
Θα μπορούσα, τότε, λοιπόν, έστω να του υποβάλλω απλώς τα σέβη μου?».
«Μπα, όχι τώρα. Ξεκουράζεται…», ξαναλέει,
ψιλοχύμα, ο νεωκόρος. Ο θεολόγος αποφασίζει να κάνει σχολιάκι: «Ω,
αντιλαμβάνομαι. Αντιλαμβάνομαι. Κανένα πρόβλημα.
Κανένα απολύτως. Θα επιστρέψω αργότερα, όταν ο Σεβασμιότατος δεν θα
βρίσκεται στις αγκάλες του Μορφέως…». Και ο
νεωκόρος: «Ποιου Μορφέως, ρε μεγάλε? Απ’ όσο ξέρω… Βαγγέλη τον λένε
τον κηπουρό»!

Ο γύφτος πάει στο παπουτσάδικο. «Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια γκια το
γκιό μου. Τριάντα ντύο νούμερο…», λέει. Του δίνει ο
υπάλληλος, φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από τρεις μήνες, ξαναπάει. «Τέλω ένα
ζευγκάρι παπούτσια γκια το γκιό μου. Τριάντα τρία
νούμερο…», λέει. Του δίνει ο υπάλληλος, φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από
τρεις μήνες, να τος πάλι: «Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια
γκια το γκιό μου. Τριάντα τέσσερα νούμερο…». Του δίνει ο υπάλληλος,
φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από τρεις μήνες… στην ώρα του:
«Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια γκια το γκιό μου. Τριάντα ένα νούμερο…»,
λέει. Ο υπάλληλος, τρελαίνεται: «Μα, καλά», τον
ρωτάει, «το τελευταίο ζευγάρι το πήρατε τριάντα τέσσερα νούμερο. Για τον
άλλο γιο σας είναι αυτό?». «Όκι. Γκια τον ίντιο!». «Και,
καλά. Θα του κάνει τώρα το μικρότερο νούμερο?». «Τα του κάνει, τα του
κάνει», λέει ο γύφτος. «Κτες, μπλέπεις, του… έκοψα τα
νύκια»!

Ο Κρητίκαρος σταματάει ένα ταξί στα Σφακιά. Με το που ξεκινάνε, βγάζει
ένα πιστόλι και το κολλάει στο σβέρκο του ταξιτζή.
«Μπρος», του λέει. «Κάμε στην άκρη, επαέ και… τράβα μια μαλατσία».
Τρελαίνεται ο ταξιτζής, αλλά τι να κάνει? Υπακούει.
«Μπρος», του λέει πάλι… αμέσως μετά ο Κρητίκαρος. «Τράβα τσι άλλη
μία»… Μετά δώσ’ του ξανά: «Τσι άλλη μία». Και δώσ’ του
πάλι: «Τσι άλλη μία»… Ο ταξιτζής, όμως, έχει… ρέψει πια και δεν
αντέχει: «Άμα θες σκότωσέ με», του λέει, «αλλά ήμαρτον. Δεν
αντέχω πια». «Είσαι σίγουρος, μωρέ, πως δεν μπορείς?». «Στ’ ορκίζομαι»,
λέει ο ταξιτζής. «Ε, τότενες, πάμε πίσω», του λέει ο
Κρητίκαρος. Πάνε, λοιπόν, ξανά πίσω, οπότε ο Κρητίκαρος μπαίνει στο
σπίτι, βγαίνει με την κόρη του έξω και πριν τη βάλει στο
ταξί, της λέει: «Εντάξει, Μαρία. Ετούτος εδώ… θα σε πάει στο Λασίθι»!

Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος
φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. «Θέλω
αυτήν…», λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει
το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:
«Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες
και τα λοιπά…». Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε.
Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! «Περιμένετε», λέει
στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο
και λέει στον περιπτερά: «Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη
μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα
δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω
σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις? Χάνομαι! Σε
ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ’ το
φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!». Και ο περιπτεράς:
«Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και…
πάρε μου και εμένα μία!».

Ο τύπος ψάχνει απεγνωσμένα για δουλειά, αλλά είναι ανειδίκευτος. Πάει,
λοιπόν, σ’ ένα εργοστάσιο και του λέει ο ιδιοκτήτης:
«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτε. Ορίστε. Θα παίρνεις από εδώ κάθε μια
βίδα όπως θα περνάει από μπροστά σου και θα την
πετάς στο κουτί εδώ. Εντάξει?». «Εντάξει». Την άλλη μέρα, τον ρωτάει ο
ιδιοκτήτης: «Όλα εύκολα?». «Περίπατος», λέει ο εργάτης.
«Ε, τότε», του λέει το αφεντικό, «δεν θα σου κάνει κόπο να παίρνεις και
κάθε παξιμάδι, έτσι?». «Όχι», λέει ο εργάτης. Την άλλη
μέρα, τον ξαναρωτάει ο ιδιοκτήτης: «Εύκολο?». «Εύκολο». «Ε, τότε, όπως
κάθεσαι που κάθεσαι, δεν ρίχνεις και μια κλοτσιά στο
κουτί με τις βίδες, μόλις γεμίζει να το στέλνεις στον ιμάντα, πιο
κάτω?». Τι να πει ο εργάτης, λέει ναι. Ο ιδιοκτήτης, όμως, είναι…
αδίστακτος. Την άλλη μέρα, πάει και λέει στον εργάτη: «Εύκολο δεν είναι?
Οπότε τώρα που πήρες το ‘κολάι’, δεν ρίχνεις και μια
κλοτσιά στο κουτί με τα παξιμάδια, όταν θα γεμίζει?». Ο εργάτης συμφωνεί
μεν, αλλά… τα ‘χει πάρει στο κρανίο. Οπότε καθώς
φεύγει ο ιδιοκτήτης, του φωνάζει: «Να σας πω. Μια και κάθομαι και δεν
κάνω και τίποτε δύσκολο, δεν μου βάζετε και ένα…
πινέλο στον κώλο, να βάφω και τα κάγκελα συγχρόνως?»!

Δύο καλόγριες φεύγουν από το μοναστήρι για να κουβαλήσουν νερό. Στο
δρόμο κάποιος τις πιάνει και τις βιάζει. «Τι θα πούμε
τώρα στην ηγουμένη?», λέει η μία καθώς γέμιζε με νερό τη στάμνα. «Πώς θα
δικαιολογήσουμε το ότι μας βίασε δύο φορές?». «Όχι
δύο, μία φορά μας βίασε», λέει η άλλη. «Μία όταν ερχόμασταν! Κι άλλη μία
τώρα που θα γυρνάμε…», απαντά η πρώτη.

Ο τύπος μπαίνει στο εστιατόριο που φημίζεται για το σέρβις του στους
πελάτες και παραγγέλνει αγριογούρουνο. Περιμένει να
έρθει το αγριογούρουνο, περιμένει, ξαναπεριμένει, τίποτα. Λίγο αργότερα
ακούει φοβερούς θορύβους από την κουζίνα και
φωνάζει το γκαρσόνι. «Έχω παραγγείλει εδώ και ώρα, τι γίνεται το
φαγητό?», ρωτάει. «Θα έρθει σύντομα, κύριε», του απαντά το
γκαρσόνι. «Και δεν μου λες, τι είναι αυτός ο θόρυβος στην κουζίνα?»,
ξαναρωτάει ο πελάτης. Και το γκαρσόνι με κάποια συστολή:
«Ξέρετε, αγριογούρουνο έχουμε, αλλά δεν είναι άγριο και προσπαθούμε τώρα
να το αγριέψουμε»!

Ο τύπος μπαίνει στο σούπερ μάρκετ κι όπως γυρνάει, βλέπει ξαφνικά μια
στοίβα κοτόπουλα με τιμή… 100 δραχμές το κιλό.
Επιτόπου γεμίζει δύο καρότσια και πάει προς το ταμείο. Εκεί, όμως, η
ταμίας τον… ξεραίνει: «Ξέρετε, κύριε», του λέει. «Δεν
κάνουν 100 δραχμές το κιλό τα κοτόπουλα. Κάνουν 1.000, αλλά έχει γίνει
λάθος…». Ο τύπος γίνεται έξαλλος: «Με κοροϊδεύετε.
Αίσχος. Δεν μασάω Χριστό. Εκατό τα είδα, εκατό θα τα πληρώσω…».
«Μα…». «Δεν έχει μα και ξεμά. Εμπρός. Χτυπήστε τα με
εκατό…». «Μα, δεν μπορώ…». «Να μπορέσεις…». Ακούει κι ο διευθυντής
τον καβγά και έρχεται να δώσει τη λύση. «Ακούστε,
κύριε», του λέει χαμηλόφωνα. «Η κοπέλα δεν μπορεί να σας πει τον
πραγματικό λόγο που είναι τόσο φτηνά τα κοτόπουλα. Κι
εγώ μόλις τώρα τον έμαθα. Μας τα πούλησαν, βλέπετε, πενήντα δραχμές το
κιλό κι εμείς τα βάλαμε εκατό, αλλά δεν ξέραμε ότι
έχουν… AIDS!». Και ο τύπος: «Ε, και? Σάμπως θα τα… πηδήξω?»!

Τρεις ομοφυλόφιλοι διηγούνται στον Μικρούτσικο πώς τους συνέβη. «Εγώ»,
λέει ο πρώτος, «από τότε που θυμάμαι τον εαυτό
μου, τα αγόρια μου άρεσαν…». «Εμένα», λέει ο άλλος, «μου έτυχε μία
ερωτική απογοήτευση όταν ήμουν στην εφηβεία, με
παρηγόρησε ένας συμμαθητής μου κι από τότε…». «Εγώ», λέει και ο
τρίτος, «έγινα από ατύχημα. Όταν ήμουν έντεκα χρονών,
ήμουν στο περιβόλι του θείου μου, σκυμμένος στις ντομάτες και ξαφνικά
ήρθε ένας βοσκός και εκεί που καθόμουνα, τσουπ, μου
τον φόρεσε…». «Καλά», ρωτάει ο Μικρούτσικος, «κι εσείς δεν
αντιδράσατε?». «Κοιτάξτε», λέει ο τύπος, «προσπάθησα να του
ξεφύγω, αλλά πώς να τρέξω στα χωράφια με… κάτι γόβες νααα?».

Δύο κυνηγοί αρκούδων συζητούν. «Πώς καταφέρνεις και τις πιάνεις τόσες
αρκούδες?», ρωτά ο ένας. «Α, απλό, απλούστατο», λέει
ο άλλος. «Οι αρκούδες είναι χαζές. Αρκεί να βρεις τη σπηλιά τους,
μπαίνεις μέσα και φωνάζεις: Ουουουουου. Φωνάζει κι αυτή:
Ουουουουου. Περιμένεις να πλησιάσει, να δεις καλά τα μάτια της να
γυαλίζουν, σηκώνεις το όπλο, σημαδεύεις ανάμεσά τους και
πυροβολείς! Αυτό είναι. Τέζα η αρκούδα». «Μάλιστα», λέει ο άλλος και
κατευθείαν, βγαίνει για κυνήγι και… ξυπνάει στο
νοσοκομείο τσακισμένος! «Τι έπαθες, ρε?», του λέει ο φίλος του. «Άσε»,
λέει αυτός. «Βρίσκω, που λες, τη σπηλιά, μπαίνω μέσα
και φωνάζω: Ουουουουου. Ακούω: Ουουουουου. Προχωράω και, όπως μου το
‘χες πει, βλέπω τα μάτια να γυαλίζουν.
Συγκινημένος, ξαναφωνάζω: Ουουουουου. Ξανακούω: Ουουουουου. Περιμένω και
μόλις βλέπω τα μάτια της να πλησιάζουν
πολύ, σηκώνω το όπλο, σημαδεύω, πυροβολώ και τότε… βγαίνει το τρένο!».

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί τα Χριστούγεννα, όταν στολίζουμε το δέντρο, βάζουμε το
αγγελάκι στην κορυφή?
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι Χριστούγεννα, και ο Αι-Βασίλης κάθεται με τη γυναίκα του
στο τζάκι. Κάποια στιγμή σηκώνεται και αρχίζει να
βάζει τα δώρα στο σάκο του για να τα μοιράσει. Ξαφνικά η γυναίκα του του
λέει: «Μα, πάλι θα φύγεις? Τι θα γίνει με αυτή την
κατάσταση? Κάθε Χριστούγεννα θα έχουμε τα ίδια? Δε θα περάσουμε μια φορά
κι εμείς Χριστούγεννα μαζί, σαν όλες τις
οικογένειες?», «Μα», λέει ο Αι-Βασίλης, «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αυτή
είναι η δουλειά μου. Δεν μπορώ να μην μοιράσω
δώρα στα παιδιά». «Δεν με νοιάζει», λέει η γυναίκα του, «σαν γυναίκα σου
κι εγώ, θέλω να περάσουμε Χριστούγεννα μαζί. Και να
το ξέρεις, αν φύγεις θα βρεις την πόρτα κλειστή και εμένα να με ξεχάσεις
από γυναίκα σου». «Μα, σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Δεν
είναι πράγματα αυτά. Δεν μπορώ να αφήσω το αφεντικό έτσι ξεκρέμαστο.
Σκέψου τα καημένα τα παιδιά που θα μείνουν χωρίς
δώρα», ξαναλέει ο Αι-Βασίλης. «Δε με νοιάζει τίποτα», επιμένει η γυναίκα
του. «Αν φύγεις, εμένα να με ξεχάσεις από γυναίκα
σου», του λέει και πηγαίνει στην κουζίνα κλείνοντας με δύναμη την πόρτα
πίσω της. Νευριασμένος ο Αι-Βασίλης αρχίζει να
πετάει με δύναμη τα δώρα μέσα στον σάκο του μουρμουρίζοντας. Σε κάποια
στιγμή χτυπάει το κουδούνι. «Ποιος να είναι τέτοια
ώρα?», λέει νευριασμένος, πάντα, ο Αι-Βασίλης και πηγαίνει να ανοίξει
την πόρτα. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει ένα αγγελάκι να
του λέει: «Γεια σου Αι-Βασίλη, έφερα το δέντρο, πού να το βάλω?»!

Δύο φίλοι συζητούν: «Εγώ στη γυναίκα μου, στη γιορτή της, της πήρα δύο
δώρα. Ένα Μερσεντές και ένα Μπε-Εμ-Βε. Άμα δεν
γουστάρει το ένα, να οδηγεί το άλλο». «Κι εγώ», λέει ο άλλος, «της πήρα
δύο δώρα, αλλά δεν είμαι τόσο πλούσιος. Της πήρα στη
γιορτή της ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα δονητή. Άμα δεν γουστάρει τις
παντόφλες, να πάει να πηδηχτεί!».

Ο μικρός Βορειοηπειρώτης πάει για πρώτη μέρα στο ελληνικό σχολείο. «Εδώ
που ήρθες», του λέει η δασκάλα, «είναι Ελλάδα! Η
πατρίδα σου. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε πια. Είσαι Έλληνας και έτσι
πρέπει να νιώθεις. Ούτε να λες ότι ονομάζεσαι Αλτίμ.
Αλέκος θα λες ότι ονομάζεσαι, εντάξει?». «Εντάξει», λέει ο Αλέκος.
«Είμαι Έλληνας, με λένε Αλέκο και δεν έχω να φοβηθώ
τίποτε»! Φεύγει μετά το σχολείο, λοιπόν, αλλά αντί να πάει στο σπίτι,
μπλέκει με μπάλα, κάνει τα ρούχα του χάλια, τα γόνατά του
επίσης και μαζεύεται στις δέκα η ώρα σπίτι του. Τον βουτάει η μάνα και
του τις βρέχει για τα καλά! Τη βρίζει η Αλεκάρα τη μάνα
του, τις τρώει και από τον πατέρα του. Την άλλη μέρα, τον βλέπει η
δασκάλα και τον ρωτάει: «Τι έπαθες, Αλέκο μου? Ποιος σε
χτύπησε?». Και ο Αλέκος: «Τίποτε σοβαρό, κυρία. Απλώς χθες βράδυ μου
την… έπεσαν κάτι Αλβανοί»!

Η κυρία πάει στο γιατρό: «Γιατρέ μου», του λέει, «ο άντρας μου δεν με
ικανοποιεί». Ο γιατρός την εξετάζει, αλλά δεν βρίσκει
τίποτε. Με… τρόπο, λοιπόν, της λέει: «Ξέρετε, ίσως θα έπρεπε να…
δοκιμάσετε κάτι άλλο». «Έχω δοκιμάσει, γιατρέ μου, τίποτε».
«Ε, δοκιμάστε κι άλλον», λέει ο γιατρός. «Κι αυτό το έχω κάνει». «Ε,
δοκιμάστε και τρίτον», λέει, πάλι, ο γιατρός. «Ακούστε,
γιατρέ», απαντάει η κυρία. «Για να μην πολυλογούμε. Τριακόσιους έχω
δοκιμάσει. Τίποτε»! Ο γιατρός… τρελαίνεται. «Κυρία μου»,
της λέει, «νιώθω συγκινημένος. Είναι η πρώτη περίπτωση ανομοιογενούς
κατανομής της ψυχολογικής σεξουαλικότητας που
συναντώ». «Πώς το είπατε αυτό?», ρωτάει η κυρία. «Ανομοιογενής κατανομή
της ψυχολογικής σεξουαλικότητας», λέει ο γιατρός.
«Δηλαδή, αυτό έχω?». «Ναι». «Και μπορείτε μήπως να μου το δώσετε
γραμμένο?», ρωτάει η κυρία. «Ναι», λέει ο γιατρός, «αλλά
γιατί?». «Γιατί, γιατρέ μου», απαντάει η κυρία, «όπου πάω… πουτάνα με
ανεβάζουνε, πουτάνα με κατεβάζουνε»!

Ένα πλοίο βουλιάζει στη μέση του ωκεανού. Όλες οι βάρκες έχουν γεμίσει
και έχουν φύγει, εκτός από μία, η οποία όμως χωράει
τρία άτομα. Πάνω στο πλοίο έχουν μείνει ο καπετάνιος, δύο λευκοί και
ένας μαύρος. Όταν φτάνουν στη βάρκα ο καπετάνιος λέει:
«Ως καπετάνιος του πλοίου, δικαιούμαι μία θέση. Ένας λοιπόν από εσάς δεν
θα έρθει με τη βάρκα». Μόλις το ακούει αυτό ο
μαύρος, αρχίζει να γκρινιάζει: «Ξέρω, εγώ θα μείνω γιατί είμαι μαύρος».
«Όχι», λέει ο καπετάνιος, «εγώ δεν είμαι ρατσιστής και
δεν θα επιτρέψω να γίνει κάτι τέτοιο. Θα γίνει κλήρωση με ερωτήσεις.
Όποιος δεν απαντήσει σωστά θα μείνει πίσω.
Σύμφωνοι?». «Σύμφωνοι», λένε όλοι. «Λοιπόν, ποιο ήταν το μεγαλύτερο
ναυάγιο στην ιστορία?», ρωτάει τον ένα λευκό. «Ο
Τιτανικός», απαντάει εκείνος. «Πόσοι άνθρωποι πνίγηκαν?», ρωτάει το
δεύτερο λευκό. «Χίλιοι πεντακόσιοι», απαντάει εκείνος.
«Ονόματα και διευθύνσεις», ρωτάει το μαύρο.

Ο τύπος φωνάζει το σπιτονοικοκύρη του για να του κάνει παράπονα.
«Ορίστε», του λέει. Θα δεις τώρα τι χαμός γίνεται με τα
ποντίκια!». Αφήνει κάτω ένα κομμάτι τυρί και ύστερα από πέντε λεπτά,
τσουπ, σκάνε από το πουθενά τρία ποντίκια και το κάνουν
«να». «Ε, καλά», λέει ο ιδιοκτήτης. «Τρία ποντικάκια τώρα και κάνεις
έτσι?». «Τρία? Επειδή ήταν λίγο το τυρί», λέει ο νοικάρης.
Βάζει κάτω ένα πιο μεγάλο κομμάτι και ύστερα από λίγο, τσουπ, σκάνε οκτώ
ποντίκια και το τσακίζουν το τυρί! «Καλά, καλά»,
επιμένει ο σπιτονοικοκύρης. «Εντάξει, αλλά δεν είναι και τόσο φοβερό.
Βάλε λίγο φάρμακο και κάνα δυο φάκες και θα ‘σαι
εντάξει…». «Μεγάλε», επιμένει ο νοικάρης, «δεν ξέρεις τι λες. Κάτσε να
βάλω ένα κεφάλι τυρί και θα δεις». Βάζει πράγματι ένα
κεφάλι ολόκληρο κάτω, περνάνε πέντε λεπτά, δέκα και στο τέταρτο επάνω
σκάνε… διακόσια ποντίκια και τρεις πέστροφες και το
εξαφανίζουν! Ο ιδιοκτήτης τρελαίνεται! «Καλά τα ποντίκια», λέει, «αλλά
πήρε το μάτι μου και… πέστροφες ή έκανα λάθος?». Και ο
νοικάρης: «Όχι, δεν κάνεις λάθος. Αλλά για την… υγρασία, θα τα πούμε
μετά»!

Η γήινη αποστολή φτάνει στον Άρη. Γνωρίζεται με τους Αρειανούς και
αρχίζει να ρωτάει διάφορα πράγματα. Σε κάποια στιγμή, ο
αρχηγός της αποστολής ρωτάει τον Αρειανό πώς κάνουν παιδιά. «Να», του
λέει αυτός. Παίρνει, λοιπόν, την Αρειανή, ακουμπάνε
τα δάχτυλά τους σε κάτι οπές ενός μηχανήματος, μετά φτύνουν μέσα και σε
πέντε λεπτά, τσουπ, από την άλλη άκρη, βγαίνει ένα
μικρό Αρειανάκι. «Εσείς, πώς κάνετε παιδιά?», ρωτάει μετά ο Αρειανός. Ο
αρχηγός, που έχει μια αστροναύτισσα μπουκιά και
συχώριο στην αποστολή, την… πείθει (άλλο που δεν ήθελε κι αυτή) να
τους… δείξουν. Γδύνονται, λοιπόν, και… βάζουν τα δυνατά
τους. Κάνουν ό,τι κάνουν, τελειώνουν και ντύνονται. Ο Αρειανός περιμένει
λίγη ώρα, κοιτάζοντας απορημένος. Μετά ρωτάει την
αστροναύτισσα: «Και τώρα? Το παιδί?». «Ποιο παιδί?», ρωτάει η
αστροναύτισσα. «Το παιδί, ρε παιδί μου. Πότε θα βγει το παιδί?».
«Α, αυτό εννοείς. Μα, το παιδί αργεί. Σε εννιά μήνες περίπου», του
απαντά αυτή. Και ο Αρειανός: «Σε εννιά μήνες? Καλά. Και τότε,
γιατί… χτυπιόταν έτσι αυτός ο μαλάκας?»!

Η κοκκινοσκουφίτσα περπατάει στο δάσος. Ξαφνικά, πετιέται από ένα θάμνο
ο μεγάλος κακός λύκος! Ανοίγει διάπλατα τα
τεράστια σαγόνια του και με βαθιά, βραχνή φωνή της λέει: «Θα σε
φάααω…». Και η Κοκκινοσκουφίτσα: «Αμάν, ρε αδερφάκι μου!
Τι πράγμα είναι αυτό? Κανείς δεν γ…εί, πια?».

Ο Γερμανός, ο Γάλλος και ο Έλληνας συζητούν για την «αργκό» ονομασία του
πέους σε κάθε γλώσσα. «Εμείς το λέμε ‘ιππότη’
χαϊδευτικά», λέει ο Γερμανός, «επειδή μετά το σεξ υποκλίνεται…».
«Εμείς το λέμε ‘αυλαία’ χαϊδευτικά», λέει ο Γάλλος, «επειδή
μετά το σεξ, πέφτει…». «Εμείς το λέμε ‘φήμη’, χαϊδευτικά», λέει ο
Έλληνας. «Φήμη? Και γιατί?», ρωτούν οι άλλοι δύο. Και ο
Έλληνας: «Επειδή όλο από… στόμα σε στόμα πάει»…

Ο τύπος πάει στο γιατρό: «Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω», λέει αυτός, «αλλά
δεν μπορώ να σου κρύψω και την αλήθεια.
Δυστυχώς, πεθαίνεις». Αυτός τα… παίζει: «Δηλαδή, πόση ζωή έχω ακόμη?».
«Λίγη…». «Πόσο λίγη?». «Ελάχιστη…». «Δηλαδή?». «Τι
να σου πω τώρα? Ελάχιστη, ρε παιδί μου… Ε-λά-χι-στη… Άντε, πήγαινε
τώρα». Φεύγει, λοιπόν, αυτός περίλυπος, κατεβαίνει
κάτω, βλέπει μια νεκροφόρα που περνάει και της φωνάζει: «Ταξί, ταξί…».

Ο βλάχος πάει στο μπουρδέλο και ζητάει «κάτι τις πιρίιργου…». «Πόσα
πληρώνετε?», τον ρωτούν. «Ουόσα να ‘νι!», λέει αυτός. Του
δίνουν, λοιπόν, μια ανωμαλιάρα χοντρή, που κάνει τα περίεργα και του
αλλάζει τα φώτα του βλάχου. Τι πισωκολλητά, τι
καρεκλάτα, τι κόντρα παξιμάδια, κόλαση! Σε κάποια φάση, του λέει λοιπόν:
«Τώρα, θα κάνουμε εξήντα εννιά. Εντάξει? Ορίστε
πως γίνεται…». Παίρνει θέση και αρχίζουν. Καθότι, όμως, δεν είναι
και… υπόδειγμα καθαριότητας η έτσι, του βλάχου αρχίζει και
του… βρωμάει. Αντέχει ένα λεπτό, δύο, τρία και, μετά, σηκώνει το
κεφάλι και λέει: «Να σι πω, μάνα μ’. Ιπειδή δεν βουλεύουμι, σι
πειράζ’ πουλύ να προχωρήσουμι στου… ιβδουμήντα?».

Η τύπισσα, μέλος του φεμινιστικού κινήματος, πάει στο χωριό να μιλήσει
για την ισότητα. «Πρέπει, επιτέλους, η γυναίκα να πάρει
τη θέση που της αξίζει στην οικογένεια, στο κύτταρο της κοινωνίας»,
λέει. Οι χωριάτισσες την ακούνε με προσοχή, αλλά δεν
καταλαβαίνουν τίποτα. Και συνεχίζει η φεμινίστρια: «… Και πρέπει,
επιτέλους, η γυναίκα ν’ αποκτήσει τη δική της οντότητα. Να
βρεθεί πάνω από τον άντρα». Οπότε μια χωριάτισσα πετάγεται και της λέει:
«Να με συμπαθάς, κορίτσι μου, αλλά εμείς αυτό το
λέμε συντριβανάτο»!

Ο ψυχίατρος κλείνει ικανοποιημένος το φάκελο του ασθενούς, αφού τον
διάβασε προσεκτικά, και του λέει χαμογελώντας: «Έχω
να σας ανακοινώσω, κύριε Μπουρέκα, ότι έχετε θεραπευτεί τελείως. Είστε
ικανοποιημένος?». «Ικανοποιημένος? Και γιατί να είμαι
ικανοποιημένος? Πέρσι τέτοιο καιρό ήμουν κοτζάμ Ιησούς Χριστός και τώρα
είμαι ο πρώτος τυχών Φανούρης Μπουρέκας.

Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας πάει να τρελαθεί από τις φάρσες που του
κάνουν. Μέρα παρά μέρα έρχεται κι ένα βυτίο με δύο
τόνους πετρέλαιο. Κάποια στιγμή δεν αντέχει και βουτάει τον παπαγάλο
του. «Εσύ, ρε πούστη, παράγγειλες πετρέλαιο, εσύ μου
κάνεις πλάκα», του λέει, και πιάνει και τον κρεμάει από τα φτερά στην
είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί ο παπαγάλος βλέπει μια
εικόνα του Χριστού στο σταυρό. «Εσύ, ρε φιλαράκο, πόσα χρόνια είσαι
έτσι?», τον ρωτά. «Περισσότερο από δύο χιλιάδες»,
απαντά ο Χριστός. Κι ο παπαγάλος: «Καλά, ρε φιλάρα, πόσο πετρέλαιο
παρήγγειλες πια?»!

Ο Χριστούλης κατεβαίνει στη Γη για να τσεκάρει γενικώς την κατάσταση
κοντά στο τέλος της χιλιετίας. Σε κάποια φάση, λοιπόν,
μπαίνει σ’ ένα μπαράκι όπου μπεκροπίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και
μια Ελληνάρα. Κάθεται στην μπάρα και ο Χριστός,
ξανθός, μακρυμάλλης, ψιλολετσέ, τον βλέπει ο Γερμανός και λέει του
μπάρμαν: «Κέρασε, ρε, το παλικάρι μια μπιρίτσα, γιατί τον
βλέπω διψασμένο»! Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστούλης, όλα καλά.
Ύστερα από λίγο, φωνάζει ο Γάλλος στον μπάρμαν:
«Κέρασε, ρε, το παλικάρι ένα μπουκάλι κρασί. Ντροπή να κάθεται στον
πάγκο έτσι σκέτος, χρονιάρες μέρες». Κερνάει ο
μπάρμαν, πίνει ο Χριστούλης, όλα καλά. Ύστερα από λίγο, πετιέται και ο
Έλληνας: «Κέρασε, ρε», λέει του μπάρμαν, «το
παλικάρι ένα καραφάκι ούζο με μια σπέσιαλ ποικιλία, γιατί τον βλέπω
πεινασμένο και δεν κάνει χρονιάρες μέρες…». Πίνει ο
Χριστούλης, τρώει και μετά σηκώνεται. Πάει στο τραπέζι της παρέας και
αγγίζει τον Γερμανό στον ώμο. Αυτός πετιέται, του φιλάει
το χέρι και του λέει: «Χριστέ μου! Σ’ ευχαριστώ! Τώρα κατάλαβα ποιος
είσαι που μου πέρασαν μεμιάς τα αρθριτικά μου»! Αγγίζει
και τον Γάλλο στον ώμο ο Χριστός, πετιέται αυτός, του φιλάει το χέρι και
του λέει: «Χριστέ μου! Σ’ ευχαριστώ! Πάει το άσθμα μου,
πέρασε! Το νιώθω!». Κάνει ν’ αγγίξει και τον Έλληνα ο Χριστός, οπότε
τραβιέται πίσω αυτός και λέει: «Χριστούλη μου, να’ σαι
καλά, αλλά… χειρονομίες δεν γουστάρω! Είδα κι έπαθα να τη βγάλω την…
αναπηρική σύνταξη»!

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι σχέση έχει ο μισθός με την περίοδο?
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και τα δύο έρχονται μια φορά το μήνα, διαρκούν δυο-τρεις μέρες
και μετά αρχίζει το γαμήσι…

Ο Μπόμπος πηγαίνει βόλτα με τον πατέρα του και σε κάποια στιγμή περνάνε
έξω από μια εκκλησία. Λέει τότε ο πατέρας στον
Μπόμπο: «Μπόμπο, το σταυρό σου». Και ο Μπόμπος: «Το… δικό σου».

Οι τρεις νυχτερίδες διαγωνίζονται για τον τίτλο της νέας βασίλισσας της
φυλής. Φεύγει η πρώτη και ύστερα από δύο μέρες γυρίζει
γεμάτη αίματα. «Βλέπετε εκείνο το κάστρο?», λέει. «Ναι», της λένε οι
άλλες. «Πίσω απ’ αυτό υπάρχει ένα χωριό με χίλιους
κατοίκους. Δεν άφησα σταγόνα αίμα σε κανέναν!». Μόλις κοπάζουν οι
ζητωκραυγές, φεύγει η δεύτερη. Ύστερα από τρεις μέρες
γυρίζει στάζοντας ακόμη αίμα! «Βλέπετε εκείνο το κάστρο?», λέει. «Ναι»,
της λένε οι άλλες. «Πίσω από το κάστρο και μετά το
χωριό υπάρχει μια πόλη με δέκα χιλιάδες κατοίκους. Τους στράγγιξα
όλους!». Οι ζητωκραυγές φτάνουν στα ουράνια. Μετά φεύγει
η τρίτη. Περνάει μια μέρα, δύο, τέσσερις, πέντε, την έκτη μέρα,
επιτέλους, επιστρέφει και, μάλιστα, δέκα φορές πιο ματωμένη από
τις άλλες δύο! Μέσα σε απόλυτη σιωπή, ξεκινάει τη διήγησή της. «Βλέπετε
εκείνο το κάστρο?», ρωτάει. «Ναι», λένε οι άλλες με
δέος. «Ε, εγώ, δεν το είδα!».

Τρία πιτσιρίκια συζητούν για τα αυτοκίνητα του μπαμπά τους. «Το
αυτοκίνητο του μπαμπά μου», λέει ο ένας, «είναι φοβερά
γρήγορο και ο ίδιος πολύ καλός οδηγός. Να φανταστείτε, δουλεύει στην
Κόρινθο και ενώ σχολάει κάθε μέρα στις τέσσερις,
τέσσερις και μισή είναι στο σπίτι μας στο Χαϊδάρι…». «Σιγά», λέει ο
άλλος. «Εμένα δουλεύει στην Πάτρα και ενώ σχολάει κάθε
μέρα στις τέσσερις, το πολύ στις πέντε είναι σπίτι μας στο Θησείο…».
«Εμένα», λέει ο τρίτος, «ο πατέρας μου έχει το πιο γρήγορο
απ’ όλα και είναι και ο καλύτερος οδηγός. Αφού να φανταστείτε, είναι
δημόσιος υπάλληλος και ενώ σχολάει κάθε μέρα στις
τέσσερις, είναι στο σπίτι μας στο Χαλάνδρι… από τις δωδεκάμισι!».

Ένας Γάλλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος πέφτουν με το αεροπλάνο σε
μία περιοχή της ζούγκλας, όπου κατοικούν
ανθρωποφάγοι. Μόλις βγαίνουν, λοιπόν, από τα συντρίμμια του αεροπλάνου,
συμφωνούν να πάρουν όλοι κάτι από το
αεροπλάνο, το οποίο κατά τη γνώμη τους θα μπορούσε να τους βοηθήσει να
γλιτώσουν από τους ιθαγενείς. Έτσι ο Γάλλος
παίρνει την πόρτα του αεροπλάνου, ο Γερμανός μία σκάλα από το αεροπλάνο
και ο Πόντιος μία πέτρα. Αποφασίζουν ακόμη να
απομακρυνθούν από την επικίνδυνη περιοχή. Καθώς προχωρούν, πιάνουν την
κουβέντα. «Εσύ γιατί πήρες την σκάλα?», ρωτάει
ο Γάλλος τον Γερμανό. «Να», απαντάει εκείνος, «αν έρθουν οι ιθαγενείς θα
χρησιμοποιήσω τη σκάλα για να ανέβω σε ένα
δέντρο και να κρυφτώ. Εσύ, όμως, γιατί πήρες την πόρτα?». «Να, αν έρθουν
οι ιθαγενείς, θα κρυφτώ πίσω από την πόρτα μέχρι
να φύγουν οι ιθαγενείς». «Και εσύ», ρωτάνε τον Πόντιο, «γιατί πήρες την
πέτρα?». «Να», λέει εκείνος, «αν έρθουν οι ιθαγενείς,
θα… πετάξω την πέτρα για να τρέχω πιο γρήγορα»!

Ο τύπος, έξτρα βαρύμαγκας κι έτσσσ’, κατεβαίνει πρωί πρωί στην
ιχθυόσκαλα. «Δε μου λε, ρε μεγάλε», ρωτάει ένα ψαρά, «τα
μπαρμπουνάκια πόσο πάνε?». «Εφτά χιλιάρικα», λέει αυτός. «Α! Και δεν μου
λε, ρε μεγάλε, τα φαγκρουδάκια πόσο πάνε?».
«Πεντέμισι το κιλό», του λέει ο ψαράς. «Α! Και, δεν μου λε, ρε μεγάλε?
Τα λιθρινάκια?». Ο ψαράς έχει αρχίσει να τα παίρνει στο
κρανίο. «Εφτά χιλιάρικα, αδερφέ. Θα πάρεις κάτι?». «Εφτά, α? Και δεν μου
λε, ρε μεγάλε? Οι τσιπουρίτσες πόσο πάνε?». «Οκτώ το
κιλό. Θα πάρεις?». «Οκτώ α? Και δεν μου λε, οι γοπίτσαι πόσο πάνε?». Ο
ψαράς έχει που έχει τον πόνο του, έχει φτάσει και εκτός
εαυτού: «Άκου», λέει στο βαρύμαγκα: «Οι γοπίτσαι έχουν τρεισήμισι το
κιλό οι… ζωντανές και ενάμισι οι πεθαμένες!». Και ο
μαγκίτης: «Α! Τότενες, τσάκω τη σακούλα, άρχισε να… σκοτώνεις και
βάνε»!

Δύο γύφτισσες μαζεύουν πατάτες. Η πρώτη, λοιπόν, βγάζει από το χώμα μία
πατάτα χοντρή και μεγάλη σαν κομμένο χέρι:
«Τούτη εντώ είναι σαν του Αποστόλη μου», λέει. «Σιγά μωρή, μην την έκει
τόσο μεγκάλη ο Αποστόλης», της λέει η άλλη. Και η
Αποστόλαινα: «Ντεν εννοούσα τόσο μεγκάλη, μπρε. Τόσο… μπρόμικη
εννοούσα»!

Ο τύπος έχει μόλις αποκτήσει γιο και τρέχει τρελαμένος από χαρά στο
μαιευτήριο. Εκεί, όμως, ο γιατρός τον στενοχωρεί: «Κύριέ
μου», του λέει, «υπάρχει ένα πρόβλημα με το γιο σας». «Τι πρόβλημα?».
«Μάλλον είναι… αδερφή». Ο πατέρας γίνεται έξαλλος.
«Μα είστε σοβαρός?», διαμαρτύρεται. «Κατ’ αρχάς, το μωράκι είναι μόλις
λίγων ωρών, πού το καταλάβατε ότι είναι αδερφή? Κι
έπειτα, μια χαρά το βλέπω. Όλο γέλια και χαρές είναι». Και ο γιατρός:
«Ναι, ναι», του λέει, «τώρα, όλο γελάει. Αλλά μέχρι να του
βάλουμε την πιπίλα… στον κώλο, μας πέθανε στο κλάμα»!

Η τύπισσα θέλει να γίνει καλόγρια, αλλά πριν να γνωρίσει τι θα πει
άντρας. «Εγώ δεν μπορώ να σου δείξω, τέκνον μου», της
λέει ο ηγούμενος και φωνάζει τη Βαγγέλα τον κηπουρό. Μπαίνουν μέσα ο
Βαγγέλας και η μέλλουσα καλόγρια, περνάει μισή
ώρα, μία, μιάμιση, κάνει έτσι ο ηγούμενος από την κλειδαρότρυπα, βλέπει
και… τρελαίνεται! Ανοίγει την πόρτα, μπαίνει μέσα και
της φωνάζει: «Τι κάνεις, βρε, εκεί?». Η τύπισσα κοκκινίζει και του λέει:
«Δεν φταίω εγώ, ηγούμενε. Αφού μου είπε ότι αυτό είναι…
γλειφιτζούρι!». Οπότε ο ηγούμενος γυρνάει και του λέει με παράπονο:
«Κάθαρμα! Κι εμένα μου έλεγες τόσον καιρό ότι είναι…
υπόθετο!!!».

Υπέροχη ξανθιά μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή της εφημερίδας. «Γεια»,
του λέει. «Θέλω να με προσλάβεις γραμματέα σου».
«Γραφομηχανή ξέρεις?», ρωτάει αυτός. «Όχι», του λέει, «αλλά μπορώ να
μάθω». «Στενογραφία?». «Όχι, αλλά μπορώ να μάθω».
«Αγγλικά?». «Όχι, αλλά μπορώ να μάθω»… Ο τύπος τα έχει παίξει. «Καλά»,
τη ρωτάει. «Τίποτα δεν ξέρεις?». «Όχι», του λέει αυτή,
«αλλά μπορώ να μάθω…». «Και, δεν μου λες, τουλάχιστον. Πόσα λεφτά
θέλεις?». «Ενάμιση εκατομμύριο το μήνα», λέει αυτή.
«Τρελάθηκες κορίτσι μου? Εδώ έχω δύο αρχισυντάκτες», της απαντάει, «και
παίρνουν και οι δύο μαζί εννιακόσιες χιλιάδες». Και η
ξανθιά: «Καλά. Τότε… πήδα τους αρχισυντάκτες σου»!

Ο τύπος έχει έναν παπαγάλο και τον αφήνει να… βλέπει. Έτσι, ο
παπαγάλος έχει γίνει εξπέρ περί τα σεξουαλικά. Μια μέρα,
όμως, παντρεύεται ο τύπος, οπότε του το λέει του παπαγάλου καθαρά:
«Τέρμα. Από δω και μπρος δεν θα ξαναμπείς ποτέ στο
δωμάτιό μου, αλλιώς θα σε καθαρίσω…». Έτσι και γίνεται. Πρώτη νύχτα
του γάμου, λοιπόν, ο παπαγάλος κάθεται απ’ έξω και
ακούει. Μέσα, το ζεύγος φτιάχνει τη βαλίτσα του. Δεν κλείνει, όμως.
«Αγάπη μου», λέει η σύζυγος, «λέω να κάτσω από πάνω…».
«Κάτσε, αγάπη μου», λέει ο σύζυγος. Κάθεται, αλλά η βαλίτσα δεν κλείνει.
«Λέω να κάτσω εγώ από πάνω», λέει ο σύζυγος, που
είναι… πιο βαρύς. Κάθεται κι αυτός, αλλά πάλι δεν κλείνει η βαλίτσα.
Τι να κάνουν, λοιπόν, την κοιτάζουν από δω, την κοιτάζουν
από κει, και στο τέλος λέει η σύζυγος: «Αγάπη μου, νομίζω ότι θα είναι
καλύτερα, αν κάτσουμε και οι δύο από πάνω…». Με το
που το λέει αυτό, λοιπόν, μπαίνει με… χίλια ο παπαγάλος στο δωμάτιο
και λέει: «Αφεντικό, αυτό θα το δω… κι ας πεθάνω»!

Ο τύπος πάει στο γιατρό. «Γιατρέ μου», του λέει, «έχω σοβαρό πρόβλημα. Η
Σίντι Κρόφορντ να μου γδυθεί και να μου κάνει νάζια,
δεν μου σηκώνεται μα τίποτα. Σώσε με…». Ο γιατρός τον εξετάζει, αλλά
δεν του βρίσκει τίποτε ειδικό. «Κοίτα», του λέει, «έχω κάτι
καινούργια χάπια, αλλά είναι αδοκίμαστα ακόμη. Να τα παίρνεις ένα ένα τη
φορά και σταδιακά να τα αυξήσεις, να μην πάθεις
καμιά ζημιά. Εντάξει?». «Εντάξει», λέει ο τύπος. Την άλλη μέρα παίρνει
τηλέφωνο: «Γιατρέ», λέει. «Πήρα ένα, αλλά δεν έκανε
τίποτε. Ρεζίλι έγινα στην κοπέλα». «Καλά. Πάρε δύο τότε», του λέει ο
γιατρός. Τα ίδια την άλλη μέρα: «Τίποτα, γιατρέ. Ρεζίλι έγινα
πάλι στην κοπέλα». Να μην πολυλογούμε, του ‘χει σπάσει τα νεύρα του
γιατρού, οπότε τη δέκατη μέρα του λέει: «Για πάρε όλο το
κουτί, ρε μεγάλε, να δούμε τι θα γίνει». Την άλλη μέρα, λοιπόν,
τηλεφωνεί ο τύπος πανευτυχής: «Γιατρέ μου μ’ έσωσες», του λέει.
«Όχι μόνο μου σηκώθηκε χθες, αλλά μου σηκώθηκε και δεκαεφτά φορές σερί»!
«Δεκαεφτάααα? Καλά για σένα, τότε», λέει ο
γιατρός έντρομος. «Αλλά η κοπέλα?». Και ο τύπος: «Α, η κοπέλα… δεν
ήρθε»!

Ο τύπος έχει να πηδήξει δύο χρόνια. Τελικώς, βρίσκει ένα δεκαχίλιαρο και
αποφασίζει να πάει σε μια πουτάνα. Στο δρόμο, όμως,
μπλέκει με κάτι ούζα και κάτι ζάρια και, στο τέλος, μένει με ένα
χιλιάρικο μόνο! Τι να κάνει, πάει στη Φυλής. Αλλά… με ένα
χιλιάρικο τι να βρει? Τίποτα. Τελικά, βρίσκει μια γριά πρώην
καλντεριμιζτού, άθλια, αλλά κι αυτή για ένα χιλιάρικο δεν του κάθεται
με τίποτε. «Άκου να δεις», του λέει. «Για ένα χιλιάρικο σ’ αφήνω μόνο να
με γλύψεις και να τον παίζεις μόνος σου, εντάξει?».
Χαρμάνης άγριος αυτός, τι να κάνει? «Εντάξει», λέει. Αρχίζει, λοιπόν,
αλλά σε κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι αηδιασμένος και
λέει στη «γιαγιά»: «Καλά, ρε γαμώ το μου. Αυτό εδώ είναι γεμάτο ψείρες»!
Κι αυτή: «Καλά, ρε αγοράκι μου. Και μ’ ένα χιλιάρικο
που πληρώνεις τι ήθελες, δηλαδή? Τίποτα… γαρίδες?».

Μια μεγάλη χιονοστιβάδα πέφτει σ’ ένα μοναστήρι στις ιταλικές Άλπεις και
σκοτώνει μεμιάς 75 καπουτσίνους καλόγερους!
Καλόγεροι, γαρ, πάνε, φυσικά, στον Παράδεισο. Ο Άγιος Πέτρος, όμως,
παίζει ταβλάκι μ’ ένα χερουβείμ εκείνη την ώρα και δεν
αδειάζει να τους υποδεχτεί προσωπικώς. Πάει, λοιπόν, ένας άγγελος και
του λέει: «Άγιε, μόλις έφτασαν εβδομήντα πέντε
καπουτσίνοι». Και αυτός: «Ε, και τι με νοιάζει εμένα? Όποιος τους…
παρήγγειλε να τους πληρώσει»!

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πόσοι φαλλοκράτες χρειάζονται για ν’ αλλάξουν τη λάμπα της
κουζίνας?
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κανένας! Να τα πλύνει στο… σκοτάδι τα πιάτα, η χαμούρα!

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί οι γυναίκες προσποιούνται ότι έχουν οργασμό?
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Διότι πιστεύουν… ότι μας νοιάζει αν έχουν ή όχι!

ΕΡΩΤΗΣΗ: Με τι μοιάζουν οι γυναίκες?
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Με τις λεκάνες της τουαλέτας. Οι καλές είναι, συνήθως,
«πιασμένες» και όσες δεν είναι πιασμένες, είναι, συνήθως,
για… χέσιμο!

Ο γύφτος ταξιδεύει με το λεωφορείο. Έχει πιει και τα ουζάκια του και,
όπως κάθεται πάνω σε μια βαλίτσα, στο διάδρομο,
τραγουδάει μονότονα το ίδιο συνέχεια στιχάκι: «Τέλω να πετάνω, τέλω να
πετάνω…». Περνάει ένα τέταρτο, μισή ώρα, τους έχει
σπάσει τα νεύρα. «Που ‘σαι», του λέει ο εισπράκτορας. «Βούλωσ’ το, γιατί
μας έπρηξες…». Τίποτα ο γύφτος. «Τέλω να πετάνω,
τέλω να πετάνω…». «Σταμάτα…». «Τέλω να πετάνω, τέλω να πετάνω…». Ο
εισπράκτορας έχει πάρει χοντρές ανάποδες. «Ρε, θα
το βουλώσεις επιτέλους?». Αδιάφορος ο γύφτος: «Τέλω να πετάνω, τέλω να
πετάνω…». «Σκάσε, γιατί θα σου πετάξω τη
βαλίτσα…». «Τέλω να πετάνω, τέλω να πετάνω…». «Σοβαρά το λέω, θα
στην πετάξω…». «Τέλω να πετάνω, τέλω να πετάνω…».
«Ε, λοιπόν, εσύ δεν βάζεις μυαλό!», λέει ο εισπράκτορας, σηκώνεται, πάει
κοντά στο γύφτο, τον σηκώνει, βουτάει τη βαλίτσα και
την… πετάει από το παράθυρο. Γυρίζοντας, λοιπόν, φωνάζει στο γύφτο:
«Για να δούμε, τώρα. Θα το βουλώσεις?». Και ο γύφτος,
στον ίδιο πάντα σκοπό: «Ντεν ήταν ντική μου, ντεν ήταν ντική μου…».

Ο Αδάμ κάθεται σκεπτικός στον Παράδεισο, μόνος του. Τον βλέπει, λοιπόν,
ο Θεός και πάει κοντά του. «Δε μου λες», του λέει, «θα
ήθελες να σου φτιάξω ένα ταίρι που να σε αγαπάει, να σε φροντίζει και να
σε λατρεύει?». «Και τι θα μου κοστίσει αυτό?», ρωτάει
καχύποπτα ο Αδάμ. «Τίποτα», λέει ο Θεός, «ένα χέρι και ένα πόδι μόνο».
«Μπα», απαντά ο Αδάμ, «με ένα πλευρό τι παίρνω?»!

Η αστυνομία κάνει ντου στον «ερασιτεχνικό» τεκέ, οπότε οι χασικλήδες,
άρον άρον, κρύβουν τα τσιγαριλίκια στο ρολόι του
τοίχου! Το «όργανο» μυρίζει καλά καλά τον αέρα και λέει: «Ιδώ πίνατι
τσιγάρου! Του μυρίζου ιγώ, σαφώς, σαφέστατα…». Ψάχνει
ωστόσο από δω, ψάχνει από κει, δεν βρίσκει τίποτα. Τελικώς, ετοιμάζεται
να φύγει άπρακτος ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.
Εκείνη την ώρα, όμως, ακούγεται ο κούκος από το ρολόι: «Κούκου,
κούκου…» Κοιτάζει το ρολόι του το «όργανο» και λέει: «Τι
φουνάζ’ δύου, ιυτούνου, ρα? Η ώρα είναι ακόμη δύου παρά τέταρτου…».
Οπότε, με το που τελειώνει, ξαναβγαίνει ο κούκος και
λέει: «Και εσένα τι σε νοιάζει, ρε μεγάλε? Μια κι είμαι… λιώμα, είπα
να πάρω έναν υπνάκο!».

Ο λεβεντόβλαχος πάει στην «Αγκρότικα»: «Δεν μι λες», ρωτάει τον
υπάλληλο, «ιέχεις κάνα μηχάνημα για του μπαμπάκι?».
«Ασφαλώς, κύριε», του λέει αυτός. «Αυτό, αυτό», του δείχνει κάνα δύο,
«αυτό και αυτό εδώ, το κορυφαίο μας!». «Ιέτσ’, α? Κι τι
φτκιάν’ τούτου δω, ρα?». «Τα πάντα, κύριε! Οργώνει, σπέρνει, ποτίζει,
μαζεύει τον ανθό, ξεκκοκίζει, ξένει, δεματιάζει και βάζει και
την τιμή επάνω!». «Μπα? Κι πόσου ιέχει, ρα?». «Είκοσι πέντε
εκατομμύρια». «Μπα? Κι Δε μι λες. Πίπις, καν’?». Ο υπάλληλος μένει
άναυδος. «Ε, όχι, κύριε», απαντάει ψιλοτσατισμένος. «Όλα αυτά που σας
είπα πριν τα κάνει. Αλλά μηχάνημα είναι. Πίπες ΔΕΝ
κάνει!». «Ε, τότινες, Δε γαμιέτι», λέει ο βλάχος, «θα κρατήσου… τα’
ιργάτριις!».

Στο Α’ Νεκροταφείο η σκηνή και πίσω από το φέρετρο ακολουθούν οι
τεθλιμμένοι συγγενείς, ένα… σκυλάκι που το κρατάει από
το λουρί κάποιος και… χίλιοι διακόσιοι άντρες! Ο φύλακας του
νεκροταφείου απορεί: «Ποιόν κηδεύετε?», ρωτάει τον κύριο με το
σκυλάκι. «Την πεθερά μου», λέει αυτός. «Α. Και πώς πέθανε?». «Τη δάγκωσε
το σκυλάκι». «Σοβαρά?», λέει ο φύλακας. «Να σας
πω, μήπως θα μπορούσατε να μου το δανείσετε, να δαγκώσει και τη δικιά
μου και να σας το επιστρέψω?». Και ο κύριος: «Στην…
ουρά, κύριε. Στην ουρά!».

Ο τύπος πάει διακοπές στη Τζαμάικα. Μπαίνει σ? ένα περίεργο μασάζ και
πάει στη σάουνα. Έχοντας μεγάλη ιδέα για τον εαυτό
του, με το που μπαίνει ο αράπης να του φέρει πετσέτες και τέτοια του
δείχνει το πουλί του: «Βλέπεις τι γράφει εδώ?», τον ρωτάει.
Κοιτάζει ο αράπης και βλέπει ένα «Ι», κάτι που δεν διαβάζεται και, στο
τέλος, ένα «y». «Όταν μεγαλώσει», του λέει ο λευκός,
ξέρεις τι λέει?». «Όχι», λέει ο αράπης. «I love you Mary», λέει
περήφανος ο λευκός. «Και εγώ έχω ένα τατουάζ», του λέει ο
αράπης και του δείχνει το δικό του πουλί. Ο λευκός διακρίνει ένα «Ι»,
κάτι που δεν διαβάζεται και, στο τέλος, επίσης ένα «y». «Τι
γράφει?», τον ρωτάει. «I love Mary γράφει και εσένα?», τον ρωτάει. Και
ο αράπης: «Όχι. Γράφει
I welcome you to Jamaica, dear tourist, and I wish you a very very
pleasant stay»…

Ο τύπος βγάζει ένα εξόγκωμα ακριβώς στο «δόξα πατρί». Πάει στο γιατρό
και αυτός του λέει: «Δυστυχώς, πάσχεις από…
πουτσομετωπίαση»! «Και τι να κάνω γι’ αυτό?». «Το καλύτερο που έχεις να
κάνεις, είναι πολλά ταξίδια. Να δεις χώρες, πόλεις,
ανθρώπους…». Ξεκινάει κι αυτός τα ταξίδια, βλέπει χώρες, πόλεις,
ανθρώπους, αλλά το εξόγκωμα στο δόξα πατρί όλο και
μεγαλώνει. Στη Γερμανία, λοιπόν, ρωτάει και άλλον ένα γιατρό: «Έχεις
πουτσομετωπίαση», του λέει, «ρίξ’ το στα ταξίδια…».
Συνεχίζει ο τύπος να ταξιδεύει, βλέπει χώρες, πόλεις, ανθρώπους, αλλά το
εξόγκωμα συνεχίζει να μεγαλώνει. Στην Αμερική, πια,
ρωτάει κι άλλον γιατρό: «Είναι φανερό. Έχεις πουτσομετωπίαση», του λέει.
«Και τι να κάνω?». «Ταξίδια. Όσο πιο πολλά μπορείς.
Να δεις ξένες χώρες, περίεργες πόλεις, εξωτικούς ανθρώπους…». Συνεχίζει
ακάθεκτος ο τύπος, αλλά το εξόγκωμα στο δόξα
πατρί συνεχίζει να μεγαλώνει κι έχει γίνει πια σαν αγγούρι. Σε κάποια
φάση έχει φτάσει πια στην Ασία. Μια και είναι εκεί,
σκέφτεται, λοιπόν, να επισκεφτεί και τον Δαλάι Λάμα. Τον κοιτάζει ο
Παναγιότατος και του λέει: «Τέκνον μου, έχεις
πουτσομετωπίαση! Συνέχισε να ταξιδεύεις όσο μπορείς. Να δεις πράγματα
πολλά…». «Με όλο το σεβασμό», του λέει ο τύπος,
«Παναγιότατε, γιατί όλοι μου λέτε να κάνω ταξίδια και να βλέπω πράγματα
και πόλεις και χώρες και ανθρώπους? Θα μου
περάσει έτσι?». Τον κοιτάζει, λοιπόν, απορημένος ο Δαλάι Λάμα και του
λέει: «Όχι τέκνον μου. Δεν θα σου περάσει. Αλλά, με
όλα αυτά που θα έχεις δει, θα έχεις κάτι να θυμάσαι σε κάνα δυο μήνες
που θα έχουν γίνει τα μάτια σου… αρχίδια»!

Ο πατέρας «πιάνει» την κόρη του στο κρεβάτι να «παίζει» μ’ ένα δονητή.
Έξαλλος τη σπάει στο ξύλο, της παίρνει το δονητή και
φεύγει. Η κόρη σπαράζει στο κλάμα για ώρες. Τελικά, κάποια στιγμή,
σηκώνεται να πάει στην κουζίνα. Μπαίνει μέσα και τι να
δει? Ο πατέρας της, με κόκκινα μάτια, κάθεται στο τραπέζι. Μπροστά του
είναι ένα άδειο σχεδόν μπουκάλι ουίσκι, δύο γεμάτα
ποτήρια και ο δονητής. «Πατέρα», τον ρωτάει τρέμοντας, «τι κάνεις εδώ?».
Και ο πατέρας της: «Τίποτα, μωρέ. Είπα να κάτσω, να
πιω ένα ποτό με το… γαμπρό μου».

Διαγωνισμός σκύλων. Ο Γερμανός βγαίνει μ’ ένα λύκο-«όνειρο». Βγάζει 10
μάρκα, του τα βάζει στο στόμα και του λέει: «Άντε,
αγόρι μου. Κάνε αυτό που ξέρεις». Φσσστ, βολίδα ο σκύλος, εξαφανίζεται.
Ύστερα από δύο λεπτά γυρίζει με… τσιγάρα,
εφημερίδα, καραμέλες και τα… ρέστα. Ο Άγγλος βγαίνει μ’ ένα υπέροχο
σέτερ. Του δίνει 30 λίρες και του λέει: «Άντε, αγόρι μου,
κάνε αυτό που ξέρεις». Ο σκύλος γυρίζει ύστερα από 10 λεπτά με… τσιγάρα,
εφημερίδα, δύο σακούλες σούπερ μάρκετ γεμάτες
αλλαντικά, τα ρέστα και την… απόδειξη. Ο Έλληνας βγαίνει μ’ ένα μούργο…
Του δίνει δύο πεντοχίλιαρα και του λέει: «Άντε,
αγόρι μου, κάνε αυτό που ξέρεις». Περνάει μισή ώρα, μία, δύο, ρε που
‘ναι ο σκύλος, τέλος πάντων, βγαίνουν να τον ψάξουν και
τι να δουν? «Καβάλα» σε μια σκύλα ο μούργος, κάνει… αμέριμνος τη δουλειά
του. Οπότε πετιέται ο Έλληνας και λέει: «Γι’ αυτό, ρε
γαμώ το, δεν του δίνω λεφτά. Όλα οι… πουτάνες του τα τρώνε…».

Ο Πόντιος πάει στο σινεμά. Παίρνει το εισιτήριό του, πάει προς την
αίθουσα, μπαίνει μέσα, αλλά ύστερα από ένα λεπτό βγαίνει
και… ξαναπάει στο ταμείο. Κόβει κι άλλο ένα εισιτήριο και ξαναπάει να
μπει μέσα. Έπειτα από ένα λεπτό, όμως, ξαναβγαίνει,
ξαναπάει στο ταμείο και κόβει κι άλλο ένα! Τον κοιτάζει περίεργα ο
ταμίας, αλλά δεν λέει τίποτε. Ύστερα από λίγο όμως…
ξανάρχεται ο Πόντιος να κόψει κι άλλο εισιτήριο. Ο ταμίας έχει τρελαθεί
και δεν αντέχει πια: «Με συγχωρείτε, κύριε», του λέει.
«Εγώ να σας δώσω κι άλλο εισιτήριο, αλλά για πείτε μου, δεν τα λυπάστε
τα λεφτά σας?». Και ο Πόντιος: «Τα λυπάμαι, αλλά τι να
κάνω? Αφού με το που μπαίνω μέσα, πετιέται μια πουτάνα και μου… το
σκίζει»!

Ο Χριστός παίζει τάβλι με τον Άγιο Πέτρο, αλλά χάνει. Σε κάποια φάση,
λοιπόν, λέει ο Άγιος Πέτρος: «Χριστούλη μου. Αν είναι να
παίξουμε σοβαρά. Αλλιώς, να κάτσω να χάσω». «Μα, γιατί, Πέτρο, λες
τέτοια πράγματα?», ρωτάει ψιλοαδιάφορα ο Χριστός. Και ο
Άγιος Πέτρος: «Διότι, αν δεν κάνω λάθος, μόλις έφερες για τρίτη φορά…
οκτάρες»!

Advertisements