Πηγή:
Ιερά Μονή Παντοκράτορος

Οι Αρχαίοι Γερμανοί

Προέλευση και κουλτούρα των αρχαίων γερμανικών φύλων, με αναφορές στις ρωμαϊκές πηγές

Η δήλωση του Ιορδάνη, ότι η Σκάντζα (Σκανδιναβία) είναι η κυψέλη των φυλών και η μήτρα των εθνών1, επαληθεύεται στην περίπτωση των γερμανικών φύλων. Τα φύλα αυτά βρίσκονται την αυγή της δεύτερης χιλιετηρίδας στην νήσο Σκάντζα (οι αρχαίοι γεωγράφοι θεωρούν την Σκανδιναβική χερσόνησο ως νήσο) έτοιμα να εξορμήσουν στις απέναντι ευρωπαϊκές ακτές της Βαλτικής. Από την νότια Σκανδιναβία περνούν στην Δανία και τις παρακείμενες περιοχές μεταξύ Έλβα και Όντερ. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε, ότι την εποχή αυτή αλλά και στις πολύ μεταγενέστερες, ούτε ο όρος «Γερμανοί» υπάρχει ούτε κάποια κοινή εθνική συνείδηση, που να συνδέει τις φυλές αυτές και να καθοδηγεί τις μετακινήσεις τους. Σύνδεσμος και κοινή φυλετική συνείδηση υπάρχει ανάμεσα στα άτομα της ίδιας φυλής και μόνο. Αντιμετωπίζουν και αντιμετωπίζονται ως ίσοι, μόνο όσοι είναι πολεμιστές τις ίδιας φυλής και αντιμετωπίζουν με δυσπιστία ή ακόμα και εχθρότητα μέλη άλλων συγγενικών φυλών. Αυτό, βέβαια, έχει την εξήγησή του. Σε μια περιοχή περιορισμένη, άνθρωποι νομάδες ψάχνουν τον ζωτικό χώρο στον οποίο θα εγκατασταθούν προσωρινά, μέχρι να εξαντλήσουν τις δυνατότητές του και στην συνέχεια θα μετακινηθούν στις περιοχές των γειτόνων τους, τους οποίους πρέπει να εκδιώξουν. Δύσκολα, λοιπόν, γειτονικές φυλές αναπτύσσουν τους απαραίτητους δεσμούς που θα σφυρηλατήσουν συμμαχία, κοινή δράση, ανταλλαγές πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση τη φυλής στη ράτσα και στη συνέχεια στο έθνος. Αυτό θα συμβεί πολύ αργότερα και θα δούμε κάτω από ποιες συνθήκες.

Περίπου το 1000 π.Χ. παρατηρείται μια κινητικότητα στη Βόρεια Ευρώπη. Τα ήδη εγκατεστημένα γερμανικά φύλα εισβάλουν στις περιοχές των Κελτών και φέρνουν τα σύνορα στους ποταμούς Ρήνο στα ανατολικά και Μάιν στα νότια. Η μετακίνηση αυτή των συνόρων είναι αργή και σταδιακή και δεν ολοκληρώθηκε πριν το 200 π.Χ. Η Νότια Γερμανία πληρούται με γερμανικό πληθυσμό και μετά το 100 π.Χ. ξεκινά η προσπάθεια υπέρβασης του Ρήνου και εισόδου στη Γαλατία. Την εποχή αυτή γίνονται οι πρώτες επαφές Ρωμαίων και Γερμανών, για την ακρίβεια συγκρούσεις, με αποτέλεσμα την αναχαίτιση των τελευταίων και τον περιορισμό τους ανατολικά του Ρήνου. Στην Ανατολική Γερμανία καινούργιες μετοικήσεις από τη Σκανδιναβία λαμβάνουν χώρα στις ακτές μεταξύ των εκβολών του Όντερ και του Βιστούλα. Οι μετοικήσεις αυτές πραγματοποιούνται στην ύστερη περίοδο του Χαλκού (για την περιοχή), μεταξύ 600 και 300 π.Χ. και θα συνεχιστούν με την διάβαση του Βιστούλα και την εξάπλωση ανατολικά στην περιοχή των σημερινών Καρπάθιων ορέων. Οι εξελίξεις στην περιοχή αυτή σχετίζονται με την εθνογένεση των Γότθων και δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω. Η διαμάχη μεταξύ Γερμανών και Σλάβων ιστορικών για την σχηματοποίηση των διάφορων γοτθικών λαών δεν θα μας απασχολήσει, επίσης, απλώς την αναφέρουμε διότι συμβουλευτήκαμε για την ιστορία των αρχαίων Γερμανών, κυρίως τον J. B. Bury τον David Nicolas, και σε κάποια σημεία τον παλαιότερο Walter Perry. Και οι τρεις αυτοί θεωρούν δεδομένη την προέλευση των Γότθων από γερμανικά φυλά ή ακόμη περισσότερο την υπαγωγή τους σε ένα από αυτά, οπότε αποφεύγουμε να επεκταθούμε στο θέμα καθότι δεν αφορά την μελέτη μας.

Οι πρώτες επαφές γερμανικών φυλών με τους Ρωμαίους καταγράφονται στο έργο του Ιούλιου Καίσαρα De Bello Gallico [Περί Γαλατικού Πολέμου], σύγγραμμα που γράφτηκε στα μέσα του α’ π.Χ. αιώνος Αυτός διαχωρίζει τους Κέλτες που ζούσαν στην δεξιά όχθη του Ρήνου από τους πιο πρωτόγονους Γερμανούς. Αναφορές βρίσκουμε και στα έργα του Τάκιτου Agricola και Germania, που γράφτηκαν στο τέλος του πρώτου μετά Χριστόν αιώνα. Ο θαυμασμός που καταγράφεται από μέρους του Τάκιτου για την βάρβαρη και γι’ αυτό ανεξέλεγκτη ζωή των αρχαίων Γερμανών, τον κατέστησε θεωρητικό καθοδηγητή για τις επόμενες γενιές ιστοριογράφων. Αυτοί, αν και ανδρωμένοι σε έναν πιο εξελιγμένο πολιτισμό, υπέρμαχοι της λογικής (raison), δεν δυσκολεύονται να την παραμερίσουν, οσάκις αναφέρονται στους «κοινούς προγόνους»2 , τους οποίους εκθειάζουν ως τους ελεύθερους άνδρες, που εξήλθαν από τα δάση για να γονατίσουν τους ηγέτες του κόσμου (Ρωμαίους). Παραλείπουν, όμως όλες τις ενδιάμεσες σελίδες της ιστορίας από την έξοδο των τευτονικών φυλών από τα δάση μέχρι την επικράτησή τους στη Δυτική Ευρώπη. Οι Γερμανοί αποκρούσθηκαν αρχικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και θα πάθαιναν συνεχόμενες πανωλεθρίες από όλους τους Καίσαρες και αυτοκράτορες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη. Την εποχή αυτή έγραψε γι’ αυτούς ο Αμμιανός Μαρκελίνος στην ιστορία του Res Gestae3 . Άλλωστε δεν κέρδιζαν τον τίτλο «Γερμανικός» αναίμακτα οι Καίσαρες.

Ποιες, όμως, ήταν οι αιτίες που οδηγούσαν τους Βάρβαρους να περνάνε το Ρήνο και να έρχονται αντιμέτωποι με τις λεγεώνες των Ρωμαίων; Για ν’ απαντήσει κάποιος σ’ αυτή την ερώτηση θα πρέπει να ασχοληθεί με τον τρόπο ζωής των αρχαίων αυτών φύλων. Ήταν κυρίως νομάδες, περιπλανώμενοι πολεμιστές, που κατοικούσαν σε οάσεις στέπας περικυκλωμένες από άγρια δάση. Αυτή την περιγραφή δίνουν οι γεωγράφοι για τη μορφολογία της Γερμανίας την εποχή εκείνη. Οι άνθρωποι αυτοί μισούσαν κάθε μορφή χειρωνακτικής εργασίας, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, και σε ορισμένες περιπτώσεις επιδίδονταν στην καλλιέργεια ορισμένων φυτών, κυρίως για την παραγωγή μπύρας και υφασμάτων. Εννοείτε ότι τις εργασίες αυτές ανέθεταν, ως υποτιμητικές, σε γυναίκες ή δούλους, ενώ οι ελεύθεροι άνδρες επιδίδονταν στο κυνήγι ή τον πόλεμο. Στις περιπτώσεις που η αύξηση πληθυσμού καθιστούσε την περιοχή που είχαν εγκατασταθεί, ανεπαρκή για να τους διαθρέψει, οι προοπτικές που παρουσιάζονταν ήταν δύο. Ή εκμετάλλευση της γης, που σημαίνει μόνιμη εγκατάσταση και σκληρή εργασία ή μετακίνηση που σημαίνει συγκρούσεις με γείτονες και κατάκτηση με αίμα, όσων δεν μπορεί να αποδώσει ο ιδρώτας4. Η δεύτερη λύση ήταν αυτή, την οποία προτιμούσαν σχεδόν πάντα. Όταν, όμως, οι συγκρούσεις με την αυτοκρατορία σταμάτησαν την πρόοδό τους στην περιοχή της Γαλατίας, τότε παρουσιάστηκε και μια Τρίτη ευκαιρία. Να εγκατασταθούν ως φοιδεράτοι στα εδάφη που δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν και να υπηρετήσουν στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού. Αυτό σήμαινε και την είσοδό τους στον πολιτισμένο κόσμο. Ήταν το σημείο εκκίνησης γι’ αυτούς που μέχρι πριν λίγο καιρό ζούσαν περιπλανώμενοι, μια ημιάγρια νομαδική ζωή, να εγκατασταθούν μόνιμα, ν’ αναπτύξουν συνήθειες πολιτισμένες και κυρίως ν’ ασπαστούν τον Χριστιανισμό.

Από την πλευρά της αυτοκρατορίας, η ήττα στον Τευτοβούργιο Δρυμό5, είχε δείξει, ότι το να υποτάξουν τους βάρβαρους πέρα από τον Ρήνο, απαιτούσε μεγάλη εισφορά σε ρωμαϊκό αίμα, χωρίς τα ανάλογα οφέλη, εφόσον στην γη τους δεν υπήρχαν πόλεις για να κατακτήσουν, αγροκτήματα για να τα εκμεταλλευθούν, αλλά ούτε και ενιαία κεντρική διοίκηση για να την υποτάξουν. Η Γερμανία δεν είχε τίποτα να προσφέρει στη Ρώμη, εκτός από στρατιώτες. Γι’ αυτό τον λόγο οι Ρωμαίοι προχώρησαν στην κατασκευή ενός δικτύου συνοριακών φυλακίων κατά μήκος της αμυντικής γραμμής (limes) Ρήνου-Δούναβη, που ως αποστολή είχαν την αποτροπή των εισβολών στις ρωμαϊκές επαρχίες. Η συνοριακή αυτή γραμμή ποτέ δεν υπήρξε στεγανή. Οι επαφές Ρωμαίων και Γερμανών συνεχίστηκαν και μάλιστα υπήρξαν ειρηνικές με κάποιες φυλές. Μέσω των Ρωμαίων, για παράδειγμα, οι Γερμανοί έμαθαν να πίνουν κρασί, αν και ποτέ δεν δοκίμασαν να το καλλιεργήσουν οι ίδιοι. Έτσι το αγαθό αυτό έγινε εμπορεύσιμο προϊόν, μαζί με υφάσματα και άλλα είδη πολυτελείας, προϊόντα μεταλλοτεχνίας και υαλοτεχνίας, που παρήγαγε η ρωμαϊκή βιοτεχνία. Κάποια προϊόντα υπόκειντο σε αυστηρό τελωνειακό έλεγχο και δεν επιτρεπόταν η εξαγωγή τους, όπως τα όπλα. Οι έμποροι φυλών που δεν διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με την Ρώμη μετακινούνταν με στρατιωτική συνοδεία μέχρι τους τελωνειακούς σταθμούς και πάλι πίσω στα σύνορα.

Εκτός από εμπορικές πραγματοποιήθηκαν και πολιτιστικές επιρροές στους γερμανικούς λαούς. Ενώ το 1200 π.Χ. εντοπίστηκαν από την αρχαιολογική σκαπάνη λίγα πυρηνικά χωριά κυρίως στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, τον 2ο μ.Χ. αι. τα χωριά αυτά επεκτείνονται και ο πληθυσμός τους αυξάνεται σταθερά μέχρι τον 4ο αι. Στα χωριά αυτά εντοπίζεται πάντα μια έπαυλη στα περίχωρα, κάτι που δείχνει την ύπαρξη ενός άρχοντα με σαφή κοινωνική διάκριση. Ενώ μέχρι τώρα, δηλ. ο αρχηγός της φυλής είχε τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις βάσει του άγραφου νόμου, και κατοικούσε, όπως και οι υπόλοιποι ελεύθεροι άνδρες σε κάρο κατά την περίοδο των μετακινήσεων, τώρα εγκαθίσταται σε κατοικία που ξεχωρίζει από τις άλλες. Δεν θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε, ότι τα προϊόντα της λαφυραγώγησης προμηθεύουν τις γερμανικές φυλές με τον απαραίτητο νομισματικό όγκο για τις εμπορικές συναλλαγές τους. Οι μισθοί των φοιδεράτων δεν παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις συναλλαγές καθότι αυτοί κατοικούν εντός των ορίων της ρωμαϊκής επικράτειας. Αλλά και σε στρατιωτικό επίπεδο παρατηρούνται επιδράσεις. Αναφέρεται, λοιπόν, και σε συνέχεια της ανωτέρω παρατήρησης, ότι οι Xάττοι εγκαινίασαν πειθαρχία ανάμεσα στους πολεμιστές τους και μπορούσαν, όχι μόνο να εκλέξουν αρχηγό, αλλά και να υπακούουν σε αυτόν6. Από τις τακτικές του ρωμαϊκού στρατού, φυσικά, υιοθέτησαν, όσες μπορούσαν να προσαρμόσουν και να εφαρμόσουν στον δικό τους τρόπο μάχης.

Δάνεια λαμβάνουν οι φυλές του Βορρά και από το ελληνορωμαϊκό πάνθεον. Οι Γερμανοί ήταν παγανιστές. Πιθανολογείται, ότι οι θεότητές τους είχαν σκανδιναβική προέλευση, όπως και οι ίδιοι, και συμπεριλαμβάνονταν στην σκανδιναβική μυθολογία. Έχει, βέβαια, διατυπωθεί η άποψη, ότι η θρησκευτικότητά τους ήταν περιορισμένη στο ελάχιστο, σχεδόν ανύπαρκτη. Η άποψη αυτή στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του Ιουλίου Καίσαρα, ότι «λάτρευαν αυτούς μόνο από τους θεούς που μπορούσαν να δουν την μορφή τους και να αισθανθούν την ευεργετική τους επίδραση, όπως τον ήλιο, το φεγγάρι και το στοιχείο της φωτιάς (Vulcan)˙ για τους υπόλοιπους «θεούς» δεν είχαν ακούσει ποτέ»7. Ιερείς δεν συνάντησε στις επαφές που είχε μαζί τους ο εν λόγω Καίσαρας (δρυΐδες, όπως αναφέρει). Η άποψη που σχημάτισε γι’ αυτούς ο μεγάλος στρατηγός της Ρώμης οφείλεται, ίσως, στο ότι τους συνάντησε μακριά από τις εστίες τους. Ο μεταγενέστερος Τάκιτος αναφέρει τον Ερμή, τον Άρη και τον Ηρακλή, ως τους κύριους δαίμονες των Γερμανών και ειδικά για τους Σουηβούς προσθέτει την λατρεία της Ίσιδας8. Είναι εμφανές, ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα, έως την εποχή που γράφει ο Τάκιτος, οι επιρροές που δέχθηκαν οι Γερμανοί, μέσω των εγκατεστημένων στις αυτοκρατορικές επαρχίες, ομοφύλων τους, είναι έντονες. Η απόδοση λατινικών ονομάτων στους τευτονικούς δαίμονες αντιστοιχίζεται ως εξής: Mercury-Wuotan, Jupiter-Donar, Mars-Zious, Isis-Holda ή Berctha.

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της λατρείας αυτών;

Είναι δύσκολο να συστηματοποιηθούν οι δοξασίες και οι προλήψεις τόσων πολλών, κατά πολύ διαφοροποιημένων, φυλών, και να ακολουθηθούν οι εξελίξεις τους στο πέρασμα των χρόνων. Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες από τους ίδιους τους Γερμανούς, πολύ περισσότερο μια γερμανική μυθολογία κατά τα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής. Ότι γνωρίζουμε προέρχεται από συγγράμματα των Ρωμαίων, παραδόσεις και τραγούδια. Τα στοιχεία αυτά υπέστησαν επεξεργασία με κριτήρια δανεισμένα από την σκανδιναβική μυθολογία, εφόσον οι Γερμανοί θεωρούνται σκανδιναβικός κλάδος. Την πρακτική αυτή ακολούθησαν οι Karl Friedrich Koeppen (Nordische Mythologie) και Karl Joseph Simrock(Handbuch der Deutschen Mytholog). O Jacob Grimm9 κατέβαλε αξιόλογη προσπάθεια ν’ αποκόψει την γερμανική από την σκανδιναβική μυθολογία, αλλά το αποτέλεσμα κρίθηκε ανεπαρκές. Εμείς θα σταθούμε σ’ εκείνα τα σημεία του γερμανικού παγανισμού που είναι κοινά, αν όχι σε όλες, τουλάχιστον στις περισσότερες φυλές.

Σε αυτά που γράψαμε παραπάνω για τους γερμανικούς δαίμονες θα προσθέσουμε μερικά ονόματα ακόμα. Στον Tuisco, ένα δευτεροκλασάτο «γέννημα της γης»10, οφείλουν οι Τεύτονες (Deutsche) το όνομά τους. Σε μια γυναικεία φιγούρα, την Nerthus ή Hertha (αντίστοιχη της αρχαιοελληνικής Γαίας), βρίσκουμε την ετυμολογία της αγγλικής λέξης earth για την γη (γερμανικά Erde). Γιος του Tuisco ήταν ο Mannus, το πρώτο ανθρώπινο ον, πατέρας των Ingo, Isco, Irmino. Αυτοί ήταν γενάρχες τριών φυλών, των Ingaevones, Iscaevones και Hermiones, στις οποίες εξαρχής διαιρέθηκε η γερμανική ράτσα. Την μυθολογία αυτή συμπληρώνουν όντα, όπως Dwarfs (νάνοι), Elves (ξωτικά), Goblins (καλικάντζαροι) κ.α. τέρατα, που αναβιώνουν στη σύγχρονη λογοτεχνία του φανταστικού, και ιδιαίτερα στο έργο του John Ronald Reuel Tolkien «Ο άρχοντας των δακτυλιδιών».

Ξεχωριστοί τόποι λατρείας δεν υπάρχουν στην αρχαία Γερμανία. Ένας βωμός στηνόταν στην όχθη ενός ποταμού ή μιας λίμνης, στην κορυφή ενός λόφου ή στην καρδιά ενός πυκνού δάσους και αυτό αρκούσε. Αναφέρεται η περίπτωση των Semnones, παρακλάδι των Σουηβών, οι οποίοι λατρεύουν τον Alfadir, μέσα σε αρχαίο και ανήλιαγο δάσος, ιερό γι’ αυτούς, στην περιοχή του Βρανδεμβούργου. Για την τελετή συγκεντρώνονταν αντιπρόσωποι από όλα τα γένη των Σουηβών και κατά την διάρκειά της τελούνταν ανθρωποθυσίες. Τέτοιου είδους θυσίες απαιτούσε και η λατρεία του Wuotan από τις άλλες φυλές, ενώ υποδεέστεροι δαίμονες αρκούνταν στις θυσίες ζώων. Κατά τον Walter Perry11 το φρικτό αυτό έθιμο συνεχίστηκε, σε κάποιες περιπτώσεις και από τους Φράγκους, όσους δεν μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό, κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα. Την πληροφορία αυτή επιβεβαιώνει η επιστολή του Αγίου Βονιφατίου στον πάπα Γρηγόριο Β’ το 724 μ.Χ. Στην επιστολή αυτή ο ιεραπόστολος των Σαξόνων, αναφέρει στον Ρωμαίο Ποντίφικα την πορεία του έργου του και ζητά συμβουλές για την παραπέρα δράση του. Ένα από τα θέματα τα οποία θίγει, αφορά την πώληση σκλάβων στους ειδωλολάτρες για θυσία. Ο πάπας του ζητά να απαγορεύσει αυτή την συνήθεια και όσοι από τους νεοφώτιστους Γερμανούς την πράττουν να επιτιμηθούν με επιτίμια ανάλογα της ανθρωποκτονίας12.

Άλλο χαρακτηριστικό της θρησκείας αυτής είναι η ύπαρξη γυναικών προφητών κατά τα πρότυπα της αρχαιοελληνικής Πυθίας. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μαντεία. Η προφητική ιδιότητα, κατ’ αυτούς κατοικούσε στο γυναικείο φύλο και μόνο. Για παράδειγμα, η προφήτης της φυλής των Βρουκτέρων Veleda, που μάντεψε την νίκη τους έναντι των Ρωμαίων τιμήθηκε από τους ομοεθνείς της με βασιλικές τιμές. Στη συνέχεια συνελήφθη και κόσμησε τον Θρίαμβο του Δομητιανού στην Ρώμη, όπως αναφέρει ο Ρωμαίος ποιητής Publius Papinius Statius13. Αυτή είναι και η μόνη περίπτωση, κατά την οποία γυναίκες συμμετέχουν στις λήψεις αποφάσεων. Εκτός των παραπάνω υπήρχαν και άλλες τελετές οιωνοσκοπίας. Οιωνούς έβλεπαν οι αρχαίοι Γερμανοί στο πέταγμα και το κελάιδισμα των πουλιών, στην μονομαχία ενός δικού τους πολεμιστή με έναν αιχμάλωτο, στην διακύμανση της φωνής κατά την εκτέλεση ενός Barditus, δηλαδή ενός πολεμικού παιάνα. Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρουν και την χρησιμοποίηση μιας ειδικής μεθόδου. Κλαδί οπωροφόρου δένδρου τεμαχίζονταν και ρούνοι χαράσσονταν πάνω σε κάθε κομμάτι. Στη συνέχεια τα κομμάτια διασκορπίζονταν πάνω σε λευκό ύφασμα και ο εντεταλμένος ιερέας «διάβαζε το θέλημα των θεών».

Όπως αναφέραμε παραπάνω συγκεκριμένη λευιτική τάξη, συγκεκριμένο ιερατείο δεν υπήρχε. Κάποιος από τους προκρίτους της φυλής που γνώριζε τα τυπικά των τελετών, μπορούσε να τις εκτελεί, είτε επρόκειτο για θυσίες, προσευχές ή οιωνοσκοπία. Σε οικογενειακό επίπεδο το ρόλο αυτό αναλάμβανε ο πατερφαμίλιας (paterfamiliae). Άλλο ένα συστατικό στοιχείο των δοξασιών τους είναι η πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Η άποψη που θεωρεί τους Γερμανούς ατρόμητους πολεμιστές, διότι «… παρ’ ουδέν τιθέμενοι την του βίου τελευτήν. Ενισχύει γαρ παρ’ αυτοίς ο Πυθαγόρου λόγος ότι τας ψυχάς των ανθρώπων αθανάτους είναι συμβέβηκε, και δι’ ετών ορισμένων πάλιν βιούν εις έτερον σώμα της ψυχής εισδυομένης. Διό και κατά τας ταφάς των τετελευτηκότων ενίους επιστολάς γεγραμένας τοις οικείοις τετελευτηκόσιν εμβάλεις εις την πυράν ως των τετελευτηκότων αναγνωσομένων αυτάς»14, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ο αρχαίος αυτός συγγραφέας αναφέρεται στους Γαλάτες και όχι στους Γερμανούς. Για τους δεύτερους η περιγραφή της επόμενης ζωής κατά τα πρότυπα της σκανδιναβικής Βαλχάλλα (κάτι ανάλογο με τα Ηλύσια Πεδία) είναι προτιμητέα, εφόσον πρόκειται για τον παράδεισο των γενναίων πολεμιστών και όχι για μετενσάρκωση. Επίσης καμιά πρακτική της καθημερινότητάς τους δεν αποκαλύπτει πίστη σε μετενσάρκωση.

Ο καταμερισμός των φυλών και η εξ’ αυτής πολυδιάσπαση ανέπτυξε και τον ανάλογο τρόπο διοίκησης. Κάθε χωριό ήταν αυτοδιοίκητο και τις αποφάσεις ελάμβανε συμβούλιο αποτελούμενο από τα πρεσβύτερα άρρενα μέλη των διευρυμένων οικογενειών. Αυτό δημιουργούσε τύποις κοινωνικές θέσεις, κατά βάσει κληρονομικές. Οι θέσεις αυτές δεν ήταν τάξεις, στην πρώιμη φάση αυτών των κοινωνιών, δεν ήταν κλειστές. Παρ’ ότι ήταν κληρονομικές, μπορούσε κάποιο μέλος της κοινωνίας ν’ ανέλθει, με την προϋπόθεση να είναι πολεμιστής και να επιτελεί ηρωικές πράξεις, υπό την αιγίδα πάντα κάποιου ιεραρχικά ανώτερου. Μπορούσε και να κατέλθει, αν έπιπτε στην εκτέλεση υποδεέστερων πράξεων, όπως η χειρωνακτική εργασία. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε, τηρουμένων των αναλογιών, για μια στρατιωτική αριστοκρατία. Η δομή αυτή εξυπηρετούσε κυρίως στρατιωτικούς σκοπούς. Απέβλεπε στο να μπορεί να προσφέρει κάθε χωριό, ανάλογα με το έδαφος που κατείχε, συγκεκριμένο αριθμό πολεμιστών.

Δικαστική εξουσία, με την έννοια που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα επίσης δεν υπήρχε. Ο «δικαστής» κάθε χωριού είχε συμβουλευτικό ρόλο, πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον αρχηγό της φυλής. Εκπρόσωποι κάθε χωριού μετείχαν σε έναν ευρύτερο σχηματισμό της φυλής με νομοθετικό χαρακτήρα. Μέλη αυτού του συμβουλίου περιόδευαν στην επικράτεια της φυλής, επιβλέποντας την τήρηση των αποφάσεων. Τα μέτρα έπρεπε να επικυρωθούν από την συνέλευση του κάθε χωριού για ν’ αποκτήσουν τοπική ισχύ. Στις συνελεύσεις μετείχαν μόνο οι ελεύθεροι άρρενες πολεμιστές. Ο αρχηγός θεωρούνταν ως πρώτος μεταξύ ίσων. Την πρωτιά του καθόριζε μόνο η αναγωγή της καταγωγής του σε κάποια μυθική θεότητα και ήταν κληρονομική. Πέραν τούτου τίποτε άλλο δεν τον διαχώριζε από τους υπόλοιπους. Αυτό, όμως αποδείχθηκε αρκετό, ώστε μετά την επαφή των Γερμανών με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και την εξ’ αυτής μεταβολή της αρχηγίας σε βασιλεία, αυτή να διατηρείται ως οικογενειακό προνόμιο, ακόμη και όταν δεν συναινούσε η κοινωνία. Η μετάβαση της εξουσίας από την Μεροβίγγεια στην Καρολίγγεια δυναστεία ήταν μια ρηξικέλευθη τομή, που ενώ είχε πολιτικά στηρίγματα, ζήτησε την υποστήριξη της Εκκλησίας, όπως θα δούμε παρακάτω. Επανερχόμενοι, τονίζουμε ότι την εποχή αυτή μιλάμε για τοπική αρχηγία.

Η εκτελεστική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του κοινωνικού συνόλου. Αυτό σημαίνει αυτοδικία, κατά κύριο λόγο. Σε περιπτώσεις που κάποιος θίγεται από την παράνομη πράξη κάποιου άλλου, ο ίδιος ή η οικογένειά του πρέπει να λάβουν ικανοποίηση. Η απόδοση της δικαιοσύνης έχει την μορφή της εκδίκησης, της βεντέτας, και όχι της τιμωρίας. Όταν κάποιος βρίσκονταν σε μειονεκτική κοινωνική θέση και δεν μπορούσε να απαιτήσει ικανοποίηση, μπορούσε να υπαχθεί στην προστασία ενός ισχυρότερου, ο οποίος μεριμνούσε γι’ αυτό. Αυτή η σχέση δημιούργησε την έννοια του feud που συν τω χρόνω υπεισήλθε στο διοικητικό σύστημα και το καθόρισε ως φεουδαλισμό. Όλα τα ξεχωριστά νομικά συστήματα των γερμανικών φυλών έχουν αυτή την κοινή αρχή, με κύριο εκπρόσωπο τον Σαλικό Νόμο. Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο εδώ, αλλά θα το αναλύσουμε στο οικείο κεφάλαιο.

Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω, πηγή κάθε εξουσίας και φορέας της ήταν μια συγκεκριμένη αριστοκρατική ομάδα, μια ελίτ των πολεμιστών. Δικαίωμα συμμετοχής στα συλλογικά όργανα είχαν μόνο αυτοί και το αντλούσαν εν μέρει από την καταγωγή τους και εν μέρει από την πολεμική τους ικανότητα και όχι από την κοινωνική προσφορά τους. Συνεπώς αρκούσε η στρατιωτική εκπαίδευση για να μπορέσει κάποιος ν’ ανέλθει κοινωνικά. Δεν χρειαζόταν άλλου είδους παιδεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι το σύστημα αυτό προσιδίαζε στην σπαρτιατική ολιγαρχία και όχι στην αθηναϊκή δημοκρατία και σίγουρα απείχε κατά πολύ από τον συγκερασμό των δύο, που πέτυχε η ρωμαϊκή δημοκρατία. Με αυτά κατά νου δεν συμμεριζόμαστε την άποψη του J. B. Bury, ότι κάθε γερμανικό κράτος, είτε είχε βασιλιά είτε όχι ήταν στην ουσία μια δημοκρατία15. Αντιλαμβανόμαστε, βέβαια, ότι την εποχή που δόθηκαν οι διαλέξεις του Άγγλου καθηγητή, η λεγόμενη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», το καθεστώς που επιβλήθηκε στη Γερμανία, μετά την ήττα της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έπνεε τα λοίσθια. Η παραπάνω θέση, λοιπόν, θα μπορούσε να εκληφθεί, ως ακαδημαϊκή υποστήριξη σε ένα ασταθές κατεστημένο˙ αν όχι, τότε αποτελεί άλλη μια επίδειξη αγγλικού φλεγματικού χιούμορ… η συνέχεια (μέρος Β’) εδώ.

1) Ιορδάνης, Γετικά, IV,25.
2) Perry, Walter C., The Franks, London 1857, p.12 (στα αγγλικά). Ο Α. Η. Davis στο έργο του Ceasar and the Germans, καθώς γράφει μεταγενέστερα, στις αρχές του εικοστού αιώνα, αναφέρεται μεν στους συμπατριώτες του ως φορείς του αγγλο-σαξωνικού αίματος και, συνεπώς, απογόνους των αρχαίων Γερμανών, φροντίζει δε να τονίσει τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τους Άγγλους από τους προγόνους τους. Α. Η. Davis, Ceasar and the Germans, London, σελ. 21 της εισαγωγής.
3) Ρωμαίος στρατιώτης, του οποίου η ιστορία ξεκινά από το 96 μ.Χ. και τον Νέρβα και φτάνει μέχρι την ήττα του Ουάλεντα στην μάχη της Ανδριανούπολης το 378 μ.Χ. Δυστυχώς 13 βιβλία του έργου του έχουν απολεσθεί, ενώ τα υπόλοιπα δεκαοκτώ σώζονται σε Καρολίγγειο χειρόγραφο του Θ’ αιώνα μ.Χ. στη μονή της Φούλντα στη Γερμανία. Οι επεμβάσεις που έχουν γίνει στο κείμενο έκαναν τον Stein να αναφωνήσει με χαρά, ότι ο Αμμιανός Μαρκελίνος είναι ο μεγαλύτερος ιστορικός μεταξύ Τάκιτου και Δάντη και τον Γίββωνα (Edward Gibbon) να την χαρακτηρίσει «ιστορία χωρίς προκαταλήψεις και πάθη».
facile prsuaseris, quam vocare hostes et vulnera mereri; pigrum quinimmo et iners videtur, sudore adquirere quod possis sanguine parare.» Δηλ. «(Από το να πεισθούν) να καλλιεργήσουν την γη και να περιμένουν την ετήσια σοδειά, προτιμούν να προκαλέσουν τον εχθρό και ν’ ανταμειφθούν με πληγές˙ Θεωρούν επώδυνο και ανόητο, ν’ αποκτήσουν με ιδρώτα ό,τι μπορούν με λίγο αίμα».
5) Το 9 μ.Χ. ο Αρμίνιος κατάφερε να διαλύσει τρεις ρωμαϊκές λεγεώνες, τις οποίες οδηγούσε ο Πόπιος Κοϊνκτίλιος Ουάρος στην μάχη στον Τευτοβούργιο Δρυμό ή αλλιώς μάχη του Ουάρου. Η πιθανότερη τοποθεσία διεξαγωγής της μάχης εντοπίζεται βόρεια του όρους Kalkriese. Σχετ. το άρθρο του Δημήτριου Μπαζινά, Η μάχη στον Τευτοβούργιο Δρυμό, περ. Ιστορικά Θέματα τευχ.54, Αθήνα Σεπτέμβριος 2006, σελ.10 – 27.
6) Tacitus, Germania,XXX.
7) Caesar, De Bello Gallico, VI.21: «Deorum numero eos solos ducunt, quos cernunt et quorum aperte opibus iuvantur, Solem et Vulcanum et Lunam, reliquos ne fama quidem acceperunt».
8) Tacitus, Germania,ΙΧ.
9) Jacob Ludwig Karl Grimm, Deutsche Mythologie, Goettingen 1835. Είναι ο εις εκ των δύο αδελφών Γκριμ, γνωστών για τα παραμύθια τους.
10) Tacitus, Germania,ΙΙ: «Tuisconem Deum terra editum».
11) Perry, Walter C., The Franks, σελ.27.
ν Monumenta Germaniae Historica, Epistolae Selectae, Band 1, epistolae 28, Berlin 1916.
13) P.P.Statius, Silvae, I.ii.90: «Captivaeque preces Veledae».
14) Διόδωρος Συκελιώτης, Βιβλιοθήκη, V.28.
15) Bury,J.B., The invasion of Europe by the barbarians, New York 1963,p.12 : «A German state might have a king or it might not, but in either case it was virtually a democracy».

Συμπεραίνουμε απ’τα παραπάνω ότι επρόκειτο για λαούς σκορπισμένους κι όχι ακόμα συγκροτημένους σε κράτος με τα χαρακτηριστικά του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως δηλαδή θα ήταν και τα ελληνικά φύλα τους πρώτους αιώνες εγκατάστασής τους στη χώρα μας – δε λεώ Έλληνες, γιατί το ελληνικό έθνος με τη σημερινή σημασία δεν υπήρχε ακόμα, κι επίσης το ελληνικό έθνος αποτελεί κράμα των ινδοευρωπαίων εισβολέων και των γηγενών κατοίκων πελασγικής καταγωγής. Εμείς έπειτα αναπτύξαμε ανώτερο πολιτισμό λόγω γειτνίασης με τους ήδη προηγμένους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Εγγύς Ανατολής. Τα γερμανικά φύλα απλώς ήταν απομονωμένα, με ελάχιστες ευκαιρίες επαφής με πιο πολιτισμένους λαούς. Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν χαζοί, ανίκανοι να αναπτυχθούν ή ότι άλλο φρονούν φανατισμένοι αντιγερμανοί. Λογικό ήταν, κατερχόμενη νοτιότερα στην Ευρώπη, μην έχοντας κανένα πλούτο σχετικά με τους νοτιοευρωπαίους, να συμπεριφερθούν σαν πεινασμένοι άρπαγες, κλέβοντας και λεηλατώντας ό,τι υπήρχε στην περιοχή, γι’αυτό και χαρακτηρίστηκαν βάρβαροι. Σταδιακά ωστόσο η κατάσταση σταθεροποιήθηκε, οι εισβολείς πήραν όλα τα χρήσιμα στοιχεία για τη διοίκηση ενός κράτους από την παρηκμασμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ίδρυσαν τις δικές τους αυτοκρατορίες. Από εκει και στο εξής η ανάπτυξή τους ήταν ανοδική, ώστε σήμερα να ζουν στα πλέον προηγμένα κράτη του κόσμου. Οι Σκανδιναβοί ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση, αφού εκπολιτίστηκαν/εκχριστιανίστηκαν σχετικά αργά, πολλοί απ’αυτούς ούτε καν πριν μια χιλιετία, άρα υπόκειντο υπό την υποδουλωτική για το νου χριστιανική τυραννία για πολύ λιγότερο χρόνο μην προλαβαίνοντας να την εμπεδώσουν πλήρως, κι επίσης γρήγορα υιοθέτησαν τον πιο φιλελεύθερο προτεσταντισμό, ώστε σήμερα να είναι μεταξύ των πιο ανοιχτόμυαλων εθνών στον κόσμο. Επομένως δε μπορούμε να συγκρίνουμε τα αρχαία γερμανικά φύλα με τους υπανάπτυκτους ιθαγενείς άλλων περιοχών σε καμία περίπτωση.

Advertisements