Αυτές τις μέρες είμαι στο χωριό μου, τους Πύργους της Κοζάνης. Χθες το μεσημέρι λοιπόν περπατώντας μ’ένα φίλο μου στο δρόμο πέσαμε πάνω σ’ένα πολύ σπάνιο εύρημα. Πάνω σ’ένα σκαλί ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου υπήρχε μια πολύ μικρή χελωνίτσα, κάπου στα 6 εκ. «Έλα, χελωνούλα εδώ,» μου λέει. Είναι αρκετά σπάνια η εύρεση τόσο μικρής χελώνας. Πηγαίνοντας όμως να τη σηκώσω κατάλαβα πως ήταν αφύσικα ελαφριά και βρήκα το πίσω δεξιό άκρο της πιο λεπτό απ’ό,τι θά’πρεπε να είναι.

Μια κοινή μικρή χελωνούλα. Έχει κάτι το διαφορετικό;

Προφανώς είναι διαφορετική.

Τι έγινε με το κεφάλι; Γιατί δε βγαίνει έξω να μας δει; Εδώ σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.

«Αυτό δεν είναι χελώνα, είναι πτώμα!» Ήταν το αποσκελετωμένο πτώμα μιας νεαρής χελώνας, ένα πολύτιμο εύρημα δηλαδή που βρήκαμε εντελώς τυχαία. Το πήγα δίπλα σε μια γωνία για να μην το δει και πετάξει κανείς, κι έπειτα το απόγευμα το μάζεψα με σκοπό να το βάλω στη συλλογή μου μαζί με τα όστρακα, τα ταριχευμένα, τα έντομα, τα πετρώματα και τ’απολιθώματα.

Το πτώμα του ερπετού βρισκόταν σε τέλεια κατάσταση. Το κέλυφος ήταν ολόκληρο με όλες τις φολίδες πάνω του και με τους κανονικούς χρωματισμούς τους, ενώ και τα άκρα και το κεφαλάκι έχουν τις φολίδες τους. Αρχικά είχε και το πίσω δεξιό άκρο που όμως δε στηριζόταν πουθενά, κι όταν τη σήκωσα το έχασα. Τώρα έχω μια χελώνα με ένα μέρος μάλλον, όχι ολόκληρη, της ουράς, το ένα μπροστινό δεξιό άκρο και το κεφάλι με το λαιμό, καθώς και όλα τα οστά του κελύφους φυσικά. Τα παραπάνω τρία μέλη στέκονται ακόμα αρκετά καλά. Όταν το σήκωσα επίσης έπεσε ένα υλικό σαν σκόνη. Το σώμα ήταν ωστόσο εντελώς στεγνό, και δε χρειαζόταν επιπλέον επεξεργασία. Μυρίζοντας από πολύ κοντά μύρισα μυρωδιά χελώνας, κάτι δηλαδή ανάμεσα σε χόρτο και κάτι άλλο μοναδικό στις χελώνες, και ίσως λίγο σάπιο κρέας όχι όμως όπως σ’ένα καβούκι που είχα βρει πολύ παλιά με κρέας ακόμα μέσα που μού’σπασε αργότερα. Προφανώς το πτώμα είχε μείνει εκεί για αρκετές μέρες, αποσυντέθηκε καλά, ξεράθηκε και τώρα ήταν έτοιμο για τη συλλογή, λες κι έγινε επίτηδες από κάποιον. Το είδος είναι όπως και μ’όλες τις χελώνες τις περιοχής η κοινή μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni).

Τώρα θα προσπαθήσω να κάνω τον ιατροδικαστή για να υποθέσω την αιτία του θανάτου. Το σίγουρο είναι ότι δεν πέθανε από τραυματικό γεγονός, αφού το σώμα της ήταν ολόκληρο. Αποκλείουμε άρα το αυτοκίνητο, το αρπακτικό ζώο, το ανώμαλο παιδάκι που τη χτύπησε κ.ά. Από τι άλλο θα μπορούσε να πεθάνει; Κατ’αρχήν όμως να εξετάσουμε το μέρος που βρέθηκε, στη μέση ενός σκαλιού της μέσης μιας μικρης σκάλας τριών-τεσσάρων σκαλιών, στο οποίο με τίποτα δε μπορεί να σκαρφαλώσει ούτε μεγάλη χελώνα. Κι έτσι έχω στο μυαλό μου μερικές αλλόκοτες αιτίες:
Η πρώτη, και ίσως η πιο λογική, είναι ότι ο αέρας τη σήκωσε από κάπου δίπλα και την άφησε εκεί, εφόσον είναι πανάλαφρη. Όμως αν περιμέναμε να την πήρε ο άνεμος δε θά’πρεπε νά’ταν τοποθετημένη όπως νά’ναι ή και λίγο σπασμένη;
Η δεύτερη είναι πως μια μικρή χελωνούλα ζούσε στην αυλή του κτιρίιου, και κάποτε αποφάσισε να κατέβει τις σκάλες, αλλά στη μέση οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν και ίσως πέθανε από θερμοπληξία όταν ο ήλιος χτυπούσε το μεσημέρι πάνω στα σκαλιά.
Σύμφωνα με την τρίτη αιτία, κάποιος άνθρωπος, παιδί ή ζώο άφησε στο συγκεκριμένο σημείο τη χελώνα αλλ’αυτή φοβούμενη το ύψος δεν κατέβηκε ποτέ, κι έτσι πέθανε είτε από θερμοπληξία είτε από ασιτία ή αφυδάτωση. Δε θα την ωθούσε η ανάγκη όμως να κατέβει παρά το ύψος; Δε μπορώ να πιστέψω πως αυτό το τόσο επιτυχημένο ζώο έχει τόσο λίγο μυαλό, ώστε να παγιδεύεται τόσο εύκολα σε δύσκολα σημεία. Αν ήταν έτσι, θα βρίσκαμε παγιδευμένες χελώνες σ’όλα τα ύψη. Και το ύψος σ’αυτήν την περίπτωση νά’ταν περίπου μισό μέτρο, όχι κάποιο επικίνδυνο βάθος.
Τέλος η τέταρτη αιτία είναι η πιο αλλόκοτη. Εδώ ίσως κάποιος επίτηδες τοποθέτησε μια νεκρή χελώνα στη μέση του σκαλιού της εισόδου ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου και μάλιστα σημαντικού, διότι εκεί στεγαζόταν κάποτε η κοινότητα ενώ σήμερα μένουν παραμελημένα όλα τα ιστορικά αρχεία του χωριού, στο πλαίσιο κάποιας θρησκείας ή μυστικιστικής θεωρίας, ως ένδειξη ιδιότυπης διαμαρτυρίας, ή απλώς για να ξεράνει κι αυτός το πτώμα και να διατηρήσει το σκελετό.

Όποια και νά’ταν η αιτία, το ζώο πέθανε, και τώρα μας μένει μόνο ο σκελετός του. Μπορώ να τη φανταστώ ως ένα βαρύ και ζωηρό χελωνάκι να βοσκάει χορταράκαι και φυλλαράκια, να λιάζεται και να σκάβει με τα ποδαράκια του λακουβίτσες για να κοιμηθεί το βράδυ. Όποτε ερχόταν κάτι ή περνούσε ξαφνικά μια σκιά, μάζευε το κεφαλάκι του μέσα φοβισμένο. Σίγουρα θα είχε περάσει τουλάχιστον μία χειμέρια νάρκη, στην οποία έσκαψε βαθιά στην άμμο και αδρανοποιήθηκε, χωρίς ευτυχώς να παρασυρθεί από τα νερά της βροχής και του χιονιού ή να πνιγεί, και την άνοιξη πάλι βγήκε έξω στον ήλιο για να φάει λίγα απ’τα πρώτα τρυφερά φύλλα. Όμως κάτι ή κάποιος του διέκοψε αυτήν τη μικρή ζωούλα, και δεν πρόλαβε ποτέ να μεγαλώσει και ν’αναπαραχθεί. Πλέον μέσα στο κεφαλάκι του δεν υπάρχει μυαλάκι, μόνο οστά και κενός χώρος.

Advertisements