Η μικρή μου ακόμα αραουκάρια 16/6/2012.

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά.

Το φυτό που βλέπετε προστέθηκε στη συλλογή μου στις 7 Μαΐου φέτος. Είναι ιδιαίτερο στην εμφάνιση και στην ανάπτυξη, σχετικά σπάνιο, τέλεια συμμετρικό και αρχέγονο, και γι’αυτούς τους λόγους έγινε γρήγορα απ’τα αγαπημένα και ξεχωριστά μέλη της συλλογής μου. Είναι μια αραουκάρια ή αλλιώς αροκάρια ή αρωκάρια του νησιού Νόρφολκ, με επιστημονικό όνομα Araucaria heterophylla (αραουκάρια η ετερόφυλλος), γνωστή συχνά και με το παλαιότερό της Araucaria excelsa (αραουκάρια η έξοχος), υποτροπικό κωνοφόρο δέντρο του Νοτίου Ημισφαιρίου με αρκετές ιδιαιτερότητες. Μολονότι σήμερα καλλιεργείται σ’όλον τον κόσμο, σχεδόν πουθενά δεν καλλιεργείται ευρέως παρόλη την ομορφιά και τη συμμετρία του, ούτε καν σ’όλα τα τροπικά και υποτροπικά μέρη όπου φυτεύεται στο έδαφος ως ψηλό δέντρο. Δυστυχώς που γίνεται αυτό με αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο φυτό να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο κι ακριβό, ενώ άλλα γνωστότερα κι όχι τόσο ιδιαίτερα να κατακλύζουν τον τόπο. Για να γίνει όμως γνωστό αυτό το κωνοφόρο θα πρέπει να εκτίθεται κάπου, να το δει ο κόσμος, ν’ανεβεί η ζήτηση. Αυτό δυστυχώς δε γίνεται, κι έχω από προσωπική εμπειρία να πω πως δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το συγκεκριμένο φυτό. Μ’αυτό το θέμα λοιπόν έχω καλύψει όλα τα φυτά της συλλογής μου ως τώρα. Λέω ως τώρα, διότι αναμένονται λίγα ακόμα σπάνια είδη. Φυσικά τα φυτικά είδη στο σύνολό τους δεν εξαντλούνται ποτέ, κι έτσι θα συνεχίζονται να προστίθενται θέματα για αυτήν τη μεγάλη και πολυποίκιλη ομάδα ειδών του πλανήτη μας.

Ας πούμε όμως αρχικά λίγα λόγια για την οικογένεια αυτού του δέντρου. Το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια των αραουκαριιδών (araucariaceae), μια πανάρχαια οικογένεια κωνοφόρων που σήμερα περιορίζεται κυρίως στο Νότιο Ημισφαίριο με κατακερματισμένη εξάπλωση, στο παρελθόν όμως κυριαρχούσε στα περισσότερα μέρη του κόσμου, ώσπου ήρθε η μεγάλη εξ αστεροειδούς καταστροφή πριν 65 εκατομμύρια χρόνια εξαφανίζοντας τους δεινοσαύρους και πολλά άλλα είδη, και περιορίζοντας πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένης αυτής της οικογένειας. Η οικογένεια όμως αυτή των κωνοφόρων παραδόξως δεν εξωθήθηκε από τα ανθοφόρα όπως άλλα κωνοφόρα να ζήσει σε ορεινές ή πολικές περιοχές, αλλά παρέμεινε στην αρχική της οικολογική θέση στα τροπικά δάση. Τρία γένη αναγνωρίζονται σ’αυτήν την οικογένεια: το γένος της αραουκάριας (Araucaria), το γένος της αγαθίδας (Agathis), και το γένος της βολέμιας (Wollemia). Για τη βολέμια είχα αναφέρει παλιά
εδώ.
Είναι το πιο πρόσφατα ανακαλυμμένο είδος κωνοφόρου το 1994 σε κάτι απομονωμένα φαράγγια στη νοτιοανατολική Αυστραλία, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ζωντανό απολίθωμα, αφού πρώτα ανακαλύφθηκε ως απολίθωμα συγγενικού είδους και πιστευόταν πως είχε χαθεί, μέχρι που βρέθηκε. Αν και σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως, αποτέλεσμα στρατηγικής της αυστραλιανής κυβέρνησης για ν’αποτρέψει τους συλλέκτες να βλάψουν τους ελάχιστους άγριους πληθυσμούς, παραμένει σπανιότατο. Οι αγαθίδες (γένους Agathis) είναι ένα άλλο γένος κωνοφόρων σ’αυτήν την οικογένεια, που χαρακτηρίζονται από μεγάλο ύψος, αρκετούς δευτερογενείς κορμούς ψηλά στο φυτό, αραιά και πλατιά φύλλα (ασυνήθιστο για κωνοφόρο), και παχιά ρητίνη. Το είδος Agathis auustralis της Νέας Ζηλανδίας είναι το γνωστότερο και μπορεί να φτάσει τα 80 μέτρα σε ύψος. Τέλος το γένος Araucaria αποτελεί το πρότυπο αυτής της οικογένειας όντας το πιο αναγνωρίσιμο.

Οι αραουκάριες είναι λοιπόν ψηλά δέντρα 30-80 μέτρων με πυραμιδοειδή γενική μορφή και πάντοτε όμοια δομή. Αποτελούνται συνήθως από έναν κεντρικό ευθυτενή κορμό (ορθότροπος βλαστός), ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει το ένα ή και τα δύο μέτρα σε διάμετρο ανάλογα με το είδος, καλύπτεται από φλοιό που σπάει σε μικρά κομμάτια και είναι πολύ ισχυρός. Από τον κορμό ξεκινούν σε κανονικά διαστήματα επίπεδα οριζόντιων κλαδιών (πλαγιότροπη ανάπτυξη), τα κλαδιά πρώτης τάξεως, τα οποία επειδη δεν ξεκινούν από το ίδιο ακριβώς επίπεδο αλλά έχουν ελάχιστες αποκλίσεις στο ύψος χαρακτηρίζονται ψευδοσπόνδυλοι κι όχοι γνήσιοι σπόνδυλοι. Ο αριθμός τους στο ενήλικο δέντρο είναι τυπικός για το κάθε είδος. Τα κλαδιά αυτά διακλαδίζονται πτεροειδώς, με εναλλάξ πλευρικά κλαδιά δεύτερης τάξεως πλαγιότροπης ανάπτυξης, τα οποία σπάνια διακλαδίζονται περαιτέρω σε ελάχιστα είδη. Τα κλαδιά της δεύτερης τάξης δεν αποτελούν το σκελετό του φυτού, αλλά φέρουν αρκετό φύλλωμα αποτελώντας σημαντικά σημεία φωτοσύνθεσης, γι’αυτό δεν είναι μόνιμα ούτε ξυλοποιούνται πολύ, και κάποτε, μπορεί και μετά από πολλά χρόνια, πέφτουν και αντικαθίστανται απ’άλλα όσο το κλαδί αναπτύσσεται. Όσο τα δέντρα αυτά ψηλώνουν, αποβάλλουν φυσιολογικά τα κατώτερα κλαδιά τους δημιουργώντας νέους ψευδοσπόνδυλους στην κορυφή. Η ανάπτυξη αυτών των φυτών είναι ιδιότυπη: Η κορυφή παραμένει αδρανής και μικρή ενώ όσο ο τελευταιος ψευδοσπόνδυλος αναπτύσσεται για κάποιο διάστημα, και μετά ψηλώνει έως ένα σημείο μέχρι να βγάλει στην κορυφή της τα κλαδιά ενός νέου ψευδοσπονδύλου όλα μαζί (συλληπτική διακλάδωση). Σπάνια ένα κλαδί δεύτερης τάξεως μπορεί στο άκρο του να σηκωθεί προς τα πάνω και ν’αναπτυχθεί ως δευτερογενής κορμός πάνω στο δέντρο με τα δικά του οριζόντια κλαδιά. Τα φύλλα των δέντρων αυτών μπορεί να είναι από λογχοειδή κι ελαφρώς επικαλυπτόμενα ως λεπιοειδή κι έντονα επικαλυπτόμενα, με τα περισσότερα είδη νά’χουν τον δεύτερο τύπο, αν και πολλά παρουσιάζουν ετεροφυλλία με τα λογχοειδή φύλλα στη νεαρή τους ηλικία ή σε συνθήκες σκιάς και τα λεπιοειδή αργότερα. Τα φυτά αυτά είναι συνήθως δίοικα, με τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά άτομα, οι οποίοι βρίσκονται στα άκρα μερικών κλαδιών δεύτερης τάξεως ψηλά στο φυτό. Οι αρσενικοί κώνοι είναι κυλινδρικοί από 2 έως 12 εκατοστά με την τυπική δομή αυτών των κώνων, ένας κεντρικός άξονας δηλαδή γύρω απ’τον οποίον βρίσκονται σπειροειδώς πυκνά τα μικροσποριόφυλλα με τους γυρεόσακους στην κάτω πλευρά τους. Οι θηλυκοί είναι χαρακτηριστικοί της οικογένειας και του γένους, σφαιρική ή σχεδόν σφαιρικοί διαμέτρου από 8 έως 30 εκατοστά ανάλογα με το είδος. Οι θηλυκοί κώνοι των κωνοφόρων είναι σύνθετοι, αποτελούμενοι από έναν άξονα γύρω από τον οποίον βρίσκονται διατεταγμένα σπειρωειδώς μικρά φύλλα (βράκτια) στις μασχάλες των οποίων υπάρχουν οι ωοθηκοφόροι βλαστοί (λέπια). Έτσι ήταν η προγονική μορφη του κώνου, η οποία όμως συμπιέστηκε πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη αυτών των φυτών. Τα στοιχεία λοιπόν των αραουκαριοειδών θηλυκών κώνων αποτελούνται από το λέπι με το βράκτιο συνενωμένα σχεδόν ή εντελώς καθ’όλο το μήκος τους. Οι κώνοι διαλύονται κατά την ωρίμανση στα περισσότερα είδη απελευθερώνοντας τους βαριούς σπόρους μαζί μ’ένα κομμάτι από το στοιχείο του κώνου. Οι σπόροι είναι πλούσιοι σε υδατάνθρακες και πρωτεΐνες και στις περιοχές όπου ενδημούν αυτά τα δέντρα τρώγονται συστηματικά. Στα πιο πρωτόγονα είδη οι σπόροι παρουσιάζουν επίγεια βλάστηση, με τις κοτυληδόνες φωτοσυνθετικές στην επιφάνεια του εδάφους. Σε άλλα είδη όμως, η βλάστηση είναι υπόγεια με τις κοτυληδόνες σε αποταμιευτικό ρόλο, οπότε μόνο ο νεαρός βλαστός βγαίνει στην επιφάνεια, ο οποίος, ακόμα κι αν κοπεί ή σπάσει, μπορεί ν’αναγεννηθεί.
Γενικά τα φυτά αυτής της οικογένειας παρουσιάζουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα. Έχουν διάσπαρτα λανθάνοντα μάτια ή αδιαφοροποίητες εστίες κυττάρων, τα οποία ενεργοποιούνται γρήγορα σε κάποια καταστροφή. Σ’όλα τα είδη νέες ορθότροπες κορυφές αναπτύσσονται γρήγορα μετά την καταστροφή της κεντρικής ή μετά το κόψιμο όλου του δέντρου, ενώ σε πολλά είδη, ιδίως αυτά που ζουν σε μέρη που χτυπούν ισχυροί άνεμοι, έχουν τη δυνατότητα ν’αντικαθιστούν τα κλαδιά της πρώτης τάξης αν αυτά σπάσουν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Τέλος σε μερικά είδη, επειδή με τον καιρό τα κλαδιά της πρώτης τάξης μεγαλώνουν ρίχνοντας σιγά-σιγά τα πλευρικά κλαδιά της δεύτερης πλησιέστερα στον κορμό αραιόνοντας έτσι το φυτό, έχουν την ικανότητα να δημιουργούν νέα κλαδιά πρώτης τάξης κοντά στο σημείο των προηγούμενων ώστε να ξαναπυκνώσουν το δέντρο.
Το γένος της αραουκάριας έχει σήμερα κατακερματισμένη εξάπλωση με μικρούς και συνήθως απομονωμένους πληθυσμούς σε δάση, λιβάδια και βουνά, σε Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Νέα Καληδονία, νησί Νόρφολκ, Νέα Γουινέα κι Αυστραλία. Χωρίζεται σε πέντε τμήματα με συνολικά 19 αρτίγονα είδη, εκ των οποίων τα 13 είναι ενδημικά της Νέας Καληδονίας. Το τμήμα εύτακτα (eutacta), αυτά δηλαδή με την καλή τάξη/δομή είναι το αρχαιότερο με σπόρους επίγειας βλάστηςης με τα εξής είδη: Araucaria bernieri, A. columnaris, A. canninghamii, A. heterophylla, A. humboldtensis, A. laubenfelsii, A. luxurians, A. montana, A. muelleri, A. nemorosa, A. rulei, A. schmidii, A. scopulorum, A. subulata όλα της Νέας Καληδονίας εκτός της A. canninghamii της Αυστραλίας και της A. heterophylla του Νόρφολκ. Τα υπόλοιπα τμήματα ανήκουν σ’έναν πιο εξελιγμένο κλάδο με σπόρους υπόγειας βλάστησης. Εδώ έχουμε:
στο τμήμα μεσαία (intermedia) ta είδη A. hunsteinii της Νέας Γουινέας και το εξαφανισμένο A. haasti.
στο τμήμα αραουκάρια (Araucaria) ανήκουν τα είδη: A. araucana και A. angustifolia της Ν. Αμερικής, καθώς και το εξαφανισμένο A. niponensis της Ιαπωνίας.
Στο τμήμα μπούνια (bunya)ανήκουν τα είδδη: A. bidwillii της Αυστραλίας, το οποίο οι ιθαγενείς αποκαλούσαν μπούνια μπούνια, και τα εξαφανισμένα A. brownii, A. mirabilis της Παταγονίας, κι A. sphaerocarpa.
Τέλος μένουν δύο εξαφανισμένα τμήματα, το τμήμα γεζόναι (yezonia) με το ιαπωνικό είδος A. vulgaris, και το τμήμα κάθετη (perpendicula) με το είδος A. desmondii.
Κάποια ωστόσο είδη δε μπορούν να τοποθετηθούν σε κάποιο απ’τα παραπάνω τμήματα. Αυτά ειναι τα: A. fibrosa, A. beipiaoensis, A. nihonjii της Ιαπωνίας, κι A. taieriensis, όλα εξαφανισμένα.
Τέλος υλικό που δε μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο σύγχρονο γένος ταξινομείται για λόγους ευκολίας στο συγγενικό εξαφανισμένο αραουκαρίτης (Araucarites).

Το είδος του ενδιαφέροντος, το A. heterophylla, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους του. Είναι ψηλό δέντρο 50-70 μέτρων με διάμετρο κορμού 1,2-2 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκριζοκαφέ και βγαίνει σε μικρά λέπια. Φέρει 4-7 οριζόντια κλαδιά ανά ψευδοσπόνδυλο. Τα φύλλα είναι ανοιχτοπράσινα και σκληρά, στα νεαρά δέντρα μέχρι 2 μέτρων λογχοειδή, λεπτά μήκους 1-1,5 εκατοστών, σχεδόν μη επικαλυπτόμενα, μαλακά αλλά ανθεκτικά, ενώ στα μεγαλύτερα δέντρα λεπιοειδή και περισσότερο επικαλυπτόμενα, μήκους 5-10 χιλιοστών και πλάτους 2-4 χιλιοστών, με ακόμα πιο συμπαγή λεπιοειδή φύλλα στα κωνοφόρα κλαδιά. Οι κώνοι βρίσκονται ψηλά στο δέντρο, οι αρσενικοί μήκους 3-7 εκατοστών και οι θηλυκοί σφαιρικοί ή ελαφρώς πλατύτεροι, μήκους 12 εκατοστών και πλάτους 12-14 εκατοστών, με σπόρους μήκους 2,5-3 εκ. και πλάτους 1,2 εκ.. Τα νεαρά δέντρα είναι πυραμιδοειδή με κλαδιά έως χαμηλά στο έδαφος, ενώ στα μεγαλύτερα άτομα τα χαμηλότερα κλαδιά πέφτουν σταδιακά αφήνοντας αρκετά μέτρα γυμνού κορμού κι έχοντας την κώμη ψηλότερα και φυσικά σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, χάνοντας ίσως κάπως την τέλεια συμμετρία. Τα θηλυκά αρχίζουν να κωνοφορούν από τα 15 τους χρόνια, με περιόδους μεγάλης παραγωγής σπόρων κάθε 4-5 χρόνια, ενώ τα αρσενικά αρχίζουν μετά τα 40. Κατά τη βλάστηση ο σπόρος εμφανίζει στην επιφάνεια τέσσερις ταινιοειδής πράσινες κοτυληδόνες. Όπως όλα τα κωνοφόρα, το φυτό είναι ρητινοφόρο, και η μυρωδιά της ρητίνης εμένα μου μοιάζει περισσότερο μ’αυτήν του πεύκου με κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο.
Η μόνη σημερινή εστία άγριων πληθυσμών βρίσκεται στο νησί Νόρφολκ, όπου όμως η έκταση που καλύπτει πλέον είναι πολύ μικρότερη εξαιτίας των ιστορικών υλοτομήσεων. Κάποτε ενδημούσε και σε βραχονησίδες γύρω από το κεντρικό νησί, τα κουνέλια όμως και οι κατσίκες που εισήχθησαν απ’τους Ευρωπαίους κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ιθαγενή βλάστηση εκεί. Επίσης μέχρι το τέλος της πλειστόκαινου περιόδου πριν 12000 χρόνια, το δέντρο ζούσε και στη Νέα Ζηλανδία, αν και τώρα επανήλθε ως καλλωπιστικό. Σήμερα δεν απομένει κανένα δέντρο πάνω από 50 και κάτι μέτρα. Πιθανότατα όλα τα αρχαία δέντρα στο Νόρφολκ έχουν κοπεί. Το ψηλότερο άτομο σήμερα βρίσκεται στο νησί Μάοι της Χαβάης με ύψος 51,8 μ. και διάμετρο κορμού τα 136 εκ. Το γηρεότερο ζωντανό δέντρο είναι το Κούφιο Πεύκο (Hollow Pine) στο Εθνικό Πάρκο του νησιού Νόρφολκ, φυτεμένο ηλικίας 170 ετών και το μεγαλύτερο ζωντανό στο νησί ύψους 43 μέτρων και διαμέτρου κορμού 269 εκ. σύμφωνα με φετινές μετρήσεις. Άλλα μεγάλα δέντρα βρίσκονται στην Αυστραλία (δέντρο διαμέτρου 220 εκ. 140 ετών στη Νέα Νότια Ουαλία κι ένα άλλο 36 μέτρων σύμφωνα με φετινές μετρήσεις), στη Νέα Ζηλανδία (δέντρο 162 ετών ύψους 34,6 μ. και διαμέτρου 317,6 εκ., και δέντρο ύψους 45 μ. και διαμέτρου 190 εκ.) και στη Νότια Αφρική (δέντρο ύψους 44,8 μ. και διαμέτρου 211 εκ. στο Κέιπ Τάουν).

Δε γίνεται όμως χωρίς ν’αναφέρω τίποτα για την πατρίδα αυτού του κωνοφόρου. Το νησί Νόρφολκ (Norfolk Island) λοιπόν είναι ένας απομονωμένος κόσμος 1400 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αυστραλίας στο νότιο Ειρηνικό με ακριβές στίγμα 29°02′S 167°57′E / 29.033°S 167.95°E / -29.033; 167.95.. Έχει έκταση μόλις 34,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με ψηλότερο σημείο το όρος Μπέιτς (Mount Bates) στα 319 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τέταρτο του νισιού. Η υπόλοιπη έκταση είναι πεδινή και κατάλληλη για καλλιέργεια. Δεν υπάρχουν μεγάλες περιοχές γλυκού νερού στο νησί. Το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής του νησιού αποτελείται από απόκρυμνες ακτές, με λίγους κόλπους όπως τον Κόλπο της Σφαγής (Slaughtr Bey), τον Κόλπο της Αιμιλίας (Emily Bey) και τον Κόλπο του Καταρράκτη (Cascade Bey). Το κλίμα είναι υποτροπικό ωκεάνιο με βροχές και υψηλή υγρασία όλο το χρόνο, και θερμοκρασίες που σπάνια πέφτουν κάτω απ’τους 10 (χαμηλότερη καταγεγραμμένη στους 6) ή ανεβαίνουν πάνω απ’τους 28 βαθμούς Κελσίου. Το νησί αποτελεί απομεινάρι ενός παλαιού ηφαιστείου, που υπολογίζεται πως ενεργοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν 2,3-3 εκατομμύρια χρόνια. Το νησί, μαζί με τη Νέα Καληδονία και τη Νέα Ζηλανδία, αποτελούν υπέργεια μέρη της βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, η οποία διασπάστηκε από την Αυστραλία πριν 80 εκατομμύρια χρόνια. Το 10% του νησιού, κυρίως στα νότια, καθώς και οι βραχονησίδες δίπλα του με μεγαλύτερες τη νήσο Φίλιπ (Philip) και τη νήσο Νεπέαν (Nepean), αποτελούν προστατευόμενη περιοχή. Πριν την έλευση των Ευρωπαίων το νησί καλυπτόταν από εκτενή δάση με ψηλότερα δέντρα τις αραουκάριες, αλλά κιαι μ’άλλα ενδημικά όπως ο φοίνικας Rhopalostylis baueri. Από ζώα ενδημικά ήταν κυρίως πουλιά, εκ των οποίων μερικά είδη εξαφανίστηκαν απ’τους Ευρωπαίους, ενώ κάποτε στις ακτές και στις βραχονησίδες φώλιαζαν χιλιάδες θαλασσοπούλια. Σήμερα όλα τα εναπομείναντα φυσικά οικοσυστήματα του νησιού προστατεύονται αυστηρά και παρατηρείται βελτίωση της κατάστασης.

Το νησί ανακαλύφθηκε το 1774 κατά το δεύτερο ταξίδι του Βρετανού θαλασσοπόρου James Cook με το πλοίο HMS Resolution, ο οποίος το ονόμασε προς τιμήν της Δούκισσας της αγγλικής περιοχής Νόρφολκ, συζύγου του έννατου δούκα του Νόρφολκ Edward Howard. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το νησί είχε προηγουμένως αποικιστεί από πολυνήσιους πιθανότατα από τη Νέα Ζηλανδία (Μαορί) κατά τον 14-15ο αι., οι οποίοι όμως μετά από κάποιες γενιές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Γρήγορα αποφασίστηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση να ιδρυθούν εστίες καταδίκων, με τους πρώτους κατάδικους νά’ρχονται το 1788. Λόγω όμως προβλημάτων απόστασης και πρόσβασης, η αποικία έληξε το 1814, αφού οι κατάδικοι θα μπορούσαν να διαμείνουν και στην Αυστραλία. Κατά το 1824 το νησί ξανάνοιξε υποτίθεται για τις σοβαρότερες περιπτώσεις που αλλιώς θα καταδικάζονταν σε θάνατο, όμως στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εγκληματίες που έφταναν εκεί είχαν πράξει ελαφρότερα παραπτώματα, ώσπου έκλεισε κι αυτή το 1847. Το 1856 κατέφθασαν από τα νησιά Πίτκερν στο νησί απόγονοι Ταϊτιανών και στασιαστών του πλοίου HMS Bounty, οι οποίοι δημιούργησαν τον πυρήνα των σημερινών κατοίκων του νησιού. Στη συνέχεια ο πληθυσμός εμπλουτίστηκε με την άφιξη λίγων ακόμα αποίκων. Οι κύριες ασχολίες των νησιώτών ήταν η γεωργία, η αλιεία και η φαλαινοθηρία.
Σήμερα ο πληθυσμός του νησιού αριθμεί περί τα 1300 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με μεγαλύτερο οικισμό το Burnt Pine (Καμμένο Πεύκο), όνομα που μαρτυρεί ολοκάθαρα τις βιαιοπραγίες των Ευρωπαίων κατά των κωνοφόρων του νησιού. Εκεί βρίσκονται όλα τα σημαντικά καταστήματα και υπηρεσίες. Πρωτεύουσα ωστόσο για ιστορικούς λόγους, επειδή εκει ιδρύθηκε η πρώτη αποικία είναι το Κίνγκστον (Kingston), όπου βρίσκονται τα κυβερνητικά κτίρια, η κατοικία του κυβερνήτη, το δικαστήριο, το κτίριο του νομοθετικού σώματος κ.ά. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε αγροικίες σ’όλο σχεδόν το νησί. Το νησί αποτελεί ιδιαίτερη εξωτερική επαρχία της Αυστραλίας, αυτόνομη σ’όλα τα θέματα εκτός από την εξωτερική άμυνα. Σημερινός κυβερνήτης είναι ο Neil Pope, ο οποίος ανέλαβε φέτος. Για το νησί υπάρχει πρωθυπουργός, καθώς και επιμέρους υπουργοί όπως αυτός του τουρισμού, βιομηχανίας κι ανάπτυξης, υπουργός οικονομικών κι γενικός δικηγόρος συγχρόνως, και υπουργός για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το νομοθετικό σώμα αποτελείται από 9 έδρες που εκλέγονται απ’το λαό κάθε τριετία. Οι τέσσερις εξ αυτών αποτελούν το εκτελεστικό συμβούλιο το οποίο συμβουλεύει τον κυβερνήτη. Η Αυστραλία έχει το δικαίωμα να εξαπλώσει τη νομοθεσία της κατά το δοκούν στο νησί ή και ν’ακυρώνει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί εκεί, ο τόπος ωστόσο στην πράξη παραμένει σχεδόν ανεξάρτητος. Ο κανονισμός για τη σημερινή κατάσταση του νησιού θεσπίστηκε το 1979. Σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς, το νησί έλαβε άδεια ανεξαρτησίας από τη βασίλισσα Βικτορία της Αγγλίας, αλλ’αυτό δεν υποστηρίζεται. Σήμερα η οικονομία του νησιού βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτορφία, στην αλιεία και στον τουρισμό. Το νησί είναι αυτάρκες σε τρόφιμα. Ό,τι δεν παράγεται εκεί, φτάνει με πλοία. Επειδή δεν υπάρχει ασφαλές λιμάνι για μεγάλα πλοία, αυτά σταθμεύουν ανοιχτά του νησιού απ’όπου φορτηγίδες μεταφέρουν λίγα-λίγα τα αγαθά, ένα θέαμα που παρακολουθούν συχνά οι τουρίστες. Το νησί δεν υπάγεται στο φορολογικό σύστημα της Αυστραλίας, επομένως ο πληθυσμός δεν πλήρωνε ως τώρα φόρο εισοδήματος, αλλά παίρνει έσοδα κυρίως από ποσοστώσεις των εισαγόμενων προϊόντων και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Θεωρείται επομένως φορολογικός παράδεισος, τόπος δηλαδή όπου αν βασιζόταν μια εταιρεία θ’απέφευγε τη φορολόγηση απ’οποιοδήποτε κράτος. Ωστόσο λόγω οικονομικών προβλημάτων το 2011 ο πληθυσμός αναγκάστηκε να πληρώνει για πρώτη φορά φόρο εισοδήματος.
Ο πληθυσμός του νησιού έχει με τον καιρό δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα, ήθη κι έθιμα. Πριν την εποχή της μεγάλης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον 20ο αι. με τον τουρισμό, στο νησί χρησιμοποιούταν ευρέως μια κρεολική γλώσσα βασισμένη στα αγγλικά και στα ταϊτιανά, γνωστή ως νόρφουκ (norfuk). Η γλώσσα αυτή γράφεται όπως ακούγεται, και για παράδειγμα το Norfolk Island λέγεται Norfuk Ailen (Νόρφουκ Άιλεν). Θεωρείται επίσημη γλώσσα στο νησί μαζί με τ’αγγλικά, και πολλά ονόματα και πινακίδες είναι γραμένα και στις δύο γλώσσες, ωστόσο σήμερα λίγοι τη μιλούν, ενώ δεν υπάρχει κάποιο επίσημο σώμα προστασίας της. Ως προσπάθεια διατήρησης, πολλές λέξεις αναφερόμενες σε σύγχρονα θέματα προσαρμόζονται στη γλώσσα αυτήν, αν κι αυτό γίνεται αποσπασματικά κι ανεπίσημα. Οι περισσότεροι των σημερινών κατοίκων του νησιού μπορούν να μετρήσουν τις γενιές τους μέχρι τους πρώτους αποίκους από τα Πίτκερν, οι οποίοι ήταν σχετικά λίγοι. Γι’αυτό το λόγο, επειδή ήταν λίγοι, τα επώνυμα στο νησί είναι λίγα, και για ευκολία η τηλεφωνική υπηρεσία χρησιμοποιεί και τα παρατσούκλια των κατοίκων για αποσαφήνιση, όπως Ταρζάν, Καρότα, Μαρουλόφυλλο κ.ά. Στο νησί επικρατεί φιλική ατμόσφαιρα, αφού τα περισσότερα άτομα γνωρίζονται μεταξύ τους. Μάλιστα στο δρόμο συνηθίζεται να χαιρετιούντια οι οδηγοί, που δοηγούν κατά το βρετανικό τρόπο, σηκώνοντας τον αντίχειρά τους. Η εγκληματικότητα ειναι σπανιότατη κι όσοι φόνοι έχουν διαπραχθεί προέρχονται από ξένους. Η αστυνομία βασίζεται σε αυστραλιανές δυνάμεις με μερικούς εκπαιδευμένους νησιώτες για υποστήριξη. Σημαντικότερη γιορτή είναι η μέρα του Μπάουντι στις 8 Ιουνίου, οπότε γιορτάζεται η έλευση των αποίκων εκ των Πίτκερν την ίδια ημερομηνία του 1856.
Η ζωή στο Νησί δεν είναι τέλεια εντούτοις. Πανεπιστήμια φυσικά για τόσο μικρό πληθυσμό δεν υπάρχουν, άρα οι κάτοικοι θα πρέπει να μετακινηθούν στην Αυστραλία για να σπουδάσουν. Το χειρότερο είναι εντούτοις η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αφού σ’αυτόν τον τομέα η Αυστραλία δεν καλύπτει, με αποτέλεσμα οι σοβαρά πάσχοντες να εγκαταλείπουν το νησί. Η μετακίνηση προς και από το νησί δεν είναι εύκολη υπόθεση ακόμα και για τους Αυστραλιανούς, οι οποίοι θα πρέπει να φέρουν μαζί τους ταυτότητα ή διαβατήριο, ενώ οι ξένοι ταξιδεύουν με διαβατήριο όπως και στην Αυστραλία. Οι μεταφορές γίνονται είτε με πλοίο είτε με αεροπλάνο.

Το εμβληματικό κωνοφόρο του νησιού τράβηξε αμέσως την προσοχή στον Κάπτεν Κουκ, ο οποίος το θεώρησε κατάλληλο για την κατασκευή ιστών για τα πλοία. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι το ξύλο του δεν άντεχε τέτοιου είδους πιέσεις, αλλ’ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κόντρα πλακέ, μικρών ξύλινων αντικειμένων και για την ξυλογλυπτική. Οι επιχειρήσεις στο νησί έκλεισαν κατά τα μέσα του 19ου αι., λόγω της μη βιωσιμότητάς τους, αφού πλέον ο μεγαλύτερος αριθμός των δέντρων είχε κοπεί. Μία νέα επιχείρηση άνοιξε στη Χαβάη, η οποία επίσης έκλεισε σύντομα. Σήμερα το δέντρο προστατεύεται μαζί με τα υπόλοιπα είδη του νησιού, αποτελώντας το κατ’εξοχήν σύμβολό του που βρίσκεται στο κέντρο της σημαίας του, και η κύρια χρήση του είναι ως καλλωπιστικό παγκοσμίως. Οι σπόροι του δέντρου αυτού, μολονότι πολύ θρεπτικοί όπως και με τα υπόλοιπα είδη του γένους, δεν τρώγονται διότι κανένας από τους δύο λαούς που αποίκισαν το νησί δεν τους έτρωγε παραδοσιακά, έτσι πιστεύω πως μένουν ανεκμετάλλευτοι.

Το δέντρο σήμερα μπορεί να βρεθεί φυτεμένο σε υποτροπικές και τροπικές περιοχές όπως στα τροπικά μέρη της Αυστραλίας, στα βόρεια της Νέας Ζηλανδίας, στη νότια Καλιφόρνια, Φλόριντα και Χαβάη των ΗΠΑ, στη Νότια Αφρική και πολύ λιγότερο στις άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες τροπικές περιοχές. Τα φυτεμένα αυτά δέντρα σπάνια ξεπερνούν τα 20 μέτρα, αν και με τον καιρο μπορούν να γίνουν πολύ ψηλά. Είναι ανθεκτικά στη ζέστη, στην ξηρασία, στο αμμώδες και στο πολυ όξινο έδαφος, στην αλατότητα και στον άνεμο, κάνοντάς τα κατάλληλα για παραλιακές φυτεύσεις. Δεν αντέχουν ωστόσο τους απότομους αμερικανικούς τυφώνες, οπότε οι κορυφές τους σπάνε και το φυτό αποκτά πολλαπλούς κορμούς. Γι’αυτο τό λόγο δεν προτείνονται ή και θεωρούνται παράνομα σε μερικές περιοχές της Φλόριντας. Το πράγμα που δε θ’αντέξουν καθόλου είναι η παγωνιά, αρχίζοντας να εμφανίζουν βλάβες στο φύλλωμα από τη θερμοκρασια των τεσσάρων βαθμών. Γι’αυτό το λόγο το δέντρο στις εύκρατες περιοχές καλλιεργείται πάντοτε σε γλάστρες, ως εσωτερικού χώρου, ως εξωτερικού μόνο για τη θερμή περίοδο, ή στο θερμοκήπιο.

Δεν είναι πολύ δύσκολο φυτό στην καλλιέργεια, ωστόσο έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Να πω όμως απ’την αρχή πως είναι φυτό αρκετά αργής ανάπτυξης, μ’ένα μόνο νέο συνήθως ψευδοσπόνδυλο κλαδιών κάθε χρόνο. Το δέντρο ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών, από βαριά όξινα με τύρφη έως αμμώδη, καλύτερο ωστόσο είναι ένα μέτριο μείγμα με καλή αποστράγγιση. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά που στεγνώνει η επιφάνεια και τα πρώτα εκατοστά του εδάφους, ενώ το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι θα πρέπει ν’αδειάζεται πάντοτε για να αποφευχθεί η σήψη των ριζών. Η λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα κάθε 3-4 μήνες κατά την περίοδο ανάπτυξης του φυτού είναι αρκετή. Το φυτό επιβιώνει σ’όλες τις συνήθεις θερμοκρασίες εκτός του πολύ κρύου, παρά το δροσερό κλίμα του τόπου καταγωγής του. Παρά τις υποδείξεις πολλών, το φυτό δεν έχει πρόβημα με τον απευθείας ήλιο, αφου και στη φύση αναπτύσσεται σε ανοιχτές συνθήκες, ωστόσο φυτά που έζησαν για καιρό στη σκιά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά, με όλο και περισσότερο καιρό έκθεσης τη μέρα, στον ήλιο. Τα δέντρα που ζουν στη σκιά τείνουν νά’χουν σκουρότερο και μαλακότερο φύλλωμα, λεπτότερα και κρεμαστά κλαδιά, αλλά αργή ανάπτυξη, ενώ αυτά που ζουν στον ήλιο σκληρότερο κι ανοιχτότερο φύλλωμα, ισχυρότερη δομή και γρηγορότερη ανάπτυξη. Ένα τέτοιο συμμετρικότατο φυτό φυσικά δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός από τα παλαιότερα επίπεδα κλαδιών που ίσως ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται ή κλαδιά και άκρες που έχουν ξεραθεί από κάποια άλλη αιτία. Το δέντρο ακόμα δεν ανέχεται τις μεταφυτεύσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται κάθε 3-4 χρόνια. Το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά είναι η αδύνατη κατασκευή τους που χρειάζεται στήριξη. Τα νεαρά φυτά έχουν αδύναμο ριζικό σύστημα και λεπτό κορμό που λυγίζιε εύκολα. Γι’αυτό το λόγο οι παραγωγοί συνηθίζουν να θάβουν τον κορμό βαθύτερα σε βαρύ τυρφώδες χώμα και να τον δένουν ανά τακτά διαστήματα σφιχτά σ’ένα καλάμι δίπλα του ακριβώς. Αυτό ίσως όμως επιβραδύνει την ισχυροποίηση του φυτού, το οποίο θα ισχυροποιηθεί αν εκτεθεί στις
συνθήκες που δυναμώνουν τα υπόλιπα δέντρα,
δηλαδή σε λίγο περισσότερο ήλιο και μέτριο άνεμο. Τα δέντρα αυτά σπάνια προσβάλλονται από ασθένειες. Οι καμμένες βελόνες μπορεί να είναι σύμπτωμα έκθεσης του φυτού σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, όπως αυτήν που επικρατή μέσα στα σπίτια το χειμώνα, ιδίως κοντά στα θερμαντικά σώματα. Οι κίτρινες βελόνες που πέφτουν εύκολα μπορεί να είναι σημάδι υπερβολικού ποτίσματος και προβ λήματος στις ρίζες, το οποίο ωστόσο μπορεί να διορθωθεί με τις πρώτες ενδείξεις. Δίνοντας πειραματικά την κορυφούλα ενός χαμηλού και μικρού κλαδιού στην
κουνέλα μου
παρατήρησα πως την έφαγε όλη, επομένως το φυτό θα πρέπει να μένει μακριά από κουνέλια. Ο πολλαπλασιασμός μαζικά γίνεται με σπόρους, επειδή όμως αυτοί είναι δυσεύρετοι, μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα (κλαδιά), αν και πιο δύσκολα. Τα πλευρικά κλαδιά δεν προτείνονται διότι δίνουν ακανόνιστα φυτά – αυτό τό’χω διαβάσει παντού, αλλά δε μας δίνεται πουθενά παράδειγμα πώς είναι ένα τέτοιο φυτό -, ιδανικά θεωρούνται τα ορθότροπα κλαδιά της κορυφής ή των δευτερογενών κορμών, τα οποία μπορούν να κοπούν κι έπειτα να φυτευθούν σε υγρό αμμώδες έδαφος σε ζεστό και σκιερό σημείο έως ότου να ριζώσουν, διαδικασία που μπορεί να πάρει κι ένα εξάμηνο, κι έπειτα να μεταφυτευθούν σε κανονικό έδαφος. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν ν’αναπτύσσονται και na γίνονται αντίγραφα του γονέα τους. Οι αραουκάριες αυτές μπορούν να ζήσουν για πάρα πολά χρόνια σε συνθήκες τέτοιας καλλιέργειας όπως περιέγραψα παραπάνω, με δέντροπου διάβασα νά’ναι 25 ετών ή και παραπάνω. Έτσι μπορούν να ξεπεράσουν τα δύο μέτρα, και ίσως χρειαστούν κλάδεμα. Ο κορμός μπορεί να κοπεί ως ένα ύψος, ώστε να ενεργοποιηθει η δημιουργία νέου, και ίσως γίνεται σε μεγάλης ηλικίας και μεγέθους φυτά να κλαδευτεί η ρίζα, σαν δηλαδή ένα τεράστιο
μπονσάι.
Φυτά μεγάλης ηλικίας μπορεί να κωνοφορήσουν. Οι αραουκάριες μπορούν να στολιστούν τα Χριστούγεννα, καλό όμως είναι να μην υπερφορτώνονται.

Από πολύ παλιά ελκυόμουν προς τα αρχαία ή στα παράξενα φυτά. Την αραουκάριά μου θα την έπαιρνα πέρυσι το φθινόπωρο, το είδος A. araucana της Χιλής
από σπόρους από το Διαδίκτυο?
Τελικά τα φυτά ήρθαν, αλλά δε μεγάλωσαν από δικά μου λάθη. Θέλησα να τις μεταφυτεύσω πολύ νωρίς ώστε έσπασα τις ρζούλες τουσς, και η μία που μεγάλωσε με ένα βλαστο 2 εκατοστών, αργότερα χάθηκε. Το φυτό αυτό αντέχει πολύ στο κρύο, αφού φυσικό΄του περιβάλλον είναι οι ψηλές Άνδεις, έχει όμως βραδύτατη ανάπτυξη και δε μπορεί στη ζέστη με την υγρασία του καλοκαιριού της Θεσσαλονίκης, αν κι εγώ θα της παρείχα σημαντική υποστήριξη. Έπειτα δίσταζα να πάρω A. heterophylla επειδή έλεγα πως θά’ταν πολύ μεγάλη για να την κουβαλάω κάθε χειμώνα μέσα. Στην πραγματικότητα όμως αυτή τη μεταφορά θα την κάνω μόνο δυο φορές το χρόνο, με το κόστος σε προσπάθεια ν’αντισταθμίζεται πολλαπλάσια από την ομορφιά του φυτού. Μετά από ψάξιμο σε τρία ανθοπωλεία απέκτησα τελικά μετά από αναμονή τριών εβδομάδων μέχρι νά’ρθει η παραγγελία ένα τέτοιο φυτό στις 7 Μαρτίου. Σ’ένα άλλο ανθοπωλείο που επισκέφθηκα το δέντρο σε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος κόστιζε 30 ευρώ και το άφησα αμέσως, ενώ αλλού, παρόλο που είχα παραγγείλει, ένας μήνας πέρασε χωρίς αποτέλεσμα. Το φυτό που πήρα ήταν αρκετά μαλθακό? Τα περισσότερα κλαδιά του, εκτός αυτών της κορυφής, είχαν μαλακό φύλλωμα, ένδειξη σκιάς, ενώ ο κορμός του ήταν λεπτός και δεμένος παντού στο καλάμι δίπλα. Εγώ όμως το προόριζα για τον ήλιο, και μετά από μια βραχεία περίοδο προσαρμογής με λίγες ώρες κάθε μέρα το έβγαλα τελικά σ’ένα ηλιόλουστο μέρος του μπαλκονιού χωρίς πρόβλημα. Ο ανθοπώλης απ’όπου το αγόρασα μου είπε πως δε χρειάζεται μεταφύτευση τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο. Όμως εγώ αγχώθηκα αρκετά που δε βρήκα ρίζες στο διερευνητικό μου σκάψιμο, έτσι αποφάσισα να μεταφυτεύσω το δέντρο σε λίγο μεγαλύητερη γλάστρα. Κάτι είχα ακουμπήσει σαν ελαφρώς χοντρή ρίζα στις τρύπες αποστράγγισης, αλλά δεν ήμουν σίγουρος,έτσι έβγαλα όλο το φυτό κι ανακάλυψα το πλέγμα τον κυρίως λεπτών και λιγότερων δυνατότερων ριζών του να καταλαμβάνει μόλις το 1/4 του ύψους της μπάλας του χώματος, ενώ το υπόλοιπο νά’ναι σκέτο πυκνό τυρφώδες έδαφος, πιθανόν για τη στήριξη του κορμού. Το μεταφύτευσα πολύ προσεκτικά σε μια λίγο μεγαλύτερη γλάστρα με ελαφρύτερο έδαφος, ενώ ξεσκέπασα 6-8 εκατοστά απ’τον κορμό ώστε να του δώσω μια πιο φυσική εμφάνιση, αφου πριν ο πρώτος ψευδοσπόνδυλος βρισκόταν μόλις πάνω απ’την επιφάνεια του εδάφους. Έκοψα επίσης όλες τις ταινίες που έδεναν τον κορμό στο καλάμι, αντικαθιστώντας τες από ένα σπάγκο κάπου στη μέση, ώστε να μπορεί το φυτό να ταλαντεύεται ελαφρά από τον αέρα. Μετά απ’αυτές όλες τις επεμβάσεις όμως φοβόμουν μήπως το φυτό αντιδράσει αρνητικά. Όμως, δύο μήνες μετά, παρατηρώ σημαντική ανάπτυξη: Όλα τα κλαδιά, κυρίως αυτά των ψηλότερων ψευδοσπονδύλων, καθώς κι ο μικρός αρχικά ψευδοσπόνδυλος της κορυφής έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, ενώ η αδρανής κορυφή που αρχικά είχε το σχήμα κουμπιού προστατευμένη μέσα στα φύλλα της ψήλωσε, όπως την είδα στις 21 του μηνός, σίγουρα κατά 6 εκατοστά. Το φυτό έχει αναπτυχθεί λίγο από τη μέρα της φωτογράφισης. Πάει πολύ καλά ευρισκόμενο τώρα στον ήλιο και τροφοδοτούμενο όσο λείπω με το
αυτόματο πότισμα,
όπως κι όλη η συλλογή μου. Μόνο ένα πρόβλημα αντιμετώπισα, αυτό του αέρα. Επειδή η γλάστρα είναι μικρή και το φυτό ψηλό΄, πέφτει εύκολα στο δυνατό άνεμο. Για να προλάβω την πτώση όσο λείπω, έβαλα γύρω του γεμάτες με χώμα γλάστρες σχεδόν στο μέγεθος αυτής του φυτού, ώστε νά’χει μεγαλύτερη βάση. Ένα πολύ καλό φυτό που θεωρώ πως θά’πρεπε να είχαν περισσότεροι στα σπίτια τους.

Η ιδέα μου για την αραουκάρια μεταλασσόταν μέσα στα χρόνια. Αρχικά, ακούγοντας για ένα συμμετρικό κωνοφόρο με σκληρό φύλλωμα που μπορεί να ζήσει σ’εσωτερικούς χώρους, νόμιζα πως είναι ένα φυτό που είχα δει λίγες φορές με μεγάλα, σκουροπράσινα κλαδιά με σκληρές βελόνες πλευρικά διατεταγμένες, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν κύκας
(Cycas revoluta),
αρχέγονο κι αυτό αλλά όχι κωνοφόρο, με τα κλαδιά νά’ναι κανονικά τα φύλλα του. Τώρα έχω κι έναν τέτοιο στη συλλογή μου. Έπειτα νόμιζα πως ήταν ένα ψηλό δέντρο σαν έλατο, αλά με πολύ μαλακό φύλλωμα και συμμετρικότατο. Βλέποντας όμως τη νεαρή αραουκάρια της Χιλής στο
Βοτανικό Κήπο της Φλωρεντίας
το 2011 και διάφορες άλλες φωτογραφίες, κατάλαβα πως τα φύλλα της ήταν πιο σκληρά. Τέλος, η ιδέα μου διορθώθηκε πλήρως με τη πρόσφατη γνωριμία μου μ’αυτοό το φυτό. Έχοντας πλέον στο μυαλό μου σωστή την εικόνα αυτού του δέντρου, μπορώ ν’αναγνωρίσω ως αραουκάριες του ίδιου είδους δύο δέντρα που είχα συναντήσει στο παρελθόν, ένα σ’ένα κρεωπωλείο στην οδό Καραϊσκάκη κι ένα στο Μάτζικ Παρκ. Για το πρώτο μου είχε περάσει στιγμιαία η σκέψη μόλις το είδα ότι θα μπορούσε να είναι βολέμια, όμως δεν είχε τις χαρακτηριστικές τέσσερις σειρές φύλλων για να είναι. Το πρόβλημά μου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις αραουκάριες. Σε πολά άγνωστα είδη φυτών βλέπω παράξενα ή κι εξαφανισμένα είδη. Ποιος ξέρει, μήπως νομίζω υποσυνείδητα πως πρόκειται ν’ανακαλύψω κάτι σημαντικό; Για παράδειγμα πρόσφατα,
τον καρπό μιας φλαμουριάς, που δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ, τον πέρασα για φύλλο εξαφανισμένου πτεριδοσπερματόφυτου με τα σπόρια πάνω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για την ετερόφυλλη αραουκάρια
περιγραφή και ρεκόρ του είδους
καλλιέργεια του είδους στο floridata.com
ταυτοποίηση και καλλιέργεια του είδους
πληροφορίες και σημειώσεις για το είδος στο davesgarden.com
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το νησί Νόρφολκ
ο ιστότοπος του νησιού Νόρφολκ
περιγραφή του γένους Araucaria

Ενημέρωση 24/8/2012: Χθες, επιστρέφοντας από διακοπές, παρατήρησα τεράστια πρόοδο στην αραουκάριά μου! Κατ’αρχήν υπήρχε ανάπτυξη σ’όλα τα επίπεδα κλαδιών, με τη μεγαλύτερη στα τρία ανώτερα. Στο τελευταίο μάλιστα τα κλαδιά απλώθηκαν αρκετά και σε μήκος και σε πλάτος με τα πολλά πλευρικά που έχουν, φτάνοντας τις διαστάσεις του αμέσως κατώτερου, το οποίο έχει αναπτυχθεί επίσης, μ’ένα όμως μικρό πρόβλημα, ένα κλαδί του με μικρή απόσταση απ’τον τοίχο ακούμπησε λίγο στον τοίχο και αναπτύχθηκε προς τα πάνω για λίγα εκατοστά, χαλώντας λίγο το γενικό σχήμα. Δεν είχα υπολογίσει για τόσο γρήγορη ανάπτυξη, ώστε να είχα το φυτό πιο μακριά, πιστεύω όμως πως τώρα, που το τοποθέτησα πιο πέρα απ’τον τοίχο, θα συνεχιστεί η ανάπτυξη και πάλι οριζοντίως. Η κορυφή, η οποία όπως είχα πει άρχισε να ψηλώνει το καλοκαίρι, πλέον έχει βάλει 10-12 εκατοστά ύψους και, το πιο εκπληκτικό, στην κορυφή έκανε ένα νέο ψευδοσπόνδυλο πέντε κλαδιών, το καθένα όχι μεγαλύτερο ακόμα από 4 εκατοστά, στενό λίγο στη βάση με πιο φουντωτή κορυφή, απ’όπου θα συνεχίσει η ανάπτυξη και τα κλαδιά δεύτερης τάξεως. Επίσης μου φάνηκε πως κάπως ο κορμός αυξήθηκε σε διάμετρο. Το φυτό όπως φαίνεται πάει πολύ καλά, και μάλλον θα συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό για ενάμισι μήνα ακόμα. Αναμένεται νέα φωτογραφία.

Ενημέρωση 4/9/2012: Τα κλαδάκια έχουν μεγαλώσει αρκετά, φτάνοντας τώρα τα 5-6 εκ., ενώ άρχισαν και τις πλευρικές διακλαδώσεις.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 3/9/2012 με τον ψευδοσπόνδυλο των νεαρών κλαδιών.

Ενημέρωση 18/11/2012: Πριν μια βδομάδα σχεδόν μεταφύτευσα την αραουκάρια σε μεγαλύτερη γλάστρα, γιατί στη μικρή που βρισκόταν έπεφτε αμέσως με τον άνεμο. Βγάζοντάς την είδα πως σχεδόν όλος ο χώρος του χώματος είχε γεμίσει με λεπτές, πυκνές ρίζες, αν και λίγος χώρος έμενε ακόμα προς τα πάνω. Οι χοντρότερες και πιο ξυλώδεις κύριες στηρικτικές ρίζες βρίσκονταν κοντά στον κορμό και στα κάτω μέρη της μπάλας χώματος. Στη γλάστρα ππου βρίσκεται τώρα θά’χει χώρο για αρκετά χρόνια ανάπτυξης. Επίσης τα κλαδιά της κορυφής έχουν μεγαλώσει πολύ.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 18/11/2012 πολύ πλατύτερη.

Ενημέρωση 10/12/2012: Ήρθε η ώρα και η αραουκάρια, μαζί με τα υπόλοιπα ευπαθή φυτά, να μαζευτεί σε προστατευμένο χώρο λόγω ψύχους. Η μετακίνηση έγινε στις 5 Δεκεμβρίου, αφού όμως είχε γίνει κάτι δυσάρεστο. Τις μέρες εκείνες φυσούσαν υπερβολικοί άνεμοι που προξένησαν
μεγάλες καταστροφές στα φυτά.
Η αραουκάρια λοιπόν, επειδή ακόμα δεν είχε πιάσει με τις ρίζες της καλά το νέο χώμα, μετακινήθηκε μαζι με τη ρίζα της μέσα στη γλάστρα, με αποτέλεσμα να την ξαναβγάλω και να την ξαναφυτέψω όρθια, κάτι όχι και τόσο καλό γι’αυτά τα φυτά που μισούν τις ταραχές στις ρίζες τους. Ευτυχώς είναι χειμώνας, και μέχρι την επόμενη άνοιξη το φυτό θά’χει προσαρμοστεί πλήρως. Έως τώρα πάντως δε δείχνει σημάδια στρες. Επίσης κατά τη μεταφύτευση έσπασε ένα μικρό κλαδάκι απ’το χαμηλότερο ψευδοσπόνδυλο, για λίγο έσταζε ρετσίνι, αλλά γρήγορα η πληγή έκλεισε. Δεν πειράζει, άλλωστε η μεγάλη ανάπτυξη γίνεται ψηλότερα, και πιστεύω πως εκείνα τα κλαδιά έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξεραθούν.

Η αραουκάρια στο προσωρινό χειμερινό της περιβάλλον. Σε σχέση με την πρώτη φωτογραφία του άρθρου, έχει αναπτυχθεί αισθητά.

Ενημέρωση 6/7/2013: Είχα κάποια θέματα με τη σταθερότητα, αλλά προσπάθησα να τα λύσω όσο γίνεται. Ο αέρας πριν λίγες βδομάδες ήταν τόσο δυνατός, ώστε έριχνε κάτω την αραουκάρια αρκετές φορές, ακόμα και στη μεγάλη γλάστρα όπου υποτίθεται θά’πρεπε να πιαστεί με τις ρίζες της καλά. Προσπάθησα να τη δέσω καλύτερα στο καλάμι, αλλά το τελευταίο δεν είναι και τόσο μεγάλο για να τοποθετηθεί βαθιά στο χώμα ώστε να μπορεί να στηρίξει το φυτό καλά, και γι’αυτό το βάρος του φυτού το μετακινεί λίγο προς την κατεύθυνση που γέρνει. Τελικά έδεσα το δέντρο στα κάγκελα σε δύο σημεία. Πότε επιτέλους θα μπορεί να στηριχτεί μόνο του;

Η αραουκάρια 6/7/2013.

Η αναπτυσσόμενη κορυφή φωτογραφημένη την ίδια ημερομηνία.

Ενημέρωση 8/8/2013: Ακόμα υπάρχουν προβλήματα στη στήριξη. Μετά από έναν ισχυρό άνεμο τα σχοινιά έφυγαν απ’τα κάγκελα, και πάλι το φυτό γέρνει λίγο προς τη μία μεριά. Θα προσπαθήσω να το ξαναστηρίξω. Εντωμεταξύ απ’την κορυφή αναπτύχθηκε νέος ψευδοσπόνδυλος με 6 κλαδιά.

Η κορυφή 7/8/2013.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τα Χριστούγεννα μου έφεραν δώρο άλλες τρεις αραουκάριες, τις οποίες στολίσαμε, φυτεμένες σε μια γλάστρα, η γνωστή κακή πρακτική των ανθοπωλών για να τις κάνουν να φαίνονται πυκνότερες, η οποία όμως βλάπτει σοβαρά αυτά τα ιδιαίτερα φυτά, αφού το καθένα προσπαθεί να επεκτείνει τις ρίζες του στο χώρο του άλλου και τελικά δυσκολεύονται όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και και τα τρία φυτά έχουν την ίδια ηλικία, όπως φαίνεται από τους ψευδοσπονδύλους κλαδιών που έχουν, το ένα είναι πολύ μικρότερο και καχεκτικό, ενώ κανένα τους δεν έχει το μέγεθος που θά’πρεπε να έχει για την ηλικία του σ’ένα σωστο περιβάλλον. Επειδή έχουν πιθανότατα μεγαλώσει σε σκιερό φυτώριο για όλη τους τη ζωή ως τώρα, έχουν λεπτεπίλεπτη δομή με σκουροπράσινα μαλακά φύλλα. Αν και κανονικά αναπτύσσονται οι κορυφές τους το μεσοκαλόκαιρο, στην προκειμένη περίπτωση το μεσαίο σε μέγεθος φυτό είχε ψηλή κορυφή μόλις μου ήρθε, και σύντομα έκανε έναν ψευδοσπόνδυλο τεσσάρων κλαδιών, μια πολύ θετική εξέλιξη από τα τρία του αμέσως προηγούμενου, που δείχνει πόσο ανθεκτικά είναι αυτά τα φυτά ακόμα και σε συνθήκες παραμέλησης, ο οποίος μέσα στο χειμώνα ανάπτύχθηκε σε 4-5 εκατοστά διάμετρο! Το χειμώνα τον πέρασαν έξω σε μια προστατευμένη θέση χωρίς πρόβλημα, επειδή ήταν ελαφρύς, αν και η παλιά μου και αγαπημένη αραουκάρια βρίσκεται στην ασφάλεια του κλιμακοστασίου. Σε λίγο θα πρέπει να την βγάλω κι αυτήν έξω, και να την ξαναστηρίξω, ενώ οπωσδήποτε θα πρέπει να χωρίσω τις τρεις καινούργιες σε ατομικές γλάστρες, και να δώσω τουλάχιστον τις δύο. Δυστυχώς το κλίμα της περιοχής δεν επιτρέπει τη φύτευση καμίας στο έδαφος.

Οι αραουκάριες 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Το Μάιο χώρισα τα τρία δέντρα σε ξεχωριστές γλάστρες με καλάμια για τις δύο μεγαλύτερες. Αν και οι ρίζες τους ταράχτηκαν πολύ, αφού πολλές βγήκαν εκ΄τος χώματος και αρκετές λεπτές κόπηκαν, τα φυτά δεν παρουσίασαν ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την ξήρανση ενός κλαδιού του κατώτερου ψευδοσπονδύλου και των δύο. Δεν είχε την ίδια κατάληξη η τρίτη και μικρότερη εντούτοις, η οποία είχε πολύ αδύναμη ρίζα απ’όπου το χώμα έπεσε αμέσως, και ξεράθηκε σε δύο βδομάδες. Την άφησα στη γλάστρα αρκετό καιρό, μήπως και δείξει σημεία ζωής, αλλά τελικά μας είχε αφήσει.
Τις άλλες δύο τις έδωσα στον πατέρα μου, όπου μεγάλωσαν θεαματικά. Η μία, η οποία είχε κάνει έναν ψευδοσπόνδυλο το χειμώνα και πλέον έχει φτάσει σε μεγάλο πλάτος, έκανε ακομα έναν τριών κλαδιών τώρα το καλοκαίρι, ενώ η άλλη έκανε έναν τεσσάρων κλαδιών στην αρχή του καλοκαιριού και τώρα ετοιμάζεται για έναν ακόμα. Πολύ παράξενη συμπεριφορά αυτή, αφού υποτίθεται πως τα φυτά αυτά κάνουν έναν ψευδοσπόνδυλο κάθε χρόνο. Υποθέτω πως προσπαθούν ν’αντισταθμίσουν τη χαμένη ανάπτυξη των προηγούμενων ετών, τώρα που ενεργοποιήθηκαν από τον έντονο ήλιο και το περισσότερο χώμα, προσαρμογή χρήσιμη για το φυσικό τους περιβάλλον, όπου ένα δενδρύλλιο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα ένα κενό που ανοίγει στο δάσος ώστε να προλάβει τους ανταγωνιστές του. Εντωμεταξύ ο κορμός τους έχει δυναμώσει και το νέο φύλλωμα είναι όπως πρέπει, σκληρότερο και πυκνότερο.
Η δική μου αραουκάρια τώρα ετοιμάζεται για ψευδοσπόνδυλο. Πλέον έχω βγάλει εντελώς το καλάμι στήριξης, και την έχω δεμένη από δύο σημεία στα κάγκελα. Γέρνει ελαφρώς, αλά δεν πειράζει, αντίθετα δείχνει μεγαλύτερη και πιο φυσική. Πλέον ο κορμός της έχει παχύνει αρκετά.

ενημέρωση 5/1/2015: Μόλις χθες ξεστολίσαμε την αραουκάρια από τα Χριστούγεννα, και τώρα ξεχειμωνιάζει στο κλιμακοστάσιο όπως πάντα για το κρύο. Ο φετινός της ψευδοσπόνδυλος ήταν 5 κλαδιών κι εμφανίστηκε αρκετά αργότερα από το κανονικό. Ίσως η ενόχληση στις ρίζες της από τις προσθαφαιρέσεις καλαμιών την άνοιξη να την πήγε λίγο πίσω προσωρινά.

Η αραουκάρια σαν νυφούλα στολισμένη 20/12/2014. Αν ήμασταν στο Ύστερο Ιουρασικό, ίσως βλέπαμε συχνότερα τέτοιο θέαμα, όπως άλλωστε και τουατάρα.

Advertisements