Το τρίτο βιβλίο που διάβασα ενώ ήμουν στην
κατασκήνωση
ήταν ιδιαίτερο κι αρκετά διαφορετικό απ’άλλα που έχω διαβάσει έως τώρα. Βρισκόταν στο φάκελο των αστυνομικών μου, και με έλκυσε σ’αυτό ο τίτλος του «Ιζολίνα η τεμαχισμένη γυναίκα», νομίζοντας πως πρόκειται για κάποιο σκοτεινό θρίλερ. Δεν ήταν θρίλερ τελικά, παρά περισσότερο ιστορικό βιβλίο. Ομολογώπως αρχικά απογοητεύτηκα με το περιεχόμενό του σε σχέση μ’αυτό που περίμενα, μετά όμως ενδιαφέρθηκα αρκετά και το συνέχισα. Ακόμα όμως κι αν δε μου άρεζε, θα’νιωθα ψυχαναγκασμένος να το τελειώσω – μόνο μια φορά έχω παρατήσει βιβλίο στη μέση.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Ιταλίδα Ντάτσια Μαράινι, για την οποία γίνεται εκτενείς πρόλογος στην αρχή. Η γυναίκα αυτή είναι συγγραφέας της δύσκολης πραγματικότητας όπως λέει, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει πρόσωπα και γεγονότα κρυμμένα ή και χαμένα στη δίνη της ιστορίας και του χρόνου, με κύριο ενδιαφέρον σε εξαφανισμένες κι αδικημένες γυναίκες της ιστορίας, που η αντρική κυριαρχία τις είχε σπρώξει στην αφάνεια ή και στη λεισμονιά. Δεν αναφέρεται πουθενά αν οι ιστορίες είναι πραγματικές, βασίζονται σε πραγματικές ή είναι φανταστικές.

Η συγκεκριμένη υπόθεση εκτυλίχθηκε τον Ιανουάριο του 1900 στη Βερόνα της Ιταλίας. Την εποχή εκείνη, όπως συμπεραίνουμε απ’το βιβλίο, η χώρα ήταν αρκετά ανεπτυγμένη, αλλά με σημαντικές ανισότητες μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων τάξεων. Το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό με αρχηγό του κράτος το βασιλιά, σύμβολο του οποίου ήταν ο στρατός. Ο τελευταίος κατείχε σημαντική θέση στην κοινωνία της εποχής, και οι αξιωματικοί του ήταν πλούσιοι, διασκέδαζαν ακόλαστα, κι αποτελούσαν στόχο πολλών γυναικών φτωχότερων τάξεων.

Στα μέσα του Ιανουαρίου λοιπόν εκείνου του έτους, οι πλήστρες που έπλεναν τις μπουγάδες στον ποταμό Αδίγη, παραπόταμο του γνωστότερου Πάδου, ανακάλυψαν ένα σακί που μέσα περιείχε τα τεμαχισμένα απομεινάρια μιας κοπέλας. Στη συνέχεια ανακαλύφθηκανβ κι άλλα σακιά και κομμάτια. Τον καιρό εκείνο επίσης είχε εξαφαβιστεί μια εικοσάχρονη κοπέλα, ονόματι Ιζολίνα Κανούτι, κόρη μιας οικογένειας μικροαστών οι οποίοι νοίκιαζαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους για έναν ανθυπολοχαγό του όδγου σώματος αλπινιστών, των Τριβούλτσιο. Η Ιζολίνα ζούσε λοιπόν εκεί με τον πατέρα της, τους δύο αδερφούς της, τη μικρότερη αδερφή της Κλέλια, και την υπηρέτρια Μαρία Πολικάντε, με την οποία έγιναναν οι καλύτερες φίλες. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν αυτή ήταν σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας της δούλευαν ολημερίς, και δεν είχε πολύ χρόνο για τα παιδιά. Η Ιζολίνα θεωρούταν κοπέλα κάπως ελευθέρων ηθών για την εποχή της – της άρεσε η διασκέδαση, οι έξοδοι το βράδυ, το φλερτάρισμα με αγόρια, κι ως αποτέλεσμα γινόταν θύμα πολλών κουτσομπολιών. Ήταν ωστόσο ευγενική και συναισθηματική κοπέλα που αγαπούσε. Είχε μέτριο ύψος, όχι υπερβολικά όμορφη εμφάνιση και καμπουριαστή πλάτη από ραχιτισμό, παρόλα αυτά ήταν αγαπητή σ’όλους. Εδώ να σημειώσουμε και μια σημαντική πολιτισμική διαφορά: εκείνη την εποχή στην Ιταλία αυτή η συμπεριφορά της Ιζολίνα θεωρούταν κάπως ακραία, και σίγουρα λίγο λιγότερο έντονες συμπεριφορές θα’ταν αποδεκτές, αντίθετα εδώ στην πιο υπανάπτυκτη τότε Ελλάδα η συμπεριφορά της Ιζολίνα θά’ταν εντελώς αδιανόητη. Η Ιζολίνα προηγουμένως είχε έναν εραστή, έναν αξιωματικό του στρατού. Τώρα είχε συνδεθεί αρκετά στενά με τον υπολοχαγό του όγδοου τάγματος αλπινιστών, τον οποίον ερωτεύτηκε όπως φαίνεται. Ζήτησε μάλιστα ένα καλό ένδυμα για να φορά όταν πηγαίνει στο δωμάτιό του το βράδυ. Κάποτε λοιπόν αυτός την άφησε έγκυο, χωρίς όμως να το αποδεχτεί ποτέ. Η μικρότερη αδερφή της Ιζολίνα ήξερε τα πάντα σχετικά με την υπόθεση. Η Ιζολίνα ήθελε να κρατήσει το παιδί και να παντρευτεί τον υπολοχαγό αν γινόταν, όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν ήθελε αυτό το πράγμα, και την προέτρεπε να κάνει έκτρωση. Της έδωσε μάλιστα 25 λιρέτες (μεγάλο ποσό για την εποχή) για ν’αγοράσει φάρμακα για ν’αποβάλει. Αλλιώς έλεγε, θα την έστελνε στο Μιλάνο, για επέμβαση; Αυτή ισχυριζόταν πως έπαιρνε τα φάρμακα χωρίς αποτέλεσμα, δεν ξέρουμε αν προσποιούταν ή αν τά’παιρνε στην πραγματικότητα. Έτσι στις πέντε του Ιανουαρίου εξαφανίστηκε απ’το σπίτι, και περίπου στις 14 βρέθηκαν τα μέλη της, που αποδοθηκαν σ’αυτήν χάρη στοβ φόρεμα που τύλιγε μερικά απ’τα κομάτια της και σε μία σημείωση για ψώνια με το δικό της γραφικό χαρακτήρα σύμφωνα, όπως αναγνώρισε ο πατέρας της. Όλο εκείνο το διάστημα πουμεσολαβούσε μεταξύ της εξαφάνισης και της εύρεσης των λειψάνων ο υπολοχαγός καθησύχαζε την οικογένια πως το κορίτσι βρίσκεται σε ασφαλές μέρος. Το κεφάλι της βρέθηκε μετά από ένα χρόνο επιβεβαίωσε σχεδόν την ταυτότητα του πτώματος. Μετά από ένα μήνα από την εύρεση των κομματιών, μια άλλη καλή φίλη της Ιζολίνα, που γνώριζε αρκετά για την υπόθεση, πέθανε στο νοσοκομείο λίγες μέρες μετά τη γέννα της, όμως ο θάνατος δεν προερχόταν από επιπλοκές, αφού πιο πριν άρχισε να συνέρχεται, αλλ’όπως ομολόγησε στον πατέρα της πριν πεθάνει ότι ίσως τη δηλητηρίασαν, κατονομάζοντας δύο πιθανούς ενόχους, ένας εκ των οποίων γιατρός, ίσως αυτός που ενεπλάκη και στην Ιζολίνα. Πολλές φήμες κυκλοφορούσαν πως ο αξιωματικός την οδήγησε λίγες μέρες μετά την εξαφάνισή της στην ταβέρνα με τη λέσχη των αξιωματικών ιλ Κιόντο με τη φίλη της, όπου μετά από ποτά και γλέντια την ξάπλωσαν σ’ένα τρεβάτι και ένας υπολοχαγός γιατρός προσπάθησε να της κάνει έκτρωση με μια πιρούνα, κι επειδή αυτή φώναζε πολύ, τη φίμωσαν μ’ένα μεγάλο πανί το οποίο την έπνιξε. Το πτώμα έπειτα οδηγήθηκε στον πάγκο κοπής κρεάτων όπου ο γιατρός την τεμάχισε σε κομμάτια, και ύστερα ο υπολοχαγός που είχε σχέση μαζί της πλήρωσε έναν άλλον να μεταφέρει τους σςάκους με τα μέλη στο ποτάμι. Έτσι ξεκίνησε ένας αγώνας για την εύρεση της αλήθειας, ο οποίος τελικά κατέληξε σε πολιτκκή διαμάχη, χωρίς ν’αποδοθεί ούτε στο ελάχιστο τιμή και δίκη στην Ιζολίνα.
Οι κατηγορίες βάρυναν κυρίως τον υπολοχαγό, ο οποίος δεν αρνήθηκε ποτέ τη σχέση του με την Ιζολίνα ούτε τις προτροπές του για την έκτρωση, μόνο τη συμμετοχή του στο έγκλημα. Για να προστατεύσει όμως την τιμή τη δική του, της παλαιάς οικογενείας του και του στρατεύματος του βασιλέος, θά’πρεπε να οργανώσει την άμυνά του. Για μικρό διάστημα συλλήφθηκε και φυλακίστηκε στη φυλακή της Βερόνα. Επιπλέον ενοχοποιητικό ήταν ένα γράμμα προς ένα δικηγόρο φίλο του που έστειλε εκείνο το διάστημα, όπου αναφέρει πως κατηγορίες τον επιβαρύνουν για ένα πιθανό έγκλημα. Ενοχοποιούνται επίσης και η υπηρέτρια Πολικάντε για διαφθορά της Ιζολίνα, όμως αυτό δεν υποστηρίχθηκε. Οι εφημερίδες της πόλης διχάστηκαν στις φιλοστρατιωτικές με το μέρος του βασιλέα και της τιμής του στρατεύματος, και στις αντιστρατιωτικές, με σημαντικότερη τη Βερόνα ντελ πό΄πολο (Βερόνα του Λαού) υποστηρικτικές προς την Ιζολίνα και σοσιαλιστικού κυρίως προσανατολισμού. Η υπόθεση σχεδόν είχε ξεχαστεί μέχρι προς το τέλος της χρονιάς, οπότε άρχιζαν να εμφανίζονται μάρτυρες του γεγονότος. Τότε ο συντάκτης της Βερόνα ντελ Πόπολο Μάριο Τοντεσκίνι υποβάλλει μήνυση κα΄τα του αξιωματικού. Η δίκη παρακολουθείται από μεγάλο πλήθος, με αναμονή για την τελική απόφαση. Οι δικηγόροι της πλευράς του Τοντέσκίνι στηρίζονται στην παραδοχή του Τριβούλτσιο για τη σχέση του με την Ιζολίνα, την εγκυμοσύνη της και την προτροπή και υποστήριξη της έκτρωσης, καθώς και στην ψυχρή κι ατάραχη στάση του μετά την ανεύρεση του πτώματός της ως απόδειξη της ενοχής του. Καταθέτει ο πατέρας της, η αδερφή της, η υπηρέτρια, ο πατέρας της άλης φίλης της Ιζολίνα που πέθανε στο νοσοκομείο μετά τη γέννα, η μαμή που βοήθησε για τα φάρμακα της έκτρωσης, όλοι με σχετικά ταυτόσημες μαρτυρίες. Επίσης αποκαλύπτεται πως ο ύποπτος για τη μεταφορά των σάκων στο ποτάμι μια φορά σε κατάσταση μέθης ανέφερε την αλήθεια, ότι δηλαδή αυτός έπραξε αυτό το πράγμα. Από την άλλη πλευρά ο αξιωματικός αρνείται οπιαδήποτε εμπλοκή του με το έγκλημα αμφιβάλλοντας μάλιστα αν αυτή η κοπέλα που βρέθηκε ήταν η Ιζολίνα, μολονότι εκείνο το διάστημα καμία άλλη κοπέλα δεν ήταν γνωστό πως χάθηκε, και στηριζόμενος στην ομολογία του ταβερνιάρη της ταβέρνας των αξιωματικών, που αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του καταστήματός του στο έγκλημα, σε αντίθεση μ’έναν άλλον που ανέφερε για το φόνο, και στη γνωμάτευση του ενός ιατροδικαστή ότι η Ιζολίνα ήταν έγκυος 7 μηνών, δηλαδή πριν την έλευσή του στο σπίτι, προσπαθεί ν’αποδείξει την αθωότητά του. Ο δεύτερος ιατροδικαστής έκρινε την εγκυμοσύνη της στους 4 μήνες, και μάλιστα λίγο αργότερα τα υπολοίμματα του εμβρύηου βρέθηκαν σ’ένα κανάλι. Ο δικηγόρος του αξιωματικού κάνει δρυμείες επιθέσεις στο σοσιαλισμό με τον αντιμιλιταρισμό και το δήθεν ειρηνικό πνεύμα που πρεσβεύει, τονίζοντας πάντοτε το άμεμπτο ήθος των αξιωματικών. Οι μαρτυρίες εναντίον της Ιζολίνα ήταν πολλές, βασισμένες όμως σε κουτσομπολιά κι όχι σε στέρεες αποδείξεις, π.χ. ότι είχε περισσότερους εραστές παρά την άρνηση της αδερφής και της υπόλοιπης οικογένειάς της γι’αυτό, ότι η υπηρέτρια του σπιτιού τη διέφθειρε μαθαίνοντάς την σ’αυτόν τον τρόπο ζωής, κ.ά. Η δική κράτησε πάνω από δύο μέρες, και στο τέλος έγινε η συνεδρίαση για την απόφαση. Σ’όλο αυτό το διάστημα το κοινό υποστήριζε ανοιχτά την Ιζολίνα και την οικογένειά της ακούγοντας της αληθοφανέστερες μαρτυρίες εκείνης της πλευράς. Η απόφαση ωστόσο βγήκε υπέρ του αξιωματικού, ο οποίος απαλλασσόταν από κάθε υποψία συμμετοχής σε κάποιο πιθανό έγκλημα. Η Ιζολίνα ήταν ένα κορίτσι για όλους, μια πόρνη με λίγα λόγια, που θα μπορούσε να’χει παιδί από οποιονδήποτε άλλον, και δεν είναι επιβεβαιωμένο πως το τεμαχισμένο πτώμα που βρέθηκε στο ποτάμι ανήκε σ’αυτήν. Ακόμα τα λόγια της ετοιμοθάνατης φίλης της δε μπορούν να θεωρήθούν έγκυρα εξαιτίας της κακής νοητικής κατάστασης που βρισκόταν τότε. Έτσι νίκησε περίτρανα ο στρατός, κι ο συντάκτης της εφηνμερίδας φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Λίγες διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, γρήγορα όμως το θέμα ξεχάστηκε κι όλοι ξεκίνησαν τις δουλειές τους. Ο αξιωματικός ωστόσο δεν παρέμεινε ποτέ ήσυχος με τη συνείδησή του. Όπως αναφέρουν οι γνωστοί του, από εξωστρεφείς κι έντονος άνθρωπος έγινε αποτραβηγμένος και λιγομίλητος. Για κάποιον καιρό έφυγε απ’την Ιταλία στις αφρικανικές αποικίες. Μετά το θάνατό του άφησε όλη την περιουσία του στο όγδοο τμήμα των αλπινιστών. Σ’όλη τη ζωή του ήταν αφιερωμένος στο στρατό και προσπαθούσε να προσφέρει εκεί όσο γίνεται. Το σημαντικότερο είναι εντούτοις ότι ποτέ ύστερα απ’αυτό το γεγονός ποτέ ξανά δεν έκανε σχέση με γυναίκα. Πιθανόν η ανάμνηση της Ιζολίνα έμεινε για πάντα στο μυαλό του.

Ογδόντα χρόνια λοιπόν μετά το γεγονός, το 1980 δηλαδή, μια γυναίκα (η συγγραφέας) επιχειρεί ν’αποκαλύψει την υπόθεση και ν’αποκαταστήσει τη μνήμη της κοπέλας. Βρίσκεται όμως σε μια Βερόνα πλέον εντελώς διαφορετική, με πολλά νέα κτίρια και περιοχές, και με τα περισσότερα παλιά-σκηνές του εγκλήματος αντικατεστημένα από νέα και διαφορετικά. Η μόνη σχετικά καλή πηγή της ήταν τα άρθρα των εφημερίδων εκείνης της εποχής. Στο ληξιαρχείο ανακαλύπτει με έκπληξη πως το όνομά της δεν υπάρχει πουθενά. Στην πόλη βρήκε ωστόσο μια ψηφιδωτή προσωπογραφία σ’ένα σταυροδρόμι, που πιθανόν κατασκευάστηκε προς μνήμην της Ιζολίνα. Με επίμονη αναζήτηση κατόρθωσε να εντοπίσει έναν έμμεσο απόγονό της, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρονικών και τον συνάντησε με τα παιδιά του. Όταν τον ρώτησε αυτή για την Ιζολίνα, απάντησε πως στην οικογένειά του αποφεύγουν να μιλούν γι’αυτό το θέμα, κι επίσης κάτι παράξενο, ότιδ ηλαδή ως τώρα καμία κόρη της οικογένειας δεν είχε παντρευτεί ή κάνει παιδιά, λες και μια κατάρα έπεσε πάνω τους. Έπειτα επισκέπτεται τον ποταμό που τον βρίσκει αρκετά αλλαγμένο, τις πρώην φυλακές που τώρα δεν υπάρχουν, το νεκροταφείο όπου δε βρίσκει κανένα ίχνος της, την ταβέρνα που πλέον δεν υπάρχει, το μοναστηριακό σχολείο της Ιζολίνα όπου εισήχθει μετά το θάνατο της μητέρας της, όπου αντιμετωπίστηκε με δυσαρέσκεια από την ηγουμένη, και τέλος στο δκαστήριο, όπου με πολλή δυσκολία κατόρθωσε να βρει τα στοιχεία για τη δίκη Τοντεσκίνι.

Έτσι η νεαρή Ιζολίνα καταδικάστηκε για πάντα στη λήθη, από την προσπάθεια του στρατού να διατηρήσει την τιμή του. Ούτε η οικογένειά της ούτε κάποιος άλλος υποστηρικτής της δεν είχαν τη δύναμη ν’αποκαλύψουν την αλήθεια. Ήταν απλά μια φτωχή κοπέλα που κάπως χάθηκε, χωρίς αξία, που όχι μονο αδικήθηκε και ξεχάστηκε, αλλά δυσφημίστηκε βαριά τον καιρό που ήταν γνωστή. Εδώ δε μπορούμε να παραλείψουμε να εντοπίσουμε το φεμινιστικό συμβολισμό στο βιβλίο. Ο στρατός συμβολίζει την άρχουσα τάξη, τη δύναμη των όπλων που τελεί υπό τη διαχείρηση των αντρών κι έχει τη δύναμη να επιβληθεί με βία, να σκοτώσει, ν’αγνοήσει τον πόνο, να καταστρέψει. Κι ο κακός χαρακτηρισμός της Ιζολίνα επίσης αντανακλά την άποψη των αντρών για τις γυναίκες, ότι δηλαδή θα πρέπει να’ναι σεμνές, υπάκουες και μετρημένες, ώστε να είναι ελέγξιμες, ενώ οι ίδιοι θα μπορούν να επιδίδονται χωρίς μέτρο σε όλες τις ακολασίες αδιαφορώντας για τους ανθρώπους που ίσως βλάψουν. Κάποια κατάλοιπα αυτής της λογικής παραμένουν και στις μέρες μας, με τον άντρα που έχει πολλές κατακτήσεις ν’αποκαλείται μάγκας ενώ η γυναίκα πουτάνα. Η εγκυμοσύνη επίσης, η μητρότητα και τα ευγενή συναισθήματα αποτελούν παραδοσιακά χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, τα οποία όμως δεν έχουν καμία δύναμη μπροστά στην εξουσία. Ίσως ακόμα η συγγραφέας θέλει να μας δείξειβ με την ύπαρξη κυρίως γυναικών μαρτύρων από τη μεριά του υπολοχαγού κατά της Ιζολίνα ότι κκαι οι ίδιες οι γυναίκες διαιώνιζαν αυτήν την καταπίεση υποδεικνύοντας αμέσως τα υποτιθέμενα ελατώματα κάποιας, ίσως από ζήλια που δε μπορούσαν να βρεθούν στην κατάστασή της. Η Ιζολίνα από την άλλη δεν έχει απολύτως καμία δύναμη σ’αυτό το παιχνίδι. Η μόνη απαίτησή της είναι να κρατήσει το παιδάκι της και ίσως, αν γινόταν, να παντρευτεί τον αξιωματικό. Η δύναμη των όπλων ωστόσο, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια πειθούς για την έκτρωση, κάνει πάνω της μια φρικιαστική επέμβαση όπου πεθαίνει. Η φτωχή οικογένειά της, μην έχοντας μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δε μπορεί να αποκαταστήσει το δίκιο της. Ένα βιβλίο που θα σας λυπήσει πολύ, που όμως θα μπορούσε να αντανακλά την πραγματικότητα. Δεν είναι κακό να το διαβάσετε.

Advertisements