Το δεύτερο βιβλίο που διάβασα όσο ήμουν στην
κατασκήνωση
ήτανν «Η φωνή του βιολιού» του γνωστού Ιταλού συγγραφέα Αντρέα Καμιλέρι. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας αποτελεί λαμπρή αντίθεση στην πίστη ότι η νοητική ικανότητα πέφτει με την ηλικία, αρχίζοντας το συγγραφικό έργο του μετά τα 50 και γράφοντας ως τώρα πολλά βιβλία και μάλιστα μέσα στην ένταση και τη δράση. Τα περισσότερα βιβλία του είναι αστυνομικά, όχι όμως όλα. Τοο «Αίτηση για τηλέφωνο» για παράδειγμα δεν είναι, το οποίο πρόκειται να διαβάσω σε λίγο καιρό.

Το συγκεκριμένο μπορώ να πω πως είναι το πρώτο γνήσιο αστυνομικό που έχω διαβάσει, δηλ. με την εύρεση ενός θύματος και την αναζήτηση του εγκληματία. Άλλα προηγούμενα είχαν χαρακτήρα περισσότερο θρίλερ. Αυτό δε σημαίνει πως οι υποθέσεις όλων τους ήταν αδύνατες, για παράδειγμα
«Το Νησί των Καταραμένων»
Θα μπορούσε να συμβεί κανονικά στην πραγματικότητα. Και στο συγκεκριμένο βιβλίο η υπόθεση θα μπορούσε να’ναι πραγματική, μολονότι σπάνιο συμβάν.

Ο αστυνόμος Σάλβο Μονταλμπάνο, ο ήρωας του Καμιλέρι στη Σικελία προχωρώντας με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο δρόμο, ένα πρωί κατά λάθος τρακάρει με τον οδηγό του τμήματος ένα σταθμευμένο πράσινο αυτοκίνητο μπροστά από μια βιλίτσα. Το σπίτι είναι έρημο, και κανείς δε φαίνεται ννα βγαίνει να δει το αυτοκίνητο. Από διαίσθηση ο αστυνομικός αντιλαμβάνεται πως κάτι εκεί μέσα δεν πάει καλά, κι αποφασίζει ν’ερευνήσει το σπίτι κρυφά. Μπαίνοντας το βράδυ βρίσκει ένα νεόδμητο σπίτι με έπιπλα κατακαίνουργια κι άλλα ακόμα τυλιγμένα, όλα σε τάξη. Το μπάνιο του δεύτερου ορόφου ωστόσο είναι ακατάστατο, ενώ η έκπληξη βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα – το πτώμα μιας γυμνής γυναίκας στα τέσσερα με το κεφάλι μπρούμυτα στο στρώμα. Επειδή όμως η πράξη του αυτή ήταν παράνομη, αποφασίζιε να το ψάξει καλύτερα τη δεύτερη μέρα, αφού το καλύπτει ζητώντας τη βοήθεια μιας ηλικιωμένης φίλης του η οποία πήρε ανώνυμα στο τμήμα υποτίθεται για ένα άσχημο γεγονός σ’εκείνο το σπίτι. Αφού έχει καλέσει αρκετό προσωπικό, μπαίνουν στο σπίτι για να δουν. Βρίσκουν το πτώμα και το στέλνουν στον ιατροδικαστή.Αρχίζουν τις πιθανές υποθέσεις, αν δηλαδή ο δολοφόνος ήταν κλέφτης, βιαστής, εγκληματίας πάθους κ.ά. Ο Μονταλμπάνο αναλαμβάνει την έρευνα και γρήγορα βρίσκει την ταυτότητα της γυναίκας, ήταν η Μικέλα Λικάλτσι, σύζυγος ενός γνωστού πλούσιου γιατρού από τη Μπολόνια που εκείνο το διάστημα διέμενε σ’ένα κοντινό ξενοδοχείο. Από το ξενοδοχείο μαθαίνει περαιτέρω πληροφορίες γι’αυτήν, όπως ότι είχε πολλά χρήματα, πάντοτε κουβαλούσε μαζί της μια μεγάλη τσάντα με ακριβά κοσμήματα παρά τις προειδοποιήσεις ότι θα μπορούσαν να την κλέψουν, κι έτσι ο αστυνόμος υποθέτει ότι ίσως ο φόνος προερχόταν από κάποιον κλέφτη, ίσως γνωστό της. Η γνωμάτευση του ιατροδικαστή ήταν ωστόσο ότι η σεξουαλική συνέυρεση έγινε με τη συγκατάθεσή της. Ο Αστυνόμος ψάχνει όλα τα χαρτιά της εν λόγω γυναίκας, όλα τα τηλέφωνα, τα τιμολόγια κ.ά. Βρίσκει όλους τους φίλους της και τους τηλεφωνεί για να μάθει περισσότερα. Μαθαίνει πως είχε πολλούς φίλους ίσως κι εξωσυζυγικές σχέσεις. Συνάπτει ιδιαίτερη σχέση με την καλύτερη φίλη της Άννα Τροπεάνο, όχι γνησίως ερωτική όμως, η οποία αρχικά διστάζει να δώσει προσωπικές πληροφορίες για τη δολοφονημένη, σιγά-σιγά όμως επανέρχεται από το σοκ της απώλειας και βοηθά περισσότερο. Σύντομα καλεί επίσης και τον άντρα της Εμανουέλε Λικάλτσι, ο οποίος αρχικά φέρεται αφύσικα ατάραχα, αν κι αργότερα ανησυχεί κι ο ίδιος. Ο άντρας της ήταν πλούσιος γιατρός και την παντρεύτηκε για συμφεροντολογικούς λόγους. Αυτή δε δούλευε και ήθελε έναν άντρα με χρήματα, κι αυτός επειδή δεν ήταν με καμία γυβναίκα τόσα χρόνια, την πήρε για να σταματήσουν να κυκλοφορούν φήμες πως ήταν ομοφυλόφιλος. Εντωμεταξύ είχε χαθεί ο γιος ενός γνωστού στη γυναίκα μηχανικού, ο οποίος ήταν γνωστό πως την είχε ερωτευτεί παράφορα, ήταν όμως και νοητικά καθυστερημένος. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο ανώτερος διοικητής, ο οποίος θα τα’ανακατέψει όλα. Υπ’αυτού αστυνομικοί έψαξαν το σπίτι του μηχανικού και κυνήγησαν το γιο του ως έξω σε μια σπηλιά, όπου αυτός ξαφνικά βγήκε με ανοιχτά τα χέρια και φώναξε «Τιμωρήστε με!» Αυτοί τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν, με την υποτιθέμενη δικαιολογία πως οπλοφορούσε.
Η υπόθεση φαινόταν να’χε κλείσει, όμως ο Μονταλμπάνο δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος. Ο Μαουρίτσιο, ο γιος του μηχανικού, αποκλείεται να έφερε όπλο, κι η θανάτωσή του ήταν απαράδεκτη πράξη. Η έκκλισή του να τον τιμωρήσουν θα μπορούσε να σήμαινε πολλά πράγματα. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, ο νεαρός αυτός είχε τραυματιστεί επίσης μερικές μέρες πριν πεθάνει. Έτσι ο Μονταλμπάνο αναλαμβάνει την υπόθεση μυστικά. Εντωμεταξύ είχε πρόβλημα με τη μέλλουσα γυναίκα του, η οποία του ζητούσε να παντρευτούνπ, αλλ’αυτός δεν ήταν ακόμα σίγουρος. Το ζευγάρι ήθελε επίσης να υιοθετήσει ένα παιδί, το οποίο όμως, ενώ έμενε στην οικογένεια που το φιλοξενούσε προσωρινά, δέθηκε μαζί τους και του ήταν υπερβολικά δύσκολο να τους αφήσει, έτσι αποφάσισαν μετά από χρόνο και με βαριά καρδιά να το αφήσουν μ’εκείνους τελικά. Ο Μονταλμπάνο βρίσκει μάρτυρες, οι οποίοι προθυμομοιούνται να δώσουν πληροφορίες για την τελευταία επίσκεψη της Μικέλα στο σπίτι της. Η γυναίκα πήγε μαζι μ’έναν άντρα διαφορετικό στην εμφάνιση απ’το Μαουρίτσιο, ο οποίος κρατούσε μια μεγάλη τσάντα, προφανώς τη βαλίτσα της. Δε φαίνεται ωστόσο πως ακόμα είχε διάθεση να την κλέψη ή κάτι τέτοιο. Η υπόθεση υποστηρίζεται από ένα δικηγόρο συνήγορο της μαφίας, ο οποίιος, όπως είπε ο αστυνομικός, εφόσον η υπόθεση δεν έθιγε τα συμφέροντα των πελατών του, δε θά’χε πρόβλημα να τους βοηθήσει, εντούτοις πάλι ο Μονταλμπάνο προσπαθούσε να τον αποφεύγει. Ο δικηγόρος αυτός δίνει μια αμφίβολη προσωπική μαρτυρία πως ο Μαουρίτσιο στην πραγματικότητα δεν οπλοφορούσε, αλλά κρατούσε το παπούτσι του απ’το ένα πόδι. Γίνονται επίσης έρευνες στα έξοδα της νεκρής γυναίκας και αποδεικνύεται ότι τα ποσά που ξόδευε ήταν πολύ υψηλότερα απ’αυτά που θα χρειαζόταν για το σπίτι. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάπου μπορεί να τά’δινε. Με την καθοδήγηση ενός άλλου αστυνομικού από τη Μπολόνια, βρίσκεται κάποιος που ίσως διαχειρίζεται παράνομο χρήματα που είναι γνωστός και με το σύντροφο αυτής της γυναίκας. Οι πρόοοδοι της έρευνας δημοσιεύονται στα κανάλια χάρη στον καλό φίλο του αστυνομικού δημοσιογράφο Νικολό Τζίτο. Ο διοικητής παραιτείται, και νόμιμα πλέον ο αστυνόμος Μονταλμπάνο παίρνει την υπόθεση στα χέρια του.
Το πτώμα της γυναίκας μεταφέρθηκε στη Μπολόνια για την κηδεία. Ένας βιολιστής που έμενε στον επάνω όροφο της ηλικιωμένης φίλης του αστυνομικού θά’παιζε κάποια κομμάτια εις μνήμην της. Ο αστυνομικός μαθαίνει πως ο μουσικός αυτός τη γνώριζε, και πηγαίνει να τον επισκεφθεί, οπότε αυτός διηγείται την ιστορία ότι αυτή η γυναίκα του είχε φέρει ένα βιολί ανεκτίμητης αξίας κληρονομημένο από τον προπάππο της ώστε να μη μείνει αχρησιμοποίητο και καταστραφεί. Αυτός το επιδιορθώνει και της δίνει ένα άλλο για να το αντικαταστήσει με μια δική του απομίμηση. Φέρνοντας όμως το βιολί του σπιτιού στο μουσικό, αυτός διαπιστώνει με τρόμο πως είναι ένα φτηνό και χωρίς αξία όργανο, προσβλητικό όπως το λέει για τη μουσική. Στην κηδεία της γυναίκας ο ασςτυνόμος βρίσκει την καλύτερη φίλη της μαζί μ’έναν ψηλό άντρα, ο ποίος συστίνεται ως Γκουίντο Σεραβάλε, ο σύντροφος της γυναίκας. Βάζει αμέσως έναν υπαστυνόμο να την παρακολουθεί, ώσπου φτάνει στο ξενοδοχείο του. Τότε επισκέπτεται ο αστυνόμος στο δωμάτιό του όπου του διηγείται την υπόθεση όπως την είχε σχηματίσει σε μια ιστορία, για να προσπαθήσει να τον ψαρέψει. Εδώ βρίσκεται συμπυκνωμένη όλη η υπόθεση. Την λέω επιγραμματικά: Ήταν μια γυναίκα ενός πλούσιου γιατρού, γιατί όμως ο γάμος τους ήταν λευκός, είχε κι εξωσυζυγική σχέση χωρίς πρόβλημα. Η εν λόγω γυναίκα είχε ένα παλιό κληρονομημένο βιολί 2 εκατομμυρίων λιρετών. Ο σύντροφος της εξωσυζυγικής σχέσης ήταν μπλεγμένος στα παιχνίδια, και χρειαζόταν επειγόντως χρήματα για να εξωφλήσει. Για να’ναι ασφαλής από τους δανειστές του μετακινήθηκε προσωρινά απ’τη Μπολόνια στη Σικελία. Γνωρίζοντας για το βιολί, αποφάσισε να το πουλήσει με τη βοήθεια του συνεργού του, χωρίς η γυναίκα να το καταλάβει. Επειδή η ανάγκη ήταν επιτακτική να πληρώσει τα χρέη του κι αυτή δεν έπρρεπε να το υποπτευθεί, σκέφτηκε να σκοτώσει τη γυναίκα, να πάρει το βιολί και να το αντικαταστήσει μ’ένα ευτελές, και το έπραξε. Ο δολοφόνος σκότωσε τη γυναίκα του κατά τη διάρκεια της συνουσίας πιέζοντας με πολλή δύναμη το κεφάλι της στο στρώμα ώστε να πεθάνει από ασφυξία. Ένας νεαρό σ’ένα δέντρο δίπλα απ’την κρεβατοκάμαρα που πήγε εκεί για να παρακολουθήσει τα γεγονότα (ο Μαουρίτσιο) είδε το φόνο κι ένιωσε ένοχος για την αδυναμία αποτροπής του. Αυτός αργότερα ζήτησε τιμωρία απ’τους αστυνομικούς γι’αυτό το πράγμα κι αυτοί τον σκότωσαν. Ήταν χτυπημένος επειδή ο δολοφόνος μόλις τον είδε τον χτύπησε. Αυτή ήταν η υπόθεση διαφορετική λίγο στο βιβλίο με πρωταγωνιστή το Γκουίντο Σεραβάλε. Ο Σεραβάλε, αφού άκουσε τα παραπάνω, έβγαλε ένα περίστροφο κι αυτοκτόνησε. Πάνω στην ώρα ήρθαν οι συνεργάτες αστυνομικοί, οι οποίοι είδαν τον τόππο της αυτοκτονίας, και πλέον η υπόθεση είχε διαλευκανθεί, ο παραιτημένος διοικητής είχε χάσει τη τιμή του κι ο ο Μονταλμπάνο είχε αναγνωριστεί ευρέως. Την επόμενη μέρα βρέθηκε η κάρτα επιβίβασης του Γκουίντο από Μπολόνια στη Σικελία με ψευδώνυμο, αναγνωρίστηκε όμως από τη σύμπτωση της ημερομηνίας με την αναχώρηση της γυναίκας και απ’το ότι τα αρχικά του ψευδωνύμου ήταν ίδια μ’αυτά του ονόματος. Εδώ ο αστυνόμος μας κάνει τη δυστυχή διαπίστωση ότι αν το αυτοκίνητο είχε διερευνηθείβ μαζί με το σπίτι, η κάρτα θα βρισκόταν και η υπόθεση ίσως είχε λυθεί πιο γρήγορα χωρίς την εμπλοκή και το πλήρως αδικαιολόγητο θάνατο του Μαουρίτσιο. Έπειτα κανονίστηκε το σπίτι και το αυτοκίνητο να πουληθούν, σύμφωνα με το αγχωτικές του συζύγου της δολοφονημένης.

Καλό βιβλίο γεμάτο με δράση κι ένταση. Είναι γεμάτο με στιχομυθίες, τηλεφωνήματα και μετακινήσεις, που χρειάζονται κάποια συγκέντρωση για συνεπή παρακολούθηση. Εδώ ώρες ώρες από το θόρυβο αποσπαζόταν η προσοχή μου κι έπρεπε να επανεξετάσω πάλι λίγα κομμάτια, αλλά τελικά κατανόησα τη δράση κάθε εμπλεκόμενου. Διαβάζοντας αμέσως πριν το γερμανικό βιβλίο
«Επτά χρόνια στο Θιβέτ»,
έχω να κάνω και ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις πολιτιστικές διαφορές αυτών των δύο χωρών και κατ’επέκτασιν των μεσογειακών με τους βόρειους. Το προηγούμενο, αν κι όχι αστυνομικό, έχει να κάνει κι αυτό με δράση. Στο πρώτο λοιπόν οι Γερμανοί είναι ψύχραιμοι, ήρεμοι ακόμα και σε μεγάλες δυσκολίες, σκέφτονται κάτι αρκετή ώρα πριν, συνεπείς στη δουλειά τους και πολύ επίμονη. Οι Ιταλοί όμως είναι φωνακλάδες, βρίζονται συνέχεια μεταξύ τους, ασυνεπείς στη δουλειά τους, π.χ. τη διακόπτουν εύκολα για φαγητό, ξεκούραση ή για προσωπικά θέματα, και γενικά πιο έντονοι, πάλι όμως στο τέλος αποτελεσματικοί. Επομένως μάλλον ο τρόπος διεκπεραίωσης της δουλειάς δεν επηρεάζει απαραίτητα το αποτέλεσμα, εφόσον αυτοί που δουλεύουν έχουν το στόχο να τη φέρουν εις πέρας. Στο βιβλίο ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαγητό, το οποίο είναι μάλλον επίτηδες καθαρά μεσογειακό, με ελαιόλαδο, ψάρι, λαχανικά και μυρωδικά. Ο Μονταλμπάνο είναι γνωστός για τις εκλεκτές γαστρονομικές του προτιμήσεις σ’όλα τα βιβλία του Καμιλέρι τρώγοντας περίεργες σάλτσες, ειδικά μαγειρεμένα ψάρια και πάντοτε τα ιταλικά μακαρόνια. Τέλος η πόλη της εξέλιξης των γεγονότων Βιγκάτα και η περιφέρεια στην οποία βρίσκεται Μοντελούζα είναι φανταστικές τοποθεσίες στη Σικελία.

Advertisements