Δεν εξαφανίστηκα την προηγούμενη βδομάδα, απλώς δεν είχα πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Από τις 10 του μηνός μέχρι σήμερα ήμουν σε κατασκήνωση, όπου δεν υπήρχε ισχυρό σήμα. Αυτή η κατασκήνωση διοργανώνεται από την ΕΣΑΜΕΑ και φιλοξενεί άτομα με διάφορες αναπηρίες, για να λέμε όμως την αλήθεια η πλειονότητα έχει νοητική αναπηρία. Άτομα με οποιαδήποτε άλλη αναπηρία, όπως πρόβλημα όρασης επίσης μπορεί να συμμετέχουν, όμως σε πολύ μικρότερο αριθμό. Για παράδειγμα πέρυσι ήταν τρεις, ενώ φέτος, που ήρθα κι εγώ κι άλλοι, 8, και μαζί με τους πλήρως βλέποντες συνοδούς 11. Αρχικά θά’μασταν 12, όμως το τελευταίο παιδί δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στην κατάσταση κι εγκατέλειψε την επόμενη μέρα.

Οι συνοδοί μας ήταν τρεις, ο ένας όμως είχε έρθει και σε προηγούμενες αποστολές. Θα πρέπει να ευγνωμονήσω το γυμναστή μας Κώστα Τσανακτσίδη για τη συνεχή προσφορά βοήθειας, την ίση αντιμετώπιση των αναγκών όλων των παιδιών και τη μεγάλη υπομονή του. Ο γυμναστής αυτός, ηλικιακά κοντά μας και περισσότερο φίλος μας σε ηλικία 21 ετών, σπουδάζει στα ΤΕΦΑ και δουλεύει στο γυμναστήριο της Αθλητηκής Ένωσης Τυφλών Πυρσός, μία από τις δύο της Θεσσαλονίκης (η άλλη είναι ο Ήφαιστος). Τον διακατέχει απίστευτη ενεργητικότητα κι όρεξη για εργασία, αφού ασκεί τρεις δουλειές την εργάσιμη περίοδο του έτους, και είναι δεινός ψαροντουφεκάς. Οι άλλες δύο ήταν φοιτήτριες που γνώρισα μόλις τώρα, και είχαν αναλάβει κυρίως τα κορίτσια. Μπορεί οι συνοδοί στην περίπτωσή μας να πέρασαν σχετικά ξέγνοιαστα, αλλά η δουλειά δεν είναι εύκολη για τις περισσότερες άλες περιπτώσεις. Πολλά παιδιά στην κατασκήνωση ήταν δύσκολες περιπτώσεις που απαιτούσαν εικοσιτετράωροι φροντίδα, κι όμως οι συνοδοί τους τα βοηθούσαν. Σίγουρα για να πάει κάποιος να δουλέψει εκεί θα πρέπει πάνω απ’όλα ν’αγαπάει αυτά ταπαιδιά. Αλλιώς ας πάει να δουλέψει σε άλλη κατασκήνωση.

Η κατασκήνωση απέχει λίγο από το χωριό της Μεταμόρφωσης, που βρίσκεται στην αρχή του δεύτερου ποδιού της |Χαλκιδικής. Είναι περιφραγμένος χώρος μ’έναν κεντρικό δρόμο μόνο να τον χωρίζει απ’τη θάλασσα, με δωματιάκια για τους κατασκηνωτές, τραπεζαρία, κυληκείο, ιατρείο, θεατράκι, γήπεδο μπάσκετ, και το υπόλοιπο μια μεγάλη αυλή με γκαζόν και δέντρα – τίποτα άλλο εκτός από πεύκα με τζιτζίκια, σκίουρους και βατραχάκια. Αρκετές μέρες έκανε ανυπόφορη ζέστη με λίγο αέρα, ακόμα και το βράδυ, ενώ δυο φορές έβρεξε και κάποιες άλλες φυσούσε. Κοιμόμασταν όλοι στο ίδιο δωμάτιο, αγόρια και κορίτσια με τα κρεβάτια παρατεταγμένα σαν κλινικής στη σειρά και απ’τις δύο πλευρές, κι όταν έπρεπε ν’αλλάξει το ένα φύλο έπρεπε να βγει έξω το άλλο. Το πρόβλημα όλων μας ήταν ότι τα κορίτσια κλασικά αργούσαν πάντοτε παραπάνω, πιστεύω επίτηδες, και γι’αυτό είχαμε καθημερινές διαφωνίες μαζί τους που δε λύθηκαν ποτέ. Κοιμόμασταν με ανοιχτάπαράθυρα και συνήθως πόρτες για να μη σκάσουμε, και διώχναμε τα κουνούπια με συνδυασμό σπρέι αντικουνουπικού, ηλεκτρικής αντικουνουπικής συσκευής με ταμπλέτα και καψίματος φιδακίου, ώστε δε με τσίμπησε σχεδον κανένα, αντίθετα με τη διαμονή μου
στο εξοχικό του πατέρα μου στη Χαλκιδική,
οπότε με κατέφαγαν. Δε γινόταν το ίδιο με τις μύγες, που κάθε πρωί κι απόγευμα μας ενοχλούσαν συνεχώς. Θυμάμαι μια μέρα, μόλις που ξύπνησα το πρωί κι ο γυμναστής μου είπε: «Στέφανε, είσαι γεμάτος μύγες.» Εγώ τρόμαξα και πετάχτηκα πάνω, μου το είπε έτσι λες και ήμουν πτώμα.

Το ξύπνημα γινόταν στις 8-8-30 το πρωί, οπότε μετά την προετοιμασία μας πηγαίναμε στις 9 για πρωινό, στις 11-12 στη θάλασσα, έπειτα στις 2 περίπου για μεσημεριανό, στις 5 παίρναμε απογευματινό σνακ, στις 6-30-7 φεύγαμε για τη θάλασσα, μετά τρώγαμε βραδινό στις 9, και μπορεί ως τις 11-12 να είχε κάποια εκδήλωση. Αυτό ήταν εν ολίγοις το καθημερινό μας πρόγραμμα.

Η ώρα που θα κοιμόταν κάποιος δεν ήταν σταθερή. Άλλοι έπεφταν απ’τις 11, ενώ άλλοι στις 5. Φυσικά οι τελευταίοι έπρεπε ν’αναπληρώσουν και με λίγους ύπνους την υπόλοιποι μέρα. Κοιμούνταν αρκετά βαριά, ακόμα και το κούνημα και το γαργάλημα δεν τους σήκωνε, και έτσι καθυστερούσαμε και οι υπόλοιποι. Εγώ αρχικά κοιμόμουν 2-3 το βράδυ επειδή διάβαζα βιβλία, όμως δε μού’φταναν οι ώρες κι αμέσως άλλαξα ρύθμιση για τις 12-1. Από το φαγητό δεν έχω κανένα παράπονο, με κανονικά φαγητά κάθε μέρα όπως ψάρι, μακαρόνια, φασολάκια, αρακά, γίγαντες, ρύζι με κοτόπουλο, ρύζι με σουτζουκάκια, τουρλού κ.ά. με ψωμί, τυρί, αγκουροντομάτα και φρούτο. Το πρωί είχαμε φέτες με μαρμελάδα και μερέντα σε μέρες εναλλάξ και γάλα, ενώ το βράδυ οι μερίδες ήταν παρόμοιες με του μεσημεριανού. Στην αρχή οι μερίδες μου φαινόταν μικρές και κατάλαβα πως θά’κανα δίαιτα εκεί, όμως αργότερα εκμεταλευόμουν τ’ανέγγιχτα πιάτα ή τα επιπλέον που θα δίνανε για να γεμίζω σωστά την κοιλιά μου. Η μαγείρισσα της κατασκήνωσης είχε δύο κόρες: την Αθανασία 8 χρονών και την Παρασκευούλα 5. Η Παρασκευούλα ήρθε στο δωματιάκι μας με τα κορίτσια από την πρώτη και μετά μας αγάπησε. Εγώ αγαπάω πολύ τα μικρά παιδάκια, και μπορώ να παίζω αρκετή ώρα μαζί τους. Την λέγαμε παραμυθάκια, την κυνηγούσαμε και τη γαργαλούσαμε, την δείχναμε τον υπολογιστή, αυτοί που ήξεραν της έπαιζαν μουσική, μας έδειχνε κωλοτούμπες και άλλες αστείες κινήσεις κ.ά. Ήταν ένα μικρό, λίγο στρουμπουλό κοριτσάκι με μέτρια μαγουλάκια, καστανά και κοντά μαλλάκια και ματάκια, μικρή μυτούλα, γλυκιά φωνούλα, και πολύ ήσυχο. Όταν δεν ασχολούμασταν μαζί του, απλώς έμενε δίπλα μας σαν να μην υπάρχει ή έφευγε για λίγο. Ούτε φώναζε ούτε αντιδρούσε άγρια για να τραβήξει την προσοχή. Δεν υπήρχε μέρα που να μη μας έκανε επισκέψεις, και πάντοτε ρωτούσε αν μας άρεζε το φαγητό της μαμάς της.

Η θάλασσα ήταν ζεστή και ήρεμη. Μπορεί να είχε κατά τόπους βράχια με φύκια, σχεδόν παντού όμως είχαμε μαλακή άμμο. Πηγαίναμε καθημερινά εκτός από μια μέρα πρωί κι απόγευμα, ενώ στις 16 του μηνός αποφασίσαμε να κάνουμε νυχτερινό μπάνιο στις 11 το βράδυ, κάτι όχι και τόσο εξωτικό όπως περίμενα, αφού δίπλα μας είχαμε πολλά φώτα και το νερό ήταν ζεστό από τον ήλιο. Δε μπόρεσα ωστόσο να το απολαύσω επειδή καθίσαμε λίγο. Η θάλασσα είχε διάφορα είδη φυκιών στα βράχια, σπάνια κι αχινούς, ενώ στις ανοιχτές περιοχές βρίσκαμε ερημίτες κάβουρες, σαλιγκάρια, γυαλιστερές και κυδώνια. Μια φορά βρήκα ένα καβούρι, που κανονικά θά’πρεπε να βρίσκεται στα βράχια στην άμμο, το αποξήρανα για τη συλλογή μου έξω από το δωμάτιο, όμως ένα παιδί της κατασκήνωσης κατά λάθος μου τό’σπασε. Ο γυμναστής που είναι και μεγάλος μαλακιοφάγος, μου έδειξε πώς τρώγονται τα ωμά δίθυρα μαλάκια. Βρήκα ένα κυδώνι μέσα στην άμμο, και ενόσω ήμουν ακόμα μέσα στη θάλασσα, το άνοιξα και το έφαγα. Ήταν σαν καλαμαράκι με γεύση θαλασσινού νερού. Πήρα επίσης δείγματα ενός παράξενου παχύφυτου με ζευγαρωτά συνενωμένα μακρόστενα και τριγωνικής δομής φύλλα που βρήκα στην παραλία, κι αν είχα κατάλληλο εξοπλισμό θά’παιρνα κι από φραγκοσυκιά, την οποία έκανα μια φορά το λάθος να πιάσω μήπως μπορέσω και κόψω χωρίς να τριμπηθώ και γέμισα αγκάθια και στα δύο χέρια. Σε μικρή απόσταση κοντά στα 15 μέτρα από την ακτή κάποιοι είχαν αγκυροβολήσει τα 4-5άμετρα φουσκωτά τους. Με τον μόνο που είχαμε πρόβλημα ήταν ένας ναυαγοσώστης που συνέχεια διαμαρτυρόταν πως απομακρυνόμαστε πολύ από το σημείο που μπορεί να δει κι ότι αγγίζαμε το σκάφος του. Τον βάλαμε όμως αμέσως στη θέση του. Αργότερα μάθαμε απ’τον αρχηγό της κατασκήνωσης πως αυτός ήταν του δήμου κι ήθελε να δουλέψει διπλό ωράριο για να παίρνει λίγο περισσότερα.

Εξόδους στο χωριό της Μεταμόρφωσης είχαμε μέρα παρά μέρα το απόγευμα. Δεν ήταν και κάτι το ιδιαίτερο, απλώς περπατούσαμε λίγο στους δρόμους, μπορεί να πίναμε καφέ ή μπίρα, παίρναμε από το παντοπωλείο κάτι που χρειαζόμασταν, και φεύγαμε. Αυτά τα χωριά έχουν υπόσταση τώρα το καλοκαίρι με τον τουρισμό, μετά ερημώνουν σχεδόν εντελώς, και η μεταμόρφωση συγκεκριμένα δεν έχει και πολλά πράγματα όπως πιο τουριστικά μέρη της Χαλκιδικής, εκ΄τος και αν δεν τα ξέραμε εμείς.

Η μουσική ήταν καθημερινό γεγονός. Όχι μόνο από τα ηχεία μέσω αρχείων του υπολογιστή ή ραδιοφώνου κατά το ξύπνημα ή το απόγευμα, αλλά κι από τους μουσικούς μας. Αυτοί μαζί τους είχαν τουμπερλέκι, κλαρίνο και φλογέρα και τραγουδούσαν συνεχώς: μόλις ξυπνούσαν, στο φαγητό, το μεσημέρι, στη θάλασσα, στο ντους, στο δρόμο, στην αυλή, στο κυληκείο, στην παραλία, το βράδυ. Επειδή τα πιο πολλά παιδιά που μουσική ήταν Τσιγγάνοι, είχαμε κυρίως τσιγγάνικα, αλλά και παραδοσιακά. Βγήκαν να τραγουδήσουν σε μικρόφωνο δυο φορές, τη μία σε βραδιά ταλέντων υποτίθεται και την άλλη σε βραδιά τραγουδιών. Εγώ επίσης για να περάσω το χρόνο μου εποικοδομητικά, διάβαζα βιβλία. Έβαζα ακουστικά, έκλεινα επίσης με τις παλάμες μου τ’αυτιά μου, και μεσημέρι και βράδυ ήμουν προσηλωμένος στον υπολογιστή. Έτσι σε 5 μέρες τελείωσα τρία βιβλία, το ένα οδοιπορικό
Επτά χρόνια στο Θιβέτ
και τα δύο αστυνομικά:
Η φωνή του βιολιού
και
Ιζολίνα η τεμαχισμένη γυναίκα.
Με τα άλλα παιδιά βρισκόμουν συνήθως το απόγευμα, νωρίς το βράδυ και λιγότερο νωρίς το απόγευμα.

Τα μεγάλα αρνητικά της κατασκήνωσης ήταν η έλλειψη χαρτιών υγείας και σαπουνιών στα μπάνια, που έπρεπε ν’αγοράσουμε εμείς, παρότι μας υπόσχονταν κάθε μέρα ότι θά’φερναν. Η καθαριότητα ήταν επίσης πλημελής, με αρκετή χλωρίνη στις τουαλέτες και στο ιατρείο, όχι όμως στο διάδρομο των τουαλετών ούτε σκούπισμα των δωματίων, για τα οποία ίσως περίμεναν να καθαρίσουμε οι ίδιοι, που ομως δεν κάναμε καθόλου. Δε θά’πρεπε ωστόσο σε μια κατασκήνωση ατόμων με αναπηρία αυτά τα πράγματα να προσέχονται περισσότερο;

Και τώρα πάμε στους πιο αστείους κατασκηνωτές, αν και κάποιοι ίσως να μην το βρουν αστείο, αλλά εμείς το βρίσκαμε. Κοντά μας έμεναν δύο παιδιά που τους δώσαμε και παρατσούκλια. Ο ένας ήταν ο «ταύρος» ένα παιδί στα 20 του με τρομερή αντοχή, μπορώντας να τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ χωρίς σταματιμό και βγάζοντας φωνές σαν μουγκρίσματα «αα!, εεε!». Το βράδυ έπεφτε ξερός. Το παράξενο μ’αυτόν ήταν ότι ποτέ του δεν είχε πάθει μυικό τραυματισμό. Απαντούσε συνήθως ηχολαλικά, δηλαδή επαναλαμβάνοντας τα προς αυτόν λεγόμενα, μπορούσε όμως να μιλήσει και μόνος του. Όπως μας είπε ο συνοδός του, είχε απρόβλεπτη συμπεριφορά και μπορούσε να γίνει επιθετικός εκεί που καθόταν ήρεμος και μιλούσε. Το κανονικό του όνομα ήταν Νίκος. Ο άλλος, ο Βούδας, πήρε το όνομα γιατί ήταν ήρεμος και καθόταν για αρκετή ώρα οκλαδών στη θέση του βούδα ή ξάπλωνε σ’ένα παλιό κρεβάτι έξω από το σπιτάκι του. Κινούταν αργά, αν και μερικές φορές χοροπηδούσε. Ήταν ψηλότερος και πολύ παχύτερος απ’τον προηγούμενο με μαλακά χέρια. Έβγαζε χαμηλότερους ήχους και μιλούσε ακόμα λιγότερο. Γενικά ήταν ήσυχο παιδί.

Γνώρισα και μερικά πολύ συμπαθητικά παιδιά, μερικά είχαν σύνδρομο Ντάουν και ήταν ακόμα πιο γλυκά και συμπαθητικά.

Ευτυχώς δε χρειάστηκε να πάω στο γιατρό της κατασκήνωσης, ένας όμως οργανοπαίκτης μας έπρεπε να πάει γιατί έκοψε το δάχτυλό τουσ’ένα τενεκεδάκι μπίρας. Μετά από αυτό, όλη η διάθεση για μουσική μειώθηκε για τρεις ολόκληρες μέρες. Δυστυχώς έτσι γίνεται, κόβεσαι λίγο κάπου και είναι σαν να είσαι τερματικά άρρωστος. Κι εγώ έχω κόψει το δάχτυλό μου, και επειδή δε μπορούσα να πληκτρολογήσω ήμουν χάλια για μια μέρα ή και περισσότερο. Με το γιατρό αυτόν λοιπόν ο συνοδός είχε καλή σχέση. Πηγαίναμε συχνά σ’αυτόν και συζητούσαμε. Είχε μόλις τελειώσει τη βασική του εκπαίδευση και τώρα θα ετοιμαζόταν για ειδικότητα, πιθανότατα για νευροχειρουργική. Το εκπληκτικό μ’αυτόν ήταν ότι είδε ο ίδιος από κοντά στα πλαίσια της νευρολογικής του εκπαίδευσης έναν ασθενή με Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ! Τον ρώτησα αλλά δε μου είπε πολλά, γιατί δεν είδε και πολλά. Ήταν στο τελικό στάδιο όπως μας είπε σε καταστολή, όταν όμως ήρθαν οι γιατροί να τον εξετάσουν απέσυραν για λίγο τα φάρμακα. Το μόνο που έκανε ήταν να τινάζεται συνεχώς (κλόνος) και νά’χει έντονα αντανακλαστικά. Επειδή η πάθηση είναι σπάνια, οι περισσότεροι διαγιγνώσκονται στα τελευταία τους ή μετά το θάνατό τους. Επειδή είναι σπάνια δε σημαίνει ότι δε μας αφορά ή ότι είναι ακίνδυνη. Μία επιδημία βρίσκεται στη γωνία ανά πάσα στιγμή. Την προτελευταια μέρα της διαμονής μου του έδωσα το ντοκιμαντέρ
Kuru: the science and the sorcery,
ένα ντοκιμαντέρ με την ιστορία της έρευνας πάνω σ’αυτήν την ασθένεια.

Σε γενικές γραμμές προσκόμησα τόσο θετικές όσο κι αρνητικές εμπειρίες απ’την κατασκήνωση. Δεν είμαι σίγουρος αν ξαναπάω του χρόνου. Θα δω ποια άτομα θα πάνε, ποιοι θα συνοδεύουν, τι θα κάνουμε, πώς θα ειμε και θα κρίνω. Γενικά το δομημένο πρόγραμμα της κατασκήνωσης δεν είναι για μένα. Αν και εμείς είχαμε μεγαλύτερη ελευθερία, πάλι σε γενικές γραμμές υποκείμασταν στο ίδιο πρόγραμμα με τους άλλους.

Advertisements