Ο πολύς ανεκμετάλλευτος χρόνος στην
κατασκήνωση
έπρεπε να περάσει όσο το δυνατόν εποικοδομητικότερα αν ήθελα να βρίσκομαι σε αρκετά καλή ψυχική κατάσταση. Φυσικά είχα προβλέψει για τον πολύ χρόνο που θα’χαμε και πήρα μαζί μου τον υπολογιστή, όμως προς θλίψη μου δεν υπήρχε ασύρματο Ίντερνετ. Είχα ωστόσο μαζί μου τον πλούτο της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης μου, κι επειδή έλειπε το Διαδίκτυο που μ’απασχολεί πολλή ώρα είτε ψάχνοντας διάφορα είτε δουλεύοντας στο Ιστολόγιο, βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία να διαβάσω ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Το συγκεκριμένο βιβλίο που είχα διαλέξει εδώ και λίγο καιρό για να διαβάσω – είναι το «Επτά χρόνια στο Θιβέτ» του Αυστριακού συγγραφέα Χάινριχ Χάρερ (Heinrich Harrer). Κατά βάση είναι ένα μυθιστορημα-οδοιπορικό, το οποίο αφηγείται την ιστορία δύο Γερμανών αιχμαλώτων των Βρετανών στην Ινδία κατά την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι δραπέτευσαν και περιπλανήθηκαν στην Ασία, ώσπου εγκαταστάθηκαν στο Θιβέτ για τα επόμενα λίγα χρόνια.

Ο αφηγητής από παλιά είχε πάθος για την οριβασία και το σκι, και προπονούταν εντατικότατα, ώσπου κατόρθωσε να γίνει μέλος της αυστριακής οριβατικής ένωσης. Το 1939 λοιπόν στάλθηκε στην Ινδία ως μέλος γερμανικής αποστολής – κατά την κυβέρνηση δηλαδή του Χίτλερ (δεν αναφέρεται καν αυτός) οπότε γίνονταν πολλές αποστολές στην Ασία -, για να κατακτήσουν την απροσπέλαστη κορυφή Νάγκα Μπαρμπάτ των Ιμαλαΐων. Για κακή τους τύχη όμως η αποστολή ήρθε το Σεπτέμβριο, οπότε σύντομα κηρύχθηκε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος κι όλοι οι Γερμανοί που βρέθηκαν συνελήφθησαν από τις αγγλικές αρχές – η Ινδία ήταν ακόμα αγγλική αποικία -, και φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο αφηγητής εκεί βρήκε την ευκαιρία να διαβάσει για την περιοχή και να μελετήσει χάρτες ώστε να σχεδιάσει καλά την απόδρασή του. Μετά από δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες – στη μία βγήκε στο δρόμο, αλλ’επειδή θα γινόταν εύκολα αντιληπτός ξαναμπήκε στο όχημα μεταφοράς του χωρίς να τον καταλάβουν, στην άλλη συνελήφθη στο δρόμο από ατυχία και ξαναφυλακίστηκε -, κατόρθωσε μαζί με πολλούς άλλους να δραπετεύσει. Αποφασίστηκε όμως να πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο, ώστε να κινήσουν λιγότερες υποψίες. Ο αφηγητής αναγκαζόταν να περνά απαρατήρητος σχεδόν από απόμερες περιοχές ή δίπλα απ’τους επίσημους δρόμους. Κάπου συνάντησε έναν ακόμα συγκρατούμενο, τον Πέτερ Αουφσνάιντερ, ο οποίος είχε δραπετεύσει μαζί του, κι αποφάσισαν να πορευθούν μαζί για ν’αντιμετωπίζουν καλύτερα τους κινδύνους, και γρήγορα τους συνέδεσε ισχυρή φιλία, αφού βοηθιούνταν σ’όλες τις πιθανές περιπτώσεις. Προσποιούνταν τους προσκηνητές συνήθως για να μη συλληφθούν από τις αρχές, αν κι αυτό μερικές φορές ήταν δύσκολο. Τελικά πέρασαν στο Θιβέτ, όπου πίστευαν ότι θα τύχουν ευνοΪκής αντιμετώπισης λόγω της ουδετερότητας του κράτους στον Πόλεμο, όμως απογοητεύθηκαν γρήγορα.

Οι πρώτι κάτοικοι τους αντιμετώπισαν εχθρικά, και οι ταξιδιώτες κόπιαζαν πολύ προσπαθώντας να τους πείσουν πως έχουν ανάγκη. Στους τοπικούς διοικητές προσποιούνταν τους προσκηνιτές ή τους Ινδούς, κάποτε όμως αποκάλυπταν την ταυτότητά τους, ιδίως αν η ζωή τους διέτρεχε κίνδυνο. Επειδή κατάλαβαν πως δε μπορούν να προχωρήσουν εύκολα ως παράνομοι, ζήτησαν από έναν ανώτερο τοπικό διοικητή να ειδοποιήσει τους αρμόδιους στην πρωτεύουσα για την έκδοση εγγράφου παραμονής, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε, τους δόθηκε όμως ένα έγγραφο που τους εξασφάλιζε βραχεία παραμονή στο μέρος που βρίσκονταν μέχρι να ξεκινήσουν για την Ινδία ή το Νεπάλ. Αποφασισμένοι όμως και διακατεχόμενη από γερμανική πεισματική θέληση, συνέχισαν την πορεία τους προς την πρωτεύουσα Λάσα, ακολουθώνταςν το παράδειγμα ενός παλαιότερου Αυστριακού προγόνου. Πέρασαν από περισσότερα θιβετιανά χωριά, σε μερικά εκ των οποίων τους υποδέχθηκαν θετικά, σ’άλλα αρνητικά. Έπειτα πέρασαν από περιοχές νομάδων, οι οποίοι γενικά τους δέχτηκαν εγκάρδια, προειδοποιώ ντας τους για τους ληστές (Κάμπας) που θα συναντούσαν στο δρόμο. Έπεσαν τελικά πάνω τους, κι αποδείχθηκαν αγριότατοι κι αδίστακτοι, μπόρεσαν όμως να διαφύγουν αφού αλλιώς η ζωή τους θα κινδύνευε, διασχίζοντας μια έρημη και παγωμένη τοποθεσία (ήταν χειμώνας τότε) για 40 περίπου μέρες μέσα στις κακουχίες. Στη μεταφορά τους βοηθούσαν τα γιακ, ένα ιθαγενές είδος βοοειδούς, τα οποία κουβαλούσαν τα φορτία και πάντοτε τα ονόμαζαν Αρμίν. Βρήκαν επίσης ένα σκύλο που τον πήραν μαζί τους, ο οποίος δεν πέρασε καλύτερα απ’αυτούς. Τελικά κατέβηκαν σ’ένα χαμηλότερο μέρος – το υψόμετρο δηλαδή ήταν 3000 περίπου μέτρα, όμως ήταν στους τροπικούς και το κλίμα συνεπώς μαλακότερο. Μετά από μικρό σχετικά δρόμο έφτασαν τελικά στην πολυπόθητη Λάσα, όπου εισήλθαν λαθραία και περιμαζεύθηκαν σχεδόν κατά τύχη από έναν ευγενή, οπότε αποκάλυψαν κανονικά την ταυτότητά τους. Από την αρχή ο κόσμος συνέρεε στο σπίτι για να τους δει και να τους ρωτήσει για τα δυτικά πράγματα με απίστευτη περιέργεια.
Το πρόβλημα ωστόσο της διαμονής δεν είχε λυθεί, κι αναμενόταν απ’το κράτος οριστική απάντηση. Τους επιτράπηκε προσωρινή διαμονή, τους δόθηκαν νέα ρούχα κι εφόδια, όμως ποτέ δεν πήραν άδεια μόνιμης παραμονής. Η πιθανότητα της απέλασης τους ανακοινωνόταν συχνά τον πρώτο καιρό, το κράτος όμως δεν ασχολήθηκε περαιταίρω με το θέμα αφού αργότερα είχαν πλέον εγκατασταθεί και φάνηκαν χρήσιμοι ως πηγές γνώσεις κι εμπειρίαςς από τη Δύση.
Σύντομα μετά την άφιξή τους αναζήτησαν εργασία, αφού δε θεωρούσαν σωστό να τρέφονται δωρεάν από τη γενεοδωρία του οικοδεσπότη τους χωρίς να προσφέρουν τίποτα. Ο αφηγητής εργάστηκε στον καλλωπισμό κήπων, στη δημιουργία συντριβανιών, στη δημιουργία γηπέδου τένις και στην εισαγωγή αυτού του αθλήματος κ.ά., ενώ ο Αουφσνάιντερ ασχολήθηκε με τη διάνοιξη καναλιών και με την επιδιόρθωση του μόνου ηλεκτρικού σταθμού της χώρας. Σύντομα και οι δύο απέκτησαν ανεξάρτητες κατοικίες. Στη συνέχεια ο Αουφσνάιντερ ως τοπογράφος, ασχολήθηκε με το δύσκολο έργο της χαρτογράφησης της πόλης, καθώς και με τη δημιουργία νέων καναλιών και αντιπλημμυρικών έργων, ενώ ο αφηγητής ως δάσκαλος, παρέδιδε μαθήματα αγγλικών, μαθηματικών και λοιπών γνώσεων χρήσιμες για το Δυτικό στα παιδιά των ευγενών, με κορύφωση τη διδασκαλία στον ίδιο το δαλάι λάμα.
Ο δαλάι λάμα ήταν μετενσάρκωση του βούδα και σχεδόν ημίθεος, κι αποτελούσε τον πραγματικό αρχηγό του κράτους. Ο τότε δαλάι λάμα ήταν ακόμα ανήλικος σε ηλικία 14 ετών από τότε που άρχισε τα περί των Δυτικών μαθήματα, οπότε κυβερνούσε ουσιαστικά ο κοσμικός αντιβασιλέας. Ο αφηγητής δίδακσε αγγλικά, μαθηματικά, δυτική ιστορία και λοιπά παρόμοια στο νεαρό βασιλιά, και γρήγορα ενθουσιάστηκε από την οξύνοια και την περιέργειά του για σύγχρονα και τεχνικά θέματα. Μάλιστα ο δαλάι λάμα του ζητούσε συχνά να κινηματογραφεί σκηνές της πόλης, τις οποίες έστειλε στην Ινδία για δημιουργία ταινίας. Τελικά εγκατέστησε τον πρώτο κινηματογράφο στον προσωπικό κήπο του θερινού ανακτόρου του βασιλιά, όπου προβλήθηκαν αρκετές ταινίες προς ενθουσιασμό όλων των παρευρισκομένων.
Οι δύο Γερμανοί, αν και ενοχλημένοι από τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη δεισιδαιμονία του λαού, υιοθέτησαν κάποια στοιχεία του τρόπου ζωής των ντόπιων ως ένδειξη προσαρμογής. Μάλιστα έφτασαν να νιώθουν το Θιβέτ ως δεύτερη πατρίδα τους, αφού εκεί είχαν προσαρμοστεί κανονικότατα να ζουν και να δουλεύουν, η ζωή τους είχε θεωρητικά μέλλον κι ακόμα είχαν γνωρίσει και αποκτήσει πολλούς φίλους. Δεν αποτελούσαν πλέον κάτι παράξενο στην πόλη. Παρακολουθούσαν λεπτομερώς τις γιορτές και τα σημαντικα γεγονότα της πόλης ώστε να τα καταγράψουν. Πάντως παρά το φόρτο της δουλειάς, πάντοτε έβρισκαν λίγο χρόνο για οριβασία και σκι.

Το τέλος της διαμονής τους εκεί ήταν απότομο και σκληρό. Η κουμουνιστική Κίνα υπό το Μάο Τσε Τουνγκ αξίωνε να καταλάβει (απελευθερώσει) το Θιβέτ, θεωρώντας το δική της επαρχία. Το βιβλίο παρακολουθεί λεπτομερώς την κατάληψη της χώρας. Από το 1951 πλήθαιναν οι ανακοινώσεις της Κίνας προς το Θιβέτ. Η χώρα προετοιμάστηκε όσο μπορούσε, ο στρατός πραγματοποιούσε συνεχώς ασκήσεις, όμως τελικά τα κινεζικά στρατεύματα εισέβαλαν απ’τα ανατολικά στη χώρα. Ο δαλάι λάμα αποφασίστηκε να διαφύγει στην Ινδία με μεγαλοπρεπή πομπή ευγενών και υπηρετών πορευόμενος νότια μέσω της πόλης Σινγκατσέ. Τελικά οι Κινέζοι κατέλαβαν τη Λάσα κι ανακοίνωσαν στο δαλάι λάμα πως θα μπορούσε να επιστρέψει με μόνη αρμοδιότητα τα εσωτερικά της χώρας. Αυτός δυσαρεστημένος επέστρεψε, όμως η προβληματική κατάσταση εκεί τον εξανάγκασε στη δεύτερη φυγή του στην Ινδία το 1959. Οι κινέζοι διέπραξαν σφαγές, λεηλασίες και βομβαρδισμούς. Βομβάρδισαν το θερινό ανάκτορο του δαλάι λάμα εντελώς, ενώ όσο πίστευαν ότι ακόμα ήταν μέσα, για να τον εξαναγκάσουν να βγει. Για ν’αποδυναμώσουν ακόμα τον ντόπιο πληθυσμό που ήταν μόλις 3 εκατομμύρια, πραγματοποίησαν μαζικές εκτοπίσεις ντόπιων στην Κίνα κι αντίστοιχα μαζικές εποικήσεις Κινέζων στο Θιβέτ. Η προπαγάνδα στον κουμουνισμό άρχισε, ιδεολογία δύσκολη στην αποδοχήγια το βαθιά θρησκευόμενο λαό. Οι Γερμανοί αντίθετα πίστευαν ότι χάρη σε δυτική υποστήριξη, με περισσότερα άτομα σαν κι αυτούς και στη δεκτικότητα και θέληση εκσυγχρονισμού από μέρους του δαλάι λάμα, το Θιβέτ θα μπορούσε ν’αναπτυχθεί σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αυτοί έφυγαν μαζί με το καραβάνι του δαλάι λάμα: Ο αφηγητής γύρισε στην πατρίδα του μέσω Ινδίας, ο φίλος του αγάπησε όμως τη χώρα κι αποφάσισε να παραμείνει μέχρι την τελευταία στιγμή στο αγαπημένο τους χωριό Κιρόνγκ προς τα δυτικά, μέχρι που κι αυτό καταλήφθηκε απ’τους Κινέζους, έπειτα διέφυγε μέσω Νεπάλ και Ινδίας για να επιστρέψει κι αυτός στην πατρίδα.

Στον επίλογο ο αφηγητής-συγγραφέας μας δίνει πληροφορίες για την αντίσταση του θιβετιανού λαού κατά των κινέζων κατακτητών. Οι ίδιοι οι θιβετιανοί ποτέ δεν υποστήριξαν πως αποτελούν μέρος της Κίνας. Ο λαός λοιπόν συνέχιζε να αντιδρά στις πόλεις και στην ύπαιθρο με δολιοφθορές, ανταρτοπόλεμο και κάποτε ανοιχτές μάχες. Μεγάλο μέρος της κεντρικής χώρας ελεγχόταν από τους ληστές, οι οποίοι είχαν προσεταιριστεί πολούς ακόμα στις τάξεις τους αποκτώντας πλέον υπολογίσιμη δύναμη. Στον πρόσθετο πρόλογο του μεταφραστή στην αρχή πληροφορούμαστε επίσης για τη μεγάλη διαμαρτυρία στη Λάσα το 1987, για την οποία δεν ήξερα, με πολλούς νεκρούς. Ο αφηγητής λοιπόν χρησιμοποιώντας το υλικό που συγκέντρωσε στο Θιβέτ προσπαθούσε με διάφορ απρογράμματα να ενημερώσει το δυτικό κόσμο για τη μοναδικότητα και την άσχημη κατάσταση της χώρας. Συνέχισε επίσης κάποια επικοινωνία με το δαλάι λάμα.

Το βιβλίο, όπως είπα, είναι πλήρως αληθοφανές. Δεν κοσμείται από υπερβολές κι απίθανα πράγματα για να μας κάνει να δυσπιστούμε, ώστε διαβάζοντάς το ξεχνούμε πως τα πρόσωπα είναι φανταστικά. Πιθανότατα ο συγγραφέας άντλησε τις πληροφορίες από εντυπώσεις και βιώματα συγχρόνων του σ’αυτήν τη χώρα.

Πολύ μεγάλο μέρος του περιεχομένου του βιβλίου καταπιάνεται με την αναφορά των πολιτιστικών στοιχείων και της περιγραφής της χώρας. Από εδώ έχω να πω πολλά:

Το Θιβέτ βασικά ήταν μια απομονωμένη χώρα, που πέρα από κάποιες εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και με το Νεπάλ δεν είχε ιδιαίτερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Η επιρροές από τον έξω κόσμο έρχονταν αποσπασματικά και καθυστερημένα, ενώ η αντιμετώπιση του λαού προς τους ξένους ήταν αρνητική συνήθως, εκτός κι αν είχε διαταχθει αλλιώς απ’τους διοικητές. Και πάλι αυτό δεν πετύχαινε πάντα, κι έτσι κάποιοι Αμερικανοί στρατιώτες φονεύθηκαν κατά την είσοδο στη χώρα για άσυλο λίγο πριν την κατάληψή της από την Κίνα. Η οικονομία της χώρας βασιζόταν κυρίως στη γεωργία. Καλλιεργούταν πολύ το κριθάρι, λιγότερο το σιτάρι, το καλαμπόκι, τα μπιζέλια, τα ραπάνια κι άλλα, ενώ από ζώα εκτρέφονταν γιακ και πρόβατα κυρίως. Το περισσότερο της χώρας αποτελείται από ψηλά βουνα της οροσειράς των Ιμαλαΐων και των υπεριμαλαΐων και ψηλά οροπέδια, έτσι οι καλλιέργειες που γίνονταν ήταν λίγων βασικών προσαρμοσμένων ειδών. Λαχανικά επίσης καλλιεργούνταν για τοπική χρήση. Από τα πρόβατα παραγόταν μαλλί ενώ σπάνια χρησιμοποιούνταν και σε μεταφορές, ενώ τα γιακ χρησιμοποιούνταν περισσότερο ως υποζύγια κι έδιναν επίσης γάλα. Για τον ευκολότερο έλεγχο των γιακ γινόταν ένα βαρβαρικό δέσιμο μέσω ενός κρίκου που περνιόταν από μια τρύπα στο ρινκό διάφραγμα του ΄ζωώου. Το κρέας καταναλωνόταν, όμως η ακολούθηση των κανόνων του βουδισμού περί μη βίας σήμαινε ότι δεν ήταν συχνό γεγονός και δεν γινόταν απ’όλο το λαό. Μάλιστα αφοσιωμένοι θιβετιανοί πρόσεχαν να μη θανατώσουν ακόμα και τη μικρότερη μορφή ζωής όπως έντομα και σκουλήκια, επειδή ίσως αποτελούν μετενσαρκώσεις κάποιου προγόνου. Οι σφαγείς μάλιστα θεωρούνταν κατώτερο επάγγελμα και τοποθετούνταν στα όρια των χωριών, μαζι μ’άλλα κατώτερα επαγγέλματα όπως οι σιδεράδες και οι βαρκάριδες, οι οποίοι είχαν αυτήν τη θέση εξαιτίας του δέρματος γιακ που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή τω πλεουμένων. Όλα τα επαγγέλματα ήταν οργανωμένα κατά συντεχνίες. Η φύση της χώρας ήταν κυρίως τραχιά βουνά με μόνιμα χιονισμένες κορυφές κι άγονες στέπες, στις οποίες ζούσαν άγρια πρόβατα, τσιανγκ (άγρια γαϊδούρια, κι αντιλόπες). Τα δάση ήταν λιγοστά, επειδή είχαν δεχτεί υπερεκμετάλλευση στο παρελθόν, και υπήρχαν μόνο στις χαμηλότερες περιοχές, αφού ψηλότερα δε φυτρώνουν δέντρα λόγω ψύχους. Γι’αυτό η κύρια καύσιμη ύλη ήταν η ξεραμένη κοπριά των γιακ. Οι εξορύξεις γινόταν με πρωτόγονους τρόπους, εξασφάλιζαν ωστόσο τα απαραίτητα για τη χώρα. Υπήρχαν περιοχές όπου εξάγονταν μεταλλεύματα, μάρμαρο, αλλά και χρυσός, τα οποία όμως δε χρησιμοποιούταν στο μέγιστο. Υπήρχαν ακόμα και περιοχές πετρελαίου, το οποίο χρησιμοποιούταν κυριως για τις λάμπες. Η χώρα ήταν απολύτως αυτάρκης, παρόλα αυτά ο πλούτος δεν ήταν ίσα διανεμημένος. Υπήρχε δεινή ανισότητα μεταξύ των υψηλών τάξεων συνδεδεμένες με το κράτος (ευγενείς, υψηλόβαθμοι μοναχοί) και των μεγάλων εμπόρων και του υπόλοιπου λαού, που αποτελούταν από γεωργούς, τεχνήτες, νομάδες κτηνοτρόφους, μικροεμπόρους κι άλλες αρκετά εξαθλιωμένες ομάδες. Οι ευγενείς χωρίζονταν σε 7 βαθμούς από τον ανώτερο στον κατώτερο, κι εκτός από κοσμικοί κρατικοί υπάλληλοι ήταν συνήθως και μεγαλογεωκτήμονες με μεγάλες εκτάσεις στην κατοχή τους. Όλοι οι Θιβετιανοί που παρήγαγαν κάτι συνήθως γίνονταν στην εποχή πώλησης του προΐόντος έποροι, ταξιδεύοντας στη Λάσα, σ’άλλες περιοχές ή κι έξω στην Ινδία και στο Νεπάλ με καραβάνια από γιακ και πρόβατα για να πουλήσουν τα προΪόντα τους. Οι συναλαγές γίνονταν είτε σε χρήματα είτε σε είδος. Μεγάλο πάντως μέρος του πλούτου της χώρας ήταν δεσμευμένο στα μοναστήρια.

Η άποψη για το βουδισμό, ως δηλαδή περισσότερο φιλοσοφίας παρά θρησκείας, χωρίς θεό, εξουσία και δεινή ασκητική ζωή στους αφοσιωμένους τους δεν ίσχυε στο Θιβέτ. Ο θιβετιανός βουδισμός είχε ως κορυφή και πρώτο παράδειγμα τον πρώτο Βούδα, αναγνωρίζονταν ωστόσο διάφοροι άλλοι μικρότεροι θεοι και προστάτες. Σπουδαίοι μοναχοί που θεωρούνταν μετενσαρκώσεις φωτισμένων ανθρώπων έπαιρναν τον τίτλο του λάμα, στα μογγολικά ωκεανός. Το Θιβέτ ήταν ουσιαστικά ένα θεοκρατικό κράτος, όπου ανώτατος άρχοντας ήταν ο δαλάι λάμα, στα μογγολικά πλατύς ωκεανός. Οποιαδήποτε απόφαση θα μπορούσε ν’ακυρωθεί έως και την τελευταία στιγμή από τον ίδιο το δαλάι λάμα. Δεύτερος ανώτερος του κράτους ήταν ο κοσμικός αντιβασιλέας, ο οποίος αντικαθιστούσε το δαλάι λάμα όταν δε μπορούσε, δεν υπήρχε ή ήταν ακόμα ανήλικος για να κυβερνήσει. Υπήρχαν τέσσερις υπουργοί, η εθνοσυνέλευση με μέλη τους ανώτατους λαΪκούς και μοναχούς, και μια ατιπροσωπευτική συνέλευση σαν το κοινοβούλιο 600 ατόμων που συγκαλούνταν για έκτακτα θέματα, καθώς κι ένα μεγάλο δίκτυο κρατικών υπαλλήλων με σαφή ιεραρχία. Ανάλογα με το βαθμό, οι υπάλληλοι αυτοί (μπόνπος) είχαν διαφορετική αμφίεση και στοιχεία. Οι υπάλληλοι χωρίζονταν στους κοσμικούς και στους μοναχούς. Οι μοναχοί είχαν κι αυτοί διάφορους βαθμούς ανάλογα με τις ικανότητες και τη θέση τους. Οι χαμηλότεροι ήταν απλοί υπηρέτες των ανώτερων, άλλοι κατείχαν υψηλότερες θέσεις, από γραφείς έως αστυνομικοί, ενώ κάποιοι επιλεγμένοι αποτελούσαν το υπηρετικό προσωπικό του δαλάι λάμα. Τα μοναστήρια μπορούσαν να είναι μικρά οικήματα με λίγες δεκάδες μοναχούς έως ολόκληρες πόλεις με χιλιάδες. Περίπου το 1/5 του ανδρικού πληθυσμού ήταν μοναχοί, υπήρχαν φυσικά και γυναίκες. Σχεδόν κάθε οικογένεια προοόριζε ένα μέλος της για το μοναχισμό. Οι μοναχοί αρχικά περνούσαν λιτή ζωή με πολλή μελέτη κι εργασία, κι αργότερα εξειδικεύονταν στις δουλειεές τους. Κάθε μοναχικό τάγμα είχε διαφορετικές πεποιθήσεις. Για παράδειγμα ορισμένα δέχονταν τη δημιουργία οικογένειας και συχνά οι μοναχοί ήταν παντρεμένοι και είχαν παιδιά, ενώ στα μοναστήρια μπορει να ζούσαν μεικτά. Άλλα ωστόσο σχήματα επέβαλαν αυστηρά την αγαμία. Γι’αυτούς εντύπωση μ’έκανε ότι ακόμα και την ομοφυλοφιλία την έβλεπαν ευνοΪκά, γιατί έτσι θεωρούσαν πως ο μοναχός δεν είχε καμία σχέση με γυναίκες. Εάν κάποιος μοναχός υπέπεφτε σε αμάρτημα, είτε κατέβαινε σε βαθμό είτε αποβαλλόταν από το σχηματισμό εντελώς. Δεν ήταν όλοι οι μοναχοί καλοί και ειρηνικοί άνθρωποι. Υπήρχαν και πονηροί, κι απατεώνες, και εγκληματίες, και συνωμότες κατά του κράτους. Μάλιστα σε κάθε μοναστήρι υπήρχαν ομάδες που θα μπορούσαμε να τους πούμε μάγκες, που όταν προσβάλλονταν έβγαζα μαχαίρια κι έδερναν. Τα μοναστήρια διοργάνωναν διάφορους διαγωνισμούς μεταξύ τους, όπως αθλητικούς αγώνες. Γίνονταν επίσης δημόσιες λεκτικές διαφωνίες με άλλα μοναστήρια ή μέλη της κοσμικής εξουσίας.
Ο αθλητισμός δεν ήταν πολύ ανεπτυγμένος στο Θιβέτ, εκδηλώσεις τέτοιες όμως γινόταν σ’όλες τις γιορτές, με μεγαλύτερη αυτήν στην πρωτοχρονιά. Γίνονταν αγώνες δρόμου, πάλης, άρσης βαρών, ιππασίας ή ιπποδρομίας, δρόμου με βάρος κ.ά. Ο νικητής δε λάμβανε ιδιαίτερες τιμές. Γίνονταν επίσης θεατρικές εκδηλώσεις με πολλά έργα, θρησκευτικού και σατυρικού κυρίως περιεχομένου. Η μουσική παιζόταν συνήθως με κρουστά και πνευστά.
Πέρα από τους ληστές που ζούσαν σε σχετική απομόνωση και λίγοι κρατικοί υπάλληλοι ή ο στρατός ενδιαφερόταν να τους καταπολεμήσουν, η εγκληματικότητα δεν ήταν μεγάλη. Σοβαρότερα εγκλήματα ήταν η ιεροσυλία και ο φόνος. Η ποινές για τους εγκληματίες ήταν διάφορες: από φυλακίσεις και μαστίγωμα έως κόψιμο χεριών ή μύτης, αναγκαστική μεταφορά πινακίδας με τον τύπο του εγκλήματος που διαπράχθηκε κ.ά. Θανατική ποινή δεν υπήρχε στο Θιβέτ – στην Ευρώπη εφαρμοζόταν ακόμα – λόγω των βουδιστικών πεποιθήσεων περί μη βίας, στην πραγματικότητα όμως πέθαιναν λίγοι άνθρωποι από το μαστίγωμα. Οι τιμωρίες ήταν δημόσιες για παραδειγματισμό. Συχνά ο κόσμος ζητούσε έλεος για τον εγκληματία και η ποινή του μειωνόταν.
Ο στρατός ήταν κυρίως συμβολικός, αφού η απειλή του πολέμου είχε λείψει για χρόνια. Στο παρελθόν το Θιβέτ είχε ν’αντιμετωπίσει τις μογγολικές εισβολές κι έπειτα τους Κινέζους, έτσι βρισκόταν σε πλήρη ετοιμότητα, την εποχή όμως που επισκέφθηκαν οι Γερμανοί δεν υπήρχε μεγάλη οργάνωση, γι’αυτό και τα περισσότερα σώματα παραδόθηκαν αμαχητή κατά την κατάληψη της χώρας. Ωστόσο κατά την εποχή επίσκεψης των υποθετικών Γερμανών το κράτος φρόντιζε την οργάνωση και τον εξοπλισμό με νέα όπλα από βρετανούς ειδικούς. Ο στρατός δεν αποτελούσε ευχάριστη παρουσία για τον απλό κόσμο της υπαίθρου, αφού μπορούσε να επιτάσσει ό,τι ήθελε.

Ο απλός λαός ζούσε υπό άθλιες συνθήκες χωρίς σχεδόν καθόλου κρατική μέριμνα. Άλλοι δούλευαν ως μικρογεωργοί, άλλοι ως μικροτεχνήτες, άλλοι σχεδόν ως δουλοπάροικοι στα κτήματα των ευγενών-γεωκτημόνων, άλλοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι. Οι τελευταίοι ζούσαν σε βαριές δερμάτινες σκηνές με τα πρόβατα και τα σκυλιά, μπορεί και λίγα γιακ κοντά τους, κι αναγκάζονταν να μεταφέρουν όλα τα υπάρχοντά τους μετακινούμενη για νέα βοσκοτόπια. Ήταν εκτεθημένοι στη δύναμη των ληστών, οι οποίοι συχνά τους απειλούσαν με όπλα για να τους πάρουν ό,τι πολύτιμο είχαν.
Η θρησκεία και η δεισιδαιμονία διήπε όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής του λαού. Στην πραγματικότητα και οι ευγενείς εξασκούσαν παρόμοιες πρακτικές, αφού η ευρύρτερη γνώση δεν ήταν γνωστοί ούτε στις ανώτερες τάξεις. Σε διάφορες γιορτές του χρόνου γίνονταν μεγάλα προσκηνήματα προς μοναστήρια, ναούς, ιερά βουνά, σπηλιές ασκητών ή συγκεκριμένα ιερά μέρη. Άλλοι πήγαιναν με τα πόδια, οι πιο αφοσιωμένοι προσπαθούσαν να καλύπτουν την απόσταση με το σώμα τους σερνόμενοι στο δρόμο. Σε τέτοιες γιορτές φαινόταν να εξισώνεται ο λαός με την άρχουσα τάξη, στην πραγματικότητα η δύναμη της τελευταίας όμως ενισχυόταν συνεχώς με τις μεγαλοπρεπής παρελάσεις και παρουσιάσεις των κρατικών φορέων, του στρατού και του δαλάι λάμα. Όλοι αναγκάζονταν να υποκλιθούν βαθιά και οι περισσότεροι απέφευγαν να κοιτάζουν ευθεία το δαλάι λάμα. Ο δαλάι λάμα περνούσε πάντοτε με συνοδεία τεράστιας πομπής κοσμικών, μοναχών και στρατού, ενώ ο ίδιος φερόταν σ’ένα κίτρινο φορείο στο μέσο. Το κίτρινο ήταν ανέκαθεν το ιερο χρώμα των δαλάι λάμα. Μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου ήταν η πρωτοχρονιά, κοντά στο δικό μας Φεβρουάριο, η οποία κρατούσε περίπου 8 μέρες. Άλλες γιορτές ήταν για τον εορτασμό της κάθε εποχής, μνημονεύσεις για ιστορικά γεγονότα ή υπέρ του δαλάι λάμα.
Η μαντεία έπαιζε σπουδαίο ρόλο στο κράτος, με το μάντη του κράτους να κατέχει σπουδαιότατη θέση. Αυτός περιερχόταν σε έκσταση κάθε φορά που ήταν να δώσει χρησμό και με την ερμηνεία του οι αρμόδιοι υποτίθεται πως έπαιρναν ιδέες για να ενεργήσουν σε δύσκολες καταστάσεις. Ο απλός λαός επίσης συχνά επισκεπτόταν μάντεις κι αστρολόγους για τα προβλήματά του. Όλη η ζωή κυβερνιούταν από καλούς και κακούς οιωνούς, και στα φυσικά γεγονότα υπήρχε συνήθως η υπερφυσική ανάμειξη. Όταν το καλοκαίρι για παράδειγμα υηπήρχε ανομβρία, καλούνταν ειδικοί μοναχοί καιροποιεί που με προσευχές προσπαθούσαν ν’αλλάξουν τον καιρό.

Η επιστήμη και η φιλοσοφία περιεχόταν μέσα στη θρησκεία. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα γραπτά του Θιβέτ ήταν τα θρησκευτικά κείμενα, με σημαντικότερα τη θιβετιανή βίβλο και την ερμηνεία της. Η ιατρική για παράδειγμα βασιζόταν σε θρησκευτικές διδαχές, με τις δύο ιατρικές σχολές της χώρας στα σπουδαιότερα μοναστήρια της Λάσα. Για τη θεραπεία χρησιμοποιούταν ιατρικά βότανα, που συχνά είχαν αποτελεσματικότητα, όμως δεν ήταν άγνωστες και διάφορες παράλογες θεραπείες με εντριβές ιερών ελαίων, τοποθέτηση ιερών εικονισμάτων πάνω στον ασθενή, χρησιμοποίηση ομοιωμάτων για την αφαίρεση του δαίμονα που προκαλούσε τη νόσο, τρύπημα με πυρακτωμένα σίδερα, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμα και χρήση των ούρων του δαλάι λάμα. Το βιβλίο μας πληροφορεί επίσης ότι και στην Ινδία τα ούρα των ιερών αγελάδων θεωρούνταν εξίσου θεραπευτικά.

Ο θάνατος δεν αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερο φόβο, αφού η ψυχή θα μπορούσε να μετενσαρκωθεί σ’ένα άλλο σώμα. Το σώμα μετά την αναχώρηση της ψυχής δεν είχε καμία απολύτωςαξία και συνήθως καταστρεφόταν. Οι πλούσοι έκαναν καύση, οι περισσοτεροι τεμαχισμό σ’ένα έρημο μέρος, ενώ οι εντελώς άποροι τους πετούσαν στα ποτάμια. Κατά την τελετή το πτώμα τυλιγόταν με λευκά πανιά κι απαγγέλονταν διάφορες προσευχές. Οι φορείς και οι τεμαχιστές των πτωμάτων ήταν συνήθωςεξειδικευμένα άτομα γι’αυτήν τη δουλειά. Εξαίρεση αποτελούσαν όσοι πέθαναν από φρικτή νόσο, οι οποίοι θάβονταν. Ο εμβολιασμός για την ευλογιά ήταν γνωστός, για οποιαδήποτεάλλη επιδημία εντούτοις δεν υπήρχε κάποιο ουσιαστικό αποτρεπτικό μέτρο. Η υγιεινή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, μ’ένα τειχίο με βαθιές τρύπες στη βάση για τουαλέτα έξω απ’τα περισσότερα σπίτια και με τα σκουπίδια να γεμίζουν τις φτωχιές συνοικίες των πόλεων.

Στο Θιβέτ εφαρμόζονταν διάφορα συστήματα γάμου, από την πολυανδρία, οπότε τα αδέρφια συνήθως μοιράζονταν την ίδια γυναίκα και την πολυγαμία, οπότε κάποιος πλούσιος μπορούσε νά’χει πολλές γυναίκες, το συνηθέστερο πάντως ήταν η μονογαμία, με εξαίρεση την αγαμία ορισμένων μοναχών. Ο γάμος δεν είχε ιδιαίτερες τελετές. Οι γάμοι συγγενών μέχρι την έβδομη γενιά απαγορεύονταν για την αποφυγή της αιμομιξίας. Το παράξενο ήταν πως Δε γίνονταν όλοι οι γάμοι με μεσολάβηση των γονέων όπως σ’όλες τις παραδοσιακές κοινωνίες, άρχισαν από εκείνη την εποχή να γίνονται με την πρωτοβουλία του ζευγαριού. Η θέση της γυναίκας ήταν σαφώς χαμηλότερη απ’αυτήν του άντρα, όμως δε φαίνεται πουθενά οι γυναίκες να καταπιέζονται. Μάλιστα μπορούσαν να βγαίνουν στο δημόσιο χώρο χωρίς τη συνοδία των συζύγων ή των συγγενών τους, καθώς και να μιλάνε κανονικά και να πειράζονται μ’άλλους άντρες. Καμία ως τότε πάντως δεν είχε καταλάβει κάποια υψηλή δημόσια θέση. Για τη μοιχία μπορεί να υπήρχαν αυστηροί νόμοι, όμως σχεδόν ποτέ δεν εφαρμόζονταν οι ποινές που περιγράφονταν. Τα παιδιά ήταν αγαπητά απ’τους Θιβετιανούς, οι οποίοι τα φρόντιζαν όσο καλύτερα μπορούσαν, ακόμα και στις φτωχιές οικογένειες ήταν υγιή και χαρούμενα. Οι μάνες των νομάδων και των μικροκαλλιεργητών κουβαλούσαν τα μικρότερα παιδιά τους μπροστά τους στις δουλειές, οπότε μπορούσαν να βυζαίνουν όποτε ήθελαν, μιας κι ο θηλασμός συχνά διαρκούσε ως τα 3-4 χρόνια.

Το τσάμπα, αλεύρι από ψημένο κριθάρι, αποτελούσε τη βασική τροφή όλου του λαού όλων των τάξεων. Αυτό μπορούσε να γίνει πίτες, ζυμαρικά και διάφορα άλλα αρτοπαρασκευάσματα. Το κρέας όπως είπα ήταν σπάνιο λόγω των βουδιστικών αξιών. Επίσης τρώγονταν γαλακτοκομικά, μπιζέλια, λαχανικά, μέλι, ενώ εθνικά ποτά ήταν το τσάι βουτύρου, τσάι βρασμένο δηλαδή με βούττυρο, και το τσανκ, η θιβετιανή μπίρα. Οι υψηλότερες τάξεις φυσικά είχαν ευρύτερη επιλογή τροφίμων, και συχνά γευμάτιζαν με εκλεκτά φαγητά από μακρινά μέρη του κόσμου.

Όπως φαίνεται σ’όλο το βιβλίο, η αντιμετώπιση των ξένων γινόταν με πολλή επιφυλακτικότητα. Ακόμα κι αν κάποιος ανώτερος διέταζε ευγενική μεταχείριση, η σιωπηρή έκφραση της δυσπιστίας ήταν έκδηλη παντού. Υπήρχαν πάντως και πολλές εξαιρέσεις, με ανθρώπους που δέχονταν τους ξένους με δώρα και τιμές. Ωστόσο όταν οι ξένοι ζούσαν για καιρό και προσαρμόζονταν στην κοινωνία, η αντιμετώπισή τους δε διέφερε απ’αυτήν των ντόπιων, κι εύκολα μπορούσαν ν’αναπτυχθούν φιλίες μεταξύ τους. Ίσως κάπως παράξενο φαινόταν στους ντόπιους η μη τήρηση των τοπικών θρησκευτικών κανόνων, ωστόσο ο κόσμος ήταν αρκετά ανεκτικός στα άλλα δόγματα. Στη Λάσα για παράδειγμα έμεναν λίγοι μουσουλμάνοι, οι οποίοι όμως δεν αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα. Οι μεταξύ των Θιβετιανών συναναστροφές ήταν συνήθως φιλικές, με συχνούς χαιρετισμούς στο δρόμο, προσκλήσεις σε σπίτια και πικνίκ σε ανοιχτά μέρη. «Φόρα πολύχρωμα ρούχα, πάρε μαζί σου μια κανάτα τσανκ και λίγα τρόφιμα κι έλα μαζί μας» ήταν μια κοινή πρόσκληση για πικνίκ μπου μού’μεινε. Κάθε φορά που γινόταν μια συνάντηση, από τις πιο ανεπίσημες των φτωχών έως τις πιο επίσημες περιπτώσεις, συνηθιζόταν ν’ανταλλάσσονται λευκές υφασμάτινες κορδέλες. Φυσικά κάποτε υπήρχαν και διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όμως η γενική εικόνα του Θιβέτ δεν απέπνεε εχθρικό πνεύμα.

Η νέα τεχνολογία δύσκολα κι αποσπασματικά έφτανε στη χώρα. Υπήρχε η γενική αντίληψη ότι οι νεωτερισμοί θα μπορούσαν να φέρουν αρνητικά αποτελέσματα ως οργή των θεών. Οι ίδιοι οι μοναχοί μάλιστα ενίσχυαν αυτήν την πίστη προσπαθώντας να διατηρήσουν τη δύναμή τους. Ακόμα και οι ψηλές κατασκευές αποφεύγονταν, για παράδειγμα κτίρια άνω των δύο ορόφων δεν υπήρχαν, εκτος από τους ναούς και τα μοναστήρια. Ομοίως επίσης οι άνθρωποι δίσταζαν ν’ανεβαίνουν στα βουνά, να κάνουν φράγματα στα ποτάμια, ή να καλλιεργούν και να εξορύσσουν αποτελεσματικότερα. Ο τροχός δε χρησιμοποιούταν, λόγω της τραχύτητας του εδάφους και διότι μάλλον τα ζώα ήταν ο ήδη γνωστός τρόπος μεταφοράς. Ο ηλεκτρισμός ήταν περιορισμένος στην πρωτεύουσα με ένα μόνο σταθμό για ειδικές περιπτώσεις. Ο φωτισμός σ’όλη τη χώρα γινόταν κυρίως με λάμπες βουτύρου, οι οποίες είχαν και θρησκευτική σημασία, σαν τα δικά μας καντήλια. Το τυπογραφείο βρισκόταν στην πρωτεύουσα, όπου οι μοναχοί έφτιαχναν επιμελώς επί μήνες με το χέρι τα ξύλινα στοιχεία που θα χρησιμοποιούταν για την χειροκίνητη τύπωση των συγγραμμάτων. Αυτοκίνητα δε κυκλοφορούσαν, κι αυτά που είχε φέρει στη χώρα ο προηγούμενος 13ος δαλάι λάμα κρύφτηκαν στην αποθήκη μετά από μια βδομάδα χρήσης. Ομοίως τέθηκαν απαγορεύσεις από τους μοναχούς σε ορισμένα τυχερά παιχνίδια, καθώς και στο ποδόσφαιρο, γιατί φάνηκε να μαγνητιζει επικίνδυνα τους θιβετιανούς.

Το βιβλίο μας δίνει πολλές πληροφορίες για την αρχιτεκτονικη και τη διαρρύθμιση των χωριών και των πόλεων. Τα χωριά μπορούσαν να είναι από μικροί οικισμοί 6 ή 8 καλυβών, έως μεγάλα συγκροτήματα δεκάδω ή κι εκατοντάδων σπιτιών. Κάθε μεγάλο χωριό είχε το μοναστήρι του, ενώς στις πόλεις υπήρχαν περισσότερα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Λάσα. Δεν ήταν υπερβολικά μεγάλη πόλη, αρκετά πυκνοκατοικημένη όμως με μεγάλους δρόμους, αλά και στενοσόκακα φτωχών συνοικιών λίγο προσεγμένα, που καθαρίζονταν μόνο στις παραμονές της πρωτοχρονιάς και άλλων μεγάλων γιορτών. Στα δυτικά στην είσοδο της πόλης στεκόταν το θεόρατο κτίριο της Ποτάλα, ενός τεράστιου μοναστηριακού συγκροτήματος που στέγαζε το χειμερινό ανάκτορο του δαλάι λάμα. Το θερινό ανάκτορο βρισκοταν αλλού. Κοντά στην Ποτάλα βρισκόταν ο καθεδρικός ναός, όπου λειτουργούσε ο ίδιος οδαλάι λάμα, πλούσια στολισμένος με παντός είδους χρυσά κατασκευάσματα. Δίπλα στο ναό βρισκόταν η περιοχή Παρκχόρ, το κύριο εμπορικό κέντρο. Τα οικήματα των ευγενών και τα δημόσια κτίρια βρίσκονταν περισσότερο σκορπισμένα προς το κέντρο της πόλης. Η υπόλοιπη πόλη αποτελούταν από πολλά μικρά σπίτια, καταστήματα, αγάλματα, και υπαίθριες εμπορικές περιοχές.

Φυσικά όλα τα παραπάνω ίσχυαν για τις δεκαετίες του 1940-1950. Το βιβλίο είναι ένα καλό ιστορικό ανάγνωσμα δομημένο με τη μορφή λογοτεχνήματος για πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Διαβάζοντας μεταφερόμαστε αμέσως σ’έναν άλλο κι εντελώς διαφορετικο κόσμο, που εμένα μου θυμίζει μείγμα Αρχαίας Αιγύπτου και Μεσαίωνα. Σήμερα το Θιβέτ τελεί υπό Κινεζική κατροχή ως ημιαυτόνομη κινεζική επαρχία από το 1996, ενώ ο δαλάι λάμα ζει αυτοεξόριστος στην Ινδία. Δεν ξέρω τι άλλαξε εκεί προς το καλύτερο και τι προς το χειρότερο, ένα πράγμα είναι σίγουρο όμως: ότι άλλαξαν πολλά και πρέπει οπωσδήποτε να μάθω. Η ανεξαρτητοποίηση της χώρας είναι πάντως κάτι πολύ μακρινό, μιας και το μέρος είναι πλούσιο σε κάθε μορφής φυσικό πόρο κι αυτό δε θ’αφεθεί ανεκμετάλλευτο από το κινεζικό τέρας.

Ένα στοιχείο με παραξενεύει για το βιβλίο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία αναφορά στο εξέχον στοιχείο της Γερμανίας εκείνη την εποχή: στο Χίτλερ δηλαδή, στο ναζιστικό καθεστός, στο Τρίτο Ράιχ, στα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αναφέρεται καθώς ταξιδεύουν οι πρωταγωνιστές η ανακοίνωση του νέου ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει και η Ιαπωνία είχε ηττηθεί, όμως οι δύο Γερμανοί θεωρούσαν πως βρίσκονται αρκετά μακριά, σ’έναν άλλον κόσμο για ν’ασχολούνται με τα ευρωπαϊκά πράγματα, με μικρή μόνον ανησυχία. Οι ίδιοι ωστόςο δε φάνηκε ποτέ να υποστηρίζουν ναζιστικές ιδέες και προσπάθησαν όσο το δυνατόν ν’απέχουν απ’τη χώρα τους μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και για λίγα χρόνια έπειτα. Δεν αμφισβητείται πάντως ότι η αποστολή εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό του ναζιστικού καθεστώτος, αφού είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ έστελνε πολλές αποστολές στην Ανατολική Ασία, κατά πολλούς με μυστικιστικό περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η σβάστικα έχει ανατολίτικη προέλευση. Φυσικά στους πολιτισμούς εκείνους η σημασία του συμβόλου είναι αρκετά διαφορετική και ποικίλη.

Advertisements