Πάντοτε με ρωτάνε πώς μπορώ και καταλαβαίνω αμέσως το φύλο μιας χελώνας, απλά πιάνοντάς την λίγο. «Μα,» λέω εγώ, «είναι πανεύκολο,» και στη συνέχεια εξηγώ σε μια πρόταση τις διαφορές. Εάν κάποιος μάθει τα διακριτικά στοιχεία, μετά είναι αδύνατον να μπερδευτεί ξανά.

Λοιπόν, έχω να πω γι’αυτούς που αναρωτιούνται πονηρά θέματα, πως δεν ψαχουλεύω κάποιο απόκρυφο μέρος του σώματος – στις χελώνες απόκρυφο είναι έτσι κι αλλιώς – όταν πιάνω κάπου συγκεκριμένα τις χελώνες, αλλά ορατά κι εμφανή σημεία του εξωτερικού του σώματος. Εξετάζω τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου, δηλαδή αυτά που σχετίζονται με κάποιο φύλο, αλλά δεν είναι τα πρωτογενή του, δηλαδή τα γεννητικά όργανα, π.χ. τα γένια στους άντρες και τα μεγάλα βυζιά στις γυναίκες.

Η διαφοροποίηση είναι απλούστατη: Τα αρσενικά έχουν κοίλο κοιλιακό θυραιό και μακρύτερη και παχύτερη ουρά, ενώ τα θηλυκά έχουν επίπεδο κοιλιακό θυραιό και βραχύτερη και λεπτότερη ουρά. Ο κοιλιακός θυραιός είναι το κοιλιακό τμήμα του καβουκιού ή χελύου μιας χελώνας, το επάνω είναι ο ραχιαίος. Η τύχη μου ήταν όμως μεγάλη αυτές τις μέρες, έτσι έχω να σας δείξω τη διαφορά με φωτογραφίες αφού χθες έπιασα ένα ζευγάρι χελώνες (είμαι στο Χωριό μου τώρα, Πύργοι Κοζάνης).

Οι δύο χελώνες: αριστερά ο αρσενικός δεξιά η θηλυκιά.

Οι δύο χελώνες ανάποδα ώστε να φαίνονται οι διαφορές: ο αρσενικός αριστερά, η θηλυκιά δεξιά.

Οι χελώνες είναι του κοινότερου χερσαίου είδους της Ελλάδας, της μεσογειακής χελώνας ή χελώνας του Χέρμαν (Testudo hermanni). Στην περιοχή αυτήν μόνο αυτό το είδος συναντάται. Επίσης έχω να κάνω μια σημαντική σημείωση: οι χελώνες δε θα πρέπει να βρίσκονται ποτέ ανάποδα. Αν και σχεδόν πάντοτε μπορούν να γυρίσουν στην κανονική τους θέσει, αυτό είναι πολύ στρεσογόνο γι’αυτές. Οι συγκεκριμένες αναποδογυρίστηκαν για της ανάγκες της φωτογράφισης μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Σε περίπτωση που μια χελώνα αναποδογυρίσει κάτω απ’τον ήλιο και δεν προλάβει να επανέλθει εγκαίρως, κινδυνεύει να πεθάνει από υπερθερμία μιας και δε μπορεί να μετακινηθεί στη σκιά για να δροσιστεί. Τα γιγάντια είδη επίσης κινδυνεύουν από κατάρρευση των πνευμόνων, διότι οι πνεύμονες των χελωνών βρίσκονται προσδεδεμένοι στη μέσα πλευρά του ραχιαίου θυραιού, και μπορούν να πιεστούν υπερβολικά από το βάρος των υπολοίπων οργάνων και του συνολικού σώματος.

Τις χελώνες αυτές τις έπιασα κάνοντας βόλτα προς ένα μέρος που αποδεδειγμένα έχει πολλές. Ο τόπος είναι κυρίως πλαγιές με πολλά χόρτα, τα περισσότερα αγρωστώδη και γαΪδουράγκαθα που ξεραίνονται το καλοκαίρι, όμως έχει κι αρκετά βλήτα, αναρριχητικά, λάπατα, κι από δέντρα φτελιές κι ακακίες που παρέχουν πράσινο και σκιά. Η αρσενική απείχε από τη θηλυκή περίπου 5 μέτρα, και πιθανότατα μόλις είχαν τελειώσει την πράξη μιας και στην αντίθετη περίπτωση θα περίμενα το αρσενικό να πλησιάζει το θηλυκό και να βρίσκεται σε υπερδραστηριότητα. Έπειτα τις πήγα σε παιδάκια για να μάθουν να ξεχωρίζουν το φύλο, αλλά γιατί μετά έπεσε το σκοτάδι και η θερμοκρασία, δε μπορούσα ν’αφήσω τις χελώνες έτσι έξω ενώ αυτές ήταν κρύες και σχετικά αδρανοποιημένες, επομένως τις άφησα σήμερα το μεσημέρι. Πάντοτε αφήνω όποιο ζώο χρειάζεται να πιάσω στο σημείο όπου το βρήκα, για να συνεχίσει τις δραστηριότητές του κανονικά από εκεί που τις άφησε πριν. Σπάνια έχω αφήσει ζώο σε ανάλογο οικοσύστημα κάπου αλλού. Φυσικά αν ένα ζώο βρίσκεται σε λάθος μέρος ή κινδυνεύει εκεί που βρίσκεται, θα πρέπει να το μεταφέρουμε σ’ένα ανάλογο οικοσύστημα κάπου αλλού, προτιμότερα πάλι κοντά. Οι παραπάνω κανόνες ισχύουν για σπονδυλωτά – τα ασπόνδυλα αμφιβάλλω αν έχουν ανεπτυγμένη συνείδηση ώστε να μπορούν να καταλάβουν πού βρίσκονται, αν κάτι έχει αλλάξει και πώς μπορούν να προσαρμοστούν σ’αυτό.

Μία ακόμα διαφορά μεταξύ των φύλων είναι το μέγεθος. Θα παρατηρήσατε κι απ’τις φωτογραφίες ότι το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό. Αν και τα συγκεκριμένα δύο άτομα μου φάνηκε πως δεν είχαν τελειώσει την ανάπτυξή τους (στην πραγματικότητα όμως τα περισσότερα ερπετά δεν τελειώνουν ποτέ την ανάπτυξη, αλλά συνεχίζουν την ανάπτυξη με πολύ αργό ρυθμό και μετά την κατάκτηση του ενήλικου μεγέθους καθ’όλη τη ζωή), ήταν ωστόσο κοντά σ’αυτό. Γενικά τα θηλυκά αυτού του είδους, αλλά και πολλών άλλων ειδών χελωνών είναι μεγαλύτερα και βαρύτερα απ’τα αρσενικά, για να μπορούν να χωρούν περισσότερα αβγά. Τα αρσενικά είναι συχνά αρκετά ελαφρύτερα. Στο συγκεκριμένο είδος, τα θηλυκά μπορούν να φτάσουν τα 30 εκ., ενώ τα αρσενικά συνήθως σταματούν στα 25. Φυσικά υπάρχουν κι εξαιρέσεις, κι έτσι έχω βρει αρκετά μεγάλα αρσενικά και σχετικά μικρότερο από το αναμενόμενο πλήρως ενηλικιωμένα θηλυκά. Πάντως κάθε φορά που συνάντησα ζευγάρι, το θηλυκό ήταν πάντοτε μεγαλύτερο. Επίσης μια ακόμα διαφορά των δύο φύλων που ισχύει κυρίως για τις χερσαίες χελώνες και μπορεί να φανεί από πάνω είναι το μέγεθος και η μορφή της υπερουραίας πλάκας. Η υπερουραία πλάκα αποτελείται από το τελευταίο ζεύγος των οριακών πλακών (οι φολιδώδεις πλάκες που βρίσκονται στο περιθώριο του ραχιαίου θυραιού), οι οποίες υπέρκεινται του υπερουραίου ωστού, ένός συμπληρωματικού μέρους του καβουκιού που καλύπτει την ουρά. Όπως θά’ταν αναμενόμενο, η πλάκα αυτή στις αρσενικές είναι μεγαλύτερη και κυρτή για να προστατεύη τη μαλακή χοντρή ουρά, ενώ στις θηλυκές μικρή και σχεδόν συμβολική. Θα το δείτε και στις φωτογραφίες, εάν προσέξετε το καβούκι πίσω απ’τις ουρές.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα δε φαίνεται πριν την έναρξη της σεξουαλικής ωριμότητας, 8 χρόνια για τα αρσενικά και 9 για τα θηλυκά στο συγκεκριμένο είδος, με μέγιστο τα 12 χρόνια (οι χελώνες είναι ζώα που αναπτύσσονται αρκετά αργά), οπότε τα ζώα θά’χουν φτάσει τα 12 εκ. και πλέον σε μήκος. Έως τότε και τα δύο φύλα είναι εξωτερικά όμοια έχοντας τη μορφή του ενήλικου θηλυκού με το επίπεδο κοιλιακό θυραιό και την κοντή ουρά. Έχω πετύχει αρκετές φορές νεαρά αρσενικά σε μεταβατική φάση, οπότε άρχιζε ο κοιλιακός θυραιός τους νά’χει ένα μικρό κοίλωμα προς τα μέσα και η ουρά τους ήταν κάπως χοντρότερη και μεγαλύτερη από μιας θηλυκής χελώνας. Η σωματική αυτή μεταβολή πιθανόν ενεργοποιείται από τα ανδρογόνα, τεστοστερόνη και λοιπές ουσίες. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν το χαρακτηριστικό σε πειραματικά διαφυλετικές ή ευνουχισμένες χελώνες, θά’ταν μάλλον ίδια τα αποτελέσματα με παρόμοια πειράματα σ’άλλα ζώα.

Τα δευτερεύοντα αυτά φυλετικά χαρακτηριστικά εξελίχθηκαν για να λύσουν προβλήματα μοναδικά στις χελώνες. Το κοίλο κοιλιακό καβούκι του αρσενικού τον βοηθά να στέκεται καλύτερα πάνω στο θηλυκό κατά την πράξη, ενώ μέσα στην παχιά ουρά του στεγάζει το πέος του, το οποίο σε πολλά είδιη χελωνών είναι
τρομακτικά μεγάλο.
Η μακρύτερη ουρά επίσης διευκολύνει σημαντικά τον αρσενικό να την τοποθετήσει σωστά κάτω απ’αυτήν του θηλυκού, ώστε να γίνει η γονιμοποίηση. Επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται και στις δύο σύγχρονες υποτάξεις χελωνών, τα πλευρόδειρα και τα κρυπτόδειρα, ενώ παρατηρούνται και στα απολιθώματα όλων των εποχών, θεωρείται ότι εξελίχθηκαν στις πρώτες προγονικές χελώνες με στερεό κέλυφος. Άλλωστε είναι τόσο σημαντικά στοιχεία για την επιβίωση του είδους, ώστε αυτό ακριβώς να περιμένουμε. Για όσους αναρωτιούνται πού έχει τους όρχεις της η χελώνα και γιατί δε φουσκώνουν κι αυτοί παραπάνω την ουρά, έχω να πω πως βρίσκονται σε λίγο παράξενη θέση. Και οι όρχεις των αρσενικών και οι ωοθήκες των θηλυκών βρίσκονται πίσω από τους πνεύμονες στη ραχιαία πλευρά του σώματος.

Παρόλο που οι διαφορές μεταξύ των φύλων είναι αναγκαίες για την επιβίωση και συναντώνται σ’όλα τα είδη χελώνας χωρίς μεγάλες διαφοροποιήσεις, υπάρχουν ακόμα κι εδώ επιμέρους διαφορές. Στην κοινή αμερικανική κατοικίδια χελώνα, Trachemys scripta elegans, πέρα από τη μεγαλύτερη και χοντρότερη ουρά του αρσενικού και τον κοίλο κοιλιακό θυραιό, το αρσενικό φέρει επίσης μακρύτερα νύχια στα μπροστινά άρκρα με τα οποία ερεθίζει το θηλυκό πριν την πράξη δονώντας τα πάνω στο λαιμό και στο κεφάλι του. Σ’άλλα είδη, όπως στις θαλάσσιες χελώνες και σε λίγα ακόμα είδη όπου η σταθερότητα κατά την πράξη δεν είναι κάτι σημαντικό, η κοιλότητα στον κοιλιακό θυραιό του αρσενικού είναι είτε ελαφρύτατη είτε απουσιάζει εντελώς. Στα είδη με μακριά ουρά, όπως στην αμερικανική αρπακτική χελώνα (Chelydra serpentina), η ουρά του αρσενικού είναι πάλι παχύτερη. Τέλος το μέγεθος όπως προανέφερα έχει επιλεγεί μεγαλύτερο στα θηλυκάώστε να χωρούν περισσότερα αβγά. Στις χελώνες ωστόσο όπου τα αρσενικά μάχονται συχνά μεταξύ τους, αυτά έχουν το μεγαλύτερο μέγεθος, ενώ στις θαλάσσιες χελώνες τα δύο φύλα είναι ισομεγέθη.

Τέλος κλείνω με ένα ακόμα συμπέρασμα στο οποίο έχω φτάσει παρατηρώντας τις χελώνες για τα τελευταία 12 χρόνια. Έχω παρατηρήσει λοιπόν ότι οι αρσενικές τείνουν να είναι πιο ενεργητικές και λιγότερο φοβισμένες από τις θηλυκές, οι οποίες μαζεύονται πολύ εύκολότερα στο καβούκι τους όταν τις πιάνεις ή τις πλησιάζεις υπερβολικά, κατουρούν αμυντικά συχνότερα και αργούν να ξαναβγούν για να περπατήσουν. Θεωρώ πως αυτό οφείλεται στον γενικά ενεργητικότερο τρόπο ζωής των αρσενικών αυτού του είδους, τα οποία τριγυρίζουν συχνά για να ελέγξουν την περιοχή τους, ψάχνουν ενεργητικά τα θηλυκά και μάχονται μ’άλλα αρσενικά. Φυσικά στην παραπάνω παρατήρηση έχω ν’αναφέρω και μερικές εξαιρέσεις.

Έχω μάθει να διακρίνω τα φύλα πολύ πριν μπω στο Διαδίκτυο για να διαβάσω για τις χελώνες. Όταν θα ήμουν δευτέρα ή τριτη δημοτικού, η γιαγιά μου μού’φερε ένα ζευγάρι χελωνών που βρήκε λέγοντάς μου πιο ήταν το αρσενικό και πιο το θηλυκό, κι έτσι, σύμφωνα μ’εκείνα τα πρότυπα, μπορούσα να ξεχωρίζω και τις επόμενες χελώνες. Αυτό όμως που διαπίστωσα σύντομα στα επόμενα χρόνια ήταν ότι οι χελώνες αρχίζουν να ξεχωρίζουν μετά από κάποια ηλικία και μέγεθος, πριν από το οποίο φαίνονται όλες όμοιες.

Οι δωδεκάχρονες παρατηρήσεις μου πάνω στο είδος Testudo hermanni είναι πάρα πολλές και λεπτομερείς, και θα πρέπει οπωσδήποτε να τις καταγράψω σ’ένα επόμενο μεγάλο άρθρο. Επίσης οι χελώνες γενικότερα ως ομάδα είναι από τις λίγες, αν όχι η πιο ξεχωριστή, ομάδα σπονδυλωτών ζώων οι οποίες αξίζουν οπωσδήποτε ένα δικό τους θέμα στο Ιστολόγιο. Και τα δύο προσεχώς.

Advertisements