Η κύκας στο βουδιστικό ναό Μιοκόκου-Τζι στην πόλη Σακάι της Ιαπωνίας φωτογραφημένη το 2009. Θεωρείται πως έχει ηλικία πάνω από 1100 χρόνια, και είναι το παλαιότερο γνωστό άτομο αυτού του είδους. Έχει ανακηρυχθεί φυσικό μνημείο. Από Wikimedia Commons.

Αυτό το άρθρο μου είναι για ένα πολύ πρωτότυπο και ξεχωριστό φυτό της συλλογής μου, την κοινή κύκα ή, με το επιστημονικό της όνομα, Cycas revoluta (κύκας η ανάστροφη). Πρώτα όμως να διασαφηνίσω τρία βασικά πράγματα για το φυτό:

Πρώτον το ελληνικό όνομα αυτού του φυτού είναι τριτόκλιτο θηλυκό (η κύκας γεν. της κυκάδος). Δεν είναι αρσενικό (ο κύκας) όπως νόμιζα ως πριν λίγο, ούτε «τσίκας», συνήθως «το τσίκας». Η λέξη «κύκας» είναι αρχαιοελληνική και πρωτοχρησιμοποιήθηκε για φοίνικες ή κυκάδες με αμυλούχο κορμό που τρωγόταν. Το ξεκαθαρίσαμε αυτό. Δεύτερον, το φυτό δεν είναι ούτε κωνοφόρο, ούτε φοινικοειδές, ούτε φτέρη. Αν και μοιάζει εξωτερικά με φοίνικα – οι διαφορές θα γίνουν φανερές στη συνέχεια -, ανήκει σε πολύ αρχαιότερη ομάδα φυτών, στα γυμνόσπερμα, εκεί δηλαδή όπου ανήκουν τα κωνοφόρα και το
γίνκγο.
Οι φοίνικες είναι ανθοφόρα μονοκοτυλήδονα. Γι’αυτον το λόγο, αυτοί που τον πουλούν, όταν δεν τον κατατάσσουν στα φοινικοειδή, τον βάζουν συχνά στα κωνοφόρα, όπως κάνουν πολλές φορές και με το γίνκγο. Στην πραγματικότητα όμως η κύκας ανήκει στη δική της συνομοταξία ή διαίρεση, στα κυκαδόφυτα, και το γίνκγο στα γινκγόφυτα, και οι δύο αρκετά μακριά απ’τα κωνοφόρα. Τα κυκαδόφυτα είναι ξεχωριστή φυτική ομάδα λοιπόν, με τα δικά της είδη και με τα δικά της χαρακτηριστικά. Επειδή ακόμα η κύκας είναι σε αρχαία ομάδα κι έχει φύλλα που μοιάζουν με φτέρης, μιας ακόμα παλαιότερης ομάδας φυτών, κάποιοι των κατατάσσουν στις φτέρες, μεγαλύτερο λάθος απ’τα παραπάνω, αφού αυτές και στη δική τους συνομοταξία (πτεριδόφυτα) ανήκουν, και αναπαράγονται κατά τον αρχαίο τρόπο με σπόρια, όχι με σπόρους. Τρίτον τα κυκαδόφυτα δεν είναι ζωντανά απολιθώματα. Κι αυτό είναι μύθος που λέγεται και ξαναλέγεται, πιθανον γιατί τα φυτά αυτά δεν είναι γνωστά στην εύκρατη ζώνη για να τά’χουμε συνηθίσει. Πράγματι η συνομοταξία των κυκαδοφύτων έχει ιστορία πάνω από 280 εκατομμύρια χρόνια, οι σημερινές τις οικογένεις εμφανίστηκαν στο Μεσοζωικό και στη μορφή δεν έχουν αλλάξει πολύ, αλλά δεν παύει νά’ναι μια πλούσια ομάδα με πάνω από 300 είδη, παγκόσμια εξάπλωση στην τροπική κυρίως ζώνη, μεγάλη ποικιλομορφία και στη μορφή των ειδών και στα περιβάλλοντα που προτιμούν, κι επίσης συνεχή εξέλιξη (στην πραγματικότητα τα περισσότερα σημερινά είδη εξελίχθηκαν μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων (πριν 65 εκατομμύρια χρόνια). Με την ίδια λογική και τα κωνοφόρα είναι ζωντανά απολιθώματα, αφού κι αυτά εμφάνισαν όλες τις οικογένειές τους κατά το Μεσοζωικό και η μορφή τους δεν έχει αλλάξει σημαντικά από τότε. Παρόλα αυτά, επειδή τα γνωρίζουμε καλά, δεν τα θεωρούμε κάτι το διαφορετικό και το περίεργο, ενώ τα κυκαδόφυτα, ως φυτά της τροπικής ζώνης κυρίως, τα θεωρούμε πολύ περισσότερο εξωτικά. Υπάρχουν φυσικά και κωνοφόρα εξελικτικά απομονωμένα ή πολύ αρχαία στη δομή που θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε ζωντανά απολιθώματα, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να πούμε έτσι όλη την ομάδα. Από την άλλη το γίνκγο είναι κανονικότατο ζωντανό απολίθωμα με τη δαρβινική σημασία (τον όρο τον έπλασε ο ίδιος ο Δαρβίνος), αφού είναι ένα μόνο εναπομείναν είδος σε μία συνομοταξία χωρίς κοντινούς ζωντανούς συγγενείς, διαθέτει χαρακτηριστικά μοναδικά στο είδος του που δεν υπάρχουν σ’άλλα φυτά ή είναι διαφορετικά εξελιγμένα, κι επίσης το ίδιο το σημερινό είδος έχει ιστορία πάνω από 150 εκατομμύρια χρόνια.

Τα κυκαδόφυτα λοιπόν είναι μια μεγάλη ομάδα 300 περίπου ειδών εξαπλωμένη παγκοσμίως πλην της Ευρώπης στις τροπικές περιοχές, αλλά και με λίγα είδη στις θερμές εύκρατες, με ποικίλες περιβαλλοντικές προτιμήσεις και μορφές. Τα περισσότερα ωστόσο προτιμούν ξηρές περιοχές, κι αυτό αντανακλάται στο σκληρό φύλλωμά τους με τη χοντρή επιδερμίδα και τις μειωμένες ανάγκες τους σε νερό. Λίγαείδη είναι προσαρμοσμένα για τροπική ζούγκλα. Σήμερα υπάρχουν τρεις οικογένειες, οι κυκαδίδες (cycadaceae), οι ζαμιίδες (zamiaceae), και οι σταγγεριίδες (stangeriaceae). Το είδος της αναφοράς μας ανήκει στην πρώτη.

Τα φυτά αυτής της συνομοταξίας μπορεί να είναι δέντρα που φτάνουν τα 10 μέτρα, μπορεί νά’ναι θάμνοι 2-5 μέτρα (το συνηθέστερο), μπορεί νά’ναι χαμηλοί θάμνοι ίσως και κάτω του ενός μέτρου, μπορεί τέλος νά’ναι φυτά με εντελώς υπόγειο κορμό. Όλα τα κυκαδόφυτα έχουν παχείς κορμούς με λίγο ξύλο σε σχέση με τη μάζα τους, μέσα στους οποίους αποθηκεύουν άμυλο για τις ξηρές και δύσκολες εποχές (οι φοίνικες δεν παράγουν ακριβώς ξυλώδη ιστό, ένα σημαντικό διακριτικό στοιχείο απ’αυτούς). Οι ρίζες τους είναι βαθιές και σαρκώδεις, και το γενικό τους ριζικό σύστημα μοιάζει μ’αυτό των κωνοφόρων (οι φοίνικες έχουν ινώδες ριζικό σύστημα χωρίς κεντρική ρίζα και μεγάλες βασικές, όπως όλα τα μονοκοτυλήδονα), έχουν όμως τα φυτά αυτά μια ιδιαίτερη προσαρμογή: Ορισμένες από τις ρίζες τους είναι χοντρές με παχιές διακλαδώσεις και κατευθύνονται προς τα πάνω. Αυτές είναι οι λεγόμενες κοραλοειδείς ρίζες λόγω του σχήματός τους, που φιλοξενούν συμβιωτικά κυανοβακτήρια συνήθως του γένους Nostok, τα οποία δεσμεύουν άζωτο για το φυτό, και μπορεί επίσης να του προσφέρουν μερικές από τις αμυντικές ουσίες του, σε αντάλλαγμα φυσικά με λίγα σάκχαρα της φωτοσύνθεσης. Μόλις βρουν τέτοια βακτήρια σταματούν την ανοδική τους ανάπτυξη. Τα νεαρά επίσης συνήθως φυτά διαθέτουν συχνά τις λεγόμενες συσταλτές ρίζες, ρίζες με μεγάλο μήκος κι ανθεκτικότητα που πιάνονται κάπου βαθιά κι έπειτα συστέλλονται για να κατεβάσουν τον κορμό πιο κάτω σε συνθήκες μεγάλης ξηρασίας. Στην κορυφή του κορμού βρίσκεται ένας ρόδακας πτεροειδών μεγάλων φύλλων. Συνήθως τα φύλλα είναι σκληρά με αγκαθωτές αιχμές, υπάρχουν ωστόσο είδη και με μαλακότερα, άλλα με σκληρότερα με ακανθώδεις περιφέρειες κι άλλα με διχαλωτά φυλλάρια ή διπτεροειδή φύλα (αντι για φυλλάριο να υπάρχει ένα μικρότερο πτεροειδές τμήμα). Τα φύλλα σ’αυτήν την ομάδα φυτών βγαίνουν συνήθως πολλά μαζι λίγες φορές το χρόνο (επιεισοδιακή ανάπτυξη), ενώ λίγα είναι τα είδη που βγάζουν ένα-ένα τα φύλλα (συνεχής ανάπτυξη). Όλοι οι φοίνικες αναπτύσσονται με τον τελευταίο τρόπο, ένα ακόμα σημαντικό διακριτικό στοιχείο των κυκαδόφυτων απ’αυτούς. Επίσης τα φύλλα των κυκαδόφυτων δεν είναι τόσο ινώδη όπως αυτά των φοινίκων και των λοιπών μονοκοτυλήδονων. Πέρα απ’τα μεγάλα φωτοσυνθετικά φύλλα, τα κυκαδόφυτα φέρουν και μικρότερα μη φωτοσυνθετικά, νεκρά κατά την ωριμότητα, που έχουν προστατευτικό ρόλο. Αυτά λέγονται κατάφυλλα ή φυλλίδια και καλύπτουν το μάτι της κορυφής όπως στα περισσότερα φυτά, αλλά δεν πέφτουν όταν θα βγουν τα επόμενα φύλλα παραμένοντας για καιρό στον κορμό. Έτσι ο κορμός αυτών των φυτώνν καλύπτεται από της βάσεις των παλιών φύλλων και τα κατάφυλλα, που σε μερικά είδη μπορεί να είναι πολύ αιχμηρά. Τα κυκαδόφυτα δε διακλαδίζονται όπως τα περισσότερα γνωστά μας φυτά με ματάκια των μασχαλών των φύλλων. Διακλαδίζονται με δύο τρόπους: με διχοτόμηση της κορυφής δηλ. η κορυφή να χωριστεί σε δύο κλάδους,ή, πολύ συχνότερα, με επιγενή μάτια στον κορμό. Αυτά τα μάτια είναι επιγενή, δηλαδή δεν προϋπάρχουν αλλά δημιουργούνται εκ νέου ανάμεσα στις βάσεις των παλιών φύλλων, εμφανίζονται συνήθως κοντά στη βάση του φυτού και με τον καιρό η ανάπτυξή τους μπορεί να μετατρέψει το φυτό σε μια πυκνή συστάδα με πολλές κορυφές. Τα κυκαδόφυτα έχουν δύο ακόμα αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες. σχεδόν όλα τα μέρη τους μπορούν να ριζώσουν στις κατάλληλες συνθήκες,
ακόμα και τα φύλλα.
Κι επίσης τα φύλλα τους ξεκινούν κατά παράξενο τρόπο. Η αγγειακή διακλάδωση που θα βγει απ’τον κορμό για να τροφοδοτήσει το φύλλο δεν ξεκινά απευθείας απ’τη μεριά που βγαίνει το φύλλο και πάει, αλλ’ακριβώς από την αντίθετη, κι έπειτα χωρίζεται σε δύο τμήματα που περιβάλλουν τον κορμό μέσα στο φλοιό και συγκλίνουν πάλι στο σημείο που θα εισέλθουν στο μίσχο του φύλλου (ζωνοειδή αγγειώδη ίχνη). Είναι η μόνη ομάδα φυτών μ’αυτό το παράξενο σύστημα.

Η αναπαραγωγή των κυκαδόφυτων μοιάζει πολύ με την αναπαραγωγή του γίνκγο. Τα φυτά είναι δίοικα, δηλαδή κάθε φυτό είναι σχεδόν πάντοτε του ενός μόνο φύλλου. Η αναπαραγωγική τους ωριμότητα μπορεί νά’ρθει μόλις σε πέντε χρόνια, στην πλειονότητα των ειδών ωστόσο έρχεται μετά την πρώτη δεκαετία. Τα όργανα της αναπαραγωγής είναι μεγάλοι κώνοι που βγαίνουν στην κορυφή του φυτού, σ’άλλα είδη πιο επιμήκεις, σ’άλλα πιο στρογγυλεμένοι με χρώματα από κίτρινο έως καφέ συνήθως έως κοκκινωπό. Αποτελούνται από έναν κεντρικό βλαστό/άξονα που φέρει σπειροειδώς τα σποριόφυλλα, στην κάτω πλευρά των οποίων βρίσκονται οι γυρεόσακοι στους αρσενικούς ή οι ωοθήκες στους θηλυκούς. Στα περισσότερα είδη ο αρσενικός δεν ξεχωρίζει εύκολα από το θηλυκό κώνο, όμως στην οικογένεια των κυκαδιδών ο θηλυκός είναι του πιο πρωτόγονου τύπου με απλοποιημένα, αλλά πάλι εμφανή, φύλλα αντί για τα πλήρως τροποποιημένα σποριόφυλλα. Αρχικά πιστευόταν ότι η επικονίαση γίνεται με τον άνεμο όπως στα περισσότερα γυμνόσπερμα, όμως βρέθηκε πως γίνεται με έντομα, συνήθως ρυγχωτά σκαθάρια, που προσελκύονται στους κώνους από την ελαφριά μυρωδιά τους και ίσως από την αυξημένη θερμοκρασία τους (θερμογόνα φυτά). Τα έντομα παίρνουν τη γύρη από τους αρσενικούς και τη μετακινουν στους θηλυκούς, όπου γίνεται η επικονίαση. Η Γονιμοποίηση θα γίνει αρκετούς μήνες αργότερα με κινητό σπέρμα από το αρσενικό γαμετόφυτο, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που γίνεται και στο γίνκγο αλλά σε κανένα άλλο σπερματόφυτο (φυτό που παράγει σπόρους). Ο θηλυκός κώνος στο διάστημα της επικονίασης είναι λίγο ανοιχτός, μετά όμως όλα τα φύλλα κλείνουν σφιχτά προστατεύοντας την ανάπτυξη των σπόρων. Οι σπόροι ωριμάζουν μετά από μήνες ή και μετά από ένα χρόνο, είναι μεγάλοι και καλύπτονται από σαρκώδες περίβλημα (σαρκοκέλυφος), όπως και στο γίνκγο, μέσω του οποίου προσελκύονται ζώα τα οποία θα τους καταπιούν και θα τους αφοδεύσουν αλλού με αποτέλεσμα να διασπείρονται σε νέες περιοχές. Το έμβρυο του σπόρου δεν έχει πραγματική νάρκη στα κυκαδόφυτα, και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται μέχρι να μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορεί να φυτρώσει, γι’αυτό και θα πρέπει ο σπόρος να διατηρείται λίγο υγρός μέχρι να φυτευθεί για να μην ξεραθεί το εσωτερικό. Οι ουσίες του σαρκώδους καλύμματος και οι χαμηλές θερμοκρασίες έχουν πάντως κάποια ανασταλτική ιδιότητα, όπως και στο γίνκγο. Πιθανόντα πρωτόγονα σπερματόφυτα δεν είχαν εξελίξει νάρκη στους σπόρους τους. Μετά την κωνοφορία, η ανάπτυξη συνεχίζεται από δίπλα, αφού έχει γίνει διχοτόμηση της κορυφής, με εξαίρεση τους κυκαδίδες όπου το θηλυκό φυτό αναπτύσσεται και πάλι από την κορυφή του θηλυκού κώνου με το πρωτόγονο σύστημα. Οι παλιοί κώνοι δεν πέφτουν εύκολα και παραμένουν να κρέμονται στα φυτά, ως δείκτης των αναπαραγωγικών τους περιόδων. Επειδή η κωνοφορία και η ωρίμανση των σπόρων είναι πολύ ενεργοβόρος διαδικασία, τα φυτά αυτά αναπαράγονται συνήθως κάθε λίγα χρόνια, παρά ετησίως. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ηλικία ωριμότητας, την αργή τους ανάπτυξη, το μικρό ποσοστο των σπόρων που επιβιώνουν για να γίνουν νέα φυτά, καθιστά τα κυκαδόφυτα ευάλωτα στις απότομες περιβαλλοντικές αλλαγές. Πάνω απ’το 80% των ειδών σήμερα απειλούνται. Ένα μέρος της απειλής είναι και οι συλλέκτες ή οι λαθρέμποροι που δουλεύουν για τους συλλέκτες, οι οποίοι ξεριζώνουν άτομα σπάνιων ειδών σχεδόν αδύνατον να βρεθούν αλλιώς για να τα τοποθετήσουν στις συλλογές τους ή να τα πουλήσουν με αστρονομικά ποσά (πολλές χιλιάδες δολλάρια για ένα μεγάλο σπάνιο φυτό δεν είναι ασυνήθιστο ποσό). Το λαθρεμπόριο κυκαδόφυτων είναι από τα πλέον κερδοφόρα λαθρεμπόρια σπάνιων ειδών, αλλ’εφόσον δεν έχει να κάνει με όπλα, ναρκωτικά ή γυναίκες δεν πρόκειται ν’αντιμετωπιστεί με την ίδια σοβαρότητα ποτέ.

Τέλος τα κυκαδόφυτα είναι τοξικότατα φυτά για τα περισσότερα ζώα πλην των προσαρμοσμένων σ’αυτά. Τα πρόβατα της Αυστραλίας αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα όταν συναντούν αυτά τα φυτά, μιας και δεν τα γνωρίζουν για να μπορέσουν να τ’αποφύγουν. Ιθαγενείς επίσης νησιών του ειρηνικού που τρέφονταν τακτικά με άμυλο ή σπόρους αυτών των φυτών ή με το κρέας των νυχτερίδων που ήταν προσαρμοσμένες να τρώνε τους σπόρους είχαν πολύ υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης νευροεκφυλιστικών παθήσεων με στοιχεία αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης, άνοιας και παρκινσονισμού, γνωστές με το όνομα
λύτικο-μπόντιγκ.

Το είδος της αναφοράς μας, το Cycas revoluta, είναι το πλέον διαδεδομένο σ’όλον τον κόσμο λόγω της καλλιέργειας και δε θεωρείται απειλούμενο, αν και στο φυσικο του περιβάλλον, στο νότιο άκρο του νησιού Κιουσού και στα νησιά Ριούκιου της νότιας Ιαπωνίας, οι πληθυσμοί του έχουν μειωθεί. Το φυτό φύεται συνήθως σε παραθαλάσσιες απόκρυμνες περιοχές και βουνά με προτιμώμενο υψόμετρο τα 100 με 500 μέτρα, αλλά και σε πεδιάδες, η γεωργική ανάπτυξη όμως το έδιωξε σχεδόν εντελώς από τις τελευταίες. Το κλίμα του τόπου προέλευσής του είναι θερμό υποτροπικό με μέγιστες καλοκαιρινές θερμοκρασίες στους 30-35 βαθμούς, σπάνια πτώση κάτω των 10 βαθμών το χειμώνα, αρκετές βροχές και το καλοκαίρι λόγω μουσώνων αλλά και ξηρές περιόδους, και υψηλή υγρασία, ωστόσο το φυτό προσαρμόζεται και σε πιο ψυχρές συνθήκες. Αποτελεί τυπικό μέλος της οικογένειας των κυκαδιδών μ’όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Οι κυκαδίδες είναι η αρχαιότερη και πιο πρωτόγονη, αλλά παρόλα αυτά από τις πιο επιτυχημένες των σημερινών οικογενειών κυκαδόφυτων, με περίπου 99 είδη σε Ασία, Αφρική, Αυστραλία, και νησιά του Ινδικού και το Ειρηνικού.

Η Cycas revoluta μπορεί δυνητικά να γίνει αρκετά ψηλό φυτό, φτάνοντας σε ύψος και ξεπερνώντας τα 7 μέτρα, με κορμό που μπορεί να φτάσει σε διάμετρο τα 30-60 εκ. Επειδή όμως ένα τέτοιο μέγεθος επιτυγχάνεται με το πέρασμα πολλών δεκαετιών ή και αιώνων, συνήθως τα φυτά που συναντούμε είναι πολύ κοντότερα, πολλές φορές κάτω του ενος μέτρου. Η Ιαπωνία είναι η χώρα με τα περισσότερα γηρεά φυτά, μεγάλους εντυπωσιακούς οργανισμούς με περίεργο σχήμα απ’τα χρόνια που μπορεί νά’χουν ηλικία από 50 ή 100 έως κι άνω των 700 ετών, με γηρεότερο άτομο αυτό στο βουδιστικό ναό Μιοκόκου-Τζι (η φωτογραφία στην αρχή του άρθρου), που υπολογίζεται πως είναι 1100 ετών.

Ο κορμός του φυτού καλύπτεται από τις βάσεις των παλιών φύλλων και καταφύλλων και τα κατάφυλλα, και γι’αυτό είναι τραχύς κι ανώμαλος. Επειδή οι βάσεις των φύλλων και τα κατάφυλλα είναι χνουδωτά, πολλά μέρη του κορμού, συνήθως τα νεότερα προς τα πάνω, φέρουν χνούδι. Τα φύλλα βγαίνουν σε ρόδακα στην κορυφή, και στα ενήλικα φυτά αναπαραγωγικής ηλικίας φτάνουν τα 50-150 εκ., ενώ στα μικρότερα φυτά είναι αναλογικά μικρότερα. Οι βάσεις τους είναι διευρυμένες και χνουδωτές, ενώ η υπόλοιπη ράχη τους (το μέρος του κεντρικού άξονα που φέρει τα φύλλάρια) έχει λίγο χνούδι. Τα φυλλάρια είναι πολύ πυκνά, εναλλάξ, σκληρά και δύσκαμπτα, στενά, αιχμηρά χρώματος σκούρου πράσινου κι αρκετά γυαλιστερά, μήκους 8-18 εκ. Όπως και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας των κυκαδιδών, σε κάθε φυλλάριο εμφανές είναι μόνο το κεντρικό νεύρο. Οι πλευρικές άκρες των φύλλων είναι γυρισμένες προς τα κάτω, εξού και το όνομα για το είδος «ανάστροφη» λατ. «revoluta». Τα φυλλάρια προς τη βάση του φύλλου μικραίνουν ώσπου γίνονται μικρά σκληρά αγκάθια, ενώ ένα μικρό διάστημα στη βάση του μίσχου του φύλλου μένει γυμνό. Ο μίσχος έχει μήκος 6-10 εκ. στα μεγάλα φύλλα. Τα κατάφυλλα μπορούν να φτάσουν και τα 5 εκ. σε μεγάλα φυτά, συνήθως όμως είναι μικρότερα, με διευρυμένη βάση, χουδωτά και με αιχμηρή ακανθώδη κορυφή. Δεν κόβονται εύκολα. Η κορυφή του φυτού καλύπτεται μ’αυτά, ενώ πάνω στον κορμό δημιουργούν μια ακανθώδη προστατευτική ζώνη. Γενικά όλο το φυτό είναι εχθρικό προς οποιοδήποτε ζώο. Η ανάπτυξη είναι επεισοδιακή, με παραγωγή αρκετών φύλλων ταυτόχρονα ανά αραιά διαστήματα, συνήθως μια φορά το χρόνο, αν και σε τροπικές περιοχές με συχνή λίπανση μπορεί να βγάλουν και τρεις φορές. Όταν τα νέα φύλλα πρόκειται να βγουν, η κορυφή διευρύνεται με αποτέλεσμα τα κατάφυλλα αλλά και τα μεγάλα φύλλα να χωρίζουν κάπως. Μετά από κάποιο διάστημα βγαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα νεαρά φύλλα, αρχικά μαζεμένα σε κυλινδρικό σχήμα (κάπως σαν τσιγάρα) και χνουδωτά. Τα φυλλάρια είναι διπλωμένα σπειροειδώς δεξιά κι αριστερά από τη ράχη. Γρήγορα τα φύλλα ψηλώνουν κι έπειτα τα φυλλάρια ξετυλίγονται, από κάτω προς τα πάνω. Τοπολύ χνούδι πέφτει, ακόμα όμως τα φύλλα είναι ανοιχτοτερα στο χρώμα και πολύ μαλακά. Τις επόμενες εβδομάδες σκληραίνουν και γίνονται όπως τα παλαιότερα. Τέλος βγαίνουν τα νέα κατάφυλλα και η κορυφή κλείνει και πάλι. Συγχρόνως έχει αναπτυχθεί κι ο κορμός. Το όλο επεισόδιο ανάπτυξης παίρνει μόλις λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στα επεισόδια μπορεί να υπάρχει κάποια μικρή ριζική και βλαστική ανάπτυξη, αλ’όχι κάτι σημαντικό. Γενικά είναι φυτό αργής ανάπτυξης. Μεγάλα σε ηλικία φυτά, αλλά δεν είναι και τόσο σπάνιο και σε μικρότερα, βγάζουν συνήθως στη βάση του κορμού ή λίγο ψηλότερα παρακλάδια που προέρχονται από τα επιγενή μάτια. Τα παρακλάδια αυτά αρχικά είναι πολύ μικρά και μ’ένα μόνο φύλλο, με τον καιρό όμως αναπτύσσονται παράλληλα με το υπόλοιπο φυτό και μπορεί ν’αποκτήσουν μεγάλο μέγεθος, σαν νέοι κορμοί ή χοντρά κλαδιά, κάνοντας το φυτό πυκνότερο και με περισσότερους κώνους φυσικά κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Τα μεγάλης ηλικίας φυτά ενδέχεται νά’χουν μεγαλύτερο πλάτος παρά ύψος λόγω των πολλών τέτοιων διακλαδώσεων, και μπορούν μάλιστα να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 8 μέτρα σε πλάτος.

Μετά τα 12-15 χρόνια, ίσως και περισσότερο, το φυτό φτάνει σε αναπαραγωγική ωριμότητα και μπορεί να παραγάγει κώνους. Οι κώνοι βγαίνουν από την κορυφή την άνοιξη. Τα αρσενικά άτομα φέρουν ψηλούς, κιτρινωπούς κώνους με όψη ανανά, 30-60 εκ. σε ύψος, με πυκνά μικροσποριόφυλλα κάτω απ’τα οποία βρίσκονται οι γυρεόσακοι. Οι θηλυκοί, όπως όλα τα μέλη της οικογένειας, έχουν έναν μικρότερο και ευρύτερο κώνο με όψη λαχάνου αποτελούμενο από λιγότερο τροποποιημένα φύλλα χρώματος κιτρινωπού, πλατιά και με μικρές οδοντώσεις στην περιφέρεια που αντιστοιχούν στα φυλλάρια των κανονικών φύλλων. Τα μεγασποριόφυλλα αυτά μπορούν να φτάσουν σε μήκος και τα 20 εκ., αν και συνήθως είναι μικρότερα. Στην κάτω πλευρά κάθε μεγασποριόφυλλου βρίσκονται δύο-6 ωοθήκες. Μετά την επικονίαση ο κώνος κλείνει σφιχτά, οπότε ξανανοίγει το χειμώνα για ν’απελευθερώσει τους σπόρους. Οι σπόρι έχουν διάμετρο 30 χιλ. και καλύπτονται με σαρκώδες περίβλημα ζωηρού πορτοκαλί. Παρόλο που μοιάζουν με καραμελίτσες, είναι τοξικότατη για όποιον ορανισμό δεν είναι προσαρμοσμένος. Μετά την κοωνοφορία το αρσενικό φυτό αναπτύσσεται από δίπλα, ενώ το θηλυκό συνεχίζει από την κορυφή του κώνου όπως΄σ’όλα τα είδη της οικογένειας.

Το φυτό αυτο καλλιεργείται ευρέως παγκοσμίως, και μπορεί να βρεθεί ακόμα και σε μικρά φυτώρια κι ανθοπωλεία. Είναι πολύ ανθεκτικό με μικρές απαιτήσεις και λίγα σχετικά προβλήματα. Ευδοκιμεί καλύτερα σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση, αν κι ανέχεται την ημισκιά, σε αμμώδες έδαφος καλής αποστράγγισης με αναμεμειγμένη λίγη οργανική ύλη. Σε μαλακά κλίματα επιβιώνει και στο έδαφος και σε γλάστρα, σε πιο βόεια και ψυχρά συνήθως σε γλάστρα ή στο θερμοκήπιο. Το φυτό αντέχει την ξηρασία. Θα πρέπει να ποτίζεται καλά αφού το έδαφος έχει στεγνώσει, όμως το πότισμα θα πρέπει ν’αυξηθεί κατά την περίοδο ανάπτυξης νέων φύλλων, διότι η ξηρασία τότε θα ξεράνει τα νεαρά αναπτυσσόμενα φύλλα. Η λίπανση θα πρέπει να γίνεται αραιά με ισορροπημένο λίπασμα, καλό είναι όμως στην περίοδο ανάπτυξης νέων φύλλωννα προστίθεται λίγο λίπασμα πλουσιότερο σε άζωτο. Το φυτό λόγω ανθεκτικότητας φυσικά μπορεί να επιβιώσει σε λιγότερο ιδανικές συνθήκες όπως περισσότερη σκιά και υγρασία, όμως οι παραπάνω είναι οι προτιμώμενες για τη βέλτιστη ανάπτυξή του. Άλλωστε μπορεί να ζήσει και σε εσωτερικούς χώρους, κάτι όμως που δεν προτείνεται σε μέρη όπου μπορεί να ευδοκιμήσει έξω γιατί μόνο στις εξωτερικές συνθήκες με τον απευθείας ήλιο και την πολλή ζέστη μπορεί ν’αναπτυχθεί κάπως γρηγορότερα. Το φυτό αντέχει χαμηλές θερμοκρασίες έως και τους -12 βαθμούς Κελσίου, αν κι αυτή η τιμή είναι το όριο του. Ήδη πριν αυτήν την τιμή μπορεί να καφετιάσουν μερικά φύλλα του, ενώ κατά τους -10 θα χάσει όλο το φύλλωμά του. Σε ακόμα χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να σαπίσει μέρος του κορμού, στην οποία περίπτωση θα κάνει νέα παρακλάδια από πιο κάτω. Αν όμως σαπίσει όλος, το φυτό καταστρέφεται. Επομένως η κύκας ευδοκιμει στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας, αλ’όχι στις ορεινές. Στις τελευταίες θα πρέπει να καλλιεργηθεί όπως και στις βόρειες χώρες, δηλαδή είτε σε θερμοκήπιο είτε σε γλάστρα που θα μπορεί να μεταφερθεί μέσα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει το πρόβλημα με τις θερμοκρασίες του καλοκαιριού, οι οποίες θα πρέπει νά’ναι υψηλές για ιδανική ανάπτυξη (30-35 βαθμούς), αντίθετα με τις παραθαλάσιες περιοχές βορειότερων χωρών, όπου συχνά υπάρχει πρόβλημα με το δροσερό και βροχερό καλοκαίρι, παρότι ο χειμώνας μπορεί νά’ναι ευνοΪκός για το είδος.

Η κύκας πολλαπλασιάζεται είτε με σπόρους είτε με παρακλάδια. Τα παρακλάδια αποσπώνται καλύτερα απ’τη βάση τους μ’ένα κοφτερό μαχαίρει, κόβονται όλα τα φύλλα και οι ριζούλες αν τυχόν υπάρχουν, κι αφήνονται να στεγνώσουν για μία βδομάδα. Έπειτα φυτεύονται σε αμμώδες έδαφος με καλή αποστράγγιση με το σωστό προσανατολισμό σε ζεστό μέρος και σε λίγους μήνες θα βγάλουν νέερς ρίζες και φύλλα. Θετικά αυτού του τρόπου είναι η ευκολία του και το μεγαλύτερο φυτό που θά’χουμε απ’την αρχή, ένα πρόβλημα όμως είναι η δυσκολία ενίοτε εύρεσης παρακλαδιών και η σήψη τους κάποιες φορές. Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε φορά που ένα φυτό βγάζει παρακλάδια θα πρέπει να τα κόβουμε και να τα φυτεύουμε αν δεν υπάρχει ανάγκη. Τα παρακλάδια γεμίζουν περισσότερο το φυτό και δίνουν επίσης την ψευδαίσθηση μεγάλης ηλικίας.

Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο αποτελεί τον κύριο τρόπο μαζικής παραγωγής τέτοιων φυτών. Οι σπόροι συλλέγονται από τους ώριμους θηλυκούς κώνους τέλη του χειμώνα-αρχές της άνοιξης της επόμενης χρονιάς μετά την επικονίασή τους, οπότε αρχίζουν ν’ανοίγουν και οι έντονα πορτοκαλί σπόροι φαίνονται. Η επικονίαση συνήθως γίνεται τεχνητά, εφόσον τα έντομα που την κάνουν δεν υπάρχουν εκτός του φυσικού περιβάλλοντος του φυτού, παίρνοντας γύρη από έναν αρσενικό κώνο, αναμειγνύοντάς τη με νερό και ψεκάζοντάς την ανάμεσα στα μεγασποριόφυλλα του θηλυκού. Μετά τη συλλογή το περίβλημα αφαιρείται, και οι σπόροι αποθηκεύονται μαζικά. Επειδή όπως προανέφερα το έμβρυο συνεχίζει την ανάπτυξη, κατά τακτά χρονικά διαστήματα οι σπόροι πρέπει να βρέχονται. Οι σπόροι δε θά’ναι έτοιμοι Για φύτευση παρά μετά από 9 μήνες, δηλαδή κατά το φθινόπωρο, αφού το έμβρυο έχει μεγαλώσει αρκετά και φτάσει στην άκρη του σπόρου. Ο καθαρισμένος σπόρος μοιάζει μ’ένα ανοιχτόχρωμο λίγο πεπλατυσμένο και πιο λείο καρύδι, με μια οξεία πλευρά και μια αμβλεία. Η βλάστηση γίνεται απ’την αμβλεία (μικροπυλαίο άκρο από τη μικροπύλη, τη μικρή οπή της ωοθήκης απ’όπου εισέρχεται η γύρη).
Επειδή συνήθως όμως δεν έχουμε πολλά φυτά και της κατάλληλης ηλικίας ή του κατάλληλου φύλου – δηλαδή μάλλον δε θά’χουμε καν φυτά πριν πάρουμε -, παραγγέλνουμε τους σπόρους από το Διαδίκτυο. Καλύτερη εποχή να τους παραγγείλουμε είναι το φθινόπωρο, ώστε ούτε ανέτοιμους να έχουμε, για τους οποίους θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το φθινόπωρο, ούτε παλιούς της προηγούμενης χρονιάς που ίσως δε βλαστήσουν. Εδώ έχω και
προσωπική εμπειρία,
μιας κι έχω μεγαλώσει φυτά από σπόρο. Οι σπόροι έρχονται πακεταρισμένοι σε φάκελο και είναι συνήθως σε καλή κατάσταση και καθαρισμένοι. Αν τους κουνήσετε και κροταλίζει το εσωτερικό τους, αυτό σημαίνει ότι αφυδατώθηκαν και θα πρέπει οπωσδήποτε να βραχούν εγκαίρως αν είναι να σωθούν τοποθετώντας τους για 24 ώρες σ’ένα ποτήρι νερό (αυτό είναι καλό να γίνεται μ’όλους τους σπόρους αυτού του φυτού). Συνήθως μετά το εσωτερικό θα φανεί να γεμίζει, αλλά κι αν δε γεμίσει η πιθανότητα βλάστησης είναι πάλι μεγάλη. Έπειτα διαλέγουμε ένα ψηλό δοχείο ύψους 25-30 εκ. για το βάθος της κεντρικής ρίζας, το γεμίζουμε με αμμώδες χώμα και μισοθάβουμε στην επιφάνεια οριζόντια τους σπόρους όλους μαζί για εξοικονόμηση χώρου. Οι σπόροι για να βλαστήσουν γρήγορα χρειάζονται θερμοκρασία που να πλησιάζει κοντά στους 30 βαθμούς. Να βλαστάνουν ξεκινούν από τους 12-15, όμως ο χρόνος που θα πάρουν θά’ναι πάρα πολύ μεγάλος. Ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες η βλάστηση μπορεί να πάρει από ένα μήνα έως και 4. Εμένα βγήκαν όλοι σ’ένα μήνα. Μερικοί δεν τους φυτεύουν κατευθείαν στο δοχείο, αλλά τους βάζουν σε μια δεμένη ή σφραγισμένη σακούλα με υγρό αμμώδες χώμα σ’ένα ζεστό μέρος μέχρι να βγει το ριζίδιο (η πρώτη ρίζα) και μετά τους φυτεύουν στο δοχείο. Οι υψηλές θερμοκρασίες για την καλή βλάστησή τους σημαίνουν όμως, όποιος τρόπος κι αν χρησιμοποιηθεί, ότι θα πρέπει να βρίσκονται μέσα στο σπίτι εάν το φθινόπωρο έξω έχει προχωρήσει ή σε θερμοκήπιο κοντά σε μία πηγή θερμότητας π.χ. θερμαντικό σώμα ή πάνω στο ψυγείο. Φως ακόμα δε χρειάζονται. Οι σπόροι δε θα πρέπει να στεγνώσουν ούτε όμως να βρίσκονται μέσα στη λάσπη. Θα πρέπει να παρακολουθούμε για μύκητες/μούχλα στην επιφάνεια των σπόρων και να τη σκουπίζουμε αμέσως αν υπάρξει. Σε περίπτωση που ο μύκητας εισχωρήσει στο σπόρο αυτός θα σαπίσει. Τον καταλαβαίνουμε από το μειωμένο βάρος του, την άσχημη μυρωδιά του και το σχεδόν υγροποιημένο εσωτερικό του. Σ’εμένα δεν έτυχε τέτοιο πράγμα στο συγκεκριμένο είδος τουλάχιστον. Μετά από ένα διάστημα λοιπόν, σε περίπου ένα μήνα για τη δική μου περίπτωση, το μικροπυλαίο μέρος του σπόρου αρχίζει ν’ανοίγει, δημιουργώντας τελικά μια μικρή σχισμή (πρωτόγονο στοιχείο της οικογένειας των κυκαδιδών, στις άλλες οικογένειες απλά ανοίγει μια τρύπα στο σημείο που θα βγει η ρίζα). Σύντομα βγαίνει από το άνοιγμα το ριζίδιο, λευκό, χοντρό και σκληρό, που γρήγορα στρέφεται προς τα κάτω κι αναπτύσσεται γρήγορα. Αυτή θά’ναι η κεντρική ρίζα του φυτού απ’όπου θα προέλθουν οι υπόλοιπες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες θα γίνει αρκετά εμφανής κι ο κορμός, και λίγο αργότερα θα σηκωθεί απ’αυτόν το πρώτο φύλλο. Τότε θα χρειαστούμε φως – μια κοινή λάμπα φθορισμού κοντά στα φυτά αρκεί. Έπειτα μπορούμε να μεταφυτεύσουμε σε ατομικές γλάστρες σε περίπτωση που τα ξεκινήσαμε όλα μαζί ως αυτόνομα πλέον φυτά προσέχοντας να μη σπάσει η λεπτή και μακριά κεντρική ρίζα τους, η οποία, αν και μπορεί να επουλωθεί, συνήθως σαπίζει. Σιγά-σιγά τα εγκλιματίζουμε στις εξωτερικές συνθήκες, και σε τρία χρόνια θά’χουν αποκτήσει το χαρακτηριστικό για το είδος σχήμα με το συμμετρικό ρόδακα φύλλων στην κορυφή κι ένα μικρό κορμό, οπότε μπορούμε να τα βάλουμε στην οριστική τους θέση αν πρόκειται να φυτευθούν στο έδαφος. Τα φυτά σε γλάστρες θα πρέπει να μεταφυτεύονται κάθε λίγα χρόνια όταν οι ρίζες έχουν πυκνώσει αρκετά.

Στις ιδανικές συνθήκες η κύκας σπάνια αντιμετωπίζει προβλήματα. Τα έντομα σπάνια την πειράζουν, με εξαίρεση σπανιότατα λίγες κάμπιες στα νεαρά φύλλα κι ορισμένα εξειδικευμένα για τα κυκαδόφυτα όπως το κοκκοειδές των κυκαδόφυτων (Aulacaspis yasumatsui) ή τα ρυγχωτά σκαθάρια των κυκαδόφυτων (όχι αυτά που κάνουν την επικονίαση), και τα δύο χωρίς φυσικούς εχθρούς εκτός των χωρών προέλευσής τους (το πρώτο Νοτιοανατολική Ασία, το δεύτερο τροπική Αμερική), και δυσκολότατα στην αντιμετώπιση. Τέτοια έντομα ωστόσο είναι πολύ σπάνια και η πιθανότητα προσβολής κάποιου φυτού είναι σχεδόν μηδαμινή, ιδίως αν είναι απομονωμέο από άλα κυκαδόφυτα ή βρίσκεται σε εύκρατο κλίμα όπως στην Ελλάδα. Επίσης μύκητες μπορούν να προσβάλλουν τα φύλλα σε πολύ υγρές συνθήκες, πάλι σπάνιο φαινόμενο. Η πιο συχνή αιτία θανάτου είναι το σάπισμα από το υπερβολικό πότισμα ή την ανεπαρκή αποστράγγιση ή και τα δύο. Πρώτα συμπτώματα, πέρα από το λασπώδες χώμα, είναι το κιτρίνισμα, το χαλάρωμα και η εύκολη αποκόλληση των φύλλων, ενώ έπειτα γίνεται εμφανές το μαλάκωμα και η σήψη του κορμού. Εάν το προλάβουμε στην αρχή, ξεριζώνοντάς το, κόβοντας όλες τις ρίζες και τα φύλλα και φυτεύοντάς το ως παρακλάδι προς πολλαπλασιασμό ίσως το σώσουμε. Επίσης οποιοδήποτε πρόβλημα του φυτού μπορεί να εμφανιστεί΄στα νέα φύλλα. Σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού τα φύλλα είναι πολύ μακριά, αλλά λεπτά κι αδύναμα. Εάν το φώς έρχεται από μια μεριά όλα τα φύλλα στρέφονται προς τα εκεί, χαλώντας το συμμετρικό σχήμα. Εάν τα νέα φύλλα βγουν κίτρινα και μετά ξεραθούν ή δεν αναπτυχθούν σωστά, πιθανότατα υπάρχει έλλειψη κάποιου θρεπτικού στοιχείου στο έδαφος, οπότε χρειαζόμαστε λίπασμα. Σπανιότερα μπορεί αιτία νά’ναι ντο αντίθετο, δηλαδή η υπερβολική λίπανση και η επακόλουθη τοξικότητα από τα υπερβολικά θρεπτικά στοιχεία. Σ’όλες τις παραπάνω περιπτώσεις για την καλύτερη εμφάνιση του φυτού καλό είναι ν’αφαιρούνται τα προβληματικά φύλλα, ώστε το φυτό ν’αναγκαστεί να παραγάγει νέα υγιή εφόσον οι συνθήκες έχουν διορθωθεί. Το κάψιμο από λίπασμα μπορεί επίσης να προκαλέσει καφέτιασμα και ξήρανση στις άκρες των φυλλαρίων. Όμοιο σύμπτωμα μπορεί να προκαλέσει και η υπερβολικά θερμή και ξηρή ατμόσφαιρα, συνήθως στους σεσωτερικούς χώρους. Σε αντίξοες συνθήκες π.χ. αν το φυτό βρίσκεται σε σκοτεινό σημείο, η γλάστρα του είναι υπερβολικά μικρή, δεν έχει την απαιτούμενη θερμοκρασία το καλοκαίρι ενδέχεται να περάσει έναν ή και περισσότερα χρόνια χωρίς να βγάλει καινούργια φύλλα. Το κλάδεμα των φύλλων του φυτού δε χρειάζεται και δεν πρέπει να γίνεται. Τα μόνα φύλλα που πρέπει να αφαιρούνται είναι τα κατώτερα φυτών που έχουν αναπτυχθεί αρκετά, τα οποία φυσιολογικά κιτρινίζουν, ξεραίνονται και πέφτουν.

Η κοινή κύκας αποτελεί επίσης ένα από τα πιο δημοφιλή κυκαδόφυτα για μπονσάι. Όπως και τα υπόλοιπα ξυλώδη φυτά, έτσι και τα κυκαδόφυτα γίνονται μπονσάι. Διατηρούνται σε μικρά δοχεία με αμμώδες χώμα όπου λιπαίνονται σπάνια και οι ρίζες τους κλαδεύονται. Σε τέτοιες συνθήκες, τα φυτά γίνονται κοντά και με μικρό φύλλωμα. Δεν έχω διαβάσει για το αν μπορούν να παραγάγουν κώνους σ’αυτήν την κατάσταση. Ιδιαίτερα σπάνια θεωρούνται εκείνα τα μπονσάι που έχουν πολλαπλές κορυφές. Η πρακτική αυτή, η δημιουργία μπονσάι κυκάδων δηλαδή, είναι περισσότερο δημοφιλής στην Άπω Ανατολή.

Στην Άπω Ανατολή το φυτό αυτό κατέχει επίσης συμβολική σημασία. Στην Ιαπωνία φυτεύεται στους ναούς, αλλά μπορεί να βρεθει σχεδόν οπουδήποτε αλλού – σε πάρκα, στους δρόμους, σε αυλές. Δύο μεγάλα άτομα σε δοχεία δεξιά κι αριστερά από την είσοδο κάποιου δημοσίου κτιρίου ή επιχείρησης θεωρείται πως φέρνουν καλή τύχη. Τα φύλλα του φυτού επίσης χρησιμοποιούνται στην Ιαπωνία ως στολισμοί για τις κηδείες.

Το φυτό είναι γνωστό σ’όλους μας με την άγρια μορφή του, παρόλα αυτά υπάρχουν ορισμένες καλλιεργημένες ποικιλίες, οι περισσότερες γνωστές εντος Ιαπωνίας. Η πιο γνωστή εκτός, αλλά πάλι σπανιότατη, είναι η ποικιλόχρωμη ποικιλία με κίτρινες λωρίδες στα φύλλα. Άλλες ποικιλίες είναι αυτές με κίτρινες άκρες στα φυλλάρια, αυτές με σκληρό καφέ χνούδι, κλπ. Τέλος υπάρχουν και οι τερατογενέσεις, όπως φυτά με δισδιάστατη ανάπτυξη λόγω συμπιεσμένης κορυφής,ή φυτά με πολλαπλούς κώνους, συνήθως αρσενικά. Δεν είναι γνωστό αν η συγκεκριμένες μορφές παράγονται από γενετικά ή περιβαλλοντικά αίτια.

Το άμυλο στο εσωτερικό του κορμού και στους σπόρους είναι παραπάνω από δελεαστικό για πολλά ζώα, γι’αυτο και τα κυκαδόφυτα έπρεπε να εξελίξουν άμυνες. Εκτός από την αγκαθωτή και σκληρή μορφή τους, όλα τα φυτά αυτής της συνομοταξίας είναι τοξικότατα. Οι δύο κύριες ουσίες που περιέχουν είναι η γλυκοζίδη κυκαδίνη (cycasin) και το δηλητηριώδες αμυνοξύ β-μεθυλαμινο-λ-αλανίνη (beta-methylamino-l-alanine συντ. bmaa), αρκετά όμοιο με το πρωτεϊνογόνο αμινοξύ της αλανίνης. Η κοινή κύκας περιέχει και τις δύο αυτές ουσίες. Η κυκαδίνη προκαλεί τα κύρια συμπτώματα της οξείας δηλητηρίασης, όπως έντονη γαστρεντερική διαταραχή και σοβαρές βλάβες στο ήπαρ. Επίσης με πειράματα σε πειραματόζωα έχει αποδειχθεί η καρκινογόνος της δράση στο ήπαρ, στους νεφρούς και σ’άλλα όργανα. Το bmaa είναι ισχυρά νευρτοξικό, χτυπώντας περισσότερο τους κινητικούς νευρώνες. Αυτό θεωρείται γενικά υπαίτιο για τα διάφορα νευρολογικά σύνδρομα που πάθαιναν ή παθαίνουν ακόμα ιθαγενείς διάφορων νησιών του Ειρηνικού, αλλά ακόμα και Γιαπωνέζοι σε περιόδους πείνας που αναγκάστηκαν να φάνε το εσωτερικό και τους σπόρους αυτού του φυτού. Το παράξενο με τις παθήσεις αυτές που θεωρείται ότι προκαλούν οι συγκεκριμένες νευροτοξίνες είναι ότι δεν υπάρχει απλά καταστροφή των κυττάρων, αλλά κανονική νευροεκφύλιση με νευροϊνιδικές πλάκες πρωτεϊνικής φύσεως τύπου Αλτσχάιμερ. Δεν είναι ακόμα γνωστός ο τρόπος δράσης της νευροτοξίνης, αλλά σίγουρα δεν είναι απλός και μάλλον κάτι έχει να κάνει με διαταραχές στο μεταβολισμό ή επηρεασμό των πρωτεϊνών να πάρουν λάθος σχήμα. Πέρα όμως από μερικούς ιθαγενείς που πιστεύουν ακόμα ότι το φυτό αυτό είναι θρεπτικό, ωφέλιμο και μάλιστα το χρησιμοποιούν φαρμακευτικά, οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι δεν κινδυνεύουν. Ούτε τα παιδιά θα κινδυνεύσουν – το σκληρό κι αιχμηρό φύλλωμα του φυτού θα τ’αποτρέψει έτσι κι αλλιώς να κόψουν κομμάτι. Μεγαλύτερη ομάδα κινδύνου είναι τα κατοικίδια ζώα, που μπορεί να δοκιμάσουν αυτό το φυτό χωρίς να αντιληφθούν πως είναι δηλητηριώδες και να επηρεαστούν σοβαρά. Πράγματι δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αποτρεπτική μυρωδιά, ο χυμός του μυρίζει σαν χόρτο. Υπάρχουν και κάποιοι μύθοι και υπερβολές σχετικά με την τοξικότητά του. Ο γνωστότερος είναι ότι αν ένας άνθρωπος τρυπηθεί από κυκάδα και το αγκάθι σπάσει μέσα του, αυτό μπορεί να τον στείλει στο νοσοκομείο. Φυσικά αυτό δε γίνεται, η ποσότητα του φυτού είναι απειροελάχιστη και το αγκάθι βγαίνει όπως όλα τα άλλα χωρίς πρόβλημα. /Εγώ έχω τρυπηθεί τρεις φορές τις πρώτες μέρες που είχα το φυτό και δεν υπολόγιζα ακόμα την αιχμηρότητά του. Επίσης τα κυκαδόφυτα δεν προκαλούν Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ (νόσο τρελών αγελάδων κοινώς), οι νευρολογικές παθήσεις που σχετίζονται με την κατανάλωσή τους δεν έχουν σχέση μ’αυτήν την ασθένεια. Ευτυχώς το κομμάτι αυτό διορθώθηκε στη Wikipedia.

Η μικρή μου ακόμα κύκας 30/3/2012, όμοια με τη μέρα της αγοράς της.

Επειδή κατάλαβα ότι τα φυτά από σπόρο θά’παιρναν χρόνια για ν’αποκτήσουν έστω μικρό μέγεθος, κατά τα τέλη του Φεβρουαρίου αγόρασα ένα μικρό φυτό απο το γειτονικό μου ανθοπωλείο. Είχε κορμο διαμέτρου 8 περίπου εκ. με 6 φύλλα στην κορυφή και πολλά κατάφυλλα. Η κορυφή του ήταν κλειστή με κατάφυλλα. Έμεινε στατικό έως τα τέλη του Μαρτίου, οπότε παρατήρησα ένα εελαφύ άνοιγμα στην κορυφή. Το Μάιο η κορυφή είχε διευρυνθεί ακόμα περισσότερο χωρίς ωστόσο να βγει ακόμα φύλλο, κάτι που μου προκάλεσε άγχος, γιατί όσο κι αν ήξερα ότι η ανάπτυξη του φυτού αργεί, δεν ήξερα ποια εποχή βγάζει τα φύλλα του. Όταν ρώτησα μου είπαν πως βγαινουν Μάιο-Ιούνιο, αλλ’αυτή η εποχή περνούσε τότε χωρίς να βγάζει φύλλα. Σκέφτηκα τα πάντα, ακόμα κι ότι οι παραγωγοί βομβάρδισαν την κορυφή με ακτίνες γ για να μη μεγαλώσει ποτέ και το φυτό να μείνει για πάντα στο ίδιο μέγεθος. Εντωμεταξύ οι κυκάδες το γειτονικό μου ανθοπωλείο είχαν βγάλει φύλλα, ενώ στις αρχές του Ιουνίου σ’ένα άλλο άρχισαν επίσης να βγάζουν. Τελικά και το δικό μου φυτό στις 10 του Ιουνίου εμφάνισε κάτι πιο χνουδωτό και πιο μαλακό από τα κατάφυλλα, το οποίο την επόμενη μέρα επιμηκύνθηκε και δίπλα βρήκα ένα ακόμα. Ήταν επιτέλους τα νέα φύλλα! Μέσα σ’εκείνη την εβδομάδα βγήκαν 7 καινούργια φύλλα, τα οποία ψήλωσαν αρκετά γρήγορα κι άρχισαν να ξεδιπλώνονται. Αυτή τη στιγμή που γράφω ήδη έχουν αρχίσει να σκληραίνουν, ενώ στο κέντρο της κορυφής βγαίνει το πρώτο κατάφυλλο. Τώρα θα ξανάχουμε επεισόδιο ανάπτυξης πάλι του χρόνου. Τα φύλλα είναι υγιέστατα και ο κορμός μου φαίνεται πως μεγάλωσε. Κάτι ακόμα χαρούμενο που ανακάλυψα είναι κάτι προεξοχές στη βάση του φυτού που υπήρχαν από πριν αλλά μικρότερες και μισοθαμμένες στο έδαφος, που μάλλον είναι παρακλάδια. Θά’ναι πολύ σπάνιο νά’χει παρακλάδια από τόσο μικρή ηλικία. Είναι από τα πιο παράξενα και τα πιο ξεχωριστά φυτά της συλλογής μου. Δεν είναι διόλου περίεργο η έλξη που δημιουργούν τα φυτά αυτής της συνομοταξίας στους συλλέκτες.

Παρακολουθήστε την ανάπτυξη του φυτού μου:

Η κύκας μου 16/6/2012, έξι μέρες δηλαδή μετά το πρώτο ίχνος της εμφάνισης των νέων φύλλων, με τα νεαρά μαζεμένα φύλλα στο κέντρο να υψώνονται λίγο παραπάνω από τα κατάφυλλα.

Η κύκας μου 20/6/2012 με τα φύλλα λίγο μεγαλύτερα.

Η κύκας μου 27/6/2012. Τα φύλλα της έχουν σχεδόν ξεδιπλωθεί κι ακόμα είναι πολύ μαλακά. Το μπεκάκι που φαίνεται στις τις φωτογραφίες του Ιουνίου είναι του
αυτόματου ποτίσματος.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την κοινή κυκάδα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κοινή κυκάδα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τα κυκαδόφυτα γενικότερα
πλήρης περιγραφή του είδους Cycas Revoluta στο The Cycad Pages (σελίδες για τα κυκαδόφυτα)
καλλιέργεια και πολλαπλασιασμός της Cycas revoluta 1
Cycas revoluta πληροφορίες στον PACSOA (Σύλλογος φοινίκων και κυκαδόφυτων της Αυστραλίας)
καλλιέργεια και πολλαπλασιασμός της Cycas revoluta 2
τα κυκαδόφυτα ως μπονσάι στον PACSOA
ποικιλίες και παράξενες μορφές της Cycas revoluta στον PACSOA
το ασιατικό κοκκοειδές των κυκαδόφυτων
η τοξικότητα των κυκαδόφυτων στον PACSOA

Ενημέρωση 24/8/2012: Χθες, επιστρέφοντας από διακοπές, βρήκα την κυκάδα μου σε καλή υγεία. Τα νέα κατάφυλλα έχουν αναπτυχθεί πλήρως κλείνοντας σφιχτά την κορυφή, και τώρα αναμένεται νέα ανάπτυξη και πάλι του χρόνου.

Ενημέρωση 4/9/2012: Θα υπήρχε αρκετό καιρό, αλλά μόλις χθες το πρόσεξα. Ήξερα από την αρχή του καλοκαιριού τότε που εγκαθιστούσα το αυτόματο πότισμα πως υπήρχε μία χοντρή απόληξη λίγο κάτω απ’το χώμα, αλλά την αγνόησα ως πιθανόν κοραλοειδή ρίζα. Την εποχή όμως που έβγαιναν τα φετινά φύλλα, είχε εμφανιστεί στο ίδιο σημείο μία όρθια υπέργεια μικρή απόληξη σαν κατάφυλλο, το οποίο έκοψα για δειγματοληπτικούς λόγους, αφού έτσι κι αλλιώς αν ένα νεαρό φύλλο κοπεί από ένα νεαρό επιγενές κλαδάκι αντικαθίσταται σχετικά γρήγορα. Τελικά ήταν αυτό που υπέθετα, ένα επιγενές κλαδί δηλαδή, διότι χθες πρόσεξα, μόλις αποσυναργμολογύσα το αυτόματο πότισμα και έστρεψα τη γλάστρα, ένα μικρό αλλά κανονικό φύλλο να πετάγεται απ’το έδαφος στην άκρη της γλάστρας με αρκετά ψηλό μίσχο και μήκος ελάσματος τα 12 περίπου εκατοστά. Επομένως έχω μια κυκάδα με δύο κορυφές. Δε θα διαχωρίσω αυτό το κλαδάκι, αλλά θα το αφήσω να μεγαλώσει μαζί με το μεγαλύτερο κορμό για να δημιουργηθεί κάποτε ένα πυκνότερο φυτό, που θα φαίνεται και μεγαλύτερο από,τι είναι.

Η κύκας μου πλήρως ανεπτυγμένη για φέτος 3/9/2012. Το μικρότερο φύλλο κάτω αριστερά είναι της νέας δεύτερης κορυφής.

Ενημέρωση 10/12/2012: Το φυτό βρίσκεται σε στατική κατάσταση και υγιές.

Η κύκας.

Ενημέρωση 8/8/2013: Φέτος εμφανίστηκε νέο φύλλο δίπλα στον κορμό, υποδηλώνοντας νέα παραφυάδα.

Πάντως η φετινή ομάδα φύλλων ήταν μικρή, μόνο πέντε, κι όλα μικρότερα από τα παλαιότερα. Ίσως το φυτό χρειάζεται μεταφύτευση, που θα γίνει το φθινόπωρο, αν και η γλάστρα του δεν είναι και τόσο μικρή αναλογικά με το μέγεθοός του. Εναλλακτικά μπορώ να το αφήσω στην ίδια γλάστρα ως μπονσάι για περισσότερο καιρό.

Οι φωτογραφίες είναι από τις 7 του μήνα.

Advertisements