Χθες το βράδυ τελείωσα το βιβλίο που έλεγα πως άρχισα να διαβάζω
στη Χαλκιδική.
Βρίσκεται στο φάκελο των αστυνομικών στον υπολογιστή μου, «Το Νησί των Καταραμένων» του Αμερικανού Ντένις Λεχέιν. Βιβλίο με παράξενη πλοκή, που για να λυθεί πλήρως θα πρέπει να διαβαστεί με΄χρι το τέλος οπωσδήποτε.

Ο Ντένις Λεχέιν (Dennis Lehane) είναι Ιρλανδικής καταγωγής Βοστονέζος συγγραφέας, άγνωστος σχεδόν πριν ξεκινήσει το συγγραφικό του έργο από το 1994 και στο εξής. Έως σήμερα έχει γράψει 11 βιβλία, εκ των οποίων πολλά βραβεύθηκαν ή έγιναν ταινίες, έχει διδάξει σε πανεπιστήμια σχετικά με τη μυθιστορηματική τέχνη κι έχει διευθύνει μια ταινία.

Το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε το 2003, ο αφηγητής όμως υποτίθεται πως θυμάται τα γεγονότα το 1993, ενώ η πλοκή αναφέρεται στο 1954. Ξεκινά αρχικά ως τυπικό αστυνομικό – δύο Αμερικανοί Μάρσαλ (ειδική αστυνομική δύναμη υπεύθυνη για την ασφάλεια στα δικαστήρια, τη μεταφορά των κρατουμένων, την εύρεση φυγάδων και ειδικές αποστολές), ο Έντουαρντ Ντάνιελς που τον φώναζαν Τέντυ κι ο Τσακ Άλι, ταξιδεύουν μ’ένα φέρι μποτ από τη Βοστόνη στο Νησι Shautter ανοιχτά του λιμανιού της πόλης, όπου βρίσκεται το ψυχιατρικό ίδρυμα φρενοβλαβών εγκληματιών Άσκλιφ, για να βρουν μία φυγάδα ασθενή ονόματι Ρέιτσελ Σόλντο, που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Η εν λόγω ασθενείς φυλακίστηκε στο ίδρυμα γιατί σκότωσε τα τρία της παιδιά πνίγοντάς τα σε μια λιμνούλα. Φτάνοντας εκεί, αρχιζουν τα παράξενα. Αρχικά ζητείται απ’τους αστυνομικούς να παραχωρήσουν τα όπλα στους φύλακες για να μπορέσουν να προχωρήσουν μέσα. Έπειτα γνωρίζονται με το διευθυντή της κλινικής δρ Κόουλι, και αρκετούς άλλους του προσωπικού, και οδηγούνται στο δωμάτιο της Ρέιτσελ, απ’το οποίο αυτή υποτίθεται πως απέδρασε, αφήνοντάς το κλειδωμένο από παντού και περνώντας από πέντε πιθανά μέρη εξόδου αυστηρώς φυλασσόμενα. Ο Τέντυ παραξενεύεται για τη γενική αδιαφορία του προσωπικού για το γεγονός, κι αρχίζει ν’αμφιβάλλει για τον πραγματικό λόγο μετάκλισής του εκεί. Στο δωμάτιο επίσης βρίσκει έναν αριθμητικό κώδικα, τον οποίο σταδιακά ξεδιαλύνει, φτάνοντας στο συμπέρασμα πως υπάρχουν 67 ασθενείς, μολονότι πληροφορήθηκε πως ζούσαν εκεί μόνο 66. Επίσης το πρωί της επόμενης μέρας είχε φύγει κανονικότατα με το φέρι μποτ ο γιατρός της Ρέιτσελ δρ Σίαν, παρά το σοβαρό γεγονός, κι όλα αυτά του φαίνονταν δικαιολογημένα παράξενα. Επιπλέον ο Κόουλι και οι υπόλοιποι γιατροί αρνούνταν κατηγορηματικά να δώσουν στους μάρσαλ τους φακέλους των ασθενών, και περιορίστηκαν μόνο σε μια συνέντευξη με μερικούς ασθενείς για το γεγονός, η οποία φάνηκε εντελώς στημένη. Εφιαλτικές μνήμες από την κατάληψη του Νταχάου από τους Αμερικανούς το 1945, οπότε ο αμερικανικός στρατός σκότωσε 300 Γερμανούς που δούλευαν εκεί (για να μην τρώμε το παραμύθι ότι μόνο οι Γερμανοί διέπραξαν εγκλήματα πολέμου), όπου συμμετείχε ο ίδιος, κατακλύζουν τον ασθενή, και αρχίζει να νιώθει περίεργα σ’εκείνο το μέρος. Αρχίζει την έρευνα έξω για να βρει την ασθενή, αλλά ξαφνικά εκδηλώνεται ισχυρότατη θύελλα για λίγες μέρες που τον αναγκάζει να μείνει μέσα, και έτσι περιορίζεται στο να ψάχνει μάταια για στοιχεία και να προσπαθεί ν’αναλύσει περαιτέρω τον κώδικα. Η Ρέιτσελ τελικά βρίσκεται απ’τους γιατρούς χωρίς να δωθούν περαιτέρω εξηγήσεις και ο Τέντι καλείται να τη δει, πράγμα που έκανε και ξαφνικά του έμοιασε πολύ με τη νεκρή γυναίκα του Ντολόρες, την οποία ονειρευόταν συχνά μετά το θάνατό της. Η Ντολόρες ήταν η αγαπημένη του, η οποία όμως πέθανε πριν δύο χρόνια κατ’αυτόν από πυρκαγιά βαλμένη απ’τον πυρομανή Άντριου Λάντες, για τον οποίον είχε την πεποίθηση ο Τέντι πως βρισκόταν εκεί και πως ίσως ήταν ο 67ος ασθενής του κώδικα, όλοι όμως ισχυρίζονταν πως τέτοιος ασθενείς δεν υπήρχε. Μετά τη συνάντησή του με τη Ρέιτσελ, αγχώθηκε υπερβολικά με αποτέλεσμα να καταληφθεί από αβάσταχτες ημικρανίες και να πάρει φάρμακα για να κοιμηθεί. Στον ύπνο του είδε διάφορα στιγμιότυπα με τη γυναίκα του, περιπτώσεις που μάλωναν, καθώς και κάτι παράξενα όνειρα με τρία παιδιά που σκοτώθηκαν. Εφόσον δε μπορεί να φύγει ακόμα, βάζει ως στόχο να βρει το Λάντες και να τον σκοτώσει ή γενικά να του κάνει κακό για να τον εκδικηθεί. Πιστεύει πως βρίσκεται στην πτέρυγα γ των πλέον επικίνδυνων ψυχασθενών, όπου του είχε απαγορευθεί η έρευνα.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνα με τον Τσακ για τον ασθενή. Μπαίνοντας μεταμφιεσμένος ως νοσοκόμος στην πτέρυγα γ, συναντά διάφορες ακραίες περιπτώσεις να κυκλοφορούν μέσα μετά τη διακοπή ρεύματος και το ξεκλείδωμα των ηλεκτρονικών κλειδαριών, και τους αγχωμένους νοσοκόμους και φύλακες που προσπαθούν να τους μαζέψουν. Εκεί συναντά έναν βαριά χτυπημένο ασθενή ονόματι Τζορτζ Νόις, ο οποίος τον προειδοποιεί ότι ο Τσακ δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης, πως όλα είναι μια πλεκτάνη εναντίον του Τέντι, και πως στο φάρο του νησιού γίνονται απαράδεκτα πειράματα εμπνευσμένα από τους Ναζί και τις σοβιετκές μυστικές υπηρεσίες. Αμέσως ο Τέντι αποφασίζει να επισκεφθει το φάρο, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του, το οποίο επιχειρεί με τον Τσακ, στα μισά όμωσ του δρόμου τον χάνει. Βλέποντας ένα μακρόστενο σχήμα στον πυθμένα ενος γκρεμού προς τη θάλασσα και νομίζοντας πως είναι το πτώμα του κατεβαίνει, αλλά τελικά ήταν βράχος. Εκεί όμως βρίσκει το έντυπο εισαγωγής του Λάντες, όπου περιγράφεται ως έντονα παραληρητικός άνθρωπος με ροπή προς τη βία. Ανεβαίνοντας σε μια σπηλιά, συναντάα μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως είναι η αληθινή Ρέιτσελ Σόλντο, πρώην γιατρός που υποτίθεται ότι μετά την προσπάθειά της ν’αποκαλύψει στις αρχές και στο ευρύτερο κοινό για τα φρικαλέα πειράματα που γίνονταν εκεί, ανακηρύχθηκε ασθενής κι έκτοτε μετακινείται από μέρος σε μέρος για να μη συλληφθεί. Λέει στον Τέντι πως στην πραγματικότητα είναι μόνος, χωρίς φίλους ή συνεργάτες, κι ότι τα αρνητικά συμπτώματά του προέρχονται από τη λήψη νευροληπτικών που του έδιναν κρυφά στην τροφή, στα τσιγάρα και στα φάρμακα. Γυρίζοντας στο νοσοκομείο το βρίσκει έρημο εξωτερικά διότι όλοι βρίσκονταν σε μια σύσκεψη για κάποιον άγνωστο λόγο. Έπειτα όλοι του ανακοινώνουν στην αναζήτησή του για το συνεργάτη του πως Τσακ δεν υπήρξε ποτέ, και ότι αυτός ήρθε στο νησί μόνος. Ο Τέντι αρχίζει να συγχύζεται και να θεωρεί πως όλα γίνονται για ν’αποδειχθεί τρελός και να παραμείνει στο νησί ώστε να συμμετάσχει στα πειράματα, έτσι αποφασίζει να ξεφύγει, στο φέρι μποτ ωστόσο είχε δοθεί άδεια να μην αποπλεύσει μέχρι να βρεθεί κάποιος ασθενής. Ο Τέντι φεύγει κρυφά από το λιμάνι, ανατινάζει το αυτοκίνητο του Κόουλι, και κινείται προς το φάρο.

Μπαίνοντας στο φάρο , αφού τραυμάτισε κι αφόπλισε ένα φύλακα στην είσοδο, δε βρίσκει τίποτα.Στην κορυφή ομως βρίσκει το δρ Κόουλι κι εκεί η αφήγηση ανατρέπεται εντελώς. Εκεί του παρουσιάζονται το όνομά του, αυτό του Λάντες, αυτό της γυναίκας του κι αυτό της Ρέιτσελ, και του ζητείται να βρει τις ομοιότητες. Αυτό που βρίσκει είναι μόνο ότι και τα δύο ζεύγη έχουν τον ίδιο αριθμό γραμμάτων, ο Κόουλι όμως του εξηγεί πως το όνομά του (Έντουαρντ Ντάνιελς) είναι αναγραμματισμός του πραγματικού του Άντριου Λάντες, κι αυτός της Ρέιτσελ Σόλντο αναγραμματισμός αυτού της γυναίκας του (Ντολόρες Τσάναλ). Ο Τέντι φυσικά δεν αποδέχεται τίποτα απ’αυτά, θεωρώντας τα μέρος της πλεκτάνης να αποδειχθεί τρελός και να μην επιστρέψει. Στη συνέχεια όμως ο Κόουλι συνεχίζει να του αποκαλύπτει γεγονότα για τον ίδιο με αποδείξεις. Αυτός ήταν ο Λάντες παντρεμένος με τη Ντολόρες και με τρία μικρά παιδιά, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι, τα οποία η μάνα τους τα έπνιξε στη λιμνούλα του σπιτιού τους, και μόλις το αντιλήφθηκε ο ίδιος τη σκότωσε με όπλο για την αποτρόπεα αυτήν πράξη, παρόλο που ακόμα την αγαπούσε πολύ. Η γυναίκα του Λάντες έδειχνε από καιρό σημάδια μανιοκατάθλιψης και μανίας καταδιώξεως, αλλ’ο ίδιος αρνούταν να το δεχτεί για το φόβο στιγματισμού απ’το κοινωνικό περιβάλλον, και χρειάστηκε αυτή να πάει σε ψυχίατρο μονο μια φορά που η κατάσταση είχε γίνει υπερβολική. Αγαπούσε ωστόσο πολύ τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία συχνά του έλεγαν πως η μαμά συμπεριφέρεται παράξενα. Ρέιτσελ ήταν το όνομα του τετράχρονου αγαπημένου κοριτσιού του. Ο Τέντι ακόμα αρνούταν πεισματικά να δεχτεί την πραγματικοτητα, θεωρώντας όλα τα στοιχεία χαλκεύματα που έχουν σκοπό να τον βγάλουν ψυχασθενή. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει και ο Τσακ, που αποκαλύφθηκε ως δρ Σίαν. Ο Τέντι προσπαθεί να τον πυροβολήσει με το όπλο που έκλεψε απ’το φύλακα, αλλ’ήταν άδειο. Έπειτα του αποκαλύπτεται πως έμενε δύο χρόνια στο νησί από το 1952, μετά δηλαδή το φόνο της γυναίκας του, πως ήταν η πιο βίαια περίπτωση τραυματίζοντας 12 άτομα του προσωπικού, πως αυτός ήταν που τραυμάτισε το Νόις επειδή εκείνος τον αποκάλεσε Λάντες, και πως τα αρνητικά συμπτώματα που νιώθει είναι από το σύνδρομο στέρησης μετά την προσωρινή διακοπή των νευροληπτικών, και πως όλα τα τελευταία γεγονότα των τεσσάρων ημερών ήταν τέλεια στημένα ώστε ο ασθενής να εκπληρώσει το ρόλο που πίστευε πως είχε ως μάρσαλ και έτσι να οδηγηθεί τελικά στην πραγματικότητα. Ο Κόουλι πιέζεται, κι ανακοινώνει στον ασθενή πως αν η θεραπεία δεν πετύχει, ο ίδιος κιδυνεύει ν’απολυθεί και ο Τέντι να υποστεί λοβοτομή. Στη συνέχεια παρουσιάζεται στον Τέντι το όπλο του, με το οποίο προσπαθεί να πυροβολήσει τον Κόουλι, όμως είναι νεροπίστολο. Στο τέλος σχεδόν καταρρέι, κι έπειτα οδηγείται από φύλακες στο νοσοκομείο, όπου η νοσοκόμα που παρίστανε τη Ρέιτσελ τον ναρκώνει. Στον ύπνο του βλέπει με κάθε λεπτομέρεια τα πραγματικά γεγονότα, και μόλις ξυπνά απαντά ειλικρινά στις ερωτήσεις των γιατρών, αν και με κάποια δυσκολία. Εκεί οι γιατροί τον προειδοποιιούν να προσπαθήσει να μην ξανακυλίσει, διοτι είχε μια ακόμα αναλαμπή πριν 9 μήνες αλλά ξανακύλησε. Στο τέλος ο Άντριου βγαίνει στο προαύλιο του νοσοκομείο μαζί με τον δρ Σίαν που αρχίζει και πάλι να τον αποκαλεί Τσακ, και στο μυαλό του επανέρχεται η ιδέα της προσπάθειας αποκάλυψης των φρικιαστικών πειραμάτων του Άσκλιφ. Επομένως ο ασθενής δε θεραπεύτηκε, προτιμώντας να ζει στην αυταπάτη του. Δεν κατάφερε να σηκώσει το βάρος της πραγματικότητας. Δε μας γίνεται γνωστο αν ο ασθενής αργότερα υπέστη λοβοτομή ή φαρμακευτική θεραπεία.

Ο Άντριου-Τέντι δούλευε στην πραγματικότητα ως μάρσαλ πριν τον εγκλεισμό του στο ίδρυμα. Σε διάφορα μέρη του βιβλίου του έρχονται μνήμες από τη δουλειά του, από τον πόλεμο, και από την πρώιμη ηλικία του. Ο πατέρας του ήταν ψαράς που κάποτε χάθηκε σε ναυάγιο στη θάλασσα, ενώ η μάνα του πέθανε κι αυτή νωρίς. Τα γεγονότα του πολέμου προφανώς θα τον είχαν τραυματίσει ανεπανόρθωτα.

Κατατάσσω το βιβλίο περισσότερο στα ψυχολογικά παρά στ’αστυνομικά. Πιστεύω πως μέσα απ’αυτήν την ιστορία ο συγγραφέας θέλει να δείξει στον αναγνώστη πόσο πολύπλοκα μπορεί να λειτουργήσει το μυαλό του παρανοΪκού ανθρώπου όταν χρειάζεται να κρύψει ένα τραυματικό γεγονός. Σίγουρα ένα τέτοιο βιβλίο απαιτει κάποιες ψυχολογικές γνώσεις για τη συγγραφή του. Αγωνιώδης πλοκή της οποίας η έκβαση δεν ολοκληρώνεται παρά στο τέλος. Για μένα ωστόσο δεν ήταν και τόσο άγνωστο το τέλος, αφού είχα ήδη προΪδεαστεί απ’τον πατέρα μου για το περιεχόμενο.

Το βιβλίο προσαρμόστηκε σε ταινία με το ίδιο όνομα η οποία πρωτοεμφανίστηκε στους κινηματογράφους το 2010.

Advertisements