Η Τσίκο, η κουνέλα του πατέρα μου, μέσα στο κλουβί της για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω.

Αυτή είναι λοιπόν η κουνέλα του πατέρα μου που έχω αναφέρει σποραδικά και προηγουμένως εδώ. Είναι κι αυτή μια μικρή καλή κουνέλα, αν και κάπως διαφορετική από τη δική μου.

Είναι απόγονος της δικής μου κουνέλας, της
Λίμπο,
και συγκεκριμένα γενήθηκε στη
δεύτερη γέννα
στις 27 Ιουλίου του προηγούμενου χρόνου 2011. Επομένως σ’ένα μήνα και λίγες μέρες θα κλείσει τον πρώτο της χρόνο. Την κουνέλα λοιπόν αυτήν την έδωσα στον πατέρα μου κάπου στα μέσα του Σεπτεμβρίου. Τότε ήταν ακόμα μικρή, ένα μικρό μαλλιαρό μπαλάκι όπως τη λέει κι ο μπαμπάς (το επεκτείνει για όλα τα μικρά παιδάκια), ασπρούλα και ήρεμη. Τόσο ήρεμη, ώστε έτρωγε ακόμα κι όταν την κρατούσες πάνω στο χέρι σου ψηλά (συνήθως τα κουνελάκια δε νιώθουν ασφαλή στα ύψη). Είχε συνηθίσει το καλοκαίρι στο Χωριό τα παιδάκια που τη ζάλιζαν και την έβλεπαν συχνά, και είχε προσαρμοστεί σε φασαρία. Δεν ήξερε όμωςν τι φασαρία θα περνούσε αργότερα.

Όνομα αρχικά δεν είχε, και ψάχναμε κάποιο να της βάλουμε. Λίμπο δε γινόταν να την πούμε, εφόσον έτσι λέμε την κουνέλα μου. Ούτε θ’ακουγόταν καλό αν τη λέγαμε Λίμπο 2. Τελικά ο μπαμπάς την έβαλε Τσίκο, δεν ξέρω πώς βρήκε αυτό το όνομα, που εμένα δε μ’αρέσει καθόλου, και του λέω πως γυφτοφέρνει κάπως. Παρόλα αυτά συνήθως τη φωνάζουμε «κοπέλα» ή «κοπελίτσα», παρά με το κανονικό όνομά της. Αρχικά νομίζαμε πως ήταν κούνελος, όμως τον Ιανουάριο έπιασα τα οκτώ μικρά βυζάκια και διέγνωσα κουνέλα.

Η ζωή της μικρής αυτής κουνέλας όμως δεν κύλισε ομαλά, δε μεγάλωσε σαν τη Λιμπίτσα μου σ’ένα ήρεμο, προβλέψιμο και σταθερό περιβάλλον. Ο λόγος γιατί εκεί στο σπίτι ζει κι ένα μικρό παιδάκι, ο ετεροθαλής τρίχρονος αδερφός μου ο Σάββας, που, αν και είναι μικρό και καλό παιδάκι που μας αγαπάει όλους, θέλει να παίζει μαζί μας και με ψάχνει, είναι επίσης το πιο ζωηρό παιδί που ξέρω. Τρέχει συνέχεια, φωνάζει (έχει και πολύ χοντρή φωνούλα), σπρώχνει και πετάει πράγματα, και αντιδρά έντονα όταν τον λες να καθίσει ήσυχος. Οπότε καταλάβατε τι έγινε με την κουνέλα. Την κυνηγούσε συνέχεια, κι όταν την κρύβαμε για να μην τη βρει, τη ζητούσε επίμονα. Μπορούσε να κυνηγάει πολλή ώρα την μικρή κουνελού ακόμα και στα πιο απίθανα σημεία, κι ακόμα είχε δοκιμάσει να την πιάσει με σκούπα. Το σωτήριο στοιχείο της κουνέλας όμως είναι πως μπορεί να μπει σε μέρη στενά και χαμηλά που κανένας άνθρωπος, ούτε μικρό παιδάκι δε μπορεί να φτάσει, καθώς κι ότι μπορεί ν’αλλάξει κατεύθυνση απότομα για να μπερδεύει τους εχθρούς της. Κάτι σαν φυσικος εχθρός θα ήταν στο μυαλάκι της αυτό το παιδί. Έτσι, από μια ήρεμη κουνέλα που έδωσα, μετά από ένα μήνα είχαμε μια φοβισμένη κι απότομη κουνέλα, και λίγο αργότερα μια πραγματικά άγρια κουνέλα. Πλέον ευτυχώς ο Σάββας δεν την πειράζει, γιατί την έχει συνηθίσει, την κρατούμε μακριά του, κι έφαγε και λίγες διδακτικές δαγκωνιές, αλλά τα ψυχολογικά τραύματα μείνανε. Δεν είναι όπως στην αρχή.

Η κουνέλα αυτή μπορεί να φαίνεται ήρεμη, όμως είναι κάθε στιγμή έτοιμη να φύγει ή να επιτεθεί. Τ’αντανακλαστικά της είναι ταχύτατα, και η παραμικρή απειλητική κίνηση, π.χ. αν κάποιος βάλει το χέρι πίσω της για να την πιάσει, γίνεται αντιληπτή και η κουνελού αλλάζει αμέσως κατεύθυνση. Οι παραμικροί θόρυβοι μπορούν να τη βάλουν σε επιφυλακή, κι επίσης είναι πολύ προστατευτική της περιοχής της. Αν δηλαδή βάλεις το χέρι σου στο κλουβί της, σχεδόν σίγουρα θα επιτεθεί και θα δαγκώσει, και το δάγκωμά της δεν είναι ελαφρύ. Εγώ το χειρότερο δάγκωμα που έχω από κουνέλι είναι απ’αυτην. Όταν είναι να δαγκώσει, μαζεύεται με το κεφάλι ψηλά ή στη μέση και τ’αφτιά πίσω, και πετάγεται μ’ένα γρύλλισμα. Πολλές φορές μουγκρίζει και προειδοποιητικά. Αντίθετα, αν είναι σε σχετικά ήρεμη κατάσταση και βάλεις το χέρι μαλακά δίπλα της, μπορεί ν’αρχίσει να το γλείφει, μια συνήθεια που κράτησε από τότε που ήταν μικρούλα και ζούσε ακόμα με τη μάνα της. Πάλι όμως, με την παραμικρή γρήγορη κίνηση του χεριού ή ακόμα και το ελαφρύ αργό τράβηγμα, θ’αντιληφθεί πως κάτι όχι και τόσο καλό γίνεται και θα προετοιμαστεί να φύγει. Η κουνέλα αυτή, όπως καταλάβατε, δεν πιάνετε εύκολα. Για να την πιάσουμε βάζουμε λίγη κουνελίνη, το αγαπημενο της φαγητό, μέσα στο μπολάκι του κλουβιού της και περιμένουμε να μπει, κι όταν μπει, κλείνουμε το καπάκι. Επίσης λόγω άγχους και αβεβαιότητας σημαίνει πολύ συχνότερα την περιοχή της. Τα κουνέλια οριοθετούν την περιοχή τους ουρώντας και αφοδεύοντας (με μικρές μπιλίτσες) στα μέρη που θέλουν να προστατεύσουν, όπως και πολλά άλλα θηλαστικά. Συνήθως στο κλουβί έχουν μια γωνία, όπου κατουράνε κι αφοδεύουν περισσότερο. Έξω τα ήρεμα και προσαρμοσμένα κουνέλια σπάνια κάνουν τις ανάγκες τους. Η Λίμπο μου για παράδειγμα τις πρώτες μέρες έκανε μπιλίτσες σε διάφορες γωνίες του σπιτιού. Αφού όμως εξημερώθηκε και δε φοβόταν πλέον, έχει τύχει να κάνει σποραδικά λίγες μπιλίτσες, ενώ έχει κατουρήσει μετρημένες φορές. Τους τελευταίους δύο μήνες δεν έχει κάνει τίποτα έξω, εκτός από μια μπιλίτσα. Εάν φυσικά την είχα πολύ ώρα έξω και το κλουβί της ήταν μακριά , σίγουρα από ανάγκη θα έκανε, αλλά στις λίγες ώρες που τη βγάζω συνήθως δεν κάνει. Αντίθετα η εν λόγω κουνέλα συχνά σκορπίζει μπιλίτσες καθώς τρέχει έξω στο δωμάτιο, και προτιμά να κατουράει πίσω σε μια γωνία κάτω από μια ντουλάπα, στο μέρος όπου συνηθίζει να κρύβεται. Προφανώς το θεωρεί δεύτερη ή και καλύτερη από το κλουβί φωλιά της, αφού εκει μέσα όταν κρύβεται δε φαίνεται από πουθενά, και κανείς δε μπορεί να τη φτάσει. Έχει όμως κατουρήσει και μπροστά απ’το κλουβί της κι αλλού. Όλα αυτά δείχνουν μια ανήσυχη κουνέλα, που προσπαθεί να προστατεύσει κάτι που νομίζει πως της ανήκει.

Όμως υπήρξαν και περίοδοι που ήταν ήρεμη. Όταν ο Σάββας άρχισε να τη συνηθίζει και να μην την κυνηγάει τόσο κατά την άνοιξη, είχε εξημερωθεί αρκετά. Όταν τη βγάζαμε στο δωμάτιο, πάλι έτρεχε πάνω-κάτω χωρίς να κουράζεται, πηδούσε μ’ευκολία πάνω στο κρεβάτι (η Λίμπο μου θα το σκεφτόταν πολύ μέχρι να πηδήξει τόσο ψηλά), και μπορεί να ήταν απότομη, αλλά μας έγλειφε, καθόταν δίπλα μας, ακόμα και μπορούσαμε να τη σηκώνουμε. Τότε έκανε μόνο λίγες μπιλίτσες, και δεν είχε δαγκώσει καθόλου. Έξω πάντως στο μπαλκόνι δεν πιάνεται αν φύγει. Στα φυτά έχω να πω πως έχει προκαλέσει σοβαρές καταστροφές.
έχει σκάψει
σε διάφορες γλάστρες τελείως κυλινδρικά τούνελ με μεγάλο μήκος και βάθος. Ο πατέρας μου εξεπλάγη που τα βρήκε, και μου είπε όταν την παρατήρησε επ’αυτοφώρω να σκάβει ότι το κάνει γρηγορότατα με τα μπροστινά της άκρα. Το παράξενο είναι πώς μπορεί και τόσο γρήγορα κάνει σταθερά τούνελ με λεία τοιχώματα, και πώς μπορεί να καθαριστεί από το χώμα που πέφτει πάνω της, αφού ποτέ δεν την έχω πετύχει βρώμικη. Επίσης έχει βοσκήσει διάφορα φυτά, συμπεριλαμβανομένων και δύο
κυκλαμήνων
που εξαφάνισε εντελώς. Τώρα συνήθως τη βγάζουμε στο πίσω μπαλκόνι που δεν έχει φυτά, επομένως δεν καταστρέφει τίποτα.

Κάτι άλλο που επίσης της λείπει πολύ είναι ο κούνελος. Τα κουνέλια έχουν δυνατό το ένστικτο της αναπαραγωγής, αφού στη φύση τρώγονται από κάθε λογής εχθρούς. Κι αυτή η κουνέλα, όπως όλες, θέλει κούνελο. Η Λίμπο μου ζευγάρωσε για πρώτη της φορά στους πέντεμήνες, αυτή όμως είναι ακόμα παρθένα. Δείχνει γι’αυτό διάφορες νευρωτικές συμπεριφορές. Για παράδειγμα μπορεί να κυνηγάει το χέρι ή το δάχτυλο σε κύκλους κι όταν σταματάει να το καβαλάει και να κάνει της κινήσεις της συνουσίας του αρσενικού (- μάλλον πριν ζευγαρώσει δεν ξέρει ακριβώς τι φύλου είναι και πειραματίζεται με διάφορους τρόπους, και η Λίμπο μου όταν ήταν μικρή έβγαζε πολλές υπόκωφες φωνούλες, με περιτρυγίριζε και νομίζω πως έκανε τρεις φορές τις κινήσεις του αρσενικού, μετά όμως το ζευγάρωμα σχεδόν τα σταμάτησε. Όταν επίσης πάω να κάνω το τεστ δικής μου επινοήσεως για να δω αν θέλει κούνελο, πάντοτε απαντάει θετικά. Αυτό το τεστ συνίσταται στο ρυθμικό κούνημα του χεριού στο πίσω μέρος της πλάτης της κουνέλας, ή, καλύτερα, στη ρυθμική ελαφρά πίεση στη γεννητική περιοχή της. Αν θέλει, θα τεντωθεί πολύ, θα σηκώσει την ουρά της πάνω και θα τεντώσει πίσω το όργανό της. Το Μάρτιο ή Απρίλιο επίσης έφτασε στην πλήρη απόγνωση, όταν άρχισε ν’ανησυχεί υπερβολικά και την επόμενη μέρα έφτιαξε μια προχειρη φωλιά από σχισμένα χαρτιά και άχυρα. Πέρασε από ψευδοκυύηση ή ανεμογκάστρι, μια διαδικασία που διαρκεί λιγότερο από την κανονική κύηση και προκαλείται από στοιχεία της επιφάνειας του ωαρίου μετά την ωορηξία (οι κουνέλες έχουν ωορηξία μετά την πράξη). Μετά από μία μέρα ξαναηρέμησε. |Αλλά και το Φεβρουάριο αναστατώθηκε πολύ όταν είδε και μύρισε κούνελο. Εκείνη τη μέρα είχα φέρει ένα μικρό κούνελο, και φεύγοντας έριξα λίγες μπιλίτσες του στο κλουβί της Τσίκο. Της επόμενες τρεις μέρες, μέχρι να καθαριστεί το κλουβπι δηλαδή, συμπεριφερόταν πιο άγρια κι αγχωμένα, κατουρούσε αρκετά έξω απ’το κλουβί της και στη γωνία της ντουλάπας, κι έγινε επιθετική. Είτε ήθελεν κούνελο ειτε και ήθελε κούνελο αλλά και προσπαθούσε να προστατεύσει την περιοχή της απ’αυτόν τον κούνελο, που υποτίθεται πως την παραβίασε ρίχνοντας τις μπιλίτσες του στο κλουβί της. Επομένως τουλάχιστον μια φορά πρέπει να ζευγαρωθεί, να γίνει μανούλα, και μετά ας στειρωθεί. Μπορεί να στειρωθεί και πριν γίνει μανούλα φυσικά, αλλ’εμείς θέλουμε να τη βάλουμε μια φορά.

Σωματοτυπικά, η Τσίκο βρίσκεται ανάμεσα στους δύο γονείς της, τη Λίπο και τον Πίπη. Από τη Λίμπο έχειπάρει τη διευρημένη κατασκευή, το στρουμπουλό σχήμα, το χρωματισμό (η Λίμπο έχει σχεδόν τον ίδιο χρωματισμό αλλά πιο έντονο, ο Πίπης είναι αλμπίνος κι έτσι δε δίνει χρώμα στους απογόνους του), τα μαύρα ματάκια, και τα γυαλιστερά μαλλιά (αν κι αυτή έχει πιο γυαλιστερά απ’τη μάνα). Από τον πίπη έχει πάρει το μεγαλύτερο μέγεθος (είναι όμως μεγαλύτερη κι απ’τους δύο γονείς της), τη μυώδη κατασκευή της, τα μακριά πόδια της, τα μακριά κι εύκαμπτα αφτάκια της (η Λίμπο έχει κοντότερα και πιο δύσκαμπτα αφτιά), και ίσω ςτην τάση να είναι πιο ενεργητική και πιο εξωστρεφής, αφού η Λίμπο είναι οκνήρή, ήρεμη και συνεσταλμένη. Το κεφάλι είναι μίγμα και των δύο γονέων, με το μακρύ ρύγχος του Πίπη και το κρανίο ενδιάμεσο ανάμεσα στον πίπη και τη Λίμπο, ούτε πολύ πλατύ κι έντονα γραμμωτό όπως του πρώτου, ούτε πολύ στρογγυλεμένο και πιο λείο όπως της δεύτερης. Εξαιτίας του πολύ τρεξίματος, είναι υπερβολικά γυμνασμένη, ιδίως στην πλάτυ και στα πίσω άκρα. Όπως είπα και προηγουμένως, αυτή μπορεί να πηδήξει μ’ευκολία πάνωσ’ένα κρεβάτι, ενώ η μάνα της μετά από αρκετή σκέψη και υπολογισμό της απόστασης. Τέλος μέρος των ψυχικών της γνωρισμάτων σίγουρα θα τα κληρονόμησε από τους προγόνους, μέσα στο περιβάλλον όμως πουέζησε ευνοήθηκε να γίνει άγρια και επιφυλακτική.

Είναι μια μικρή, ψυχολογικά διαταραγμένη κουνελίτσα. Ως προς τη φύση της δηλα΄δη μια χαρά είναι, γιατί καπως έτσι θα πρέπει νά’ναι και τα άγρια κουνέλια ώστε νά’χουν μικρότερη πιθανότητα να πιαστούν και να φαγωθούν, αλλ’ως προς το δικό μας περιβάλλον δεν είναι. Με ήρεμη όμως προσέγγιση, ήρεμες κινήσεις και αγάπη πιστεύω πως θα ηρεμήσει αρκετά και πάλι,όπως είχε γίνει και πριν μεριρκούς μήνες. Κουνελούλα μπλουπ.

Ενημέρωση 26/6/2012: Κατάφερα να ξαναηρεμήσω την κουνελού. Επειδή ήταν ήρεμη και παλαιότερα, δεν είναι και τόσο δύσκολο να ξαναεξημερωθεί. Πήγαινα με αργές κινήσεις αρχικά δίπλα στο κλουβί της, μετά της έπιανα λίγο το κεφαλάκι, μετά άνοιγα το καπάκι για να τη χαΪδέψω, και τέλος τη σήκωνα χωρίς πρόβλημα, όλα με συνοδεία φαγητού αρχικά, μετά όχι. Επίσης έχουμε βρει έναν καλό τρόπο επικοινωνίας. Τα κουνέλια ως γνωστών γλείφονται μεταξύ τους, κυρίως στο μέτωπο και στο υπόλοιπο κεφάλι. Η συγκεκριμένη γλείφει πολύ από μικρή όπως προανέφερα, κι όταν είναι ήσυχη, γλείφει το χέρι που έρχεται δίπλα της (αν κάνει απότομη κίνηση μπορεί να το δαγκώσει). Εγώ ως υποκατάστατο του γλειψίματος τη χαΪδεύω στο κεφαλάκι. Έτσι πρώτα αυτή με γλείφει, μετά με σπρώχνει με τη μυτούλα για να τη χαΪδέψω, μετά πάλι με σπρώχνει για να με γλείψει και ούτω καθεξής. Η Λίμπο μου περισσότερο θέλει να τη χαΪδεύω, παρά να γλείφει, κάτι που κάνει σπανιότερα. Πάλι η κουνέλα αιφνιδιάζεται αρκετά εύκολα, αλλά δεν είναι τόσο επιθετική. Τώρα μπορώ πολύ πιο εύκολα να βάζω το χέρι μου στο κλουβί της για να κάνω κάτι χωρίς να ορμάει. Πάντως θέλει απεγνωσμε΄να κούνελο.

Ενημέρωση 30/3/2014: Η Τσίκο έχει γίνει μια κανονική κουνέλα. Έρχεται κανονικά δίπλα μας, ανεβαίνει πάνω μας, μας γλείφει, κάθεται να την χαϊδέψουμε, τρώει απ’το χέρι μας, δεν τρομάζει εύκολα, μόνο το όνομά της δεν έμαθε γιατί ακόμα δεν έχουμε ασχοληθει συστηματικά μ’αυτό. Πάλι τα αντανακλαστικά της είναι πολύ γρήγορα, μπαίνει αμέσως σε επιφυλακή, τείνει να προστατεύει την περιοχή της, αλλά κατά τ’άλλα είναι πολύ πιο φιλική. Άλλωστε κανένα κουνέλι δεν είναι εντελώς ίδιο με το άλλο, όπως και οι άνθρωποι, τότε γιατί θα πρέπει νά’ναι ίδια με τη δική μου; Επίσης πλέον καθαρίζει τη γούνα της συχνότερα, έχει στρουμπουλέψει, αλλά είναι και πολύ γυμνασμένη. Μια κουνελάρα με τα όλα της δηλαδή! Έχει και πιο ευρύχωρο κλουβί, και για μεγάλο μέρος της μέρας συνήθως κάνει βόλτες έξω απ’αυτό.

Ενημέρωση 4/10/2015: Έχει κλείσει τα τέσσερα χρόνια κι ακόμα είναι ζωηρή και χαρούμενη όπως όταν ήταν μικρούλα. Δείτε την.

Advertisements