Ενημέρωση 18/10/2015: Το είδος έχει αναγνωριστεί ως Alocasia macrorhiza.

βάσεις φύλλων, ταξιανθία και κορμός

φύλλωμα διπλανού όμοιου φυτού

Το παραπάνω φυτό έχει σίγουρα 6-7 χρόνια που έγινε μέρος της συλλογής του πατέρα μου. Είναι αναμφισβήτητα αροειδές, αλλά τι; Μοιάζει να φέρνει περισσότερο προς τα τρία γένη της αλοκάσιας, της κολοκάσιας ή του καλάντιουμ, όλα με κονδυλώδεις βλαστούς και τεράστια φύλλα. Περισσότερο για το δεύτερο, δηλαδή για κολοκάσια μου φαίνεται, διότι ο «μίσχος» του φύλλου του εισέρχεται από κάτω και πιο μπροστά στο έλασμα του φύλλου, όχι το έλασμα του φύλλου να ακολουθεί το μίσχο όπως στα περισσότερα φυτά. Αυτό τουλάχιστον δίνεται ως διαγνωστικό στοιχείο από διάφορες πηγές. Τι να είναι;

Περιγραφή
Έχει κονδυλώδεις υπόγειους συνήθως βλαστούς, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι ρίζες. Οι κόνδυλοι που θυμάμαι γιατί τους είχα βγάλει ο ίδιος ήταν από παραφυάδες μεσαίου μεγέθους όρθιου μακρόστενου κυλινδρικού σχήματος και πολύ συμπαγείς και σκούροι καφέ. Μπορούν όμως σίγουρα να γίνουν πολύ μεγάλοι, αφού οι υπέργειες βάσεις των μεγάλων φυτών μπορούν να φτάσουν τα περίπου 15 εκατοστά σε διάμετρο. Οι κόνδυλοι βγάζουν δίπλα τους νέους ως παραφυάδες, και σιγά-σιγά δημιουργείται μια συστάδα τέτοιων φυτών. Λόγω μικρότερης ηλικίας από τον πρώτο κόνδυλο, είναι μικρότεροι σε μέγεθος με μικρότερα φύλλα και κοντότερο υπέργειο βλαστό. Ο υπέργειος βλαστός θα είναι πιθανόν συνέχεια του κονδύλου εκτός γης, κι αποκαλύπτεται όσο τα παλαιά φύλλα ξεραίνονται, μπορεί νά’χει εγκάρσιες γραμμές από τα σημεία των παλιών φύλλων, μικρά εξογκώματα, είναι ανοιχτός κα΄φε και συμπαγής. Οι ρίζες προφανώς θα είναι πολλές, κι όσες έχω δει βρίξσκονται κοντά στην επιφάνεια της γλα΄στρας ή βγαίνουν επάνω στους κονδύλους. Είναι σαρκώδεις και μακριές. Οι μεγαλύτερες μπορεί νά’χουν διάμετρο 1,5 και πλέον εκατοστών. Τα φύλλα σε κάθε φυτό είναι λίγα. Συνήθως ένας κόνδυλος διατηρεί τρία φύλλα, ενώ σε συνθήκες με πολύ νερό ενδέχεται να διατηρήσει και τέσσερα. Τα φύλλα είναι μέτρια προς ανοιχτότερα πράσινα, λεία και δερματώδη. Έχουν υπερμεγέθεις, σαρκώδεις κολεούς στη βάση τους, οι οποίοι δημιουργούν κοίλωμα στη μέσα μεριά του φύλλου. Αυτό το κοίλωμα συνεχίζεται μέχρι περίπου τη μέση του φύλλου με λεπτότερα τοιχώματα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της βάσης είναι κυλινδρικό και μισχοειδές. Πιο πάνω το κοίλωμα σταματά και το φύλλο γίνεται κυλινδρικό σαν μίσχος, ώσπου στο τέλος εισέρχεται στο έλασμα λίγο πιο μέσα κι από κάτω. Το έλασμα είναι τριγωνικό προς καρδιοειδές με κάπως στρογγυλεμένες τις δύο κάτω άκρες τους και την κορυφή σχεδδόν οξεία, με δικτυωτή νεύρωση όπως και σε πολλά πλατύφυλλα μονοκοτυλήδονα και κυματιστό συνήθως περιθώριο. Συνήθως, όπως είπα, υπάρχουν τρία φύλλα που είναι εναλλάξ μεταξύ τους. Το πρώτο φύλλο βρίσκεται κάτω, μέσα στον κολεό αυτού βρίσκεται το δεύτερο που κοιτά στην αντίθετη διεύθυνση, και μέσα στον κολεό του δεύτερο είναι το τρίτο, που ξανακοιτά στη διεύθυνση του πρώτου. Το κοίλωμα της βάσης του τρίτου φύλλου γεμίζει από το νεαρο τυλιγμένο φύλλο που φέρει. Το νέο αυτό φύλλο σηκώνεται πρώτα από πάνω, έπειτα γρήγορα ολόκληρο και ξετυλίγεται σαν ρολό, αρχικά τρυφερό και μαλακό, μετά γίνεται πιο δερματώδες όπως τα παλαιότερα. Όσο αναπτύσσονται νέα φύλλα, τα πιο κάτω αρχίζουν να κιτρινίζουν, μαλακώνουν, λυγίζουν, και τελικά ξεραίνονται. Είναι δύσκολα στο κόψιμο γιατί είναι ινώδη. Οι κολεοί των παλιών φύλλων γίνονται σαν χαρτί και μπορεί να καλύπτουν τον κορμό. Ανθοφορία έχω παρατηρήσει δύο φορές: πέρισ και φέτος. Βγαίνει ένας γωνιώδης βλαστός, πάντοτε κοντότερος από τα φύλλα, με την ταξιανθία στην κορυφή. Η ταξιανθία είναι, όπως σ’όλα τα αορειδή, σπάδικας, σαρκώδεις στάχυς δηλαδή με απλοποιημένα άνθη, τυλιγμένος από τη σπάθη, ένα τροποποιημένο βράκτιο φύλλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ταξιανθία είναι περίπου 10-12 εκ., με πράσινη σπάθη και σαρκώδη σπάδικα, όχι εντυπωσιακή. Η σπάθη είναι πιο ανοιχτή στην κορυφή, ενώ σχεδόν εντελώς σφιχτή στο κατώτερο σημείο, κι έχει μια περίσφιξη στη μέση σαν κλεψύδρα. Μου φαίνονται ΄πολα αυτά προσαρμογές για την επικονίαση: Από την πιο ανοιχτή κορυφή θα εισέρχονται τα έντομα, κι όταν κατεβαίνουν κάτω από την περίσφιξη θα δυσκολεύονται να φύγουν, ώστε κινούμενα γρήγορα εκεί μέσα να παίρνουν ή να εναποθέτουν περισσότερη γύρη. Έτσι γίνεται και σ’άλλα αροειδή. Η ταξιανθία μυρίζει από πολύ κοντά σαν ξινίλα ή σκουπίδια, όχι ακριβώς σαν πτώμα όπως σ’άλλα αροειδή, πιθανόν για να προσελκύει μύγες και λοιπά σαπροφάγα έντομα. Επειδή μάλλον λείπουν οι επικονιαστές στην περιοχή μας, δε σχηματίζεται καρπός και η ταξιανθία ξεραίνεται με τη σπάθη μέσα στο καλοκαίρι, οπότε σπάει εύκολα. Το φυτό είναι χυμώδες, αρκετά όμως δευτερόλεπτα μετά το κόψιμο νωπών μερών έχω παρατηρήσει πόνο και ξύσιμο στα χέρια μου, πιθανόν λόγω ραφιδίων (μικροβελονών πυριτικών αλάτων πολλών αροειδών για άμυνα) ή άλλων τοξινών. Ξερά τα φύλλα είναι ακίνδυνα, όμως πάλι πιθανότατα παραμένουν τοξικά και δε θα πρέπει να τα δίνουμε σε κανένα ζώο.

Καλλιέργεια
Χρειάζεται ήλιο ή ημισκιά, ζέστη (ιδανικά 20-30 βαθμούς), τακτικά ποτίσματα και λιπάνσης, και πλούσιο έδαφος. Το έδαφος κατά προτίμηση θα πρέπει να είναι οργανικό,αν κι ο πατέρας μου τα έχει σε μίγμα οργανικού με αργιλώδες χωρίς πρόβλημα. Μπορούν να κάνουν τεράστια φύλλα ακόμα και σε αναλογικά μικρές γλάστρες. Όταν όμως οι παραφυάδες γίνουν πολλές ή μεγαλώσουν κι αυτές, ο χώρος για τις ρίζες θα μιεωθεί και το μέγεθος των φύλλων θα είναι μικρότερο. Τότε είτε χρειάζεται διαίρεση του φυτού είτε μεταφύτευση σε μεγαλύτερη γλάστρα. Τα φυτά των φωτογραφιών έχουν ελαφρώς μικρότερα φύλλα από το κανονικό γι’αυτό το λόγο. Το φυτό δεν αντέχει το κρύο, γι’αυτό θα πρέπει να προστατεύεται. Ο πατέρας μου δοκίμασε τρεις τρόπους προστασίας κι αυτούς έχω να συγκρίνω. Στον πρώτο το φυτό μένει μέσα στο σπίτι για τη διάρκεια του χειμώνα. Τότε συνήθως δε χάνονται φύλλα, ούτε όμως υπάρχει ανάπτυξη. Στο δεύτερο μετακινείται σ’ένα δροσερό και λίγο φωτεινό μέρος, όπως στις σκάλες τις πολυκατοικίας. Εκεί χάνει σταδιακά τα περισσότερα φύλλα, αλλά επανέρχεται την άνοιξη. Στον τρίτο μένει έξω όλο το χειμώνα. Αυτό έγινε φέτος, οπότε νομίζω έπεσε η θερμοκρασία έως και τους -3 -4 (για κέντρο Θεσσαλονίκης), κι ένας άλλλος δυσχερυντικός παράγοντας ήταν οι ισχυροί άνεμοι στο μπαλκόνι του πατέρα μου. Τότε τα φυτά πάγωσαν, τα φύλλα τους μαλάκωσαν κι έπεσαν προς τα κάτω, και την άνοιξη επανήλθαν πιο αργά από το αναμενόμενο, καμία όμως παραφυάδα δεν καταστράφηκε. Πιθανόν δηλαδή τα φυτά αυτά μπορούν να περάσουν ελαφριές παγωνιές, αν κι εγώ δε θα το διακινδύνευα. Το φυτό αυτο αναπτύσσεται γρήγορα, ιδίως το καλοκαίρι. Την άνοιξη όμως αργεί σχετικά μ’άλλα φυτά να επανέλθει, βγάζοντας νέα φύλλα συνήθως τον Απρίλιο και παίροντας την κανονική του μορφή το Μάιο, όπως και η
μπανανιά.
Η μπανανιά μου ουσιαστικά άρχισε να παράγει τα κανονικά της φύλλα από το Μάιο και μετά. Πριν έκανε μικρά, ανοιχτοπράσινα και λεπτά φύλλα.

Ιστορία των φυτών
Πήρα τους δύο πρώτους κονδύλους από φίλη της μάνας μου που μένει στην Αθήνα το 2005. Αυτή έχει αρκετά φυτά σε γλάστρες σε μια κλειστή αυλή, όπου ο ήλιος χτυπάει υπερβολικά, όμως ο αέρας και οι ακρέες θερμοκρασίες δε φτάνουν, ιδανικό δηλαδή μέρος για θερμόφιλα τροπικά είδη. Εκεί συνάντησα αυτό το φυτό, νομίζοντας πως είναι μπανανιά και ζήτησα δύο παραφυάδες. Μην έχοντας και πολλή εμπειρία ακόμα στα φυτά, τις πήρε με ρίζες και ένα φύλλο την καθεμία, γιατί αλλιώς υποτίθεται θα ξεραίνονταν. Όμως στη Θεσσαλονίκη της μίας έσπασε το φύλλο και της άλλης μαράθηκε αργότερα. Αρχικά τις είχα σε γλάστρες με μόνιμα υγρό χώμα, μετά έβαλα τη μία στο νερό. Επειδή καμία δεν έδειχνε σημεία ζωής σε δύο εβδομάδες, πέταξα τη μία και την άλλη την έδοσα στον πατέρα μου, ο οποίος την έβαλε σε γλάστρα με καλό ελαφρύ χώμα. Εκεί σε μερικές μέρες θυμάμαι πως έβγαλε το πρώτο της μικρό φύλλο, και το καλοκαίρι έκανε κανονικά μεγάλα φύλλα. Τη δεύτερη χρονιά άρχισε να κάνει παραφυάδες. Στα τρία χρόνια διαίρεσε το φυτό, κι από τότε έχει δύο γλάστρες. Σήμερα τα φυτά έχουν κάνει τεράστιες βάσεις με πολλές παραφυάδες και δεν έχουν δείξει έως τώρα κανένα πρόβλημα. Ίσως απ’τη μεγάλη ανάπτυξή τους να χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση, διότι τα φύλλα δεν είναι τόσο μεγάλα όπως πέρσι και τις προηγούμενες χρονιές.

Μη γνωρίζοντας το όνομα του είδους, το αποκαλούμε συμβατικά (σαν μπανανιά). Τι όμως να είναι στην πραγματικότητα; Όποιος γνωρίζει να κάνει σχόλιο.

Advertisements