Origanum vulgare (Ορίγανον τον κοινόν), από τη Βικιπαίδεια.

Το πασίγνωστο μυρωδικό φυτό που χρησιμοποιείται με όλους τους τρόπους σε φαγητά και σαλάτες, είναι ένα φυτό με μεγάλη αξία και φαρμακευτική ισχύ. Γνωστό είδη από τους Αρχαίους Έλληνες, η χρήση του συνεχίζεται από τότε έως σήμερα. Το όνομα ρίγανη (αρχ. ορίγανον) κατ’άλλους προέρχεται από το «όρος» και το «γάνος», τη λαμπρότητα, αυτό δηλαδή που λαμπρύνει το βουνό, κατ’άλλους είναι μιας άγνωστης προέλευσης προελληνική λέξη. Πρόσφατα λοιπόν στις αρχές του Μαΐου αγόρασα ένα τέτοιο φυτό από την ανθοέκθεση.

Το κύριο είδος του ενδιαφέροντος αυτού του άρθρου είναι η κοινή ρίγανη (Origanum vulgare), ενώ για λίγα ακόμα εξέχοντα μέλη του γένους θα κάνω αναφορά στο τέλος. Είναι δικοτυλήδονο φυτό της πολύ γνωσ΄της μας οικογένειας των χειλανθών (lamiaceae ή labiatae), οικογένειας που περιλαμβάνει πολλά παρόμοια μυρωδικά και φαρμακευτικά όπως το
φασκόμηλο,
το
δεντρολίβανο,
το
βασιλικό,
τη
μέντα και το δυόσμο,
κ.ά. Ως μέλος αυτής της οικογένειας, φέρει και τ’αντίστοιχα τυπικά χαρακτηριστικά της – σχεδόν τετραγωνικούς βλαστούς με αντίθετα φύλλα, άνθη σε στάχυα και παραγωγή πολλών φυτοχημικών. Είναι μικρός πολυετής θάμνος ύψους 20-80 εκ. με ανοιχτοπράσινο φύλλωμα (φύλλα ωοειδή 2-4 εκ. μήκους), ξυλώδεις τους παλαιότερους βλαστούς κι εύκαμπτους αλλά ανθεκτικούς τους νεότερους κι άνθη ιώδη διαμέτρου 2-4 χιλ. που βγαίνουν το καλοκαίρι σε μικρά στάχυα στις κορυφές, τα οποία προσελκύουν τις μέλισσες. Οικολογικά θεωρείται φρυγανώδες μεσογειακό φυτό. Φύεται σ’όλη τη Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή, συνήθως σε κλίματα με ξερά και ζεστά καλοκαίρια. Στην Ελλάδα Συναντάται σ’όλα τα μέρη, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και σε υψηλά υψόμετρα, αν και δεν επιβιώνει σε υπερβολικό υψόμετρο. Ευδοκιμεί σε ξερά και πετρώδη εδάφη, αλλά και σε πιο πλούσια μέρη. Αναγνωρίζονται τέσσερα υποείδη:

  • Το Origanum vulgare gracile (το ισχνό), πρώην ξεχωριστό είδος O. tyttanthum, το υποείδος με την ανατολικότερη εξάπλωση από το Κυργιστάν. Έχει πιο γυαλιστερά φύλλα με ρόδινα άνθη και πικάντικη γεύση.
    Το O. v. hirtum (το τριχωτό), ή ελληνική ή ιταλική ρίγανη, έχει ελαφρώς χνουδωτά φύλλα και θεωρείται το καλύτερο στη γεύση. Αποτελεί τη βάση για πολλές ποικιλίες.
    Το O. v. onites, πρώην είδος O. onites, κρητική, τουρκική, ή κοινή ρίγανη, πιο συμπαγές με χνουδωτά φύλλα και με έντονη πικάντικη γεύση.
    Το O. v. syriacum (το συριακό), πρώην είδος O. maru, με εξάπλωση στη Μέση Ανατολή, με μεγαλύτερα και τριχωτότερα φύλλα και γεύση παρόμοια με το ελληνικό. Στα αραβικά λέγεται «ζααντάρ».
  • Φυσικά έχουν δημιουργηθεί με τεχνητή επιλογή και υβριδισμούς διάφορες ποικιλίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά στις αναλογίες των φυτοχημικών, κι άρα στη γεύση, στην ανάπτυξη και στην ανθεκτικότητα. Όπως παρατηρώ πάντως, υπάρχει μια διαβάθμιση στα χαρακτηριστικά των υποειδών σε συνάρτηση με τις κλιματολογικές συνθήκες τις περιοχής τους, ξεκινώντας από το πιο ηπειρωτικό ασιατικό είδος με τα σχεδόν γυαλιστερά φύλλα, περνώντας από το ενδιάμεσο ελληνικό και καταλήγοντας στο κρητικό και τέλος στο συριακό με το έντονο γκριζωπό χνούδι και την έντονη γεύση, η οποία οφείλεται προφανώς στη μεγαλύτερη συγκέντρωση των φυτοχημικών. Αυτό είναι λογικό, διότι οι μορφές που ζουν σε ξηρότερα κλίματα κι αγονότερα εδάφη έχουν μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας από την έλλειψη του νερού (με περισσότερες τρίχες) και σαφώς μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας από φυτοφάγα, έντομα και ασθένειες με τα περισσότερα φυτοχημικά. Ένα φυτό που ζει σε υγρό κλίμα με γόνιμο έδαφος συνήθως μπορεί να επανέλθει γρηγορότερα ύστερα από μια τέτοια επίθεση, ένα φυτό όμως που προσπαθεί να επιβιώσει σ’ένα μέρος που έχει να βρέξει μήνες, το χώμα είναι λιγοστό ανάμεσα σε πέτρες κι ο ήλιος το καλοκαίρι χτυπάει και 45 βαθμούς και παραπάνω στα βραχώδη βουνα που ζει, πιθανόν δε μπορεί. Οι συγκεκριμένες ουσίες των μεσογειακών κι απανταχού βοτάνων γι’αυτό εξελίχθηκαν φυσικά, για ν’αποτρέπουν τα ζώα, τα έντομα, τους μύκητες και τα βακτήρια να τα επιτεθούν, και συνήθως επιτυγχάνουν, αφού πράγματι αυτά τα είδη αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικά στις ασθένειες. Όποια φαρμακευτική ή βλαβερή συνέπεια κάποιας ή αρκετών αυτών των ουσιών είναι η διαφορετική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό μιας ανασταλτικής προς και μικροοργανισμούς του φυτού ουσία, ή επιθυμητής παρενέργειας της ουσίας στα έντομα ή στα άλλα ζώα. Όπως είπε κι ο ίδιος ο Δαρβίνος στην «Καταγωγή των Ειδών», κανένα χαρακτηριστικό ή πράξη ενός είδους δεν υπάρχει για την ωφέλεια ή τη βλάβη κάποιου άλλου, αλλά πρωτίστως για τη δική του επιβίωση. Όποια ωφέλεια ή βλάβη σ’άλλλα είδη είναι κάτι παράπλευρο.

    Ο φυτοχημικός πλούτος της ρίγανης λοιπόν είναι τεράστιος, κι αποτελείται κυρίως από φαινολικά, φλαβονοειδή και τερπενοειδή, τα οποία με το συνδυασμό τους δίνουν τη χαρακτηριστική οσμή και γεύση στο βότανο, και με τις διαφορετικές αναλογίες τους καθορίζουν τα ιδιαίτερα στοιχεία κάθε ποικιλίας και υποείδους. Οι κύριες ουσίες του αιθερίου ελαίου της ρίγανης είναι η καρβακρόλη και η θυμόλη, ενώ σε μικρότερες ποσότητες ανιχνεύονται οι: α-πευκένιο, οξικό λιναλύλιο, καμφένιο, μεθυλκαρβακρόλη, β-δισαβολένιο, 6-μέθυλο-3-επτανόλη, π-κιμένιο, καλεμένιο, π-κιμενική οκτωόλη, β-καρυοφυλλίνη, μυρκένιο, κινεόλη, φελλανδρίνη, cis-δισυδροκαρβόνη, β-πευκένιο, cis-υδροσαβινένιο, σαβινένιο, κυμένιο, σπαρθολερόλη, δεκάνιο, γ-τερπινένιο, γερμακρένιο δ, τερπινενική βουτανόλη, οξική καρβακρόλη, τερπινιολένιο, εξανάλη, λιμονίνη, δια-διυδροκαρβόνη, λιναλοόλη, και ενδεκάνιο. Η τεράστια αυτή ποικιλία και μείξη των φυτοχημικών έχει σίγουρα φαρμακευτικές ιδιότητες. Η έρευνα ακόμα είναι μικρή, όμως από τις γνωστές μελέτες αποδεικνύεται πως η ρίγανη είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό, προστατεύοντας από ελεύθερες ρίζες που προκύπτουν από το μεταβολισμό, αλλά και αντιβακτηριδιακό με αποδεδειγμενη δράση του εκχυλίσματός της κατά της λιστέριας (Listeria monocytogenes), ένα απ’τα πλέον επικίνδυνα βακτήρια τροφικών δηλητηριάσεων. Παραδοσιακά έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισπασμωδικό, ευστομαχικό, κατά του βήχα και της δυσπεψίας, εμηναγωγό, τονωτικό, αλλά και κατά της αρτυριοσκλήρυνσης και για την επούλωση των πληγών. Αναφορές στην ιατρική χρήση της ρίγανης έχουμε από τον Ιποκράτη, ο οποίος τη συνέστησε για γαστρεντερικά κι αναπνευστικά προβλήματα, καθώς κι ως επουλωτικό. Θρεπτικά, η ρίγανη είναι υψηλή σε φυτικές ίνες, σε σίδηρο και σε β-καροτένιο, το οποίο στον οργανισμό μεταβολίζεται σε βιταμίνη α.

    Η ευρύτερη χρήση της είναι αναμφίβολα ωστόσο στη μαγειρική. Νοστιμεύει πολύ τα φαγητά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε όταν την έχουν. Μπαίνει σε κρέατα και ψάρια, στη χωριάτικη σαλάτα, στις τηγανητές πατάτες, στις φρυγανιές (από τα αγαπημένα μου ψωμάκια με λάδι και ρίγανη), στα πατατάκια κι αλλού. Η χρήση της δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα, είναι καρύκευμα που χρησιμοποιείται σ’όλη τη Μεσόγειο, από την Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή έως την Ιταλία, τα βορειότερα Βαλκάνια και την Ιβυρική Χερσόνησο. Η χρήση της επίσης εξαπλώθηκε και σε βορειότερες ευρωπαΐκές χώρες, αλλά και στις ΗΠΑ. Η γεύση της είναι χαρακτηριστική: πικάντικη και ίσως με λίγο πικρό τόνο, παρόλα αυτά μπορεί να διαφέρει από ποικιλία σε ποικιλία. Άλλες ποικιλίες είναι πιο γλυκές, άλλες πιο καυτερές.

    Όμως δεν είναι μόνο τα γενετικα που παίζουν ρόλο στην παραγωγή των φυτοχημικών, και το περιβάλλον ασκεί επίσης μεγάλη επίδραση. Όπως είπα, το φυτό παράγει αυτές τις ουσίες για να προστατευθεί από τους εχθρούς. Έτσι, θ’αναμέναμε να τις παρήγαγε περισσότερο σε συνθήκες μεγαλύτερου στρες, κι αυτό ισχύει. Η καλύτερη ποιότητα ρίγανης φύεται σε άγονα, αλκαλικά, ξερά και πετρώδη εδάφη σε ανοιχτές περιοχές, και η καλύτερη εποχή για συλλογή της είναι το καλοκαίρι, όταν το φυτό βρίσκεται σε ανθοφορία. Σ’αυτές τις συνθήκες το ποσοστό αιθεριου ελαίου στο αποξηραμένο φυτό μπορεί να φτάσει και το 7%, ενώ συνήθως κυμαίνεται από το 2% έως το 5%. Ο τρόπος ξήρανσης επίσης επηρεάζει το τελικό προϊόν. Η καλύτερη μέθοδος είναι να τοποθετηθούν τα κλαδιά σε ζεστό αλλά σκιερό ή και σκοτεινό αεριζόμενο ξερό μέρος, είτε απλωμένα αραιά είτε κρεμασμένα σε ματσάκια από ψηλά. Όταν ξεραθούν, μπορούν να τριφτούν και ν’αποθηκευθούν σε αδιαφανές δοχείο ή σε διαφανές αλλά μέσα σε ντουλάπι ή κάπου αλλού σκοτεινά και σταθερά, για να μην υποβαθμιστεί η ποιότητα. Έτσι θα κρατήσει περίπου για ένα χρόνο. Το ίδιο ισχύει σχεδόν για όλα τα μυρωδικά και βότανα.

    Η καλλιέργεια της ρίγανης είναι πολύ εύκολη. Βασικά χρειάζεται ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος με προτιμόμενη ζώνη ph από 6.0 (όξινο) έως 8.0 (αρκετά αλκαλικό), μια θέση με όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιο και ζέστη, πότισμα αραιό ή αφήνοντας το έδαφος πρώτα να στεγνώσει, και λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα στην αρχή της περιόδου ανάπτυξης και σπάνια με μικρές ποσότητες κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, κι έτσι θ’αναπτυχθεί πολύ καλά χωρίς προβλήματα. Η σκιά θα μειώσει την ανάπτυξη, οι κλειστές συνθήκες, η υγρασία και η μικρή απόσταση μεταξύ των φυτών μπορεί να οδηγήσουν σε μυκητικκές προσβολές, ενώ η μόνιμη υγρασία του εδάφους οδηγεί σε μυκητική σήψη των ριζών. Το πλούσιο έδαφος ή η υπερβολική λίπανση με άζωτο μπορεί μεν να οδηγήσουν σε εντυπωσιακότερη ανάπτυξη, θα μειώσουν δε τη παραγωγή των φυτοχημικών. Από την άλλη δε χριεάζεται το φυτό να υποβληθεί στις συνθήκες που αντιμετωπίζει συχνά στη φύση, διότι τότε ίσως αναπτυχθεί ελάχιστα. Το χειμώνα αντέχει καλά τις χαμηλές θερμοκρασίες, συνήθως ως και τους -20, αν κι ορισμένες ποικιλίες είναι πιο ευπαθείς, εφόσον το έδαφος αποστραγγίζει άριστα. Αναπτύσσεται εξίσου καλά και στον κήπο και σε δοχεία. Η συλλογή θα πρέπει να γινεται το καλοκαίρι ή πριν ή μόλις το φυτο ανθίσει, κόβοντας τα κλαδιά σχεδόν από τη βάση του φυτού. Σε περιοχές με μεγάλη θερμή περίοδο μπορούν να γίνουν περισσότερες από μία συγκομιδές. Το φυτό πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα ή με διαίρεση μεγαλύτερων σε ηλικία φυτών οποιαδήποτε εποχή. Αυτός ο τρόπος διατηρεί την ποικιλία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γονικού φυτού. Αντίθετα με το σπόρο, εάν ιδίως υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες κοντά, το αποτέλεσμα δε θα είναι σίγουρο ως προς τα χαρακτηριστικά, μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι για σπόρους που προέρχονται αποδεδειγμένα από μία ποικιλία ή είναι αγορασμένοι. Οι σπόροι θα πρέπει να σπαρούν στην αρχή της άνοιξης έξω ή νωρίτερα σε εσωτερικό χώρο, σε μικρά δοχεία με αμμώδες έδαφος, και να καλυφθούν πολύ ελαφρά, διότι χρειάζονται φως για τη βλάστηση. Η βλάστηση και η αρχική τους ανάπτυξη θα είναι αργή. Αρχικά θα κάνουν λίγα φύλλα κοντά στο έδαφος, έπειτ αόμως θ’αρχίσουν την καθ’ύψος ανάπτυξη κανονικά.

    Επειδή η ζήτηση της ρίγανης είναι πολύ μεγάλη, δημιουργήθηκε η ανάγκη εμπορικής της καλλιέργειας. Στην Ελλάδα καλλιεργείται κυρίως στη Μακεδονία, στη Θράκη και στη Θεσσαλία. Τα φυτά τοποθετούνται σε σειρές με απόσταση μεταξύ τους τα 30 εκ. και απόσταση μεταξύ των σειρών τα 50 εκ. Το μόνο που χρειάζονται συνήθως είναι προστασία από τα ζιζάνια, αφού έχουν αρκετά καλή άμυνα προς τους μύκητες και τα έντομα. Η καλλιέργεια μπορεί να είναι είτε αρδευόμενη είτε ξερική. Στην πρώτη περίπτωση η παραγωγή είναι μεγαλύτερη, με 300 κιλά ανά στρέμμα, στη δεύτερη μικρότερη με 90, όμως καλύτερης ποιότητας. Οι ξερικές καλλιέργειες πάλι ίσως χρειαστούν λίγο άρδευση στον πολύ ζεστό καιρό. Οι λιπάνσεις γίνονται κυρίως το χειμώνα ή στην αρχή της άνοιξης. Μία εμπορική καλλιέργεια μπορεί να μείνει αρκετά αποδοτική για περίπου 10 χρόνια. Τον πρώτο χρόνο η παραγωγή δεν είναι πολύ μεγάλη, από το δεύτερο όμως αυξάνεται σημαντικά, ενώ από τον έκτο αρχίζει να πέφτει. Η Ελλάδα εξάγει σ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως στη Γερμανία και στις ΗΠΑ.

    Τέλος έχω ν’αναφέρω μερικά ακόμα είδη του γένους. Η ματζουράνα O. majorana είναι ένα επίσης γνωστο μυρωδικό, με γλυκύτερη οσμή και γεύση. Καλλιεργείται και συλλέγεται παρόμοια με τη ρίγανη. Η χρήση της είναι περιορισμένη στην Ελλάδα, στη Μέση ανατολή ωστόσο, στην Ιταλία και στη Γαλλία χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο. Τέλος ένα ακόμα είδος που οφείλων ν’αναφέρω είναι το κρητικό δίκταμο (O. dictamnus), φυτό ενδημικό μόνο στην Κρήτη και πουθενά αλλού. Είναι μικρό θαμνάκι 25-30 εκ. με γκριζωπό φύλλωμα και μικρά ροδινα άνθη που φύεται στ’απόκρυμνα βουνά και φαράγγια της Κρήτης. Η φαρμακευτική του αξία ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, οπότε χρησιμοποιούταν ως επουλωτικο και για τα γαστρεντερικά προβλήματα. Ο Αριστοτέλης μάλιστα μας αναφέρει πως οι τραυματισμένες κατσίκες από βέλος (πιθανόν θα τις κυνηγούσαν κυνηγοί) έτρωγαν δίκταμο και απέβαλαν το βέλος, ενώ το ίδιο μας αναφέρει κι ο Θεόφραστος, ο οποίος επίσης λέει πως το είδος αυτό είναι γηγενές της Κρήτης. Ίσως οι αναφορές για τις επουλωτικές του ιδιότητες να ήταν κάπως υπερβολικές, πάντως είχε χρησιμοποιηθεί γι’αυτόν το σκοπό και σίγουρα θα περιέχει χρήσιμες ουσίες, ακόμα αδιερεύνητες. Στην Κρήτη ονομάζεται έρωντας, δηλαδή έρωτας, εξαιτίας του ερωτικού συμβολισμού του και της χρήσης του ακόμα και σε ερωτικά φίλτρα. Αυτοι που το μάζευαν λέγονταν ερωντάδες, και συχνά διακινδύνευαν τη ζωή τους σκαρφαλώνοντας στις απότομες πλαγιές. Σήμερα το φυτό καλλιεργείται και εντός και εκτός Κρήτης. Οι άγριοι πληθυσμοι ωστόσο απειλούνται, και η κόκκινη λίστα της διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης το κατατάσσει ως τρωτό.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της Βικιπαίδειας για τη ρίγανη
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη ρίγανη
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη ματζουράνα
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το δίκταμο
    τα ωφελήματα στην υγεία της ρίγανης iatronet.gr
    ρίγανη φαρμακευτικές πληροφορίες στο valentine.gr
    ρίγανη, πληροφορίες και συγγενικά είδη
    οι συνθήκες για την καλύτερη άγρια ρίγανη
    εμπορική καλλιέργεια της ρίγανης στο agrohelp.com
    πληροφορίες, ιδιότητες, και καλλιέργεια της ρίγανης
    ρίγανη: ιδιότητες, καλλιέργεια και συμβουλές στο econews.gr
    άρθρο της Βικιπαίδειας για το δίκταμο
    ρίγανη κατά Listeria monocytogenes

    Advertisements